Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΒΙΚΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΒΙΚΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΧΡΟΝΟΣ του Διονύση Σιμόπουλου


Όταν η ποίηση συναντά την επιστήμη - Ένα κείμενο του Διονύση Σιμόπουλου


 Πριν λίγες ημέρες διοργανώθηκε μια ξεχωριστή εκδήλωση στο Ιδρυμα Ευγενίδου.
Οι αστροφυσικοί Διονύσης Σιμόπουλος και Δημήτρης Νανόπουλος παρουσίασαν ένα  βιβλίο ποίησης, αποδεικνύοντας ότι τα όρια στη δημιουργία, με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι ποτέ διακριτά. Ακολουθεί το κείμενο τής παρουσίασης του βιβλίου από τον Διονύση Σιμόπουλο. Απολαύστε το: 
«Όταν ο Δημήτρης Βίκτωρ μου ζήτησε, μέσω ενός κοινού φίλου, του Κώστα του Χαραλάμπους, να προλογίσω το βιβλίο που είχαν γράψει με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να αρνηθώ, γιατί απλούστατα θεώρησα ότι, όπως και τα προηγούμενα έργα των δύο συγγραφέων, πρόκειται για ένα έργο ποιητικό, κι εγώ με την ποίηση δεν έχω και τόσο μεγάλη συνάφεια.
Ναι βέβαια, όταν ήμουν πιτσιρικάς έγραφα κι εγώ τα σχετικά μου ποιήματα. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.
Εκείνο πάντως που διέγειρε την περιέργειά μου σχετικά με το όλο αυτό θέμα ήταν το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας δύο ανθρώπων.
Θα μου πείτε, τίποτε το συνταρακτικό σε κάτι τέτοιο. Πολλά είναι εκείνα τα βιβλία που γράφονται από δύο συντελεστές. Και ο Δημήτρης το έχει κάνει, και ο Στράτος με τον Μάνο, αλλά κι εγώ. Ναι, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις αναλύουμε εξ αρχής τα κεφάλαια που θα περιλαμβάνει το βιβλίο, και αποφασίζουμε εξ αρχής ποια κεφάλαια θα γράψει ο ένας και ποια ο άλλος.


Στην δεδομένη όμως περίπτωση, στο «Άνθρωπος και Χρόνος», τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Όπως μου είπε ο Κώστας το βιβλίο δεν σχεδιάστηκε όπως συνήθως γίνεται μ’ ένα βιβλίο συνεργασίας. Αλλά αντίθετα γράφτηκε καθώς προχωρούσε! Έγραφε η μία κι απαντούσε ο άλλος. Έγραφε ο ένας και απαντούσε η άλλη. Επρόκειτο δηλαδή για έναν διάλογο, Έναν διάλογο ποιητικό, γραμμένο όμως σε πεζό λόγο!
Κι έτσι από περιέργεια περισσότερο, παρά απ’ οτιδήποτε άλλο, άρχισα να φιλομετρώ τις σελίδες των χειρογράφων που μου έδωσε ο Κώστας. Κι έτσι μετά από δύο-τρεις σελίδες αγκιστρώθηκα! Γιατί πραγματικά το θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν οι δύο συγγραφείς μου κέντρισε το ενδιαφέρον.
Είναι άλλωστε γνωστό ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε πράγματι όντα με χρονικό προσανατολισμό. Και παρόλο που η έννοια του χρόνου επιφανειακά φαίνεται να είναι ευκολονόητη και άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινότητά μας, εντούτοις έχει αποδειχθεί τόσο σπουδαία και μυστηριώδης, ώστε μερικά από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα μυαλά έχουν καταπιαστεί με την ανάλυση και τα παράδοξά της.
Πάρτε, για παράδειγμα, μερικές από τις πρώτες αράδες που γράφει ο Χρόνος-Βίκτωρ:
«…γιατί μέχρι το φως να ταξιδέψει ως τη Γη
Όλα άλλαξαν, πέθαναν, ξανάγιναν
Κι εσύ κοιτάζεις και με τα μάτια βλέπεις,
αυτό που στην ουσία τώρα, δεν μπορεί να είναι εκεί.»


Περιγράφει δηλαδή σε τέσσερις σειρές όλα αυτά που βλέπουμε όταν κοιτάμε τον νυχτερινό ουρανό. Οι αρχαίοι Έλληνες που έβλεπαν την γαλακτόχρωμη λωρίδα του Γαλαξία μας την ονόμαζαν «γέφυρα του χρόνου», και κατά κάποιον τρόπο δεν είχαν καθόλου άδικο. Επειδή απαιτείται η παρέλευση κάποιου χρόνου για να φτάσει μέχρις εμάς το φως από τα απόμακρα άστρα και τους γαλαξίες, όταν κοιτάζουμε έξω στο διάστημα βλέπουμε τις εικόνες των διαφόρων ουράνιων αντικειμένων όπως ήταν στο παρελθόν κι όχι όπως είναι την στιγμή που τα κοιτάμε.
Λόγω του χρόνου που χρειάζεται η εικόνα κάθε ουράνιου αντικειμένου για να έρθει σε μας, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι βλέπουμε και μελετάμε… αναμνήσεις!
Κατά κάποιο, δηλαδή, τρόπο ο έναστρος ουρανός δεν είναι παρά ένα είδος μηχανής του χρόνου. Όσο πιο μακριά βλέπουμε μέσα στο Σύμπαν τόσο πιο πολύ εισχωρούμε στο παρελθόν.
Κατά κάποιον δηλαδή τρόπο οι αστρονόμοι είμαστε οι Αρχαιολόγοι του Σύμπαντος.
Ο Ήλιος, για παράδειγμα, απέχει από μας 150 εκατομμύρια χλμ. και το φως του, τρέχοντας με την ταχύτητα του φωτός 300.000 χλμ το δευτερόλεπτο, χρειάζεται 8,5 περίπου λεπτά για να φτάσει μέχρι τη Γη, που σημαίνει ότι τον βλέπουμε όπως ήταν πριν από 8,5 λεπτά.
Το φως από τον πλησιέστερο σε μας Μεγάλο Γαλαξία της Ανδρομέδας χρειάζεται 2,5 εκατομμύρια χρόνια για να φτάσει στη Γη μας, πράγμα που σημαίνει ότι το φως που φτάνει σήμερα σε μας ξεκίνησε από εκεί έξω όταν οι προπάτορες του ανθρώπου έκαναν τα πρώτα δειλά τους βήματά πάνω στον πλανήτη μας.
Το φως του πιο απόμακρου αντικειμένου που φτάνει σήμερα στη Γη, έχει ηλικία 13,4 περίπου δισεκατομμυρίων χρόνων, και μας εμφανίζεται όπως ήταν 400 εκατ. χρόνια μετά τη γέννηση του Σύμπαντος.
Ενώ σ’ αυτήν την φωτογραφία έχει καταγραφεί η κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου που προέρχεται από τη γέννηση του Σύμπαντος πριν από 13,8 δις. χρόνια.


Ο ουρανός δηλαδή δεν εκτείνεται μόνο χωροταξικά, αλλά και χρονικά. Αυτή άλλωστε είναι και η σύγχρονη αντίληψη που έχουμε για το χωροχρονικό μας Σύμπαν και την αρχή του χρόνου.
Όλα αυτά, όμως, αφορούν το Σύμπαν και τον χωρόχρονο των αστροφυσικών, ενώ το πόνημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και του Δημήτρη Βίκτωρ κάνει την υπέρβαση. Οι δύο συνεργοί στην προσπάθειά τους αυτή ξεφεύγουν από τους περιορισμούς του πειράματος και της απόδειξης και ταξιδεύουν στο χώρο και τον χρόνο της ανθρώπινης διανόησης.
Ο Άνθρωπος-Αγγελάκη Ρουκ, μας λεει:
«Χρόνε επί τέλους βρήκαμε ένα χώρο όπου μπορούμε να συγκατοικήσουμε: το παρελθόν. Έλα λοιπόν, στο λιβάδι μας, στο παρελθόν, μήπως και καταλάβω γιατί είμαι σήμερα εδώ με σένα…»
Είναι εμφανές ότι παρ’ όλο που το κείμενο τους δεν φαίνεται να πειθαρχεί σε κανόνες, η γλώσσα του είναι μια γλώσσα ποιητική με την οποία παρουσιάζονται με αδρές πινελιές μερικά από τα πιο εντυπωσιακά διοράματα της προσπάθειας του ανθρώπου να κατανοήσει μια από τις δυσκολότερες έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης, με λυρισμό και ευαισθησία. Και πολύ σύντομα, αντιλαμβάνεται κάποιος ότι το κείμενο των δύο συγγραφέων, ενώ δίνει την εντύπωση του πεζού λόγου έχει εντούτοις ένα δικό του συγκεκριμένο ρυθμό και αρμονία, όπως θάπρεπε άλλωστε να έχει.
Όπως λεει προς το τέλος ο Άνθρωπος-Ρουκ:
«Δεν θα ‘μαι ποτέ
Αυτό που είμαι στιγμιαία
Αλλά είναι θρίαμβος
Αυτή η σταθερή απώλεια.
Πες μου λοιπόν: Πόσο καιρό έχω ακόμα;»
Για να πάρει την άμεση αμείλικτη απάντηση από τον Χρόνο-Βίκτωρ:
«Με ακούς; Με βλέπεις; Με έχεις μπροστά σου; Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Ποτέ κανείς δεν με έχει δει. Μήπως είμαι δημιούργημα της φαντασίας σου;»

Όπως το θέτει ο Νεύτων και η κλασσική Φυσική, ο υποκειμενικός χρόνος που βιώνουν οι άνθρωποι, είναι απλώς μια ψευδαίσθηση που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον απόλυτο πλατωνικό-κοσμικό χώρο και χρόνο. Άποψη που, παραδόξως, συμμερίζεται και ο Αϊνστάιν, ο βασικός υπαίτιος της «δολοφονίας» του απόλυτου χρόνου στη σύγχρονη Φυσική. Όπως θα εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Αϊνστάιν σε ένα περίφημο γράμμα του: «Η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον αποτελεί μόνο μια ψευδαίσθηση, έστω κι αν πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση».



 Παρά το μικρό του μέγεθος το βιβλίο αυτό είναι ένας πραγματικός χείμαρρος συναισθηματικής φόρτισης που κατακλύζει τον αναγνώστη από την πρώτη του σελίδα. Και δεν αμφιβάλλω ότι το γεγονός αυτό οφείλεται στο τρόπο γραψίματος του κειμένου τους. Τα λόγια του κειμένου μετατρέπονται σε εικόνες, ορισμένες φορές απόκοσμες και φαντασμαγορικές. Άλλες εικόνες περιορίζονται σε πιο γήινα, πεζά χρώματα. Εικόνες, όμως, πάντα κατάλληλα φωτισμένες για να δώσουν την πρέπουσα ζεστασιά στις έννοιες που περιγράφουν.
Δεν ξέρω πως θα πρέπει να περιγράψει κάποιος το λογοτεχνικό είδος αυτού του βιβλίου: Δοκίμιο; Πραγματεία; Ποίηση; Αλλά τι σημασία έχουν οι λέξεις;
Όπως έλεγε και ο Σαίξπηρ πριν από 400 και χρόνια:
«Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα; Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα δεν θα μύριζε εξίσου ωραία;»

Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω, με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, «Αναφορά στον Γκρέκο»:


 «Μια μέρα, ήταν άνοιξη, και περιμέναμε πότε θα χτυπήσει το κουδούνι να γλιτώσουμε. Τα παράθυρα της τάξης ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά. Ένα αηδόνι είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, δε βάσταξε άλλο, σήκωσε το δάχτυλο του και είπε στο δάσκαλο: 
 «Σώπα καλέ δάσκαλε, σώπα, ν’ ακούσουμε τ’ αηδόνι.»

Κι απόψε για μας, το αηδόνι είναι το βιβλίο «Άνθρωπος και Χρόνος». Γι’ αυτό κι εγώ θα σωπάσω, για ν’ ακούσουμε τ’ αηδόνια: την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ και τον Δημήτρη Βίκτωρ.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

AEGEAN - Poem - Composition: Dimitris Victor -- Rendition: Avrotonon Rigatou - Transl: Philip Ramp


 « AEGEAN »

Azure the sky blue the sea horizon of a rare turquoise all quite enchanting in my mind a picture in my eyes jubilance the body flying airily in endless depth. I gaze into the distance, further and I’m lost a piece of the universe in a land called Greece my memories arise with the scared dolphins that Poseidon liberated in a cloud of foam. Odysseys handing out hushed hopes while in amazing triremes dead heroes are rowing and shipwrecks of civilizations surface as rare museums and the wise weep over the parchments that were lost. It was in this land I found myself again and once more alone and each time my feeling are those of a first kiss light on beauty but I am endeavoring to follow them into the Aegean, for a moment shut my breathing down. Dimitris Victor July/2018

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

"ΤΟ ΤΕΣΣΕΡΑ, ΤΟ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑ" - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ




Το Τέσσερα, το δύο και το τρία

 

Στην Ακροκόρινθο μοναχικός ταξιδευτής με ψάθινο καπέλο

ψάχνει να βρει της μοίρας του τα βήματα.

Στης Σφίγγας τη βαριά σκιά στέκει αποφασισμένος

να κάνει αρχή για τη μοναδική του ιστορία.

 

Ο τραγωδός προσμένει μ’ αγωνία την απάντηση

χωρίς ακόμη να ’χει γεννηθεί στον κόσμο.

Πώς γίνεται αυτό, είναι πολύ παράξενο,

πώς παίρνει αρχή, μέση και τέλος η πλοκή!

 

Τραχιά η φωνή περίεργη ηχώ απόκοσμη

προσφέρει το αίνιγμα παγκόσμια κληρονομιά.

Εδώ ο κόσμος συντονίζει όλα τα ραδιόφωνα

κι ο χορός επιχειρεί την τελευταία αρίστη πρόβα.

 

Ο ποιητής παίρνει την πένα ανοίγει το χαρτί

βαριανασαίνει με αγωνία τι θ’ ακούσει.

Ξέρει πως όταν θα ’χει πλέον γεννηθεί

θα έχει γράψει μια μοναδική παγκόσμια ωδή.

 

Ήρθε η καθοριστική στιγμή που περιμένουν όλοι,

ανασηκώνονται ν’ ακούσουν καθαρά.

Ο ποιητής επιχειρεί το πρώτο του σημάδι

κι ο χορός κάνει δειλά το βήμα του μπροστά.

 

Λέγε μου, ξένε, να ρωτήσω ή να φύγεις;

Αν μείνεις στη σκιά, θα κινδυνεύσεις με αφανισμό,

αν τη σωστή απάντηση μου δώσεις,

στο φως θα βγεις, θα περπατήσεις της ζωής άλλο ρυθμό...

 

«Άνθρωπος!» Αυτή είναι η σωστή απάντηση

στο τέσσερα, το δύο και το τρία!

Ορώ το μέλλον τώρα, είναι όλο εμπρός μου,

περνώ στη γνώση ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

 

Παράσιτα γεμίζουν τα ραδιόφωνα,

παραφωνίες στου χορού την αρμονία,

ο άνθρωπος ξεφεύγει απ’ τη βαριά σκιά της άγνοιας

κάνει στο φως της γνώσης σταθερά το πρώτο βήμα.

 

Ήρθε η στιγμή του τραγωδού του ποιητή

αυτού που επιτέλους εγεννήθη

προορισμένος για να φέρει στην παγκόσμια κερκίδα

την πράξη και το νόημα και την ελπίδα.

 

Η Σφίγγα επιστρέφει αίφνης μες στη γη,

το άγονο τοπίο μένει έρημο και πάλι.

Ο ταξιδιώτης εγκαταλειμμένος, μόνος πάνω στη σκηνή,

προσεκτικά προσμένει τώρα νέες οδηγίες.

 

Μακριά στο βάθος μοίρα μ’ ανοιχτές αγκάλες

προσμένει με παιχνίδια άκρως ζοφερά.

Όλα χρεώνονται εδώ, όλα θα πληρωθούν,

απάντηση σωστή, γνώση και κίνηση, ανάγκη, φαντασία.

 

Τώρα αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια,

όλα θα πρέπει να γραφτούν με τάξη.

Έφθασε η ώρα για την πρώτη ανατροπή,

ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί η Ιοκάστη…

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Μάιος - 2013

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

"ΤΟ ΤΕΣΣΕΡΑ, ΤΟ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑ" : Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ




Το Τέσσερα, το δύο και το τρία Στην Ακροκόρινθο μοναχικός ταξιδευτής με ψάθινο καπέλο ψάχνει να βρει της μοίρας του τα βήματα. Στης Σφίγγας τη βαριά σκιά στέκει αποφασισμένος να κάνει αρχή για τη μοναδική του ιστορία. Ο τραγωδός προσμένει μ’ αγωνία την απάντηση χωρίς ακόμη να ’χει γεννηθεί στον κόσμο. Πώς γίνεται αυτό, είναι πολύ παράξενο, πώς παίρνει αρχή, μέση και τέλος η πλοκή! Τραχιά η φωνή περίεργη ηχώ απόκοσμη προσφέρει το αίνιγμα παγκόσμια κληρονομιά. Εδώ ο κόσμος συντονίζει όλα τα ραδιόφωνα κι ο χορός επιχειρεί την τελευταία αρίστη πρόβα. Ο ποιητής παίρνει την πένα ανοίγει το χαρτί βαριανασαίνει με αγωνία τι θ’ ακούσει. Ξέρει πως όταν θα ’χει πλέον γεννηθεί θα έχει γράψει μια μοναδική παγκόσμια ωδή. Ήρθε η καθοριστική στιγμή που περιμένουν όλοι, ανασηκώνονται ν’ ακούσουν καθαρά. Ο ποιητής επιχειρεί το πρώτο του σημάδι κι ο χορός κάνει δειλά το βήμα του μπροστά. Λέγε μου, ξένε, να ρωτήσω ή να φύγεις; Αν μείνεις στη σκιά, θα κινδυνεύσεις με αφανισμό, αν τη σωστή απάντηση μου δώσεις, στο φως θα βγεις, θα περπατήσεις της ζωής άλλο ρυθμό... «Άνθρωπος!» Αυτή είναι η σωστή απάντηση στο τέσσερα, το δύο και το τρία! Ορώ το μέλλον τώρα, είναι όλο εμπρός μου, περνώ στη γνώση ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Παράσιτα γεμίζουν τα ραδιόφωνα, παραφωνίες στου χορού την αρμονία, ο άνθρωπος ξεφεύγει απ’ τη βαριά σκιά της άγνοιας κάνει στο φως της γνώσης σταθερά το πρώτο βήμα. Ήρθε η στιγμή του τραγωδού του ποιητή αυτού που επιτέλους εγεννήθη προορισμένος για να φέρει στην παγκόσμια κερκίδα την πράξη και το νόημα και την ελπίδα. Η Σφίγγα επιστρέφει αίφνης μες στη γη, το άγονο τοπίο μένει έρημο και πάλι. Ο ταξιδιώτης εγκαταλειμμένος, μόνος πάνω στη σκηνή, προσεκτικά προσμένει τώρα νέες οδηγίες. Μακριά στο βάθος μοίρα μ’ ανοιχτές αγκάλες προσμένει με παιχνίδια άκρως ζοφερά. Όλα χρεώνονται εδώ, όλα θα πληρωθούν, απάντηση σωστή, γνώση και κίνηση, ανάγκη, φαντασία. Τώρα αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια, όλα θα πρέπει να γραφτούν με τάξη. Έφθασε η ώρα για την πρώτη ανατροπή, ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί η Ιοκάστη… Δημήτρης Βίκτωρ Μάιος - 2013

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

« Αιγαίο » - Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ -- Ερμηνεία: Δόμνα Περάνθη

 


Αιγαίο

Γαλάζιο τ’ ουρανού και μπλε της θάλασσας

ορίζοντα σε κυανό του σπάνιου μαγεύουν

μέσα στον νου η ζωγραφιά στα μάτια αγαλλίαση

το σώμα ανάλαφρο πετάει στο απέραντο βαθύ.

 

Ρεμβάζω μακριά, πιο μακριά και χάνομαι

κομμάτι σύμπαντος εγώ σε χώρα Ελληνική

οι μνήμες μου αναδύονται με ιερά δελφίνια

που ο Ποσειδώνας ελευθέρωσε σε σύννεφα αφρού.

 

Οδύσσειες ψιθυριστά χαρίζουνε ελπίδες

σε θαυμαστές τριήρεις λάμνουν ήρωες νεκροί

ναυάγια πολιτισμοί αναδύονται για σπάνια μουσεία

και οι σοφοί δακρύζουν για περγαμηνές πού ’χουν χαθεί.

 

Σ’ αυτό τον χώρο βρέθηκα ξανά και πάλι μόνος

κάθε φορά οι αισθήσεις μου πρώτο φιλί

αδύναμος στην ομορφιά, μα προσπαθώ ν’ ακολουθήσω

στου Αιγαίου την αναπνοή για μια στιγμή να σβήσω.

 Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος/2018

 


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

"Το Κάλλος και το Σφρίγος της Φρίκης" - Ποίημα και απαγγελία : Δημήτρη...


 Το κάλλος και το σφρίγος της φρίκης

 

Ποτέ δεν φώλιαζε στο νου μου η σκέψη αυτή

την έδιωχνα από μέσα μου σαν μια φριχτή αρρώστια

μέχρι που κάτι στίχοι έπεσαν τυχαία εμπρός μου,

στίχοι που έλεγαν γι’ ακραία ομορφιά.

 

Στης Τροίας τον θαυμαστό δρόμο η κλεμμένη κόρη

μέσα στον ήλιο περπατούσε αγέρωχα,

μέσα σε πλήθος που μ’ ευλάβεια εστήθη εμπρός της

κι αυτή με βήμα αργό, περήφανη, με βλέμμα αλαζόνα.

 

Στους άνδρες έπεσε αργός σφυγμός

και στις γυναίκες φθόνος φυσικός.

Οι γέροντες και οι γερόντισσες έσκυψαν ταπεινά στη γη,

ντρεπόμενοι μπροστά στο κάλλος και το σφρίγος.

 

Η ποίησις ιδανικά το περιγράφει

κι εγώ θα πορευτώ μ’ αυτό

σαν μια ελαφριά παρηγορία καθώς δεν είμαι μόνο εγώ

που ζω την έκπληξη των γηρατειών της φρίκης.

 

Δημήτρης Βίκτωρ
Μάιος - 2013

 

 ..........................................................................................................

Το ποίημα "Το κάλλος και το σφρίγος της φρίκης" του Δημήτρη Βίκτωρ συνδυάζει την έννοια της ομορφιάς και του σφρίγους με μια αίσθηση βαθιάς απογοήτευσης και συνειδητοποίησης των αναπόφευκτων γηρατειών και της φθοράς. Το ποίημα αντλεί έμπνευση από τον κόσμο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και ποίησης, με την εικόνα της Ελένης της Τροίας να αποτελεί κεντρικό στοιχείο, και τοποθετεί την αναζήτηση του κάλλους εν μέσω της ανθρώπινης ματαιότητας.

Ανάλυση και Σχολιασμός:

1. Θέμα και Σύνδεση με την Αρχαία Μυθολογία: Το ποίημα αναφέρεται στην Ελένη της Τροίας, τη "κλεμμένη κόρη", που περπατά αγέρωχα στο δρόμο της Τροίας, κάτω από τον ήλιο, με το πλήθος να τη θαυμάζει. Η εικόνα αυτή αντλείται από την αρχαία μυθολογία και φέρνει στο προσκήνιο τη δύναμη και την επιρροή της ομορφιάς. Η Ελένη αντιπροσωπεύει την ακραία ομορφιά που κατακλύζει τον κόσμο, προκαλώντας δέος, φθόνο και μια αίσθηση αδυναμίας στους θεατές. Το ποίημα περιγράφει την αντίδραση των ανθρώπων απέναντι στην ομορφιά – οι άνδρες με αργό σφυγμό, οι γυναίκες με φυσικό φθόνο, και οι γέροντες με ταπείνωση – υπογραμμίζοντας τη δύναμη του κάλλους να προκαλεί διαφορετικές συναισθηματικές αντιδράσεις.

2. Ομορφιά και Φρίκη: Η αντίθεση ανάμεσα στο κάλλος και τη φρίκη είναι κεντρική στο ποίημα. Η ομορφιά της Ελένης είναι τόσο απόλυτη που συνοδεύεται από αλαζονεία και δημιουργεί μια αίσθηση δέους που ταυτόχρονα φέρνει και φρίκη. Η "φρίκη" εδώ συνδέεται με την επίγνωση της φθοράς και των γηρατειών, που αντιπαρατίθενται με την εικόνα της νεανικής, αλαζονικής ομορφιάς της Ελένης. Ο αφηγητής αναφέρεται στα "γηρατειά της φρίκης", εκφράζοντας την προσωπική του συνειδητοποίηση της φθοράς και την αδυναμία να συγκριθεί με την ακραία ομορφιά.

3. Η Αποστασιοποίηση και η Παρατήρηση: Ο αφηγητής στο ποίημα παρατηρεί την εικόνα της ομορφιάς της Ελένης και νιώθει αποστασιοποιημένος από αυτήν. Δεν συμμετέχει στον θαυμασμό ή στον φθόνο, αλλά αντίθετα προσπαθεί να κατανοήσει το νόημα και την επίδραση της ομορφιάς. Οι στίχοι που "έπεσαν τυχαία εμπρός του", που μιλούν για την "ακραία ομορφιά", προκαλούν στον αφηγητή μια νέα σκέψη που μέχρι τότε προσπαθούσε να διώξει σαν "μια φριχτή αρρώστια". Αυτό δείχνει τη δύναμη της ποίησης να μας φέρνει αντιμέτωπους με τις βαθύτερες αλήθειες, ακόμα και αυτές που θέλουμε να αποφύγουμε.

4. Η Φθορά και η Παρηγοριά: Η τελευταία στροφή του ποιήματος φέρνει την αίσθηση της φθοράς και της ματαιότητας των γηρατειών. Ο αφηγητής αισθάνεται την "έκπληξη των γηρατειών της φρίκης" – τη συνειδητοποίηση ότι η νεότητα και το κάλλος είναι φευγαλέα και ότι ο ίδιος βιώνει την αναπόφευκτη φθορά. Παρ’ όλα αυτά, η "ποίησις" προσφέρει μια "ελαφριά παρηγορία", καθώς ο αφηγητής αναγνωρίζει ότι δεν είναι μόνος σε αυτή την εμπειρία. Η ποίηση προσφέρει την αίσθηση ότι η ανθρώπινη εμπειρία είναι κοινή και ότι η φθορά και τα γηρατειά δεν είναι μοναδικά, αλλά μέρος της ανθρώπινης μοίρας.

5. Γλώσσα και Ύφος: Η γλώσσα του ποιήματος είναι έντονα ποιητική, με αναφορές στην αρχαία ελληνική ποίηση και μυθολογία. Η χρήση περιγραφών όπως "κλεμμένη κόρη", "αργός σφυγμός", και "γηρατειών της φρίκης" δημιουργεί μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στην ομορφιά και τη φθορά. Το ύφος είναι μελαγχολικό, αλλά και στοχαστικό, με μια αίσθηση αποδοχής της πραγματικότητας της φθοράς, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βρει μια μορφή παρηγοριάς μέσα από την ποίηση και την τέχνη.

6. Αλληλεπίδραση της Ομορφιάς με τον Κόσμο: Η περιγραφή της αντίδρασης των ανδρών, των γυναικών, και των γερόντων στην ομορφιά της Ελένης αναδεικνύει τη δύναμη της ομορφιάς να προκαλεί διαφορετικά συναισθήματα στους ανθρώπους. Οι άνδρες επηρεάζονται φυσιολογικά, οι γυναίκες αισθάνονται φθόνο, και οι γέροντες αισθάνονται ντροπή και ταπείνωση μπροστά στο νεανικό κάλλος και τη δύναμη της ζωής. Αυτή η αλληλεπίδραση δείχνει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης αντίδρασης απέναντι στην ομορφιά, και την επίδρασή της σε όλες τις φάσεις της ζωής.

Συμπεράσματα:

Το "Το κάλλος και το σφρίγος της φρίκης" είναι ένα ποίημα που διερευνά την έννοια της ομορφιάς και της φθοράς, και τη σύνθετη αντίδραση του ανθρώπου απέναντι σε αυτά τα δύο αντίθετα στοιχεία. Η εικόνα της Ελένης της Τροίας γίνεται το σύμβολο της ακραίας ομορφιάς που προκαλεί δέος, αλαζονεία και φρίκη, και αντιπαρατίθεται με τη συνειδητοποίηση της φθοράς και των γηρατειών. Ο αφηγητής προσπαθεί να βρει μια μορφή παρηγοριάς μέσω της ποίησης, αναγνωρίζοντας ότι η φθορά είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Το ποίημα αναδεικνύει την αμφισημία της ομορφιάς – ως κάτι που προκαλεί θαυμασμό αλλά και φέρνει συνειδητοποίηση της προσωρινότητας της ζωής – και μας υπενθυμίζει ότι η ακραία ομορφιά μπορεί να φέρει μαζί της και το αίσθημα της ματαιότητας.

 

 


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

«Σινέ Απόλλων» -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Σινέ  Απόλλων

 Είναι ζεστό βραδάκι στο καλοκαιράκι

και η λεμονάδα θα παρηγορήσει την αναμονή

όπου να ’ναι θα ακουστεί ο θόρυβος από τη μηχανή

της δέσμης η μαγεία θα κινήσει

και το ταξίδι στην οθόνη θ’ αρχινήσει.

 

Κάπου πηγάζει ένα φώς που σκίζει το σκοτάδι

με παιχνιδίσματα η δέσμη του κυριαρχεί

όλοι εκστατικοί γι’ αυτό που θα συμβεί

για ό,τι λέει παρακάτω η ιστορία.

 

Έχει αγωνία αυτό το έργο, δύσκολο να μαντέψεις

ποιος είν’ αυτός που θα προδώσει, ποιος θ’ αγαπηθεί

ποιός είναι ο καλός και ποιός ο δίκαιος

αυτός ο ήρωας που θα φανεί εκεί στο τέλος.

 

Περνούν σκηνές γυρίζει η ταινία

είναι παλιά ιστορία που έρχεται από το παρελθόν

σκούρες εναλλαγές με φώτα η αγωνία σε σιγή

στην κορυφαία τη στιγμή η μουσική ηχεί

σε λίγο ησυχία απόλυτη, φριχτή αναμονή

μόνο το γρύλισμα της μηχανής ακούγεται

δηλώνοντας πως το μαρτύριο ποτέ δεν τελειώνει.

 

Ηθοποιοί μου πεθαμένοι, ήρωες αγαπημένοι

στα γκρίζα χρώματα όλη σας η πλοκή

οι ιστορίες ζωντανές και φωτεινές

δράματα μ’ αγωνίες, γέλια με κωμωδίες

μονομαχίες, περιπέτειες γιγάντων, τραγωδίες.

 

Έρχεται διακοπή στην πιο καλή στιγμή

διάλειμμα για λίγο, ώρα για λεμονάδα πάλι

συζήτηση αν έγινε ως τώρα κατανοητό

το θέμα της υπόθεσης, το ψυχολογικό…

 

Τελειώνει το διάλειμμα, το αυτί προσηλωμένο εκεί

που θ’ ακουστεί ξανά της μηχανής το γρύλισμα

καθώς το φιλμ το δρόμο του ξανά θ’ αρχίσει

κομμάτι από ευτυχία στα σκοτάδια να χαρίσει!...

 Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος-2013

 

 

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

" Δάκρυ βροχής " - Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Δάκρυ Βροχής

 

Μία σταγόνα της βροχής φύλαξα στην καρδιά μου

το σχήμα και τον ήχο της μέχρι τα γηρατειά μου

ήταν της νιότης η στιγμή στα χρόνια τ’ ακριβά μου

χωρίς απώλειες, όλο φως σ’ όλη την ομορφιά μου.

 

Ήρθαν θεές οι εποχές μέσα στους οπωρώνες

άνοιξες και καλόκαιρα, φθινόπωρα, χειμώνες

πάντα χυμούς μου δίνανε σε θαυμαστά αγγεία

που έπινα και κύλαγε του χρόνου η αγωνία.

 

Ώσπου μια μέρα με βροχή και ήλιο μες στα νέφη

κάτι σαν να διέκρινα, κάτι σαν να μου γνέφει

καθώς τα μάτια της αργά άνοιξαν τα μεγάλα

και σμίξανε τα δάκρυα μαζί με την ψιχάλα.

 

Σα να ’ξερα και κράτησα την πιο μικρή τη στάλα

έτσι, για μια παρηγοριά στα χρόνια τα μεγάλα

τον ήχο της σαν μουσική μέσα στην ακοή μου

και το υγρό στοιχείο της, δάκρυ μες στην ψυχή μου.

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 

 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

" Δάκρυ βροχής " -- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Δάκρυ Βροχής

 

 Μία σταγόνα της βροχής φύλαξα στην καρδιά μου

το σχήμα και τον ήχο της μέχρι τα γηρατειά μου

ήταν της νιότης η στιγμή στα χρόνια τ’ ακριβά μου

χωρίς απώλειες, όλο φως σ’ όλη την ομορφιά μου.

 

Ήρθαν θεές οι εποχές μέσα στους οπωρώνες

άνοιξες και καλόκαιρα, φθινόπωρα, χειμώνες

πάντα χυμούς μου δίνανε σε θαυμαστά αγγεία

που έπινα και κύλαγε του χρόνου η αγωνία.

 

Ώσπου μια μέρα με βροχή και ήλιο μες στα νέφη

κάτι σαν να διέκρινα, κάτι σαν να μου γνέφει

καθώς τα μάτια της αργά άνοιξαν τα μεγάλα

και σμίξανε τα δάκρυα μαζί με την ψιχάλα.

 

Σα να ’ξερα και κράτησα την πιο μικρή τη στάλα

έτσι, για μια παρηγοριά στα χρόνια τα μεγάλα

τον ήχο της σαν μουσική μέσα στην ακοή μου

και το υγρό στοιχείο της, δάκρυ μες στην ψυχή μου.

 

 Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013