Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ

«Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιο είναι τυχαίες στιγμές στον χωροχρόνο του ανθρώπου και της ανθρωπότητας»

Η ρήση αυτή φέρνει στο προσκήνιο μια ριζοσπαστική οπτική σχετικά με την ανθρώπινη προσπάθεια να διαμορφώσει ηθικούς και νομικούς κανόνες. Συνήθως, θεωρούμε το δίκαιο και τη δικαιοσύνη ως αμετάβλητες, θεμελιώδεις έννοιες, που αντικατοπτρίζουν τον “ορθό” τρόπο οργάνωσης και απόδοσης ευθυνών σε μια κοινωνία. Ωστόσο, αν μελετήσουμε την ιστορία, διαπιστώνουμε ότι η αντίληψή μας για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη δεν είναι στατική. Αντιθέτως, μεταβάλλεται ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, τις ιστορικές συγκυρίες, τις εξουσιαστικές δομές και τις ανθρώπινες ανάγκες.

Στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, η δικαιοσύνη συνδεόταν πρωτίστως με την ηθική τάξη όπως την αντιλαμβάνονταν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Σε εκείνο το πλαίσιο, το «δίκαιο» καθοριζόταν από μια κοσμική και φυσική ισορροπία, όπου το άτομο έπρεπε να δρά σύμφωνα με την αρετή (τον «ορθό λόγο»), και η κοινωνία μπορούσε να διατηρείται σε αρμονία όταν κάθε πολίτης εκπλήρωνε το «φύσει» χρέος του. Στη μεσαιωνική Ευρώπη, όμως, η έννοια του δικαίου έπαιρνε χρώμα θεολογικό. Δηλαδή, η δικαιοσύνη ήταν ό,τι εναρμονιζόταν με το θείο σχέδιο, και το κοσμικό δίκαιο θεωρούνταν έκφραση του θεϊκού νόμου. Αργότερα, δόθηκε έμφαση στα ατομικά δικαιώματα, στον διαφωτισμό και στις δημοκρατικές αξίες που πηγάζουν από το αξίωμα της «αυτονομίας του ανθρώπου». Έτσι, κάθε εποχή αναδεικνύει διαφορετικές πτυχές της έννοιας του δίκαιου, εστιάζοντας σε ό,τι θεωρεί πρωταρχικής σημασίας για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της ηθικής τάξης.

Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η δικαιοσύνη και το δίκαιο αναδύονται ως «τυχαίες στιγμές στον χωροχρόνο», αυτό υποδηλώνει ότι η ύπαρξή τους δεν είναι δεδομένη ή αυτονόητη, ούτε εξασφαλισμένη από κάποια υπερβατική πηγή. Αντιθέτως, είναι το απόσταγμα ενός ιστορικού πλαισίου, όπου συγκρούονται και συμφιλιώνονται πολιτικές επιδιώξεις, πολιτισμικές αντιλήψεις και ανθρωπολογικές ανάγκες. Οι νόμοι και οι θεσμοί που θέτουμε σε ισχύ δεν αντανακλούν απαραίτητα μια «αιώνια», αμετάβλητη τάξη, αλλά περισσότερο αποτελούν εκφάνσεις της εκάστοτε ανθρώπινης κατάστασης. Είναι, κατά μία έννοια, προϊόντα συμβατικών συμφωνιών, οι οποίες μπορούν να αναθεωρηθούν ή να καταργηθούν, όταν οι ιστορικές ανάγκες και οι αξίες μετατοπιστούν.

Παράλληλα, το γεγονός ότι οι στιγμές δικαιοσύνης είναι «τυχαίες» δε μειώνει την ουσιαστική τους αξία. Κάθε φορά που επιτυγχάνουμε μια πράξη δικαιοσύνης, έστω και παροδική, προχωρούμε το ανθρώπινο πνεύμα ένα βήμα πιο πέρα. Αυτές οι παροδικές και συχνά εύθραυστες συγκυρίες εμβαθύνουν την ηθική μας συνείδηση και αφυπνίζουν την ανάγκη για περαιτέρω διεκδίκηση και επέκταση του δικαίου. Η διαρκής ενσυναίσθηση και η αλληλεγγύη που αναδύονται κάθε φορά που “δένει” η κοινωνική συνοχή γύρω από μια ιδέα δικαιοσύνης, δείχνουν την ανθρώπινη δυνατότητα να κατανοούμε τον Άλλον και να οργανωνόμαστε συλλογικά προς όφελος του κοινού καλού.

Υπό αυτό το πρίσμα, το απόφθεγμα μας καλεί σε μια πιο ταπεινή και συνάμα πιο δημιουργική ματιά. Μας υπενθυμίζει ότι καμία αντίληψη περί δικαίου δεν είναι τόσο απόλυτη, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ή να τροποποιηθεί. Επιπλέον, τονίζει την ευθύνη μας να είμαστε σε εγρήγορση: να αναγνωρίζουμε ότι η ιστορική τυχαιότητα και οι συγκυρίες μπορούν να αμφισβητήσουν, να διαστρεβλώσουν ή και να διαγράψουν το αίσθημα δικαίου. Έτσι, όταν διαπιστώνουμε αδικίες, καλούμαστε να καινοτομήσουμε και να αναζητήσουμε καινούριους δρόμους, ώστε να αναγεννάμε ξανά εκείνες τις «τυχαίες στιγμές δικαιοσύνης», γιατί ακριβώς σε αυτές κρίνεται η ανθρωπιά και η ηθική αντοχή μιας κοινωνίας.

Δημήτρης Βίκτωρ




Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Περί Δικαιοσύνης και Φήμης

«Ένα πράγμα νικά πάντα την δικαιοσύνη: Η φήμη»

Η ρήση «Ένα πράγμα νικά πάντα τη δικαιοσύνη: η φήμη» φανερώνει την τρομακτική δύναμη που ασκούν οι ανόητοι υπεύθυνοι της παραπληροφόρησης πάνω στην κοινωνική συνείδηση. Από τη μια, η δικαιοσύνη εκφράζει μια πανανθρώπινη απαίτηση για ηθική τάξη, αντικειμενικότητα και ισονομία. Από την άλλη, η φήμη—ιδίως όταν διασπείρεται από άτομα που διψούν για κουτσομπολιό ή εξουσία—λειτουργεί σαν άγριος ιός, μολύνοντας τα πάντα στο πέρασμά της.

Οι χειριστές αυτής της κίβδηλης πραγματικότητας χρησιμοποιούν τη φήμη ως όπλο: δεν διστάζουν να κατασκευάσουν ψεύδη, να παραποιήσουν γεγονότα και να εκμεταλλευτούν την αφέλεια του πλήθους. Η αγελαία συμπεριφορά τούς δίνει ακόμα μεγαλύτερη εξουσία, καθώς πολλές φορές τα πλήθη προτιμούν να καταβροχθίζουν σκανδαλοθηρικές ιστορίες, παρά να αναζητούν την αντικειμενική αλήθεια. Είτε βρίσκονται στα μέσα ενημέρωσης είτε κρυμμένοι πίσω από φαινομενικά αθώες διαδικτυακές αναρτήσεις, αυτοί οι απαράδεκτοι φορείς φημών αγνοούν πλήρως τις τραγικές συνέπειες που προκαλούν: σπίλωση προσώπων, διασάλευση κοινωνικών ισορροπιών, ακόμη και αναίτιες συγκρούσεις.

Η δικαιοσύνη, θεωρητικά, είναι αμερόληπτη και οφείλει να βασίζεται σε στοιχειοθετημένη απόδειξη, μαρτυρίες και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Αντιθέτως, η φήμη τρέφεται από την πλάνη και την εύπιστη πλευρά του ανθρώπου, πολλαπλασιάζοντας την επιρροή της χωρίς να συναντά όρια. Όταν κάποιος έχει ήδη καταδικαστεί στο δικαστήριο της κοινής γνώμης, οι πιθανότητες να κριθεί ψύχραιμα ελαχιστοποιούνται.

Αυτοί οι φορείς των σάπιων φημών στέκονται με αυθάδεια στο κέντρο της αρένας, κουνούν το δάχτυλο και διαμορφώνουν συνειδήσεις, αδιαφορώντας για την επιβάρυνση που προκαλούν σε ανθρώπινες ζωές. Είναι εκείνοι που αντί να σιωπήσουν μπροστά στην αβεβαιότητα, επιλέγουν να διασύρουν, να λοιδορήσουν, να χειραγωγήσουν. Είναι τοξικοί καθοδηγητές που παίρνουν ευχαρίστηση από τη δυναμική του ψεύδους, ενώ η δικαιοσύνη πασχίζει να υψώσει μια ασπίδα αλήθειας.

Είναι συνεπώς κρίσιμο, ως πολίτες, να αναγνωρίζουμε την υπονομευτική ισχύ αυτών των ανόητων και ανεύθυνων πλασιέ της φήμης, υιοθετώντας ουσιαστική κριτική σκέψη και μηδενική ανοχή στη συκοφάντηση. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να στερήσουμε από αυτούς τους διαμορφωτές ψεύτικων εντυπώσεων το καύσιμο που τους κινεί και να δώσουμε στη δικαιοσύνη τον χώρο που της αξίζει.

Δημήτρης Βίκτωρ 




Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΦΑΙΔΡΟΝ ΤΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ

Τα βραβεία δεν έπρεπε να υπάρχουν παντού και πουθενά. 
Δημιουργούν αλαζονείες, απογοητεύσεις, ψεύτικες ανωτερότητες και πλασματικές εξουσίες.
Ευγενής άμιλλα! Σιγά τώρα! Κρυφό μίσος και μισαλλοδοξία. Ευγένεια πως δήθεν δεν πειράζει τάχαμου αν είσαι δεύτερος ή τρίτος κ.λπ.


Τα Oscars:
Γκλαμουράτοι χαβαλέδες που παίζουν με δόξα της πλάκας, αλλά και με εκατομμύρια. Τόσα «φέσια», παίρνουν το βραβείο Όσκαρ και ξεχνιούνται αμέσως και δεν παίρνει Όσκαρ, για παράδειγμα, η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, το "
Citizen Kane" !


Τα Νόμπελ:
Παίρνει Νόμπελ ο Χάμπερ για τα λιπάσματα αλλά αυτός κατασκεύασε τα αέρια που εξολόθρευαν τους Εβραίους!
Παίρνει Νόμπελ ο Μονίζ για την λοβοτομή!
Δεν παίρνει το Νόμπελ η Τζόσελιν Μπελ για την ανακάλυψη των Πάλσαρ και το παίρνει ο καθηγητής της!
Δεν παίρνει Νόμπελ ο Αϊνστάιν για την Θεωρεία της Σχετικότητας, αλλά για κάτι άλλο, από υποχρέωση!
Παίρνει Νόμπελ ο αρχιεγκληματίας Κίσσιγκερ! Και άλλα, κι άλλα!…
Και αντί μετά από αυτά τα εξευτελιστικά να καταργηθεί ο θεσμός, τρέχουν οι σοβαροί επιστήμονες και οι μεγάλοι λογοτέχνες και ξερογλείφονται μήπως και βραβευτούν.


Για τα βραβεία στους αθληταράδες του πρωταθλητισμού, των ολυμπιακών κ.λπ., τι να πεις;
Για να είσαι πρωταθλητής θα πρέπει να είσαι από ευφυΐα κάπως, και φυσικά οπωσδήποτε πρεζόνι. (Εκείνο το,
 "νους υγιής εν σώματι υγιή", δεν ισχύει και δεν ειπώθηκε ποτέ από την ελληνική σκέψη! Έτσι;).
Όλα αυτά βέβαια τα εμπνεύστηκαν από τους αρχαίους μας με τα Διονύσια-Όσκαρ της εποχής και τα κλαδιά ελιάς και δόξας από τους αρχαίους Ολυμπιακούς. Τότε αυτά γίνονταν για άλλο λόγο και φόβο, τώρα γίνονται για λεφτά και χαβαλέ, μόνον!


Όσοι βραβεύονται μετατρέπονται επίσης και σε μεγαλοφυΐες υποκρισίας. Σεμνά σχόλια για να γίνουν αρεστοί και κουραστικά ευχαριστώ για εντύπωση.
Οι μικρομέγαλοι διανοητές, βρίσκουν και διάφορες δικαιολογίες , όπως ένας δικός μας , που δήλωσε πως το δέχεται για την Ελλάδα και μόνον. Αλλά τσέπωσε και το εκατομμυριάκι! Καλώς.


Σημ.: (Ο Ελύτης, δεν δέχτηκε να το μοιραστεί με τον Ρίτσο ούτε και εκείνος με τον Ελύτη, όταν τους έγινε πρόταση για συμβολικούς λόγους, να ξεχαστεί κάπως ο εμφύλιος. Και οι δυό τους είπαν: Ή αυτός ή εγώ!))


Οι άλλοι σε όλα αυτά, οι δεύτεροι και κάτω, μένουν μπουκάλα! Θλίψη! Δεν πειράζει, λέει, σημασία έχει η συμμετοχή! Ε, αφού έχει σημασία η συμμετοχή, τότε τι χρειάζονται τα βραβεία;


Θα μου πείτε τώρα, εγώ που τα γράφω αυτά, τα γράφω εκ του ασφαλούς και είστε έτοιμοι να με ρωτήσετε, τι θα έκανα αν μου δίνανε βραβείο.
Απάντηση: Όταν αυτό θα συμβεί, εγώ θα το πάρω. Και θα πω, πως το παίρνω γιατί συνοδεύεται και από τα χρήματα, γιατί με αυτά θα τελειώσω τα καλλιτεχνικά μου σχέδια. Και θα πω, επίσης, πως μου αρέσει να με βλέπουν ως ανώτερο, και θα ευχαριστήσω μόνο τον εαυτό μου, που κουράζομαι για να δημιουργήσω όσα δημιουργώ και τα προσφέρω. 
Θα γελάω κι όλας για τους φωτογράφους!

Δημήτρης Βίκτωρ





Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Η Πλάνη των Φημών και η Ηθική Ευθύνη

 «Μην υποστηρίζεις με πάθος τις φήμες, επειδή εκφράζουν την ιδεολογία σου και το θυμικό σου. Το πιθανότερο είναι να κάνεις λάθος»

Το πάθος αποτελεί κινητήρια δύναμη του ανθρώπου· μάς ωθεί να δημιουργήσουμε, να αγωνιστούμε, να καινοτομήσουμε. Ωστόσο, αυτό το πάθος μπορεί να εξελιχθεί σε δηλητήριο όταν στρέφεται προς τη στείρα υποστήριξη φημών, άκριτα και δίχως την απαραίτητη διερεύνηση. Οι φήμες τρέφονται από το θυμικό μας: επιβεβαιώνουν εκείνα που ήδη πιστεύουμε, παίζουν με τον φόβο μας, αυξάνουν την καχυποψία και τη μισαλλοδοξία. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι φήμες ενισχύουν τις στερεοτυπικές μας απόψεις, κι εμείς τις υποστηρίζουμε με μεγαλύτερη θέρμη γιατί νομίζουμε ότι επιβεβαιώνουν την κοσμοθεωρία μας.

Οι φήμες βασίζονται σε αφηγήσεις οι οποίες συχνά έχουν αλλοιωθεί από προϋπάρχουσες προκαταλήψεις ή κρυφές σκοπιμότητες. Όταν τις αποδεχόμαστε τυφλά επειδή ταιριάζουν με τις ήδη διαμορφωμένες ιδεολογικές μας θέσεις ή κινητοποιούν το θυμικό μας, είναι εύκολο να πέσουμε θύματα της ίδιας της προσωπικής μας προκατάληψης. Σε αυτή την περίπτωση, η λογική σκέψη παραμερίζεται, προκειμένου να επικρατήσει ένα συναίσθημα «δικαίωσης» της στάσης μας. Όμως αυτή η δικαίωση μπορεί να είναι απλώς η αντανάκλαση ενός αμφίβολου, μη επιβεβαιωμένου αφηγήματος

Από την αρχαιότητα, ιστορικά παραδείγματα μάς δείχνουν πώς ψεύδη και διαστρεβλώσεις κατέστρεψαν όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και βασίλεια ολόκληρα. Διάφοροι λαοί εκδιώχθηκαν, θρησκείες διώχθηκαν, πολιτισμοί καταστράφηκαν από ανυπόστατες κατηγορίες. Από την εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, μέχρι και την αξιοποίηση προπαγάνδας από αυταρχικά καθεστώτα, το μοτίβο επαναλαμβάνεται: οι ψεύτικες ειδήσεις πείθουν τις μάζες ευκολότερα από τις δύσκολες αλήθειες. Με τον ίδιο τρόπο, στη σημερινή ψηφιακή εποχή, η ταχύτητα μετάδοσης μιας φήμης πολλαπλασιάζεται εκθετικά. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, μια ανυπόστατη είδηση μπορεί να ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου και να φυτέψει ζιζάνια εκεί που πριν επικρατούσε η λογική και η ψυχραιμία.

Στον σύγχρονο κόσμο της άμεσης πληροφόρησης και της υπερπληροφόρησης, οι φήμες διασπείρονται με πρωτοφανή ταχύτητα, συχνά συνοδευόμενες από συναισθηματική φόρτιση. Έχουν την ικανότητα να επιδρούν έντονα στις πεποιθήσεις μας, ιδίως όταν συμβαδίζουν με την ιδεολογία μας ή δικαιολογούν συναισθηματικές παρορμήσεις. Ωστόσο, αυτή η ενθουσιώδης υποστήριξη των φημών, δίχως κριτική εξέταση ή τεκμηρίωση, εγκυμονεί τον κίνδυνο αδικίας και προσωπικής ανεπανόρθωτης έκθεσης.

Η πιο σκοτεινή πλευρά αυτής της διαδικασίας είναι ότι, όταν τελικά αποδειχθεί πως κάτι ήταν ψευδές, για πολλούς είναι ήδη πολύ αργά. Η ζημιά έχει γίνει. Οι άνθρωποι που στοχοποιήθηκαν δεν επιστρέφουν ποτέ στην ίδια θέση που βρίσκονταν πριν. Η αξιοπιστία καταρρακώνεται, οι σχέσεις ραγίζουν, η κοινωνική συνοχή υπονομεύεται. Και βέβαια, κανείς δεν αναλαμβάνει την προσωπική ευθύνη. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαπόμπευση “κρύβονται” πίσω από τη συλλογική μάζα: «Όλοι το έλεγαν, άρα δεν φταίω εγώ». Έτσι η ανηθικότητα διαιωνίζεται, και η αλήθεια χάνεται μέσα στον ορυμαγδό των κραυγών.

Σε αυτή την κατάσταση, η πλειοψηφία μετατρέπεται σε δικαστή που δικάζει βάσει της στιγμιαίας εντύπωσης και όχι της τεκμηριωμένης σκέψης. Είναι γνωστό από πολλούς στοχαστές πως η πλειοψηφία δεν αποτελεί κριτήριο ορθότητας. Μάλιστα, κλίνει προς την πιο άμεση και εύπεπτη αφήγηση: εκείνη που κολακεύει τα ήδη υπάρχοντα πιστεύω της, που απλοποιεί περίπλοκες καταστάσεις και αναδεικνύει εχθρούς που οφείλουν –υποτίθεται– να “τιμωρηθούν”.

Όμως εδώ ακριβώς έγκειται η ατομική ευθύνη, ώστε να δει ο κάθε ένας πέρα από την συναισθηματική του φόρτιση και τον εγωισμό του, να αμφισβητήσει κριτικά τις πληροφορίες που λαμβάνει, ακόμα και όταν αυτές επιβεβαιώνουν τη δική του κοσμοθεωρία. Μόνο έτσι είναι δυνατό να διακοπεί η διασπορά του ψέματος και να τορπιλιστεί ο κύκλος της άλογης μισαλλοδοξίας.

Αυτό το κείμενο απευθύνεται σε όσους διαδίδουν φήμες, είτε από ημιμάθεια, είτε από κακεντρέχεια, είτε από υποταγή στη μάζα, χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες. Γιατί δυστυχώς, ο κόσμος αλλάζει όχι μέσα από αληθινές ιδέες, αλλά και μέσω του ψεύδους που αποκτά υπόσταση όταν υιοθετηθεί από αρκετούς ανθρώπους. Και το αποτέλεσμα; Αδικαίωτοι νεκροί, τσακισμένες κοινωνικές δομές, γενιές ολόκληρες που μαθαίνουν να ζουν με τον φόβο και τα απλοϊκά τους κλισέ.

Η ανθρώπινη κοινωνία τείνει να εκλαμβάνει οποιαδήποτε αδικία, μια φυσική καταστροφή ή ένα δυστύχημα, ως ένδειξη βαθιάς ηθικής απόκλισης. Έτσι, όταν κάποιος υποστηρίζει μια αβάσιμη φήμη που καταρρίπτεται εκ των υστέρων, γίνεται συνένοχος στο ψεύδος. Ακόμα κι αν υπήρξε αγαθός σκοπός (π.χ. ευαισθησία σε ένα κοινωνικό ζήτημα), η επιπόλαια αντιμετώπιση μιας πληροφορίας καταλήγει στην ανηθικότητα με ολέθρια αποτελέσματα για τους μη ενόχους.  Με αυτόν τον τρόπο, η απώλεια της αξιοπιστίας μπορεί να αποβεί μοιραία για τη φήμη του ατόμου που κατηγορήθηκε αδίκως.

Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, μία είναι η εσωτερική εντολή που καλούμαστε να ακολουθήσουμε: Να αμφισβητούμε τις “πληροφορίες” που μας γεμίζουν πάθος και εύκολη πειθώ. Να εξετάζουμε τα δεδομένα, ακούγοντας την φωνή της λογικής, να επιζητούμε την αλήθεια χωρίς εμπάθειες και ιδεοληψίες, όσο σκληρή κι αν είναι. Γιατί η αλήθεια, σε αντίθεση με το ψέμα, μπορεί να μας βοηθήσει να χτίσουμε έναν κόσμο δικαιότερο, πιο ανθρώπινο και ουσιαστικότερα ελεύθερο. Και τούτο οφείλουμε να το πράξουμε, αν επιθυμούμε το πάθος μας να μην καταλήγει όπλο καταστροφής, αλλά δύναμη δημιουργίας.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η εξουσία έλκει τους χειρότερους των ανθρώπων

 Η εξουσία προσελκύει τους διεφθαρμένους.

Οι υγιείς συνήθως έλκονται από άλλα πράγματα, παρά από την εξουσία.

Τα κίνητρα για ενασχόληση με την πολιτική δεν είναι ποτέ αθώα.

Η δίψα για εξουσία δεν έχει σχέση με αλτρουϊσμό, ούτε με αίσθημα δικαίου και κοινωνικής προσφοράς.

Οι άνθρωποι αυτοί διακατέχονται από αισθήματα κατωτερότητας και προσπαθούν να το κρύψουν. Προσπαθούν να πείσουν και να πειστούν πως κάτι αξίζουν.

Πρέπει να υπάρχει η ροπή στο ψέμα γιατί η ενασχόληση με την πολιτική δεν έχει ηθικούς φραγμούς. Είναι σπουδαίο πλεονέκτημα το να λέει ο πολιτικός ψέματα.

Οπότε, είναι θεμιτό για κάθε ψεύτη και απατεώνα να καταλαμβάνει πολιτικό θώκο.

Για τους γόνους των πολιτικών οικογενειών τα πράγματα είναι αρκετά εύκολα. Αντίθετα, οι άλλοι, οι νεοφερμένοι χρειάζεται να γλείφουν συνεχώς.

Θρησκεία και Έθνος είναι εργαλεία χειραγώγησης της μάζας. Αυτό πρέπει να γνωρίζει καλά ο επίδοξος πολιτικός. Απαραίτητα εργαλεία σε όλες τις ομιλίες είναι επίσης τα μπλα-μπλα για παράδοση, ιερά και όσια προγόνων, και ένδοξη ιστορία.

Κοσμητικά επίθετα απαραίτητα: Σοφός λαός, ένδοξος λαός, βασανισμένη χώρα, περήφανα γηρατειά, κ.λπ.

Αλλά αυτά δεν αρκούν αν δεν υπάρχουν τα λεφτά. Οπότε αρχίζει η διαπλοκή. Αρχίζει το σκοτάδι.

Και ο λαός; Τον ξεχάσαμε...

Ακούει στο βάθος τη λατέρνα να γυρίζει στον ίδιο ρυθμό.

Σαν βλαξ που είναι, ψηφίζει με το θυμικό και όχι με τη λογική.

... Πάντα!

 Δημήτρης Βίκτωρ



Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Οι Χατζηαβάτηδες των ψεύτικων ειδήσεων

Σαν θεατρίνοι σε παρακμιακό πανηγύρι, οι Χατζηαβάτηδες των ψεύτικων ειδήσεων ξεπετάγονται με πασαλειμμένα χαμόγελα και ουρλιαχτά για «αποκαλύψεις». Στήνουν σκηνικά φτιαγμένα από κουρελιασμένα πρωτοσέλιδα, μαγειρεύουν τίτλους πιασάρικους και προσφέρουν στον κόσμο μια δήθεν αλήθεια σε λαδόκολλα, όσο θα περίμενες τον γύρο σου από ψεύτικο κρέας.
Δεν αρκούνται στη διαστρέβλωση της καθημερινότητας — θέλουν να μολύνουν ακόμα και την πιο βαθιά τραγωδία. Κοίτα πώς χοροπηδούν πάνω στα θύματα· τις οικογένειες που κλαίνε και τους επιζώντες που μετρούν τραύματα (σωματικά και ψυχικά) μετά το δυστύχημα στα Τέμπη. Εν μέσω σοκ, θυμού κι απόγνωσης, οι Χατζηαβάτηδες παρουσιάζουν «εναλλακτικά σενάρια» σαν φίδια που στριφογυρίζουν γύρω απ’ τον πόνο. Φήμες για αόρατους εχθρούς, συνωμοσίες “εξωγήινων συμφερόντων” και ψεύτικες “πληροφορίες” που τάχα βρήκαν στο υπόγειο του διαδικτύου. Γιατί έτσι κρατιούνται στην επιφάνεια — με το αρρωστημένο οξυγόνο που δίνει ο θόρυβος της ανευθυνότητας.
Αυτοί οι ψευτο-δημοσιογράφοι, με την κουτοπόνηρη ματιά του Χατζηαβάτη, φωνάζουν και κρώζουν ό,τι χυδαιότητα τους περάσει από το μισό μυαλό τους. Τασάρουν την αλήθεια να μοιάζει με σαπουνόπερα, εθίζουν το κοινό σε πρόχειρο δράμα, σε χαζοχαρούμενες «εκρήξεις γεγονότων». Κι αν κάποιος τολμήσει να ζητήσει διασταύρωση, στοιχεία ή απτές αποδείξεις, πέφτει επάνω του η οργή της ψηφιακής αγέλης· «τρολ» σε λένε, «υποκινούμενο», «αόμματο», επειδή δεν συμφωνείς με το μπουρδολόγημα.
Στημένη παράσταση, λοιπόν: Καραγκιόζης δεν υπάρχει, γιατί ψάχνει αλήθεια στην ανέχεια του. Ξεμείναμε μόνο με τους Χατζηαβάτηδες, που γνέφουν ιλουστρασιόν εικόνες για να σου ρουφήξουν το μυαλό. Επενδύουν στην άγνοια, στην αφέλεια και στον παροξυσμό του πλήθους· άλλωστε, όσο πιο θορυβώδης η «είδηση», τόσο πιο κερδοφόρο το θέαμα.
Αν νομίζετε πως το πρόβλημα είναι «ο άλλος, ο τρελός που τα πιστεύει», προσέξτε μην είστε κι εσείς μέρος της βουβής πλατείας που χειροκροτεί από κεκτημένη ταχύτητα. Οι Χατζηαβάτηδες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να πυροβολούν τις αισθήσεις μας, γνωρίζοντας πως κάποια σφαίρα θα καρφωθεί στο κεφάλι μας. Και μέσα σ’ αυτόν τον καπνό της κατανάλωσης ψευτιάς, λίγοι αναρωτιούνται: «Μήπως πρέπει να σταματήσουμε να κοιτάμε την παράσταση και να σβήσουμε επιτέλους τα φώτα της;»
Μα η ευθύνη είναι συλλογική. Αν θέλουμε να ρίξουμε τους θεατρινισμούς των Χατζηαβάτηδων, πρέπει να τους αφήσουμε να πνιγούν στη σιωπή που τόσο φοβούνται. Αλλιώς, το κακόγουστο έργο θα συνεχίζει να ανεβαίνει σε αέναες επαναλήψεις, κι εμείς θα μένουμε να εισπνέουμε τη σκόνη από τους κουρνιαχτούς της παραπληροφόρησης, ενώ τα αληθινά γεγονότα —όπως το δυστύχημα στα Τέμπη— θα μένουν στην αφάνεια, μπλεγμένα σ’ ένα κουβάρι ψεμάτων, ώσπου κανείς να μη μπορεί να το ξεδιαλύνει.
Κι έτσι, όταν θα κλείσουν οι κουίντες και θα χαμηλώσουν τα φώτα, αυτοί που έστησαν την παράσταση θα ‘χουν ήδη φύγει για άλλες σκηνές. Κι εμείς θα μείνουμε πίσω, να χειροκροτούμε τα μάτια μας που δεν ανοίξαμε ποτέ.

Δημήτρης Βίκτωρ