Τρίτη 5 Μαΐου 2026
ΣΤΟ ΒΡΑΔΥΝΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ
Στο βραδινό σου ραντεβού υπάρχει ένας φόβος
κυκλοφορούν τα ένστικτα, η μέθη και ο τρόμος
το σκότος δεν φωτίζεται κρύβει τα μυστικά του
ο έρωτας, μες στη σιωπή, γράφει τα δράματά του.
Στο βραδινό το ραντεβού, προτού να ξημερώσει
υπάρχει ένα μυστήριο, μπορεί να σε σκοτώσει
ο Χίτσκοκ τό ’ξερε αυτό, γι’ αυτό κι από συνήθεια
τους δολοφόνους έκρυβε μέσα στην άγρια νύχτα.
Η νύχτα, στο συνήθειο της, σε βάζει να κοιμάσαι
μα αν στο ξύπνιο βρίσκεσαι, να μην ξενοκοιμάσαι
στου Άλαν Πόε δράματα μπορεί και να μπλεχτείς
στου Στήβεν Κινγκ θρίλερ να μπεις ν’ αποκεφαλιστείς!
Στο βραδινό σου ραντεβού, λαχτάρα, προσμονή
κρύβεται το μυστήριο για ό,τι θα συμβεί
ο κάθε ένας συντροφιά ψάχνει μες στην σκιά του
ο έρωτας, μ’ άλλη μορφή, δείχνει και τα φριχτά του!
Δημήτρης Βίκτωρ
Φεβρουάριος/2019
Δευτέρα 4 Μαΐου 2026
«Η απόρριψη του θεού, είναι άθλος του ανθρώπινου μυαλού»
Η φράση «Η απόρριψη του θεού, είναι άθλος του ανθρώπινου μυαλού» αναδεικνύει μια βαθιά πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης: την ικανότητά μας να αμφισβητούμε τα πιο σταθερά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκαν κοινωνίες, πολιτισμοί και κοσμοθεωρίες. Η πίστη ή η αμφιβολία γύρω από την ύπαρξη του θεού δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό ζήτημα· αποτελεί, παράλληλα, και φιλοσοφική διερώτηση για το τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι μέσα στο σύμπαν.
Ο
«άθλος» αυτός απαιτεί θάρρος, γιατί προϋποθέτει την αποκοπή του ανθρώπου από
ένα από τα αρχαιότερα συστήματα ερμηνείας της πραγματικότητας. Αν τοποθετήσουμε
την έννοια του «θεού» ως την αλήθεια, την απόλυτη εξήγηση και την ύψιστη αρχή
που κατευθύνει τη ζωή και τη φύση, τότε η απόρριψη αυτής της κοσμοθεωρίας
σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης τού να βαδίσουμε χωρίς μεταφυσικά στηρίγματα.
Το ανθρώπινο μυαλό αναλαμβάνει, σε αυτή την περίπτωση, το δύσκολο έργο να
οικοδομήσει το ίδιο το νόημά του, χωρίς να αποζητά απαντήσεις υπερφυσικής
προέλευσης.
Στο
πέρασμα των αιώνων, πολλοί στοχαστές, από τον Επίκουρο μέχρι τον Νίτσε,
επιχείρησαν να «σπάσουν» τα δεσμά του θεϊκού ορισμού της ύπαρξης. Για εκείνους,
η ελευθερία του νου δεν ήταν μόνο ζήτημα διάνοιας· ήταν και μια εσωτερική
ηθική-υπαρξιακή στάση, που προσέδιδε στον άνθρωπο τη δύναμη να αναζητά μόνος
του την αλήθεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη
και η διαρκής αμφισβήτηση αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις αρετές.
Ωστόσο,
όπως κάθε άθλος, έτσι και αυτός συνεπάγεται κόπο, κινδύνους και σύγχυση. Η
απουσία ενός απόλυτου νοητικού πλαισίου συχνά γεννά αγωνία, υπαρξιακό κενό,
ακόμα και φόβο μπροστά στην ευθύνη της αυτοκαθοδήγησης. Το «ανθρώπινο μυαλό»,
όμως, διαθέτει αστείρευτη δύναμη όταν τροφοδοτείται από στοχασμό, φαντασία, και
αυτογνωσία. Γι’ αυτό, η απόρριψη του θεού δεν δηλώνει απλώς την έλλειψη πίστης,
αλλά τον ηρωισμό του νου να σταθεί όρθιος μέσα στο άγνωστο, αναλαμβάνοντας τη
δημιουργία δικών του αξιών, δικών του δρόμων και, τελικά, τη σκυτάλη της
ελευθερίας της σκέψης.
Δημήτρης Βίκτωρ
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
Το τραγούδι που δεν ζητά ακροατή
«Κι ας μην ακούει κανείς το τραγούδι σου, εσύ συνέχισε να τραγουδάς»
Υπάρχουν πράξεις που δεν γίνονται για
να χειροκροτηθούν. Γίνονται επειδή ανήκουν στην τάξη της εσωτερικής
αναγκαιότητας. Όπως το δέντρο δεν ρωτά ποιος θα σταθεί κάτω από τη σκιά του,
όπως η πηγή δεν διαλέγει ποιος θα πιει από τα νερά της, έτσι και ο άνθρωπος που
φέρει μέσα του τραγούδι δεν πρέπει να εξαρτά την ύπαρξή του από το αυτί του
κόσμου.
Το απόφθεγμα «Κι ας μην ακούει κανείς το τραγούδι σου, εσύ συνέχισε να τραγουδάς»
δεν μιλά απλώς για επιμονή. Μιλά για αξιοπρέπεια. Για εκείνη τη σιωπηλή υπακοή
σε κάτι βαθύτερο από την κοινωνική επιβεβαίωση. Ο άνθρωπος συχνά μετρά την αξία
του με ξένα βλέμματα, με ξένα νεύματα, με επαίνους που έρχονται ή δεν έρχονται.
Όμως ό,τι εξαρτάται από τους άλλους είναι ήδη μισοχαμένο. Το μόνο που
πραγματικά του ανήκει είναι η στάση του απέναντι στο πεπρωμένο του.
Αν το τραγούδι σου δεν ακούγεται, αυτό
δεν σημαίνει πως είναι άχρηστο. Σημαίνει μόνο πως ο κόσμος γύρω σου ίσως είναι
κουφός, θορυβώδης, απασχολημένος με μικρότερες μουσικές. Η σιωπή των άλλων δεν
είναι απόδειξη της δικής σου ανυπαρξίας. Είναι απλώς ένα γεγονός. Και τα
γεγονότα δεν πρέπει να τα λατρεύουμε ούτε να τα μισούμε· πρέπει να τα
αντέχουμε.
Το να συνεχίζεις να τραγουδάς σημαίνει
να μην παραδίδεις την ψυχή σου στην αγορά της αποδοχής. Σημαίνει να μη
μετατρέπεις το δώρο σου σε εμπόρευμα, την έκφρασή σου σε επαιτεία, τη φωνή σου
σε παζάρι. Γιατί τότε δεν τραγουδάς πια· ζητιανεύεις ήχο. Και όποιος ζητιανεύει
να ακουστεί, έχει ήδη προδώσει την πρώτη του μελωδία.
Ο αληθινός δημιουργός δεν δημιουργεί
επειδή τον περιμένουν. Δημιουργεί επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το
τραγούδι του είναι μορφή αναπνοής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιστέκεται στη
φθορά, στη λήθη, στην κοινοτοπία. Ακόμη κι αν κανείς δεν ακούει, εκείνος ακούει
τον εαυτό του. Και αυτό αρκεί — όχι ως παρηγοριά, αλλά ως δοκιμασία.
Διότι εδώ βρίσκεται η σκληρή αλήθεια: ο
άνθρωπος πρέπει να μάθει να είναι μάρτυρας του ίδιου του εαυτού του. Να
στέκεται μόνος απέναντι στην έρημο και να μην απαιτεί από την έρημο να γίνει
θέατρο. Να τραγουδά όχι για να γεμίσει την αίθουσα, αλλά για να επιβεβαιώσει
πως μέσα του δεν πέθανε ακόμη η δύναμη που λέει «ναι» στην ύπαρξη.
Και αν το τραγούδι σου ενοχλεί, ακόμη
καλύτερα. Αν δεν ταιριάζει με τα αυτιά των πολλών, ίσως δεν γεννήθηκε για τους
πολλούς. Δεν είναι κάθε φωνή προορισμένη για χορωδία. Κάποιες φωνές υπάρχουν
για να σπάνε την ομοφωνία, να πληγώνουν την άνεση, να θυμίζουν πως η ζωή δεν
είναι ασφάλεια, αλλά υπέρβαση.
Μη ζητάς λοιπόν να σε ακούσουν. Γίνε
τέτοια φωνή που να μη χρειάζεται άδεια για να υπάρξει. Τραγούδα ακόμη κι όταν
σε περιβάλλει περιφρόνηση. Τραγούδα ακόμη κι όταν η σιωπή επιστρέφει σαν πέτρα.
Γιατί όποιος τραγουδά μόνο όταν τον ακούνε είναι υπηρέτης. Όποιος τραγουδά μέσα
στην εγκατάλειψη είναι δημιουργός.
Και ο δημιουργός δεν ικετεύει τον
κόσμο. Τον
ξεπερνά.
Δημήτρης Βίκτωρ
Για Τον Θανάση Βέγγο
Για τον Θανάση Βέγγο
(Γράφτηκε στις 3/5/2011, ημέρα του θανάτου του)Στην τελευταία παράσταση του καθένα λέγονται τα περισσότερα.
Τα ενώνεις και έχεις κάποια γνώμη για το άτομο.
Και πάντα υπάρχει και κάτι ακόμα…
Έτσι δεν είναι;
Όταν ήρθα στην Αθήνα ήμουν 18 ετών. Έφερα μαζί μου και ένα μικρό μηχανάκι 50 κυβικών, δίχρονο benelli.
Κύλισαν τα χρόνια, επέζησα μέχρι σήμερα. Το μηχανάκι επέζησε κι αυτό. Πολύτιμη συντροφιά τα πρώτα χρόνια, παροπλίστηκε στη συνέχεια και έμεινε σιωπηλό.
Ο χώρος στο στούντιο ήταν πολύτιμος και τοποθετήθηκε στον ακάλυπτο.
Και εκεί αφημένο για άλλα 26 χρόνια σκούριασε, αχρηστεύτηκε. Αλλά και εμπόδιζε.
Πολλές φορές σκέφτηκα να το πετάξω στα σκουπίδια. Αλλά κάθε φορά άλλαζα γνώμη:
«Άσ' το, ας είναι... Αναμνήσεις!... Είναι θρυλικό, έπαιξε και σε ταινία με τον Βέγγο!».
Και όχι μόνον. Η ταινία που γυρίζονταν ήταν με τον Βέγγο!
Περίμενα με ανυπομονησία να τον δω από κοντά. Σήμερα είχε καθυστερήσει και ο σκηνοθέτης, ο Ερρίκος Θαλασσινός γκρίνιαζε.
Εντύπωση όμως μου έκαναν τα απαξιωτικά λόγια, σχεδόν υβριστικά του υπόλοιπου συνεργείου για τον Θανάση. Και όχι λόγω της καθυστέρησης. Έτσι μιλούσαν πάντα γι' εαυτόν!...
Κάποια στιγμή φάνηκε ένα κιτρινόμαυρο παλιό Ντάτσουν και ο Βέγγος έφτασε και κατέβηκε. Τρεχάτος και βιαστικός. Όπως στις ταινίες.
Σαν σίφουνας μπήκε μέσα και κάθισε στην καρέκλα του μακιγιάζ.
Η Αργυρώ άρχισε να τον μεταμορφώνει σε παππού για της ανάγκες της πρώτης σκηνής.
Ο Βέγγος μέσα στα νεύρα. Βιάζονταν. Διέκοπτε την μακιγιέζ συνεχώς:
« Τέλειωνε, τέλειωνε σου λέω! Δεν είμαι πουτάνα εγώ για να με πασπατεύεις! Δεν είμαι Βουγιουκλάκη εγώ!».
Η Αργυρώ μες την τρομάρα προσπαθούσε να τελειώσει. Ο Βέγγος την σταματάει ουρλιάζοντας:
«Χέσε με! Τελείωσα! Και σ' όποιον αρέσει!»
Πετάγεται επάνω και τρέχει στο πλατό.
Όλο το συνεργείο τρέχει και παίρνει θέσεις. Ο σκηνοθέτης με το σενάριο στα χέρια πλησιάζει τον Θανάση. Αυτός το αρπάζει από τα χέρια του και αρχίζει να διαβάζει βιαστικά τις σελίδες. Τις διάβαζε σχεδόν κάθετα! Μουρμούριζε τα λόγια και έδειχνε μια προσπάθεια για να τα μάθει απ' έξω.
Οπότε σε μια στιγμή σταματάει και σκίζει τη σελίδα φωνάζοντας δυνατά:
«Πετάμε αυτές τις μαλακίες εδώ και πάμε παρακάτω!»
Και... άρχισε το γύρισμα!
Νεύρα, νεύρα, νεύρα. Έδειχνε ήρεμος μόνο όταν κάποιος ηθοποιός είχε πρόβλημα και ήθελε πρόβες.
Ο Βέγγος δεν ήθελε ποτέ πρόβα. Το έπαιζε όλα κατ' ευθείαν. Μια και έξω! Όσες φορές και να το έπαιζε, και αυτό γίνονταν επειδή οι άλλοι ηθοποιοί είχαν πρόβλημα, αυτός το έπαιζε ίδια!
Μα ακριβώς ίδια! Και με έναν δικό του συγκεκριμένο τρόπο. Είχε μια μοναδική σχέση με την υποκριτική, σχεδόν σχιζοφρενική.
Έμαθα και την αιτία:
Δεν είχε ιδέα από λογαριασμούς και ότι χρήματα είχε αποκομίσει από τις προηγούμενες ταινίες του τα έριξε στην παραγωγή. Φαλίρισε λοιπόν και βγήκε χρεωμένος σε πολλούς και ειδικά στον Φίνο ο οποίος ύστερα από διαμάχες, τον υποχρέωσε να του κάνει δύο ταινίες τζάμπα για το χρέος.
Ο Βέγγος, λοιπόν, σε αυτή την κατάσταση, γύριζε την δεύτερη ταινία για να ξεχρεώσει. Ήταν τελείως άφραγκος και στα όρια της τρέλας.
Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο πιο δυνατά ακούγονταν οι φωνές του.
Και πάντα έβαζε και τη Βουγιουκλάκη στα λόγια του:
«Δεν είμαι πουτάνα Βουγιουκλάκη εγώ! Μην με πασπατεύεις σου λέω».
Και άλλα, όπως:
«Η Βουγιουκλάκη έχει την πουτανιά, εγώ όμως έχω την τρεχάλα μου, τον πόνο μου, την μουσικούλα μου. Δεν γίνεται Βέγγος χωρίς τη μουσικούλα του».
Και γυρίζοντας προς εμένα:
«Κατάλαβες Δημητράκη; Δημητράκη σου λέω, κατάλαβες;».
Και φύγαμε μαζί.
«Θα πάμε μέσα από την Καλογρέζα για να κόψουμε δρόμο», μου είπε.
Εγώ που να ξέρω τι εννοούσε;
Τότε στην Καλογρέζα δεν υπήρχε Ολυμπιακό Στάδιο. Και η Βεΐκου δεν είχε ακόμα ανοιχθεί. Σαν ραλίστας ο Θανάσης όρμησε στον χωματόδρομο.
Σκόνη μέχρι τον ουρανό. Τον ρώτησα:
«Πόσα χρόνια το έχεις αυτό το αμάξι;»
«Εννιά χρόνια. Άστα, αφραγκίες. Δεν έχω μπικικίνια να το αλλάξω. Φοβάσαι που τρέχω; Μη φοβάσαι ο Βέγγος τρέχει αλλά προσέχει. Εσύ από που ήρθες; Δεν είσαι Αθηναίος, έτσι; Από που είναι η μανούλα σου;»
«Από τη Λευκάδα»
«Κοίταξε να δεις! Και εμένα η γυναίκα μου είναι από τη Λευκάδα! Ωραία σύμπτωση…».
Και συνέχισε σε άλλο ύφος:
«Η γυναίκα μου είναι άρρωστη… Ζω άφραγκος, με μια γυναίκα άρρωστη όλη μου τη ζωή και με ένα σαραβαλιασμένο ντάτσουν εννέα ετών. Εσύ τι ζητάς στη Αθήνα;»
«Θέλω να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο»
«Ψωνάρα κι εσύ, έτσι;».
Σκεφτόμουν τι να απαντήσω.
Ο Θανάσης, όμως, έδειχνε να μην έχει όρεξη να ακούσει τίποτα. Κοίταζε μπροστά καθώς οδηγούσε νευρικά και είχε βυθιστεί στην σιωπή του. Παρατηρούσα το προφίλ του, θλιμμένο, βασανισμένο… Η σκόνη που άφηνε το δαιμονισμένο ντάτσουν στην Καλογρέζα, σύννεφο μέχρι τον ουρανό...
Και έτσι έγινε. Η Γκρέτα υποτίθεται ότι ήρθε από τη Γερμανία με το benelli και ο Θανάσης στη συνέχεια σαλαγάει τα πρόβατα με αυτό.
«Δημητράκη με το μηχανάκι!»
Ήταν ο Θανάσης με το ίδιο Ντάτσουν!...
«Θανάση!», φώναξα, ενθουσιασμένος και ο Θανάσης γελώντας και κουνώντας το χέρι του έστριψε αριστερά.
Μόλις πρόλαβα να σηκώσω και εγώ το δικό μου χέρι.
Και ύστερα: «Και δεν το επισκευάζω;».
Έτσι και έγινε. Δύσκολο, αλλά έγινε και τέλειωσε πριν λίγες μέρες.
Στην ώρα του!
Δεν είναι κάτι που κυκλοφορεί πια στους δρόμους. Και είναι συλλεκτικό.
![]() |
| To Benelli όπως είναι σήμερα |
![]() |
| Από την ταινία "Ο Τσαρλατάνος" |
Τετάρτη 29 Απριλίου 2026
" ΕΝΑ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟ " -- Στίχοι - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ -- Ερμηνεία: Ευδοξία Ζαφείρα
Ένα αγριολούλουδο
ούτε αγάπης, έρωτα, φιλίας, προδοσίας
απώλειας ή χωρισμού, πένθους ή ευτυχίας
με ρίζες νάμουν δυνατές ν’ αντέχω τους ανέμους
να νιώθω τα σκιρτήματα της γης και τους σφυγμούς
κλέβοντας την ενέργεια των άστρων του απείρου
κάθε αυγή να λούζομαι ξανά μέσα στο φως
σ’ έρωτα με τις μέλισσες μ’ αρώματα ονείρου
καρτερικά να νοσταλγώ το κλάμα της βροχής
το σούρουπο σε ορίζοντα ρέμβης να ξαποσταίνω
μόνο να βασανίζομαι χωρίς να υπάρχει στόχος
με τέλος μου περήφανο χωρίς φόβο και θλίψη
δροσιά η ευγνωμοσύνη μου στο δώρο της ζωής
γέρνοντας με υπόκλιση στο αιώνιο αεράκι…
Ένα αγριολούλουδο
μόνο και κανενός…
Δημήτρης Βίκτωρ
Απρίλιος/2020
Περί Ευθανασίας
Η ευθανασία αποτελεί ένα από τα πιο πολύπλοκα και ευαίσθητα ζητήματα που αναφύονται στο πεδίο της ηθικής και της φιλοσοφίας. Το ίδιο το όνομα, από το αρχαίο ελληνικό “ευ-θάνατος” (δηλαδή “καλός θάνατος”), υποδηλώνει την πρόθεση αποτροπής της αχρείαστης ταλαιπωρίας, όταν η ζωή γίνεται ένας ατελείωτος κύκλος σωματικού ή ψυχικού πόνου δίχως ορατή ανακούφιση. Κατά την διάρκεια λήψης της απόφασης, αναδύονται με τρόπο δραματικό οι εσωτερικές συγκρούσεις εκείνου που καλείται να αποφασίσει βοηθώντας για το τέλος της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, καθώς και τα επακόλουθα αυτής της απόφασης. Το δράμα-δίλλημα της απόφασης μεταφέρεται από τον πάσχοντα και σε εκείνον τον κοντινό φίλο ή συγγενή που θα βοηθήσει, καθότι ο πρωταγωνιστής είναι πρακτικά ανήμπορος.
Ο Ρόλος της Ατομικής Ευθύνης
«Ήρθ’ η στιγμή όλη την
αίσθηση να συγκεντρώσεις
ό,τι κι αν έμαθες και
σκέφτηκες είναι για τώρα…»
Η ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις μοιάζει
αβάσταχτη: ένα και μόνο “ναι” ή “όχι” δύναται να αναδιαμορφώσει ριζικά την ζωή
και τον θάνατο. Το βάρος πλέον, πέφτει σχεδόν ολοκληρωτικά στον άνθρωπο που
“καλέστηκε” να πράξει, συχνά χωρίς ο ίδιος να το επιδίωξε. Εδώ συναντάμε την
ατομική ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο, αλλά και την οδυνηρή της πλευρά: η
ελευθερία να επιλέγεις φορτώνει ταυτόχρονα στους ώμους σου το βάρος της ηθικής
συνέπειας.
Η ιδέα αυτή συνδέεται με την υπαρξιστική
οπτική, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι απόλυτα ελεύθερος αλλά και απόλυτα
υπεύθυνος για τις πράξεις του. Η μοναξιά της απόφασης, κυριαρχεί,
υπογραμμίζοντας ακριβώς αυτή την υπαρξιακή κατάσταση:
«Μόνος θα βαθμολογηθείς, θα υπογράψεις μόνος».
Η Ηθική Διάσταση και η “Ζυγαριά” της
Συνείδησης
«Το όχι και το ναι σου
πάνω σε ζυγαριά
που η συνείδηση και
ηθική έχουν σφυρηλατήσει»
Κεντρικό ρόλο στην απόφαση για την
ευθανασία παίζει η ηθική συγκρότηση του ατόμου και οι αρχές που την καθοδηγούν.
Εδώ, συγκρούονται δύο μεγάλες σχολές σκέψης:
Δεοντολογική Προσέγγιση: Σύμφωνα με
αυτήν, ορισμένες πράξεις είναι ηθικά λάθος ή σωστές, ανεξαρτήτως των συνεπειών
τους. Μία από τις κύριες ενστάσεις της δεοντολογίας απέναντι στην ευθανασία
είναι ότι η ίδια η πράξη του τερματισμού της ζωής αντιβαίνει ένα θεμελιώδες
ηθικό αξίωμα: το δικαίωμα (ή την υποχρέωση) σεβασμού της ανθρώπινης ζωής.
Ωφελιμιστική Προσέγγιση: Εστιάζει στην
αξιολόγηση της ορθότητας μιας πράξης με βάση το αν τα αποτελέσματά της
μεγιστοποιούν το όφελος ή ελαχιστοποιούν τον πόνο. Εάν ο τερματισμός της ζωής
ενός ανθρώπου που βιώνει αβάσταχτο πόνο οδηγεί σε μείωση των συνολικών δεινών,
τότε η πράξη κρίνεται, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ως ηθικά αποδεκτή.
Η ζυγαριά της συνείδησης δίνει μορφή σε
αυτό το ηθικό δίλημμα. Η ζυγαριά μοιάζει να αιωρείται με λεπτές κλωστές,
περιμένοντας την επιλογή του ανθρώπου. Σε τελική ανάλυση, ο προσωπικός κώδικας
αξιών καθορίζει ποια πλευρά θα βαραίνει περισσότερο.
Ο Κοινωνικός και Συναισθηματικός
Παράγοντας
«Όλοι τριγύρω στέκουν
αμίλητοι και σκεφτικοί,
τα μάτια τους
κοιτάζουν των ποδιών τις μύτες…»
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η απόφαση
για ευθανασία λαμβάνεται όχι σε ένα κενό, αλλά μέσα σε ένα συγκεκριμένο
κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο. Η σιωπή των γύρω, η αποφυγή της ματιάς
τους, αντανακλά τόσο την αδυναμία να εκφράσουν ανοιχτά τη θέση τους όσο και τον
φόβο ότι θα φορτωθούν οι ίδιοι την ευθύνη της τελικής πράξης. Επιπλέον, σε
πολλές κουλτούρες και θρησκείες, ο θάνατος είναι ταμπού: το ακόμα πιο
“απαγορευμένο” σημείο είναι η σκέψη της εκούσιας επιτάχυνσής του.
Η συναισθηματική φόρτιση είναι
αναπόφευκτη. Τα διλήμματα που προκύπτουν αφορούν όχι μόνο τον νοσούντα αλλά και
όσους τον αγαπούν. Αν λάβουμε υπόψη και την βαθιά ανθρώπινη αντίδραση να
προσπαθούμε πάντοτε να κρατήσουμε στη ζωή ό,τι αγαπάμε, γίνεται ακόμη πιο
κατανοητό το βάθος του τραύματος:
«Με μια σου κίνηση αλλάζει γύρω ο κόσμος…».
Ο Ψυχολογικός Επιμερισμός των Συνεπειών
«Ό,τι κι αν πεις, ό,τι
σφραγίσεις
θα τυραννά τον νου
αιώνια όσο θα ζεις…»
Ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η τελική
επιλογή, η ανάμνηση που την ακολουθεί θα είναι βασανιστική. Η απόφαση
αποτυπώνεται ανεξίτηλα στη μνήμη και επιστρέφει “κάθε πρωί μέσα από
καθρέφτες”. Αυτός είναι ο ψυχολογικός φόρος της ευθανασίας: η ζωή ενός
ανθρώπου συνεχίζεται, αλλά κουβαλά την ανάμνηση ότι κλήθηκε να γράψει τον
επίλογο σε ένα άλλο βιβλίο ζωής.
Η διαδικασία του πένθους, σε περιπτώσεις
ευθανασίας, ενέχει πρόσθετες παραμέτρους, όπως η ενοχή, η λύτρωση ή και τα δύο
μαζί. Το ανθρώπινο μυαλό περιπλέκεται ανάμεσα στο αίσθημα ότι “πράξαμε το
σωστό” και στην πικρή γεύση τού να “διακόπτουμε μια ζωή”.
Η ευθανασία φέρνει στην επιφάνεια τα
βαθύτερα ερωτήματα για την ζωή και τον θάνατο, αλλά και για το πόσο
δικαιούμαστε, ως άνθρωποι, να οριοθετούμε το τέλος ενός άλλου. Αναδεικνύεται
μια υπαρξιακή κρίση, όπου το βάρος της απόφασης καλείται να ισορροπήσει σε μια
ζυγαριά σφυρηλατημένη από συνείδηση και ηθική.
Σε τελική ανάλυση, η ευθανασία συνιστά
μια οδυνηρή σύγκλιση ελευθερίας και ευθύνης, φιλοσοφίας και συναισθήματος,
ιατρικής και κοινωνίας. Αναδύονται με ακρίβεια οι αντιφατικές πλευρές του
ανθρώπινου ψυχισμού όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο: η λύτρωση συναντά
την ενοχή, η συμπόνια αναμετριέται με τον φόβο, και η προσωπική υπαρξιακή
επιλογή δεν μπορεί παρά να παραμένει μια βαθιά μοναχική πορεία.
Πέρα και πάνω από κάθε θεωρητική ανάλυση,
η ευθανασία διατηρεί αναπόφευκτα μια τραγική διάσταση. Στο φόντο της, βρίσκουμε
την αναζήτηση της «καλύτερης» λύσης μέσα σε ένα ατελές ανθρώπινο σύμπαν, όπου η
απόλυτη βεβαιότητα δεν μπορεί ποτέ να δοθεί ολοκληρωτικά. Κι έτσι, κλείνοντας,
βρισκόμαστε ξανά μπροστά στην ζυγαριά του διλήμματος, αφήνοντας τον καθένα να
αναμετρηθεί με τα δικά του μέτρα ηθικής και με την προσωπική του συνείδηση.
Δημήτρης
Βίκτωρ
----------------------------------------------------------------------------------------------
Τ ο Π ο ί η μ α
Ε
υ θ α ν α σ ί α
Μοιραία βρέθηκες σ’ αυτήν την στενωπό
ν’ αποφασίσεις γι’ άλλου ανακούφιση και
τύχη
εσύ αρχηγός ποτέ δεν ζήτησες να γίνεις
τώρα καλέστηκες μ’ ανάγκη τέλος ν’
αρχίσεις.
Όλοι τριγύρω στέκουν αμίλητοι και σκεφτικοί
τα μάτια τους κοιτάζουν των ποδιών τις
μύτες
προσμένουν από κάπου λύση βολική
ν’ απαλλαγούν και να γυρίσουν στα
συμμαζεμένα.
Ήρθ’ η στιγμή όλη την αίσθηση να
συγκεντρώσεις
ό,τι κι αν έμαθες και σκέφτηκες είναι για
τώρα
εδώ οι εξετάσεις, εδώ η διαγωγή
μόνος θα βαθμολογηθείς, θα υπογράψεις
μόνος.
Το όχι και το ναι σου πάνω σε ζυγαριά
που η συνείδηση και ηθική έχουν
σφυρηλατήσει
από ψηλά κρεμιέται μ’ αόρατα σχοινιά
γέρνοντας κι αναμένοντας τέλους απόφασή
σου.
Ό,τι κι αν πεις, ό,τι σφραγίσεις
θα τυραννά τον νου αιώνια όσο θα ζεις
θα χαιρετά κάθε πρωί μέσα από καθρέφτες
θα συντροφεύει νύχτες σ’ όνειρα πριν
κοιμηθείς.
Με μια σου κίνηση αλλάζει γύρω ο κόσμος
δεν διακρίνεται αμέσως η καταγραφή
το δίλλημά σου βάρος σε ζυγαριά
η απόφαση βασανισμοί μέσα στη μνήμη.
Δημήτρης Βίκτωρ
Ιανουάρος/2015
Σχολιασμός, φιλοσοφική ανάλυση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή
Το
ποίημα πραγματεύεται μια βαθιά υπαρξιακή και ηθική δοκιμασία: την ευθύνη
κάποιου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το δίλημμα της ευθανασίας, δηλαδή της
απόφασης να δώσει ή να επιτρέψει τον θάνατο ενός άλλου προσώπου για λόγους
ανακούφισης και απελευθέρωσης από τον πόνο. Μέσα από τις στροφές του ποιήματος,
αποκαλύπτεται η τραγικότητα και το ψυχικό βάρος που συνοδεύει αυτή την επιλογή,
καθώς και οι διαφορετικές οπτικές που αλληλοσυγκρούονται (ηθική, συνείδηση,
κοινωνικές προσδοκίες).
Εκφραστικά
μέσα
Το
ποίημα χρησιμοποιεί άμεσο λόγο δεύτερου προσώπου («εσύ»), δημιουργώντας μια
αίσθηση διαλόγου ή, καλύτερα, «απολογίας», όπου ο ποιητικός ομιλητής
απευθύνεται σε ένα πρόσωπο που στέκεται μπροστά σε μια κομβική απόφαση.
Η
γλώσσα είναι απλή αλλά εμφατική, γεμάτη ουσιαστικές λέξεις που αποδίδουν βάρος
και ευθύνη: «στενωπό», «ανάγκη», «εξετάσεις», «διαγωγή», «ζυγαριά», «τύχη»,
«ανακούφιση». Αυτές οι λέξεις υποβάλλουν το αίσθημα του περιορισμού, της κρίσης
και της «μέτρησης» του σωστού ή λάθους.
Μορφή
και ρυθμός
Οι
στροφές είναι οργανωμένες με τρόπο που συνδέεται στενά με το περιεχόμενο: κάθε
στροφή αναδεικνύει μια διαφορετική πτυχή του διλήμματος (κοινωνική πίεση, ηθική
ευθύνη, προσωπική μοναξιά, εσωτερική αναμέτρηση).
Ο
ρυθμός είναι σχετικά σταθερός, επιτείνοντας την αίσθηση ενός εσωτερικού
διαλόγου που εξελίσσεται αργά, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να στοχαστεί
βαθύτερα.
Εικόνες
και σύμβολα
Η
«στενωπός»: συμβολίζει τον αδιέξοδο ή τον πολύ
περιορισμένο διάδρομο επιλογών· την πίεση που δεν αφήνει πολλά περιθώρια.
Η
«ζυγαριά»: κεντρική εικόνα που μιλά για τη
«μέτρηση» μεταξύ του «όχι» και του «ναι», υπογραμμίζοντας την ηθική και
συνειδησιακή ζύγιση.
Οι
«καθρέφτες» και τα «όνειρα» φανερώνουν ότι η
απόφαση και οι συνέπειές της θα ακολουθούν το υποκείμενο για πάντα, στον χώρο
της καθημερινότητας (καθρέφτης) αλλά και στο υποσυνείδητο (όνειρα).
Το
βάρος της απόφασης (Ευθανασία ως δίλημμα)
Η ευθανασία αποτελεί από μόνη της μια εξαιρετικά ευαίσθητη θεματική, καθώς
αγγίζει ζητήματα ζωής και θανάτου, ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πόνου και
συμπόνιας. Στο ποίημα, το υποκείμενο «αρχηγός»—ενώ ποτέ δεν θέλησε να
είναι—καλείται να διαχειριστεί μια εξουσία ζωής και θανάτου. Με αυτόν τον τρόπο
ο ποιητής σκιαγραφεί τη μοναξιά της ευθύνης και την αγωνία της ηθικής επιλογής.
Η
κοινωνική πίεση
Στη δεύτερη στροφή, «Όλοι τριγύρω στέκουν αμίλητοι», διαφαίνεται πως η κοινωνία
παρακολουθεί σιωπηλή, προσδοκώντας—ή μάλλον απαιτώντας—μια «βολική λύση».
Ωστόσο, η τελική απόφαση και οι συνέπειές της θα βαρύνουν αυτόν που θα την
πάρει, δείχνοντας πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να μείνει μόνος μπροστά στη
μεγαλύτερη ευθύνη, ακόμη και όταν οι άλλοι γύρω του «περιμένουν».
Η
εσωτερική σύγκρουση: ηθική και συνείδηση
Η
αναφορά στις «εξετάσεις» και στη «διαγωγή» παραπέμπει σε μια δοκιμασία, σαν ο
άνθρωπος να είναι υποχρεωμένος να «αποδείξει» τον εαυτό του σύμφωνα με τις
αρχές του. Το ποιητικό υποκείμενο προβάλλεται ως κάποιος που κρίνεται (ίσως από
τον ίδιο του τον εαυτό ή από έναν ανώτερο «ηθικό κώδικα»).
Η
«ζυγαριά» που «η συνείδηση και η ηθική έχουν σφυρηλατήσει» δηλώνει τον
εσωτερικό μηχανισμό που αποτιμά την ορθότητα ή το σφάλμα, ο οποίος έχει
σφυρηλατηθεί με τα χρόνια από βιώματα, αξίες και αρχές.
Ο
αντίκτυπος της απόφασης στο υποκείμενο
Η πέμπτη στροφή (με το «Ό,τι κι αν πεις, ό,τι σφραγίσεις…») τονίζει ότι η όποια
επιλογή θα στιγματίσει τον άνθρωπο. Η φράση «θα τυραννά τον νου αιώνια όσο θα
ζεις» εμπεριέχει μια οντολογική διάσταση: ο άνθρωπος γίνεται υπεύθυνος για μια
πράξη που τον ακολουθεί μέχρι τον θάνατό του—ίσως και πέρα από αυτόν στη
συλλογική μνήμη ή στη δική του πνευματική πάλη.
Η
μεταβολή της πραγματικότητας
Στην τελευταία στροφή («Με μια σου κίνηση αλλάζει γύρω ο κόσμος…») ο ποιητής
επισημαίνει πως μια απόφαση (ναι ή όχι στην ευθανασία) μπορεί να μοιάζει
«στιγμιαία», μα στην ουσία αναδιαμορφώνει το πλαίσιο ζωής, τόσο για εκείνον που
πεθαίνει όσο και για εκείνον που επιλέγει. Η αόρατη αυτή μεταβολή κυοφορείται
μέσα στο μυαλό και τη μνήμη του αποφασίζοντος, αναδεικνύοντας την υπαρξιακή
αλήθεια ότι οι πράξεις μας μάς καθορίζουν.
Υπαρξιστική
ανάγνωση
Ο υπαρξισμός υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι «καταδικασμένος να είναι
ελεύθερος», δηλαδή να αποφασίζει μόνος του και να φέρει ολοκληρωτικά το βάρος
των επιλογών του. Στο ποίημα, αυτή ακριβώς η ελευθερία—να πει «ναι» ή
«όχι»—φαίνεται αβάσταχτη. Αναδύεται το στοιχείο της αγωνίας, που στον υπαρξισμό
ταυτίζεται με την πλήρη επίγνωση της ελευθερίας και της ευθύνης.
Η
ηθική του καθήκοντος και η συμπόνια
Από τη σκοπιά της ηθικής φιλοσοφίας, η αξία του ανθρώπινου προσώπου είναι
υπέρτατη, οπότε οποιαδήποτε απόφαση για τη ζωή ή τον θάνατο κάποιου άλλου
οφείλει να στηρίζεται σε βαθιές ηθικές αρχές: σεβασμό, αξιοπρέπεια, συμπόνια.
Το ποίημα υπογραμμίζει ότι αυτή η αρχή στέκεται στο κέντρο του διλήμματος και
βαραίνει καθοριστικά.
Η
σχέση ατομικότητας και κοινωνίας
Εδώ παρουσιάζεται μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ της κοινωνικής «σιωπηρής
προσμονής» και της ατομικής «μοναξιάς της απόφασης». Φιλοσοφικά, θυμίζει τη
συζήτηση για την προσωπική συνείδηση έναντι του «κοινού νου» ή των κοινωνικών
συμβάσεων. Εδώ, ο άνθρωπος καλείται να ενεργήσει όχι μόνο με βάση τις
προσδοκίες των άλλων, αλλά πρωτίστως σύμφωνα με τη δική του συνείδηση, η οποία
και θα τον συνοδεύσει.
Ο
διαρκής εσωτερικός διάλογος
Το ποίημα καταλήγει δείχνοντας πως μια τέτοια επιλογή δεν τελειώνει ποτέ·
διατηρείται αιώνια στη σκέψη, στον καθρέφτη, στο όνειρο. Φέρει επομένως μια
θρησκευτική ή μεταφυσική διάσταση λύτρωσης ή καταδίκης. Είναι μια διαρκής
υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη δράση είναι δεμένη με το ήθος μας και ότι τα ηθικά
διλήμματα σφραγίζουν το «είναι» μας.
Αποτυπώνεται με ένταση και δραματικότητα το
πιο δύσκολο ίσως ανθρώπινο δίλημμα: να κληθείς να αποφασίσεις για το τέλος της
ζωής ενός άλλου. Με γλώσσα άμεση, θίγονται θέματα συνείδησης, ηθικής
κρίσης, κοινωνικής πίεσης και υπαρξιακής ευθύνης. Οι εικόνες της «στενωπού» και
της «ζυγαριάς» αναδεικνύουν την σχεδόν ανυπόφορη «στενότητα» και την «μέτρηση»
που απαιτείται σε ένα τόσο ριζικό και οριακό ζήτημα.
Φιλοσοφικά,
το ποίημα κινείται ανάμεσα σε υπαρξιστικές ανησυχίες (η μοναξιά της απόφασης
και το βάρος της ελευθερίας) και ηθικές θεωρήσεις (ο σεβασμός στην ανθρώπινη
αξιοπρέπεια). Το τελικό μήνυμα δείχνει ότι ο άνθρωπος, έστω και με κοινωνικά
πλαίσια γύρω του, λαμβάνει μόνος του την ευθύνη και πορεύεται σε όλη του τη ζωή
με τις συνέπειες της επιλογής του. Αυτή η επίγνωση της ατομικής ευθύνης, καθώς
και η υπαρξιακή αγωνία που την συνοδεύει, αποτελούν τον «πυρήνα» του ποιήματος,
αλλά και της εν γένει ανθρώπινης εμπειρίας, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα
ζωής και θανάτου.
Δημήτρης Βίκτωρ




