Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Για την κυρία Μαρία, την Δασκάλα ------ (7 Δεκεμβρίου 2012)

Χθες το βράδυ στις 9.34' πήρα ένα μήνυμα από τον Χρίστο, τον παιδικό μου φίλο, συμμαθητή και τώρα πια συνταξιούχο, που μου έλεγε ότι:

«Η δασκάλα μας της πρώτης δημοτικού, η Κυρία Μαρία, μας άφησε ορφανούς...»

Ένοιωσα ένα ρίγος καθώς με πλημμύρισαν σαν χείμαρρος, οι σκέψεις των περασμένων καιρών. Αισθάνθηκα την ανάγκη να κλείσω σφιχτά τα μάτια μου.
Να Θυμηθώ...

Να θυμηθώ πολύ καθαρά εκείνη την παλαιά ημέρα, κάποιας πρώτης Σεπτεμβρίου, όταν η μάνα μου πριν πάει για μεροκάματο, με πήγε σχεδόν με το ζόρι στο σχολείο.
Μπήκα τελευταίος στη γραμμή καθώς μία κυρία ψηλή με σκούρα ρούχα, προσπαθούσε όπως-όπως να βάλει σε ξεχωριστές γραμμές τα κουρεμένα αγόρια και τα ντροπαλά κορίτσια.
Όλα τα φτωχοντυμένα παιδιά, τρομοκρατημένα και σχεδόν αμίλητα κοιτούσαν σαν χαμένα γύρω τους, πότε τα πρόσωπα των άλλων παιδιών και πότε τις λιγοστές μανάδες ή τους πατεράδες ή κάποια μεγαλύτερη αδερφή ή αδερφό, που ήταν έξω από τον συρματένιο φράχτη της λασπωμένης αυλής με τις κοφτερές πέτρες.

Έγινε ο αγιασμός και η προσευχή και μπήκαμε στην τάξη με τα παλιά ξύλινα θρανία.
Τρία-τρία, τέσσερα- τέσσερα ή πέντε- πέντε στο κάθε θρανίο! 
Που να χωρέσουν εξήντα πέντε παιδιά σε ένα δωμάτιο, που δεν ήταν φτιαγμένο βέβαια για σχολείο αλλά ήταν ένα απλό πέτρινο νοικιασμένο σπίτι!
Εκεί η Κυρία Μαρία, με την μακριά φούστα και τον γκρίζο κότσο σε σχήμα μπανάνας, μας είπε για πρώτη φορά όλο το όνομά της: "Μαρία Παπουτσή", και στην συνέχεια μας ρώτησε έναν προς έναν και τα δικά μας ονόματα.

Θυμάμαι την αγωνία του κάθε αγοριού και κοριτσιού, όταν πλησίαζε σιγά και βασανιστικά η σειρά του για να συστηθεί και από πριν ψιθύριζε ή έλεγε από μέσα του το όνομά του, (γιατί έπρεπε να πει και το όνομα πατρός και μητρός), ώστε να μην τύχει και ντροπιαστεί σαν τον διπλανό, που δεν το κατάφερε με την πρώτη, είτε από τη ντροπή, είτε από το ξάφνιασμα.
Εκεί έπεσε και το πρώτο γέλιο όταν ο Θανάσης που ήταν το παιδί του παπά Γιώργη, είπε ότι το όνομα της μητέρας του ήταν: «Παπαδιά !!».
Η Κυρία Μαρία όμως δεν γέλασε και έσβησε γρήγορα και επιδέξια την ντροπή του γιατί κατάλαβε, ότι ο Θανάσης δεν ήξερε το όνομα της μητέρας του, επειδή όλοι οι συγγενείς και οι γείτονες την φώναζαν πάντα, «Παπαδιά!...».
Η Κυρία Μαρία υπομονετικά, με τρυφερότητα και γλυκό χαμόγελο, έκλεβε τις λέξεις με τα ονόματα από όλους, λέγοντας στο τέλος και από ένα μπράβο: «Μπράβο Κώστα, μπράβο Χρίστο, μπράβο Ελένη, μπράβο Γιάννη...».
Έτσι πέρασαν δύο ώρες και στις επόμενες δύο, μας είπε παραμύθια: Ένα με τον κόρακα και την αλεπού και ένα πάλι με την αλεπού και τα αλεπουδάκια με την φωτιά. 
Και έτσι άρχισαν οι πρώτες ερωτήσεις για το νόημα του παραμυθιού και την κύρια ιδέα, οπότε τα πρώτα χεράκια άρχισαν να σηκώνονται δειλά και ύστερα περισσότερα και περισσότερα.
Η μηχανή της επικοινωνίας πήρε εμπρός και συνέχιζε και συνέχιζε καθώς μεταδόθηκε ο πρώτος ανταγωνισμός σε όλη την τάξη.
Στο τέλος μας είπε να φέρουμε την άλλη ημέρα όλοι από ένα τετράδιο με γραμμές, ένα μολύβι και ένα σβηστήρι γιατί θα μαθαίναμε το πρώτο γράμμα σε σχήμα κουλουριού. 
Αυτό το κουλουράκι μας το έγραψε και στον πίνακα.  

Θυμάμαι όταν γύρισα στο σπίτι (παράγκα), ενθουσιασμένος με ορμή να τα αφηγηθώ όλα με κάθε λεπτομέρεια. Δεν έβλεπα την ώρα να ξαναβρεθώ την άλλη μέρα ξανά στο θρανίο για να ξαναδώ και να ξανακούσω πάλι την Κυρία Μαρία.
Την τόσο καλή και γλυκιά Κυρία Μαρία!

Πέρασαν από τότε δεκάδες τα χρόνια. Ποτέ δεν ένοιωσα τέτοια αισθήματα για κάποιον άλλο δάσκαλο, δασκάλα ή καθηγητή. Και τώρα μπορώ να κρίνω ότι δεν ήταν η τρυφερή ηλικία ή ο χρόνος που σμίλεψε τη μνήμη.
Η Κυρία Μαρία  ήταν μία όαση στα πέτρινα εκείνα χρόνια.
Χρόνια μιας άλλης εποχής, άλλων συναισθημάτων, πόνων, γέλιων και δακρύων.
Η Κυρία Μαρία υπήρξε ένας Άνθρωπος Φωτός.
Ήταν ο Άνθρωπος της Βαθειάς Πίστης στην Προσφορά.
Δασκάλα του Μεγάλου Καθήκοντος που το έκανε ανιδιοτελώς πράξη με Αυταπάρνηση για προσωπικές απολαύσεις, σε σημείο που τρόμαζες και στο τέλος το θαύμαζες.
Είναι από τα σπάνια πρόσωπα που επιθυμείς να ξαναζήσουν.

Κυρία Μαρία μας, μεγαλώσαμε πια κι εμείς.
Η τάξη μας και οι παιδικές παρέες σκορπίστηκαν και χάθηκαν στις Οδύσσειες της Ζωής.
Όσοι από τους παλαιούς μικρούς μαθητές σου μπόρεσαν να κρατήσουν κάποιους δεσμούς, σε θυμούνται υπερήφανα και τρυφερά.

Για τον Γιάννη, το Χρίστο, τον Βαγγέλη, τον Βασίλη και εμένα είσαι η Δασκάλα μας η Εκλεκτή και η Μοναδική!

Είμαστε ευγνώμονες και πλήρεις από την ανάμνησή σου και ευτυχείς που βρέθηκες στον δρόμο μας στα τρυφερά μας εκείνα χρόνια.
Στον δρόμο με τα κόκκινα χώματα, στην λασπωμένη αυλή με τις κοφτερές πέτρες και στα παλιά θρανία της εξαιρετικής γνώσης...

Και τι δεν θα δίναμε να ξανακαθίσουμε πάλι, έστω για λίγο, σε εκείνα τα παλιά θρανία μπροστά σου ...

Να καθίσουμε και να σου πούμε για το νόημα και την κύρια ιδέα, ο κάθε ένας με την σειρά του, σηκώνοντας σεμνά το χέρι του σαν καλός μαθητής...

Κυρία! Κυρία ! Εγώ Κυρία!..


Δημήτρης Βίκτωρ / 7 Δεκεμβρίου 2012

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

" R A N " - του Akira Kurosawa, του πρίγκηπα της Τέχνης


Υπάρχουν τέχνες, καλές τέχνες υψηλές και τέχνες σπουδαίες και ξεχωριστές...
Αυτές που εκτός από την ευφορία που σου δίνουν, σε κάνουν να σκέφτεσαι βαθιά, να αισθάνεσαι σημαντικός και να γίνεσαι σοφότερος...

«RAN», στα αρχαία ιαπωνικά σημαίνει  «Χάος».
Αυτό το χάος που είναι κυρίαρχο στις σχέσεις των ανθρώπων και των λαών.
Αυτό, που περιγράφουν όλοι οι συγγραφείς και οι ποιητές του κόσμου.
Αυτό, που προσπαθούν να δαμάσουν οι νομοθέτες και οι θρησκείες και να το απαλύνουν όλες οι τέχνες.
Αυτό, που περιέγραψε ο Όμηρος και όλοι οι μεγάλοι δραματουργοί και τραγωδοί
Ο Σαίξπηρ και στα τριάντα οκτώ του έργα αυτό κάνει, αυτό εκφράζει, αυτό προσπαθεί.
Μοιραία τα υλικά του θα τα εμπνευστεί από τις δεξαμενές του Ομήρου και των τραγικών των ένδοξων χρόνων της αρχαίας Ελλάδας.
Μόνο που εκεί στα μεγάλα αδιέξοδα του τέλους, είχε εφευρεθεί ο «από μηχανής θεός» και έπιανε το κόλπο, αν και πάρα πολλοί γελούσαν με αυτό...
Στα χρόνια του Σαίξπηρ, βέβαια, δεν θα μπορούσε αυτό να περάσει.
Και γι' αυτό το λόγο δεν ήξερε και ο ίδιος πως να τελειώσει πολλά έργα του. Πάντα τα έργα του ξεκινούν με μεγάλο ενδιαφέρον. Συνεχίζουν, επίσης, στο δέσιμο της υπόθεσης με δύναμη καθώς και στις ανατροπές με επιτυχία.
Οι στίχοι υπέροχοι, αλλά προς το τέλος, συνήθως αδυνατίζει η υπόθεση, μέχρι αδιαφορίας.
Όλα όμως στην τέχνη είναι χρήσιμα. Άλλωστε το ένα πατάει επάνω στο άλλο, μέσα από τις δημιουργίες των ετών και των αιώνων.
Ο σπουδαίος Άμλετ δεν θα υπήρχε, αν ο Σαίξπηρ δεν διάβαζε την Ορέστεια. Το δίλλημα του Άμλετ είναι αντιγραφή του διλλήματος του Ορέστη για την τιμή της εκδίκησης, σε όλο της το βάθος.
Χρειάστηκε το 1984 ένας γίγαντας της τέχνης να επαναλάβει το ίδιο. Αυτός όμως θα βάλει τα πράγματα σε μια διαφορετική, σωστή θέση.
Ο σκηνοθέτης Ακίρα Κουροσάβα, "κλέβει" την ιστορία του διάσημου έργου, «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ και το κάνει ταινία.
Γράφει την ιστορία μόνος του και στη θέση των τριών κοριτσιών, βάζει τρεις γιούς. Ο πατέρας, ο άρχοντας, που πάτησε πάνω στο χάος και δημιούργησε το δικό του, θέλει να κληροδοτήσει δικαιοσύνη, μέσα στην τραγική του αφέλεια!.
Όλα θυσία στο βωμό της  Εξουσίας. Οι άνθρωποι πνιγμένοι στη ματαιοδοξία. Οι σχέσεις διαπλεκόμενες και ακραίου μίσους. Κυρίαρχη η  Απληστία, η Φθορά, η Καταπίεση η έλλειψη κάθε Δικαίου.
Η Οικογένεια, η ίδια απόλυτη καταστροφή. Δεν υπάρχουν περιθώρια για επιλεκτικές αγάπες.
Η πίστη σ΄αυτήν, μοιραία υποκρισία. Το πρώτο βήμα είναι η επιβίωσή της πριν από την εξέγερση που θα ξεριζώσει συθέμελα τους θύλακές της.
Αυτά στην Ιαπωνία του μεσαίωνα. Όλοι πολεμούν εναντίον όλων, μέσα στο απόλυτο χάος. Η ιστορία όμοια με αυτή του «Βασιλιά Ληρ». Η εξέλιξη της πλοκής επίσης. Το κυνήγι των αξιών και της χαμένης συνείδησης των ανθρώπων για κάποιο φως Δικαίου, μέσα στην ανθρώπινη ζούγκλα, επίσης στην ίδια τροχιά αναζήτησης.
Όλα αριστουργηματικά στην ταινία του Κουροσάβα. Η έβδομη τέχνη υποκλίνεται ταπεινά, στον πρίγκιπα της μεγάλης σκηνοθεσίας.
Lukas και o Kopola, συμπαραγωγοί στην προηγούμενη ταινία του "Καγκεμούσα", μαζί με τον Spielberg, ζητάνε την άδεια να παρακολουθήσουν κάποια γυρίσματα και εκείνος τους επιτρέπει να κοιτάζουν ήσυχα από μακριά!).
Η ζωγραφική στην σωστή της διάσταση, σε όλα τα πλάνα, που ο ίδιος ο Κουροσάβα τα ζωγράφιζε πριν από το γύρισμα!
Τα πλούσια αισθήματα που αναβλύζουν από την αφήγηση δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο ενώ οι πολεμικές μάχες είναι απαράμιλλες, ασύγκριτες!
Οι σκηνές στην απόλυτη αισθητική! Συγκλονίζει η πλοκή... Η τέλεια αφήγηση πάνω από όλα, σε καθηλώνει και βάζει σε εγρήγορση όλο τον νου. Ο μαέστρος το γνωρίζει αυτό και συνεχίζει να σε κατευθύνει στα πιο σπάνια μονοπάτια της σκέψης. Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Να μην χάσεις κάτι από το μεγάλο ποίημα, από τον θαυμαστό, διάλογο.
Να ζήσεις την απόλυτη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό της μεγάλης ανθρώπινης δημιουργίας.
Περνάνε οι στιγμές. Όσο και να επιθυμείς να τις συγκρατήσεις, αυτές περνούν και σε ταξιδεύουν αλλού, ακόμη πιο βαθειά στα απόκρυφα του ανθρώπινου...χάους.
Το ενδιαφέρον και ο προβληματισμός παραμένουν αμείωτα μέχρι το τελευταίο καρέ...

Το τελευταίο καρέ!... Το μεγάλο ζητούμενο…
Τι θα γίνει στο τέλος; Πως θα τελειώσει;
Στον «Βασιληά Ληρ» ξέρουμε το τέλος, Εδώ;
Εδώ δεν μιλάει ο Σαίξπηρ πια, αλλά ο Κουροσάβα.
Αυτός, σε μακρινό πλάνο και με τον ήχο από ελάχιστες επαναλαμβανόμενες μουσικές νότες, θα μας δείξει την κατάληξη του ανθρώπου. Του κάθε ανθρώπου. Του κάθε θύματος των πόνων της ζωής και της δημιουργίας.
Ο κόμπος που θα αισθανθείς, το ανατρίχιασμα που θα σε κυριεύσει, ο θαυμασμός για την σπουδαία σκέψη, θα χαραχθούν για πάντα μέσα σου, ψιθυρίζοντας πως για κάτι τέτοια αξίζει να ζεις...
Κι όμως, μιλάμε για την απόλυτη περιγραφή του χάους, της ύπαρξης των ανθρώπων...

Μιλάμε για τον μεγάλο Ακίρα Κουροσάβα και το αιώνιο  RAN !...
Σεβασμός!...

Δημήτρης Βίκτωρ


                                     http://www.youtube.com/watch?v=AbbfDntoRRk

                   

 



Ο Δ. Βίκτωρ στο σήμα του AKIRA KUROSAWA
(Kamakura - Japan)

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Περί ζωής και θανάτου

"Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γένεση υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. 

Η τροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γένεση, ενώ η τροπή της φύσεως σε ουσία κατά τα αυτά θεωρείται θάνατος.

Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μια γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο· και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω παχύτητος της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λεπτότητος της ουσίας, η οποία είναι πάντα ίδια και απλώς διαφέρει κατά την κίνηση και την στάση.

Διότι αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν γίνεται από κάπου έξω, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον λόγω της ενότητος του παντός.
"

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΕΥΣ - (Σύγχρονος του Ιησού Ναζωραίου)

Επιστολή νη΄ -Στον Βαλέριο. [ Περί ζωής και θανάτου ]




Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΧΡΟΝΟΣ του Διονύση Σιμόπουλου


Όταν η ποίηση συναντά την επιστήμη - Ένα κείμενο του Διονύση Σιμόπουλου


 Πριν λίγες ημέρες διοργανώθηκε μια ξεχωριστή εκδήλωση στο Ιδρυμα Ευγενίδου.
Οι αστροφυσικοί Διονύσης Σιμόπουλος και Δημήτρης Νανόπουλος παρουσίασαν ένα  βιβλίο ποίησης, αποδεικνύοντας ότι τα όρια στη δημιουργία, με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι ποτέ διακριτά. Ακολουθεί το κείμενο τής παρουσίασης του βιβλίου από τον Διονύση Σιμόπουλο. Απολαύστε το: 
«Όταν ο Δημήτρης Βίκτωρ μου ζήτησε, μέσω ενός κοινού φίλου, του Κώστα του Χαραλάμπους, να προλογίσω το βιβλίο που είχαν γράψει με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να αρνηθώ, γιατί απλούστατα θεώρησα ότι, όπως και τα προηγούμενα έργα των δύο συγγραφέων, πρόκειται για ένα έργο ποιητικό, κι εγώ με την ποίηση δεν έχω και τόσο μεγάλη συνάφεια.
Ναι βέβαια, όταν ήμουν πιτσιρικάς έγραφα κι εγώ τα σχετικά μου ποιήματα. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.
Εκείνο πάντως που διέγειρε την περιέργειά μου σχετικά με το όλο αυτό θέμα ήταν το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας δύο ανθρώπων.
Θα μου πείτε, τίποτε το συνταρακτικό σε κάτι τέτοιο. Πολλά είναι εκείνα τα βιβλία που γράφονται από δύο συντελεστές. Και ο Δημήτρης το έχει κάνει, και ο Στράτος με τον Μάνο, αλλά κι εγώ. Ναι, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις αναλύουμε εξ αρχής τα κεφάλαια που θα περιλαμβάνει το βιβλίο, και αποφασίζουμε εξ αρχής ποια κεφάλαια θα γράψει ο ένας και ποια ο άλλος.


Στην δεδομένη όμως περίπτωση, στο «Άνθρωπος και Χρόνος», τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Όπως μου είπε ο Κώστας το βιβλίο δεν σχεδιάστηκε όπως συνήθως γίνεται μ’ ένα βιβλίο συνεργασίας. Αλλά αντίθετα γράφτηκε καθώς προχωρούσε! Έγραφε η μία κι απαντούσε ο άλλος. Έγραφε ο ένας και απαντούσε η άλλη. Επρόκειτο δηλαδή για έναν διάλογο, Έναν διάλογο ποιητικό, γραμμένο όμως σε πεζό λόγο!
Κι έτσι από περιέργεια περισσότερο, παρά απ’ οτιδήποτε άλλο, άρχισα να φιλομετρώ τις σελίδες των χειρογράφων που μου έδωσε ο Κώστας. Κι έτσι μετά από δύο-τρεις σελίδες αγκιστρώθηκα! Γιατί πραγματικά το θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν οι δύο συγγραφείς μου κέντρισε το ενδιαφέρον.
Είναι άλλωστε γνωστό ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε πράγματι όντα με χρονικό προσανατολισμό. Και παρόλο που η έννοια του χρόνου επιφανειακά φαίνεται να είναι ευκολονόητη και άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινότητά μας, εντούτοις έχει αποδειχθεί τόσο σπουδαία και μυστηριώδης, ώστε μερικά από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα μυαλά έχουν καταπιαστεί με την ανάλυση και τα παράδοξά της.
Πάρτε, για παράδειγμα, μερικές από τις πρώτες αράδες που γράφει ο Χρόνος-Βίκτωρ:
«…γιατί μέχρι το φως να ταξιδέψει ως τη Γη
Όλα άλλαξαν, πέθαναν, ξανάγιναν
Κι εσύ κοιτάζεις και με τα μάτια βλέπεις,
αυτό που στην ουσία τώρα, δεν μπορεί να είναι εκεί.»


Περιγράφει δηλαδή σε τέσσερις σειρές όλα αυτά που βλέπουμε όταν κοιτάμε τον νυχτερινό ουρανό. Οι αρχαίοι Έλληνες που έβλεπαν την γαλακτόχρωμη λωρίδα του Γαλαξία μας την ονόμαζαν «γέφυρα του χρόνου», και κατά κάποιον τρόπο δεν είχαν καθόλου άδικο. Επειδή απαιτείται η παρέλευση κάποιου χρόνου για να φτάσει μέχρις εμάς το φως από τα απόμακρα άστρα και τους γαλαξίες, όταν κοιτάζουμε έξω στο διάστημα βλέπουμε τις εικόνες των διαφόρων ουράνιων αντικειμένων όπως ήταν στο παρελθόν κι όχι όπως είναι την στιγμή που τα κοιτάμε.
Λόγω του χρόνου που χρειάζεται η εικόνα κάθε ουράνιου αντικειμένου για να έρθει σε μας, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι βλέπουμε και μελετάμε… αναμνήσεις!
Κατά κάποιο, δηλαδή, τρόπο ο έναστρος ουρανός δεν είναι παρά ένα είδος μηχανής του χρόνου. Όσο πιο μακριά βλέπουμε μέσα στο Σύμπαν τόσο πιο πολύ εισχωρούμε στο παρελθόν.
Κατά κάποιον δηλαδή τρόπο οι αστρονόμοι είμαστε οι Αρχαιολόγοι του Σύμπαντος.
Ο Ήλιος, για παράδειγμα, απέχει από μας 150 εκατομμύρια χλμ. και το φως του, τρέχοντας με την ταχύτητα του φωτός 300.000 χλμ το δευτερόλεπτο, χρειάζεται 8,5 περίπου λεπτά για να φτάσει μέχρι τη Γη, που σημαίνει ότι τον βλέπουμε όπως ήταν πριν από 8,5 λεπτά.
Το φως από τον πλησιέστερο σε μας Μεγάλο Γαλαξία της Ανδρομέδας χρειάζεται 2,5 εκατομμύρια χρόνια για να φτάσει στη Γη μας, πράγμα που σημαίνει ότι το φως που φτάνει σήμερα σε μας ξεκίνησε από εκεί έξω όταν οι προπάτορες του ανθρώπου έκαναν τα πρώτα δειλά τους βήματά πάνω στον πλανήτη μας.
Το φως του πιο απόμακρου αντικειμένου που φτάνει σήμερα στη Γη, έχει ηλικία 13,4 περίπου δισεκατομμυρίων χρόνων, και μας εμφανίζεται όπως ήταν 400 εκατ. χρόνια μετά τη γέννηση του Σύμπαντος.
Ενώ σ’ αυτήν την φωτογραφία έχει καταγραφεί η κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου που προέρχεται από τη γέννηση του Σύμπαντος πριν από 13,8 δις. χρόνια.


Ο ουρανός δηλαδή δεν εκτείνεται μόνο χωροταξικά, αλλά και χρονικά. Αυτή άλλωστε είναι και η σύγχρονη αντίληψη που έχουμε για το χωροχρονικό μας Σύμπαν και την αρχή του χρόνου.
Όλα αυτά, όμως, αφορούν το Σύμπαν και τον χωρόχρονο των αστροφυσικών, ενώ το πόνημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και του Δημήτρη Βίκτωρ κάνει την υπέρβαση. Οι δύο συνεργοί στην προσπάθειά τους αυτή ξεφεύγουν από τους περιορισμούς του πειράματος και της απόδειξης και ταξιδεύουν στο χώρο και τον χρόνο της ανθρώπινης διανόησης.
Ο Άνθρωπος-Αγγελάκη Ρουκ, μας λεει:
«Χρόνε επί τέλους βρήκαμε ένα χώρο όπου μπορούμε να συγκατοικήσουμε: το παρελθόν. Έλα λοιπόν, στο λιβάδι μας, στο παρελθόν, μήπως και καταλάβω γιατί είμαι σήμερα εδώ με σένα…»
Είναι εμφανές ότι παρ’ όλο που το κείμενο τους δεν φαίνεται να πειθαρχεί σε κανόνες, η γλώσσα του είναι μια γλώσσα ποιητική με την οποία παρουσιάζονται με αδρές πινελιές μερικά από τα πιο εντυπωσιακά διοράματα της προσπάθειας του ανθρώπου να κατανοήσει μια από τις δυσκολότερες έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης, με λυρισμό και ευαισθησία. Και πολύ σύντομα, αντιλαμβάνεται κάποιος ότι το κείμενο των δύο συγγραφέων, ενώ δίνει την εντύπωση του πεζού λόγου έχει εντούτοις ένα δικό του συγκεκριμένο ρυθμό και αρμονία, όπως θάπρεπε άλλωστε να έχει.
Όπως λεει προς το τέλος ο Άνθρωπος-Ρουκ:
«Δεν θα ‘μαι ποτέ
Αυτό που είμαι στιγμιαία
Αλλά είναι θρίαμβος
Αυτή η σταθερή απώλεια.
Πες μου λοιπόν: Πόσο καιρό έχω ακόμα;»
Για να πάρει την άμεση αμείλικτη απάντηση από τον Χρόνο-Βίκτωρ:
«Με ακούς; Με βλέπεις; Με έχεις μπροστά σου; Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Ποτέ κανείς δεν με έχει δει. Μήπως είμαι δημιούργημα της φαντασίας σου;»

Όπως το θέτει ο Νεύτων και η κλασσική Φυσική, ο υποκειμενικός χρόνος που βιώνουν οι άνθρωποι, είναι απλώς μια ψευδαίσθηση που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον απόλυτο πλατωνικό-κοσμικό χώρο και χρόνο. Άποψη που, παραδόξως, συμμερίζεται και ο Αϊνστάιν, ο βασικός υπαίτιος της «δολοφονίας» του απόλυτου χρόνου στη σύγχρονη Φυσική. Όπως θα εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Αϊνστάιν σε ένα περίφημο γράμμα του: «Η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον αποτελεί μόνο μια ψευδαίσθηση, έστω κι αν πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση».



 Παρά το μικρό του μέγεθος το βιβλίο αυτό είναι ένας πραγματικός χείμαρρος συναισθηματικής φόρτισης που κατακλύζει τον αναγνώστη από την πρώτη του σελίδα. Και δεν αμφιβάλλω ότι το γεγονός αυτό οφείλεται στο τρόπο γραψίματος του κειμένου τους. Τα λόγια του κειμένου μετατρέπονται σε εικόνες, ορισμένες φορές απόκοσμες και φαντασμαγορικές. Άλλες εικόνες περιορίζονται σε πιο γήινα, πεζά χρώματα. Εικόνες, όμως, πάντα κατάλληλα φωτισμένες για να δώσουν την πρέπουσα ζεστασιά στις έννοιες που περιγράφουν.
Δεν ξέρω πως θα πρέπει να περιγράψει κάποιος το λογοτεχνικό είδος αυτού του βιβλίου: Δοκίμιο; Πραγματεία; Ποίηση; Αλλά τι σημασία έχουν οι λέξεις;
Όπως έλεγε και ο Σαίξπηρ πριν από 400 και χρόνια:
«Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα; Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα δεν θα μύριζε εξίσου ωραία;»

Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω, με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, «Αναφορά στον Γκρέκο»:


 «Μια μέρα, ήταν άνοιξη, και περιμέναμε πότε θα χτυπήσει το κουδούνι να γλιτώσουμε. Τα παράθυρα της τάξης ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά. Ένα αηδόνι είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, δε βάσταξε άλλο, σήκωσε το δάχτυλο του και είπε στο δάσκαλο: 
 «Σώπα καλέ δάσκαλε, σώπα, ν’ ακούσουμε τ’ αηδόνι.»

Κι απόψε για μας, το αηδόνι είναι το βιβλίο «Άνθρωπος και Χρόνος». Γι’ αυτό κι εγώ θα σωπάσω, για ν’ ακούσουμε τ’ αηδόνια: την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ και τον Δημήτρη Βίκτωρ.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

AEGEAN - Poem - Composition: Dimitris Victor -- Rendition: Avrotonon Rigatou - Transl: Philip Ramp


 « AEGEAN »

Azure the sky blue the sea horizon of a rare turquoise all quite enchanting in my mind a picture in my eyes jubilance the body flying airily in endless depth. I gaze into the distance, further and I’m lost a piece of the universe in a land called Greece my memories arise with the scared dolphins that Poseidon liberated in a cloud of foam. Odysseys handing out hushed hopes while in amazing triremes dead heroes are rowing and shipwrecks of civilizations surface as rare museums and the wise weep over the parchments that were lost. It was in this land I found myself again and once more alone and each time my feeling are those of a first kiss light on beauty but I am endeavoring to follow them into the Aegean, for a moment shut my breathing down. Dimitris Victor July/2018