Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάνα του νικητή

Μάνα-Μητέρα-Μαμά-Μανούλα-Μαμάκα - κ. λπ.

Οι πλείστες των μητέρων πιστεύουν πως αξίζουν τον τίτλο, επειδή αγαπούν τα παιδιά τους, δικαιολογώντας τα με ό,τι κι αν κάνουν.

Καθώς επίσης, να τα υποστηρίζουν με πάθος, απέναντι σε ό,τι είναι ενοχλητικό για εκείνα.

Φυσικά, αφού είναι ο καθρέφτης τους...Υποτίθεται.

Αποδεικνύουν επίσης, την αγάπη τους, πιστεύοντας πως τα παιδιά τους, τους λένε πάντα την αλήθεια!

Φυσικό κι αυτό γιατί αν δείξουν πως δεν τα πιστεύουν, και εκείνα με την σειρά τους δεν θα πιστέψουν τους γονείς. Οπότε, η συμφωνία, συμφωνία. Επίσημα και με βούλα.

.........................................................................................................

Όταν ήμουν δέκα χρονών, ζούσα με την οικογένειά μου σε μια πολύ φτωχική γειτονιά.
Η Μάνα μου Ευδοξία, έλειπε κάθε μέρα, ακόμη και τις Κυριακές για το μεροκάματο της πλύστρας σε διάφορα σπίτια. Σκληρή δουλειά, δεν υπήρχαν και πλυντήρια τότε...
Είχε και εφτά ακόμη στόματα να θρέψει. Πέτρινα τα χρόνια, σε όλα...

Μια μέρα λοιπόν, εκεί στην αλάνα, ένα από τα αδέρφια μου ηλικίας δώδεκα ετών, πλακώθηκε στο ξύλο με ένα γειτονόπουλο. Συνηθισμένα πράγματα αυτά στην αλάνα και πολύ συχνά.
Έλα όμως που ο αδερφός μου ήταν καλύτερος στις μπουνιές και βγήκε νικητής.
Μαζεύτηκαν όλα τα αλλά παιδιά και απολάμβαναν τον καβγά.

Ο νικημένος έβαλε τα κλάματα. Μεγάλη θλίψη, μεγάλο το σόου.

Κάποιος ειδοποίησε την μάνα του, που έμενε πολύ κοντά και εκείνη κατέφθασε με φωνές και διάφορα.

Φασαρία, χαμός! Κατέφθασαν και άλλες μανάδες ανταλλάσσοντας μεταξύ τους διάφορες γνώμες για το δίκαιο του ζητήματος.

Ήταν αργά το απόγευμα και η Ευδοξία έτυχε να γυρίζει εκείνη την ώρα από το μεροκάματο και πέφτει επάνω στην πολύκροτη διαμάχη.

Την βλέπει η μαμά του νικημένου και αρχίζει τις φωνές σε άλλον τόνο.

Τώρα το θέμα θα έπαιρνε άλλη τροπή.

Όλοι έστρεψαν την προσοχή στις δυο γυναίκες. Ήθελαν να απολαύσουν την συνέχεια.
Και η συνέχεια θα ήταν, σύμφωνα με τέτοιες ιστορίες, το μαλλιοτράβηγμα των μανάδων. Μεγάλη απόλαυση! Έκσταση!

Η Ευδοξία σάστισε για λίγο αλλά δεν άργησε να καταλάβει την ουσία.

Χωρίς να απαντήσει στην μαμά του νικημένου που ωρύονταν, άρπαξε τον αδερφό μου και του έριξε μπροστά σε όλους ένα γερό ξύλο.

Όλοι έμειναν έκπληκτοι. Μα είναι δυνατόν; Η μάνα να δέρνει το παιδί της; Η μάνα του;

Σιωπή...

Στη συνέχεια αρπάζει τον αδερφό μου από το αυτί και τον σέρνει προς το σπίτι.

Είπε όμως στην εμβρόνητη μαμά του νικημένου:

- Εγώ το δέρνω το δικό μου για να το έχει σαν μάθημα να μην προξενεί τσακωμούς. Εσύ γιατί δεν κάνεις το ίδιο στο δικό σου;

Και η μαμά του νικημένου:

- Εσύ το δέρνεις, γιατί εσύ έχεις πολλά παιδιά. Ενώ εγώ έχω μόνον δύο!

Και η Ευδοξία απαντά:

- Έχω πολλά παιδιά, αλλά έχω πολλούς πόνους.....!

... Η  Μ ά ν α  του  νικητή..!

Αυλαία…

 

Δημήτρης Βίκτωρ




Μπότοξ & Σιλικόνη -- Βιτριολήςς


 

Μπότοξ & Σιλικόνη

 

 Η σιλικόνη πούβαλες μέσα στα δυό Vizia σου

σε έκανε μία Θεά να καίει τ’ αρσενικά σου

να τους σηκώνεται ευθύς ο οίστρος με παλμό

να τα χαζεύουν διαρκώς, χωρίς σταματημό!

 

Ας πούμε για τα χείλια σου πούναι σιλικονάτα

φιλιά φαντάζεσαι ζητούν και άλλα πιπεράτα

«απίθανα το κάνει αυτή», θα λένε διαρκώς

νομίζεις, μα στα μέσα τους γελάνε ομαδικώς!

 

Έχουμε και τα μάγουλα με μπότοξ στις ρυτίδες

να ξεγελάς τους γύρω σου μ’ απατηλές ελπίδες

να μοιάζεις ροδοκόκκινη Χιονάτη που χαζεύει

μα ξέρεις πως ο μαγικός καθρέφτης, σε δουλεύει!

 

Το λίφτινγκ μην ξεχάσουμε, αυτό το ολικό

που κάνει την φατσούλα σου όμοια με ποντικό

καθώς το παίζεις σοβαρή δηλώνεις νεαρή

μα μην γελάσεις, θα κοπεί κάποια ψιλή ραφή!

 

Αυτά τα κόλπα ξεγελούν τους νέους κουνενέδες

για γκόμενα που δεν γερνά, περνάς στους χαβαλέδες

μα σαν γεράσεις, τα Vizia μ’ αυτή τη σιλικόνη

του Νεύτωνα απόδειξη του βάρους εξισώνει!

 

Και τα χοντρά χειλάκια σου, όταν ψιλογεράσεις

θα γίνουνε σαν πισινός μαϊμούς για να γελάσεις

θα κρύβεσαι κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι

θα κρύβεσαι τα βράδια σου, μόνη σου δίχως ταίρι…

 

 Βιτριολήςς – (Ποιητής εκ του προχείρου, έχων μέγεθος Ομήρου)

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Πένθος και Εκδίκηση

«Το πένθος θρηνεί τον χαμό∙ η εκδίκηση θρηνεί το κενό»

Όταν το πένθος ζητά εκδίκηση, παύει να είναι πένθος. Μεταμορφώνεται σε κάτι σκοτεινό και νοσηρό: μια ύπουλη μετάλλαξη της λύπης σε μίσος, του δικαίου σε νέα αδικία. Ο άνθρωπος που υποφέρει από την απώλεια είναι αξιολύπητος· μα όταν ο ίδιος επιλέγει συνειδητά να πονέσει άλλους στο όνομα της «δικαιοσύνης» του, γίνεται αξιοκατάκριτος.

Η εκδίκηση δεν δικαιώνει τη μνήμη αυτού που χάθηκε—την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Δεν επιστρέφει τη ζωή, δεν απαλύνει τη θλίψη, δεν εξαγνίζει τη μνήμη· την υποβιβάζει σε όχημα προσωπικής ικανοποίησης και φθηνής εκτόνωσης. Εκείνος που επιλέγει να γίνει τιμωρός εγκαταλείπει κάθε τιμή που θα μπορούσε να συνοδεύσει τον πόνο του. Γίνεται δειλός, ένας κοινός δήμιος, που βαφτίζει τον εγωισμό και την ανικανότητά του να διαχειριστεί την οδύνη ως «δίκαιο χρέος».

Εδώ βρίσκεται το πιο ύπουλο προσωπείο της εκδίκησης: η μεταμφίεσή της σε δικαίωση. Ο πενθών πείθει τον εαυτό του ότι δεν ζητά αίμα για τον εαυτό του αλλά «αποκατάσταση» για τον νεκρό. Όμως αυτό δεν είναι δικαιοσύνη· είναι το πιο πονηρό ψεύδος. Η εκδίκηση τρέφεται με τη φαντασίωση πως εκπληρώνει ένα ηθικό καθήκον, ενώ στην πραγματικότητα θρέφει μόνο την αδυναμία. Στην επιθυμία να χύσει νέο αίμα, ο εκδικητής ισχυρίζεται ότι τιμά τον χαμένο—μα δεν τον τιμά, τον εργαλειοποιεί. Μετατρέπει τη μνήμη του σε σημαία, σε άλλοθι, σε πρόσχημα.

Έτσι ο πενθών—που υπήρξε θύμα αδικίας ή απώλειας—σκαρφαλώνει σε θρόνο εγωισμού και φαντάζεται πως του χρωστούν όλα. Με τη μάσκα του ριγμένου ζητά όλεθρο αντί για γιατρειά, απαιτεί να γίνει δυνάστης των άλλων για να ισορροπήσει το δικό του βάρος. Δεν ζητά λύση ή σοφία· απολαμβάνει τη θέση του «αδικημένου εκδικητή» και χτίζει ψευδαίσθηση παντοδυναμίας πάνω στα ερείπια άλλων ψυχών.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το πένθος που γίνεται κάρβουνο στην καρδιά και φωτιά στο μυαλό. Το παράπονο γίνεται μίσος, το μίσος συνήθεια· κι εκεί που θα έπρεπε να μεγαλώσει η ενσυναίσθηση, αφανίζεται κάθε ικμάδα ανθρωπιάς. Να ψάχνεις διέξοδο από τον πόνο μέσω της εξόντωσης άλλων είναι σαν να πίνεις δηλητήριο ελπίζοντας πως θα πεθάνει ο εχθρός—πρώτος πεθαίνεις εσύ. Έτσι ο πενθών γίνεται ο ίδιος φονιάς της λύτρωσής του, διαιωνίζοντας την αδικία που τον πλήγωσε.

Η πραγματική τραγωδία έγκειται εδώ: ο θρηνών πιστεύει ότι τιμά τον νεκρό, ενώ τον προσβάλλει βαθύτατα. Γιατί η εκδίκηση δεν είναι μνημόσυνο· είναι προδοσία. Αντί να καλλιεργήσει τη μνήμη του αδικοχαμένου, τη δηλητηριάζει και τη μετατρέπει σε πρόσχημα για κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν αξίζει οίκτου αλλά αυστηρής κρίσης, διότι ενώ γνώρισε την απώλεια, επιλέγει συνειδητά να την πολλαπλασιάσει.

Το αληθινό πένθος δεν είναι ποτέ εκδικητικό. Είναι σιωπηλό, ευγενές, βαθιά ανθρώπινο. Δεν κραυγάζει, δεν απαιτεί, δεν φορά την παρωδία της δικαιοσύνης. Αν υπάρχει έξοδος, βρίσκεται στην αποδοχή της απώλειας και στο σθένος να σηκώσεις το βάρος της χωρίς να το μεταμορφώσεις σε νέες αλυσίδες μίσους. Όποιος εκδικείται δεν μεγαλώνει—μικραίνει. Γίνεται θεατής της ίδιας του της καταστροφής, σκλάβος της σκληρότητας που νόμισε πως θα τον ελευθερώσει.

Η υπέρβαση δεν σημαίνει λήθη· σημαίνει δύναμη να μεταπλάθεις τον πόνο. Τιμάς τον νεκρό όχι όταν προσθέτεις νεκρούς, αλλά όταν κάνεις το τραύμα σφυρί που πλάθει χαρακτήρα, αξίες, μια ζωή ανώτερη από τον θάνατο. Η «θέληση για δύναμη» εδώ δεν είναι η δύναμη να συντρίβεις τους άλλους, αλλά να μην παραδοθείς στο ευτελές μένος που ζητιανεύει μέσα σου.

Κλείνοντας: η εκδίκηση είναι το ακατέργαστο είδωλο του θυμού, μια κραυγή αυτολύπησης που μεταμφιέζεται σε δικαίωση. Το καθαρό πένθος, αντίθετα, γίνεται δημιουργική άσκηση ύψους: μαθαίνει να αντέχει, να σιωπά, να μεταμορφώνει. Εκεί βρίσκεται η μόνη τιμή στη μνήμη—και η μόνη λύτρωση για τον ζωντανό.

Δημήτρης Βίκτωρ







Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η πλειοψηφία δεν είχε ποτέ δίκιο

«Η πλειονότητα και η πλειοψηφία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία δεν είχε ποτέ δίκιο»

Η ιστορία, ως πεδίο καταγραφής και μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας, μαρτυρά αμέτρητες περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία παρασύρθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα και πράξεις, με δυσμενέστατες συνέπειες για ολόκληρες κοινωνίες. Η αντίληψη πως “οι πολλοί” δεν σημαίνει απαραιτήτως “οι σωστοί” δεν είναι καινούρια. Αντιθέτως, συναντάμε ήδη από την αρχαιότητα προβληματισμούς σχετικά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας που προσφέρει η μαζική αποδοχή και τη δυνατότητα του όχλου να χειραγωγείται από συναισθήματα, φήμες και λαϊκισμό.

Ο όχλος και η ευρύτερη μάζα συχνά λειτουργούν καθοδηγούμενοι από το θυμικό και όχι από τη λογική. Η τάση να συμμορφώνονται με κοινωνικές νόρμες ή κραυγαλέες ιδεολογίες δεν γεννάται πάντα από βαθιά κατανόηση ή αληθινή συναίνεση, αλλά από τον φόβο του αποκλεισμού και τη δίψα για αποδοχή. Έτσι, η πλειοψηφία μπορεί να οδηγηθεί σε συλλογικές πλάνες, παρανοήσεις και υπερβολές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διασπορά φημών και η υιοθέτηση τους σχεδόν στιγμιαία, προτού προλάβουν να ελεγχθούν ή να αποδειχθούν. Οι ψεύτικες ειδήσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν ιστορικό παρελθόν: από την εποχή της αρχαίας Ρώμης μέχρι τον Μεσαίωνα και τη σύγχρονη εποχή, βλέπουμε πώς ο φόβος και η ανασφάλεια μετατρέπονται σε γόνιμο έδαφος για τη διάδοση παραποιημένων πληροφοριών. Γεννιέται έτσι ένας επικίνδυνος κύκλος: ο λαϊκισμός εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία, υπόσχεται “εύκολες λύσεις” σε σύνθετα προβλήματα και συσπειρώνει γύρω του τους πολλούς, που συχνά επιζητούν μια πρόχειρη λύση αντί για μια θεμελιωμένη αλήθεια.

Το πλήθος, υπό την επήρεια του θυμικού, έχει την τάση να καταφεύγει σε υπερβολές· οι μεμονωμένες φωνές λογικής παρασύρονται, σκεπάζονται από τη “βιασύνη” της φωνής του όχλου. Η εξεγερμένη μάζα δεν δρα πάντα ορθολογικά, αντίθετα εύκολα κυριεύεται από οργή, μίσος ή πανικό. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις σύγχρονες κοινωνικές ταραχές, το συλλογικό θυμικό και η έλλειψη ψύχραιμης ανάλυσης έχουν συχνά οδηγήσει σε πράξεις βίας, αδικίες, ακόμα και σε περιόδους τρόμου.

Οι άνθρωποι, μέσα στο πλήθος, υφίστανται ένα είδος “υπνωτισμού”, χάνουν την ατομική τους βούληση και οδηγούνται σε πράξεις που δεν θα τολμούσαν ποτέ μόνοι τους. Αυτή η ομαδοποιημένη παραφροσύνη έχει επανειλημμένα καταγράψει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, από διωγμούς εθνικών και θρησκευτικών ομάδων μέχρι τον μιλιταρισμό και τις γενοκτονίες.

Μέσα στο “καταπιεστικό βάρος” της κοινής γνώμης, υπήρξαν πάντα λίγοι που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια σε ό,τι, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ήταν λάθος. Η Σωκρατική ειρωνεία και η κριτική του στον αθηναϊκό δήμο τον οδήγησε στο κώνειο, αν και οι διαχρονικές του ιδέες αναγνώστηκαν αιώνες αργότερα ως βάθρα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Γαλιλαίος, επίσης, αντιστάθηκε στην πλειοψηφική, θεολογικά “επιβεβλημένη” άποψη για το γεωκεντρικό σύστημα και έσπειρε τον σπόρο για την αποδοχή του ηλιοκεντρικού μοντέλου, αλλά πλήρωσε ακριβά την τόλμη του.

Σύγχρονα παραδείγματα αφθονούν, με διανοητές, επιστήμονες, ακτιβιστές και καλλιτέχνες που αψήφησαν τις αυταρχικές πλειοψηφίες και κατάφεραν τελικά να αλλάξουν την πνευματική ή κοινωνική πορεία των λαών τους. Και ενώ συχνά αντιμετώπισαν διώξεις, αγνοήθηκαν ή ακόμα και χλευάστηκαν, εντέλει η ιστορία τούς δικαίωσε.

Το κλειδί για την υπέρβαση της παρανόησης και του μαζικού φανατισμού βρίσκεται στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Όταν οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογιστική, εντοπίζουν ψεύδη και αδιέξοδους συλλογισμούς που τους οδηγούν στη θυματοποίησή τους από ρήτορες, δημαγωγούς ή μέσα που προπαγανδίζουν. Η λογική, σε συνδυασμό με την αυτογνωσία, λειτουργεί ως “ασπίδα” ενάντια στα κύματα του μαζικού θυμικού.

Κατά την πορεία της ανθρωπότητας, χρειάζονται εκείνοι που θα σταθούν απέναντι στο ρεύμα των πολλών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και για τον πιθανό στιγματισμό. Αυτοί οι “σπουδαίοι”, είτε είναι φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες ή απλοί καθημερινοί άνθρωποι, φέρουν το βάρος να υπερασπιστούν τον λόγο, το δίκαιο και την ηθική.

Η πεποίθηση ότι η πλειονότητα —ή η κρατούσα πλειοψηφία— είναι και ο κάτοχος της αλήθειας έχει πολλαπλώς καταρριφθεί από τα ιστορικά γεγονότα. Η εύκολη χειραγώγηση που βασίζεται στις φήμες και στον λαϊκισμό, η αναζωπύρωση των ενστίκτων μέσω του θυμικού, και η έλλειψη κριτικής σκέψης αποτελούν τους λόγους που συχνά οι πολλοί σφάλλουν.

Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι πάντα υπάρχουν οι λίγοι που, μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, βλέπουν καθαρότερα, αντιστέκονται στη “μέθη” του πλήθους και πολεμούν για την αλήθεια και το δίκαιο. Αυτοί είναι οι σπουδαίοι: οι δημιουργικοί, οι καινοτόμοι, οι ηθικοί. Η ιστορία τελικά στέκεται αρωγός σε εκείνους, αναγνωρίζοντας —έστω και αργά— τη σωφροσύνη και την αλήθεια πίσω από τον αγώνα τους. Και αυτό το παράδειγμα μάς υπενθυμίζει πως ο δρόμος της αρετής και του δίκαιου δεν είναι ποτέ ο εύκολος ή ο μαζικά αποδεκτός, μα αποτελεί το μοναδικό εφόδιο για μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του γήρατος

«Όσο περισσότερο ζεις, τόσα περισσότερα χάνεις»

Υπάρχει μια σχεδόν υποχρεωτική ευγένεια όταν μιλάμε για τα γηρατειά. Τα ντύνουμε με λέξεις όπως «σοφία», «γαλήνη», «ωριμότητα», λες και φοβόμαστε πως, αν τα ονομάσουμε όπως πραγματικά είναι, θα προσβάλουμε όχι τους ηλικιωμένους αλλά το ίδιο μας το μέλλον. Όμως ο χρόνος δεν χαρίζει χωρίς να αφαιρεί. Και όσο τα χρόνια βαθαίνουν, ο λογαριασμός γίνεται ορατός.

Το γήρας δεν είναι ιδέα. Είναι ύλη. Είναι το σώμα που αρχίζει να αρνείται εντολές τις οποίες κάποτε εκτελούσε χωρίς σκέψη. Η κίνηση χάνει την αθωότητά της. Το σκαλοπάτι γίνεται υπολογισμός, η απόσταση μέτρο αντοχής, η νύχτα μεγαλύτερη, η ανάσα πιο συνειδητή. Κάποτε κατοικούσες το σώμα σου χωρίς να το προσέχεις· αργότερα αναγκάζεσαι να διαπραγματεύεσαι καθημερινά μαζί του. Η ηλικία δεν είναι ένας ξαφνικός γκρεμός. Είναι μια αργή μετατόπιση των ορίων.

Αλλά ούτε αυτό είναι το χειρότερο. Το σώμα φθείρεται μπροστά σου. Ο κόσμος σου, όμως, φθείρεται γύρω σου.

Οι άνθρωποι αρχίζουν να λείπουν. Όχι αφηρημένα. Συγκεκριμένα πρόσωπα. Εκείνοι που γνώριζαν ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτός που είσαι. Που θυμούνταν τα ίδια δωμάτια, τους ίδιους δρόμους, τα ίδια αστεία. Φίλοι, σύντροφοι, αδέλφια, άνθρωποι που δεν χρειαζόταν να τους εξηγήσεις το παρελθόν σου, γιατί το κουβαλούσαν μαζί σου. Κάθε θάνατος δεν παίρνει μόνο έναν άνθρωπο· παίρνει και έναν μάρτυρα της ζωής σου. Και κάποτε μένεις ο τελευταίος κάτοικος μιας χώρας που δεν υπάρχει πια.

Ίσως γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι επιστρέφουν τόσο συχνά στις ίδιες ιστορίες. Όχι πάντα επειδή ξεχνούν, αλλά επειδή θυμούνται. Η ανάμνηση γίνεται τόπος κατοικίας όταν το παρόν στενεύει. Εκεί περπατούν ακόμη γρήγορα, ερωτεύονται, ταξιδεύουν, γελούν χωρίς πόνο, έχουν ανθρώπους που τους περιμένουν. Κάθε παλιά ιστορία λέει, κατά βάθος: «Υπήρξα. Αγάπησα. Με χρειάστηκαν. Ήμουν κάποτε μέσα στο κέντρο των πραγμάτων».

Η κοινωνία αγαπά τη νεότητα επειδή αγαπά την ταχύτητα: ό,τι παράγει, προλαβαίνει, μεταμορφώνεται. Ο ηλικιωμένος κινείται αντίθετα από αυτή τη λατρεία. Είναι πιο αργός, κουράζεται, απαιτεί χρόνο. Κι έτσι κινδυνεύει να γίνει αόρατος, όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν προλαβαίνει πια τον ρυθμό των άλλων.

Το γήρας αφαιρεί και κάτι ακόμη: τη βεβαιότητα ότι είσαι αναγκαίος. Για δεκαετίες κάποιος σε χρειαζόταν: μια οικογένεια, μια δουλειά, ένας έρωτας, ένα παιδί, ένας φίλος. Ώσπου μια μέρα αντιλαμβάνεσαι ότι η ζωή των άλλων οργανώνεται χωρίς τη συμμετοχή σου. Δεν σε απορρίπτουν κατ’ ανάγκη. Απλώς δεν σε χρειάζονται όπως κάποτε.

Και μαζί έρχεται η απώλεια της αυτονομίας. Η αξιοπρέπεια δοκιμάζεται σε ταπεινές πράξεις: στο μπάνιο, στο ντύσιμο, στο περπάτημα, σε μια πόρτα που δεν μπορείς να ανοίξεις μόνος. Τότε καταλαβαίνεις πόσο βαθιά είχαμε ταυτίσει την αξιοπρέπειά μας με την ανεξαρτησία. Το δύσκολο δεν είναι μόνο να χρειάζεσαι τους άλλους· είναι να μη διαβάσεις στο βλέμμα τους πως έγινες βάρος.

Και κάποια βράδια, μέσα στην ησυχία που έχει περισσέψει, αναρωτιέσαι τι ήταν τελικά η ευτυχία.

Ίσως τότε καταλαβαίνεις κάτι που η νεότητα αδυνατεί να γνωρίζει: η ευτυχία σπάνια αναγνωρίζεται τη στιγμή που συμβαίνει. Συνήθως τη βαφτίζουμε ευτυχία αργότερα, όταν έχει ήδη χαθεί. Μια αυλή από τα παιδικά χρόνια. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Ένα πρόσωπο που θεωρούσες δεδομένο. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που σήμερα λείπουν. Μια ασήμαντη στιγμή που τώρα μοιάζει ανεκτίμητη, επειδή δεν μπορεί να επιστρέψει. Το παιχνίδι σου που έπαιζες ανέμελα. Ίσως η ευτυχία να είναι, σε μεγάλο βαθμό, μνήμη: η καθυστερημένη συνείδηση ότι κάποτε είχες αυτό που σήμερα θα ήθελες να ξαναζήσεις.

Αυτό είναι το παράδοξο της μακροζωίας: όσο περισσότερο χρόνο κερδίζεις, τόσο μεγαλώνει και το νεκροταφείο που κουβαλάς μέσα σου. Δεν υπάρχει τίποτε ρομαντικό σ’ αυτό. Υπάρχει όμως μια καθαρότητα.

Ο χρόνος, στο τέλος, αφαιρεί σχεδόν όλα όσα χρησιμοποιήσαμε για να ορίσουμε τον εαυτό μας: ομορφιά, λόγο,  δύναμη, ρόλους, ιδιότητες, κοινωνική σημασία, ανθρώπους, βεβαιότητες. Και όσο αφαιρούνται τα περιττά, απομένει κάτι που δεν μπορεί πια να προσποιηθεί. Το ουσιώδες. Δεν έχεις άπειρο χρόνο για να εντυπωσιάσεις ή να κρυφτείς πίσω από ρόλους. Η ζωή μικραίνει και γι’ αυτό βαραίνει περισσότερο. Μια κουβέντα, ένα άγγιγμα, μια παρουσία, μια πραγματική ακρόαση γίνονται σημαντικότερα από πολλά πράγματα για τα οποία κάποτε αγωνίστηκες.

Το τραγικό των γηρατειών δεν είναι ότι πλησιάζει ο θάνατος. Ο θάνατος πλησίαζε πάντοτε. Το τραγικό είναι ότι, πριν έρθει, ο άνθρωπος έχει ήδη αποχαιρετήσει πολλές φορές. Κάθε δεκαετία τού πήρε κάτι. Κι όμως εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ.

Ίσως αυτή να είναι η τελευταία αλήθεια του γήρατος. Όχι ότι στο τέλος βρίσκεις απαντήσεις, αλλά ότι δεν σου μένει πια αρκετός χρόνος για να κρύβεσαι από τις ερωτήσεις.

Όταν σου αφαιρεθούν όλα όσα νόμιζες ότι ήσουν, τι απομένει από εσένα;

«Όσο περισσότερο ζεις, τόσο περισσότερο γερνάς, τόσα περισσότερα χάνεις, τόσο γίνεσαι φτωχός…».

Αλλά όσο ακόμη αισθάνεσαι την απώλεια, σημαίνει ότι κάτι μέσα σου εξακολουθεί να είναι ζωντανό.


Δημήτρης Βίκτωρ

Νοέμβριος/2023

 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Ό,τι χαρίζεις

«Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα».

«Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα». Δεν αφορά μόνο το αντικείμενο που αφήνει το χέρι σου. Το υλικό είναι ίσως η πιο φτωχή μορφή προσφοράς. Χαρίζεις έναν λόγο, μια συμβουλή, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια πράξη αξιοπρέπειας, μια στιγμή θάρρους, μια συγχώρεση, ακόμη και μια σιωπή όταν η σιωπή είναι ανώτερη από τον θόρυβο. Χαρίζεις τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζεις τον άλλον. Τον τρόπο με τον οποίο στέκεσαι απέναντι στην αδικία. Τον τρόπο με τον οποίο αντέχεις την ήττα. Κι αυτά, σε αντίθεση με τα πράγματα, δεν επιστρέφουν ποτέ πραγματικά σε σένα. Φεύγουν προς τον κόσμο και αρχίζουν να ζουν μέσα σε άλλους ανθρώπους.

Ο άνθρωπος πλανάται όταν πιστεύει ότι δικό του είναι μόνο ό,τι κρατά. Στην πραγματικότητα, ό,τι κρατά είναι ήδη καταδικασμένο να χαθεί. Το σώμα θα φθαρεί, τα αντικείμενα θα περάσουν σε ξένα χέρια, οι τίτλοι θα ξεχαστούν, οι χώροι που αποκαλούμε «δικούς μας» θα κατοικηθούν από άλλους. Η κατοχή είναι προσωρινή αυταπάτη. Αντίθετα, μια πράξη που έγινε δεν μπορεί να ξεγίνει. Ένας λόγος που ειπώθηκε την κατάλληλη στιγμή μπορεί να συνεχίσει μέσα σε έναν άνθρωπο για δεκαετίες. Μια συμβουλή μπορεί να αλλάξει μια απόφαση, και αυτή η απόφαση να γεννήσει εκατό άλλες. Μια πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει μνήμη και η μνήμη, χωρίς να το γνωρίζεις, να γίνει πρότυπο.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος αφήνει ίχνη πολύ βαθύτερα από όσα αντιλαμβάνεται. Η συμπεριφορά του είναι ένας αόρατος σπόρος. Ο τρόπος που φέρεσαι στον αδύναμο, στον ξένο, στον άνθρωπο που δεν έχει τίποτε να σου προσφέρει, ίσως να γίνει μάθημα σε κάποιον που σε παρακολουθεί χωρίς να το ξέρεις. Το ίδιο και η σκληρότητα. Το ίδιο και η μικρότητα. Τίποτε δεν χάνεται τόσο εύκολα όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Οι πράξεις πολλαπλασιάζονται μέσα στους ανθρώπους. Αντηχούν. Και η ηχώ δεν ρωτά αν εσύ πρόλαβες να μετανοήσεις.

Εδώ τελειώνει η αθώα εικόνα της προσφοράς και αρχίζει η ευθύνη. Γιατί δεν χαρίζουμε μόνο το καλό. Χαρίζουμε και τον φόβο μας. Χαρίζουμε τη δειλία μας όταν σιωπούμε μπροστά στην αδικία. Χαρίζουμε την περιφρόνηση όταν ταπεινώνουμε. Χαρίζουμε τη βία όταν τη νομιμοποιούμε με τη συμπεριφορά μας. Κάθε πράξη μας γίνεται δυνατότητα μέσα σε κάποιον άλλον. Ο άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος απ’ όσο νομίζει, επειδή δεν τελειώνει στα όρια του σώματός του.

Και εδώ εμφανίζεται η σκληρότερη αλήθεια: η αιωνιότητα ίσως να μην είναι ένας τόπος όπου πηγαίνουμε, αλλά η συνέχεια των συνεπειών μας. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς σε μεταφυσικές παρηγοριές για να καταλάβει ότι κάτι από εμάς εξακολουθεί να κινείται όταν εμείς παύσουμε. Ένας λόγος περνά από στόμα σε στόμα. Μια χειρονομία γίνεται συνήθεια. Μια ιδέα περνά σε ένα παιδί, από εκεί σε έναν άλλο άνθρωπο, και συνεχίζει χωρίς κανείς να θυμάται πια την πρώτη πηγή.

Γι’ αυτό ο ισχυρός άνθρωπος δεν μετρά μόνο όσα απέκτησε. Μετρά όσα μπόρεσε να αφήσει πίσω του χωρίς να ζητήσει ιδιοκτησία πάνω τους. Δεν απαιτεί να του αναγνωριστεί κάθε καλό που προκάλεσε. Δεν φυλακίζει τον άλλον μέσα στην ευγνωμοσύνη. Δίνει και αφήνει το δώρο να γίνει ξένο, γιατί ξέρει ότι ακριβώς τότε γίνεται αληθινά δικό του.

Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα, όχι επειδή επιστρέφει σε σένα, αλλά επειδή σε καθορίζει. Κάθε συμβουλή που έδωσες, κάθε αξιοπρεπής στάση, κάθε πράξη γενναιότητας, κάθε χέρι που άπλωσες, κάθε άνθρωπος που δεν ταπείνωσες όταν μπορούσες, χαράζει το περίγραμμά σου μέσα στον κόσμο.

Και όταν κάποτε το όνομά σου χαθεί, ίσως αυτό να απομένει: όχι όσα κράτησες, αλλά όσα έθεσες σε κίνηση.

Γιατί όλα αντηχούν στην αιωνιότητα.
Και η αιωνιότητα δεν ξεχνά τι της χαρίσαμε.

Δημήτρης Βίκτωρ
Δεκέμβριος-2021



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Περί ψέματος και Αλήθειας

«Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου»

Η φράση αυτή φωτίζει ένα παράδοξο που διατρέχει τις ανθρώπινες κοινωνίες και την πορεία του ανθρώπου στον χρόνο: η λεπτή και συχνά αδιαφανής γραμμή ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια δεν αποτυπώνεται μόνο σε αφηρημένες θεωρήσεις, αλλά ριζώνει στον πυρήνα της εμπειρίας, της γνώσης και της αφήγησης.

Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιδίωκε να κατανοήσει τον κόσμο μέσα από λογικά και συμβολικά σχήματα. Ωστόσο, ό,τι ονομάζουμε «πραγματικότητα» συχνά εμφανίζεται ως μωσαϊκό εντυπώσεων και ιστορικών παραδόσεων, οι οποίες υφαίνονται μέσα από αφηγήσεις – κάποιες αληθινές, κάποιες ψευδείς, κάποιες μετέωρες ανάμεσα στα δύο. Ένα «αληθινό ψέμα» μπορεί να είναι κάτι που, ενώ στη βάση του δεν ισχύει, εμφανίζεται πειστικό λόγω της βαθιάς αποδοχής του από την κοινωνία. Αντίστοιχα, μια «ψεύτικη αλήθεια» αποκτά ισχύ και νομιμοποίηση μέσα από τη συνεχή αναπαραγωγή της. Έτσι, η “αφηρημένη” αλήθεια κι ένα “ψεύτικο” γεγονός με επαρκή στήριξη μετατρέπονται σε κινητήριους μοχλούς της κοινωνικής ζωής.

Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, θρησκείες, φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρήσεις οικοδομήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αφηγήσεις∙ κάποιες βασισμένες σε αναμφισβήτητες παρατηρήσεις και κάποιες σε μυθοπλασίες που ρίζωσαν τόσο βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων, ώστε έγιναν «αποδεκτές αλήθειες». Κάθε λαός, κάθε εποχή, υπήρξε δέσμιος μιας ή πολλών ιστοριών που τον καθόρισαν. Η Ιστορία δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά και μια διήγηση∙ και σε αυτήν τη διήγηση παρεισφρέουν τόσο οι “αληθινές” όσο και οι “πλαστές” πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν ένα ψέμα συμφωνεί με τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες ή τους φόβους μιας κοινωνίας, ενσωματώνεται σχεδόν αθόρυβα στον συλλογικό νου. Τότε, αυτό το ψέμα γίνεται «αληθινό» στην αντίληψη εκείνων που το αποδέχονται. Έτσι, επηρεάζει συμπεριφορές, νοοτροπίες, και κατευθύνει την ιστορική πορεία. Από την άλλη, μια αλήθεια που δεν έχει αποδείξεις ή προσκρούει σε ισχυρές πεποιθήσεις του κοινού, μπορεί να μοιάζει με ψέμα και να απορριφθεί. Το κριτήριο, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά η “αντικειμενική εγκυρότητα”, αλλά και η κοινωνική αποδοχή.

Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ιδεολογιών που κατάφεραν να επικρατήσουν, παρότι στηρίζονταν σε αμφισβητήσιμα ή κατάφωρα ψευδή δεδομένα. Από τους μύθους της αρχαιότητας μέχρι τα σύγχρονα αφηγήματα πολιτικής ή οικονομικής προπαγάνδας, η αλήθεια διαπλέκεται με το ψέμα, και κάθε ιδέα που αποκτά δύναμη μπορεί να εδραιώσει μια νέα εκδοχή “πραγματικότητας”. Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται κοσμοθεωρίες, ιδεώδη, ακόμα και ο καθημερινός τρόπος σκέψης των ανθρώπων.

Μολονότι το «αληθινό ψέμα» μπορεί να επηρεάσει ριζικά την κοινωνία, η επαγρύπνηση του ατόμου απέναντι στην πληροφορία και στα φαινόμενα είναι το βασικό αντίδοτο στον κίνδυνο του “χειρισμού” ή της εξαπάτησης. Η κριτική σκέψη, η αμφισβήτηση και ο διάλογος μάς επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τις διάφορες στρώσεις πραγματικότητας, πίσω από τις οποίες κρύβεται συχνά μια εξουσιαστική ή ιδιοτελής σκοπιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να παραμείνει αέναη, όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας να διακρίνουμε το βάσιμο και το ψευδές.

Σε τελική ανάλυση, ο τίτλος του κειμένου, «Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου» εκφράζει μια διαχρονική πραγματικότητα για την αμφίθυμη φύση μας. Μεταφέρει την ιδέα πως η Ιστορία δεν είναι απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά και το παλίμψηστο των πεποιθήσεων, των ερμηνειών και των μύθων που αιχμαλωτίζουν τη συλλογική φαντασία. Η φιλοσοφική και κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας δεν απαιτεί την απόλυτη κατάκτηση της “αντικειμενικής αλήθειας”, μα την άοκνη προσπάθεια να διακρίνουμε το αληθινά ουσιώδες από την ψευδαίσθηση—να κρατήσουμε ζωντανή την εγρήγορση για ό,τι συχνά παρουσιάζεται ως οριστικό και ακλόνητο, αλλά ίσως κρύβει μέσα του την πιο βαθιά πλάνη.

Δημήτρης Βίκτωρ