Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Περί συμβιβασμού και εξευτελισμού

«Οι περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό κι ας εξευτελίζονται»

Οι περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό, κι ας εξευτελίζονται, γιατί ο συμβιβασμός μοιάζει με ήρεμο λιμάνι: υπόσχεται ασφάλεια, προβλεψιμότητα, ένα τέλος στη σύγκρουση. Κι όμως, ο εξευτελισμός δεν είναι πάντα θόρυβος και σκάνδαλο· συχνά είναι σιωπή, η ανεπαίσθητη υποχώρηση της αξιοπρέπειας μπροστά σε μια μικρή ευκολία. Όταν ο άνθρωπος φοβάται τον πόνο, σπεύδει να τον εξαγοράσει: δίνει λίγο από τον εαυτό του για να αγοράσει λίγη ησυχία, λίγο χρόνο, λίγη αποδοχή. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται νόμισμα της καθημερινής ειρήνης, αλλά και τίμημα μιας αργής εσωτερικής διάβρωσης.

Αν το δει κανείς νηφάλια, η προτίμηση στον συμβιβασμό είναι σε μεγάλο βαθμό μηχανισμός αυτοσυντήρησης. Ο νους μαθαίνει να αποφεύγει ό,τι απειλεί: απόρριψη, φτώχεια, μοναξιά, τιμωρία, αβεβαιότητα. Ο “ανεκτός” εξευτελισμός φαίνεται μικρότερος κίνδυνος από την απώλεια μιας θέσης ή μιας συνήθειας. Κι επειδή οι άνθρωποι συχνά συγχέουν το χρήσιμο με το καλό, βαφτίζουν τη φυγή “ρεαλισμό”, την υποχώρηση “ωριμότητα”, τη σιωπή “σύνεση”. Έτσι μια πράξη που πηγάζει από φόβο μπορεί να φορέσει το ένδυμα της αρετής και να περάσει ως ισορροπία.

Υπάρχει όμως μια σκληρή διάκριση που καθαρίζει το τοπίο: άλλα πράγματα εξαρτώνται από εμάς κι άλλα όχι. Δεν εξαρτάται από εμάς η διάθεση του πλήθους, η κρίση των ισχυρών, η φορά των γεγονότων. Εξαρτάται όμως από εμάς η στάση μας, η πρόθεση, το κριτήριο του σωστού. Ο εξευτελισμός δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό συμβάν· είναι κυρίως εσωτερική συγκατάθεση. Μπορεί να ηττηθείς χωρίς να εξευτελιστείς, αν δεν παραδώσεις την εσωτερική σου πυξίδα. Και μπορεί να νικήσεις, αλλά να είσαι ήδη ταπεινωμένος, αν κέρδισες πουλώντας αυτό που σε κρατά όρθιο.

Γι’ αυτό η αξιοπρέπεια δεν είναι πείσμα ούτε φιλοδοξία· είναι άσκηση ελευθερίας. Δεν είναι “να μη σε πατούν”, αλλά να μην πατάς εσύ τον εαυτό σου για να περάσεις. Κάθε συμβιβασμός πρέπει να ζυγίζεται με ένα ερώτημα που δεν σηκώνει ωραιοποιήσεις: αυτό που δίνω τώρα είναι κάτι εξωτερικό και πρόσκαιρο ή είναι κομμάτι της εσωτερικής μου ραχοκοκαλιάς; Αν είναι το πρώτο, ίσως η υποχώρηση να είναι σοφή. Αν είναι το δεύτερο, ο συμβιβασμός δεν είναι συμφωνία με τον κόσμο, είναι προδοσία μιας αρχής. Και η προδοσία, όσο κι αν φέρνει ηρεμία, αφήνει πίσω της δηλητήριο: τη γνώση ότι, στην κρίσιμη στιγμή, δεν στάθηκες δίπλα στον εαυτό σου.

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί “οι περισσότεροι” το επιλέγουν. Δεν είναι μόνο ο φόβος του άμεσου κόστους· είναι και η συνήθεια της μικρής υποχώρησης. Η πρώτη παραχώρηση γίνεται “για να περάσει η μέρα”, η δεύτερη “για να μη χαλάσει η σχέση”, η τρίτη “γιατί έτσι είναι το σύστημα”. Σιγά-σιγά δεν υπάρχει μια καθαρή στιγμή προδοσίας, αλλά μια αλυσίδα από εκπτώσεις που μοιάζουν λογικές. Ο άνθρωπος σκύβει λίγο-λίγο, ώσπου ξεχνά πώς είναι να στέκεται όρθιος, και ο εξευτελισμός παριστάνει το φυσικό.

Κι όμως, πίσω από αυτή τη νηφάλια εξήγηση υπάρχει μια σκοτεινότερη πλευρά: πολλές φορές ο συμβιβασμός δεν γίνεται για να σωθεί η ζωή, αλλά για να σωθεί η εικόνα. Είναι φόβος απογύμνωσης. Ο άνθρωπος προτιμά τη μάσκα της αποδοχής από το ρίσκο της αλήθειας, γιατί η αλήθεια δεν χαϊδεύει· απαιτεί. Απαιτεί να καταρρεύσουν βολικές αυταπάτες: ότι είμαστε “καλοί” επειδή είμαστε ακίνδυνοι, ότι είμαστε “ώριμοι” επειδή δεν συγκρουόμαστε, ότι είμαστε “ευτυχισμένοι” επειδή δεν ρισκάρουμε. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται τρόπος ύπαρξης: ειρήνη με ό,τι μας μικραίνει, αρκεί να μην αναγκαστούμε να πολεμήσουμε για ό,τι μπορούμε να γίνουμε.

Τότε ο εξευτελισμός δεν είναι ατύχημα, αλλά τίμημα μιας λατρείας της άνεσης. Η ένταση που γεννά δημιουργία αντικαθίσταται από ηρεμία που γεννά αδράνεια. Ο άνθρωπος διαπραγματεύεται την αλήθεια του για λίγη κοινωνική θερμότητα, και με τον καιρό το παρουσιάζει ως “ταπεινότητα”, ενώ είναι απώλεια ισχύος: όχι ισχύος πάνω στους άλλους, αλλά ισχύος πάνω στη ζωή του, της δυνατότητας να λέει “όχι” όταν όλοι τον εκπαιδεύουν να λέει “ναι”.

Υπάρχει βέβαια κι ένας συμβιβασμός που δεν εξευτελίζει, όταν γίνεται ως συνειδητή στρατηγική για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Το κριτήριο είναι απλό: η υποχώρηση δεν πρέπει να σου στερεί την ικανότητα να ξανασηκωθείς. Αν σε κρατά ικανό να πράξεις αύριο αυτό που θεωρείς ουσιώδες, μπορεί να είναι επιλογή δύναμης. Αν όμως σε εκπαιδεύει να ζητάς άδεια για να είσαι ο εαυτός σου, γίνεται σχολείο δουλείας. Η διαφορά φαίνεται στο ίχνος που αφήνει η πράξη: η σοφή υποχώρηση αφήνει καθαρότητα· ο εξευτελιστικός συμβιβασμός αφήνει ντροπή.

Στο τέλος, το βάρος πέφτει στην πιο αμείλικτη ερώτηση: τι αξίζει περισσότερο, μια ζωή χωρίς συγκρούσεις ή μια ζωή που αντέχει να κοιτά τον εαυτό της στα μάτια; Δεν σε κρίνει το πλήθος που σε έσπρωξε στον συμβιβασμό· σε κρίνει εκείνη η μοναχική στιγμή που μένεις με τη συνείδησή σου. Το απόφθεγμα δεν καταδικάζει απλώς τους πολλούς· αποκαλύπτει το τίμημα της ευκολίας και υπαινίσσεται μια δυνατότητα: να μην είσαι “οι περισσότεροι”. Να δέχεσαι τις αναπόφευκτες απώλειες χωρίς να πουλάς την εσωτερική σου αξία, να σηκώνεις το κόστος του να είσαι αληθινός ακόμη κι όταν πονά. Γιατί ο συμβιβασμός μπορεί να κερδίζει την ημέρα, αλλά η αξιοπρέπεια κερδίζει τη ζωή.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟ

Η παλιά εκείνη στάση των σοφών που έβλεπαν τα γεγονότα ως ουδέτερες προκλήσεις, ως ευκαιρίες να δοκιμάζεται η εσωτερική αντοχή του ανθρώπου, μοιάζει σήμερα να έχει χαθεί. Η ψυχραιμία, η αυτοκυριαρχία και η εστίαση στο δικό σου μέτρο έχουν αντικατασταθεί από μια υστερική επιθυμία να ελέγχεται ο άλλος∙ να περιορίζεται, να ισοπεδώνεται, να τιμωρείται επειδή τολμά να ξεχωρίσει. Εκείνος που προχωρά μπροστά, που χτίζει, που δημιουργεί, που δεν ζητά άδεια για την ελευθερία του, αντιμετωπίζεται πλέον σαν απειλή. Όχι επειδή βλάπτει κανέναν, αλλά επειδή ορίζει τον εαυτό του.

 Το μίσος για τον επιτυχημένο είναι πάντα μίσος για τον καθρέφτη. Είναι η οργή του αδύναμου όταν δει τι θα μπορούσε να γίνει και δεν τόλμησε ποτέ. Ο φθόνος δεν γεννιέται από την ανισότητα αλλά από την ενοχή∙ από την αίσθηση πως «εκείνος έκανε, εγώ όχι». Και όσο πιο εμμονικά κάποιος κρύβει τη δική του αδράνεια κάτω από μεγάλα λόγια και δήθεν υψηλές αρχές, τόσο πιο αγριεμένος γίνεται απέναντι σε όποιον τολμά να αποδεικνύει με το παράδειγμά του ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν άλλο παρά μια βολική πρόφαση.

 Οι ιδεοληπτικοί, όσοι μετατρέπουν ένα πολιτικό σύνθημα σε υποκατάστατο χαρακτήρα, πάσχουν ακριβώς από αυτή τη διάβρωση. Δεν αντέχουν την ελευθερία του άλλου, γιατί δεν αντέχουν τη δική τους σκλαβιά. Δεν αντέχουν την επιτυχία του άλλου, γιατί δεν αντέχουν να κοιτάξουν κατάματα τη δική τους αποτυχία. Έτσι ρίχνουν λάσπη, χτίζουν μύθους, αλυχτούν για «δικαιοσύνη» ενώ το μόνο που ζητούν είναι ισότητα προς τα κάτω. Θέλουν όλοι να μειωθούν στο ύψος της δικής τους αδράνειας, για να πάψει ο κόσμος να τους θυμίζει τι θα μπορούσαν να είναι.

 Η επιτυχία ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι για αυτούς προσωπική προσβολή. Ζηλεύουν την ανεξαρτησία, όχι τα έργα. Ζηλεύουν την τόλμη, όχι τα αποτελέσματα. Θέλουν να σε δουν να αποτυγχάνεις για να καταπνίξουν μέσα τους την απόδειξη πως η ελευθερία απαιτεί ευθύνη — κάτι που ποτέ δεν θέλησαν να αναλάβουν. Γι’ αυτό και πολεμούν όχι τον άνθρωπο, αλλά το πνεύμα του. Θέλουν να κόψουν τα φτερά επειδή εκείνοι δεν πέταξαν ποτέ.

Και όμως, η μεγαλύτερη εκδίκηση του επιτυχημένου δεν είναι η ανταπόδοση του μίσους. Είναι η αδιαφορία. Η συνέχιση της πορείας χωρίς να ζητήσει απολογία, χωρίς να χαμηλώσει τον ρυθμό, χωρίς να χαριστεί σε κανέναν που λατρεύει την αδράνεια περισσότερο από την αλήθεια. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη: στο ότι προχωράς ακόμη κι όταν ουρλιάζουν πίσω σου.

 Στο τέλος, μόνο ένας νόμος επικρατεί: ο νόμος της υπέρβασης. Όποιος δεν αντέχει τη λάμψη του άλλου, ας στραφεί προς το δικό του σκοτάδι. Όποιος μισεί τον ελεύθερο, ας μείνει φυλακισμένος στις δικές του αλυσίδες. Ο ελεύθερος και δημιουργικός άνθρωπος δεν ορίζεται από τη γνώμη των μικρών, αλλά από την ορμή του δικού του γίγνεσθαι. Και κάθε φορά που ένας τέτοιος άνθρωπος προχωρά, επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τον απλό, σκληρό, αμείλικτο κανόνα: ό,τι δεν μπορεί να σε φτάσει, θα προσπαθήσει να σε καταστρέψει — κι εσύ θα προχωρήσεις κι άλλο.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η Λεωφόρος του εξανθρωπισμού

Οι ψυχές των ανθρώπων κυβερνώνται από το μίσος και οι πρακτικές των συνόλων υποτάσσονται στην Μισαλλοδοξία.
Αυτό διδάσκει η ιστορία, αυτό ζουν όλες οι γενιές από καταβολής κόσμου.

Η ζωή είναι άδικη. Αυτή ήταν και είναι η ανάγκη επινόησης του Θεού, του όποιου Θεού.
Οι άνθρωποι είναι μόνοι και στην προσπάθειά τους να εξανθρωπιστούν, επικαλούνται την Δικαιοσύνη και την επιδιώκουν, τουλάχιστον στα λεγόμενα, με ευχές και παραινέσεις.

Για να είσαι όμως δίκαιος, έστω σχετικά, θα πρέπει να μπαίνεις πρωτίστως στη θέση του άλλου. Αλλά ο άνθρωπος είναι ελλιπής σε ικανότητα για κάτι τέτοιο. Πόσο μάλλον αν υπάρχει αντιπαλότητα μεταξύ κρατών. Τότε η έννοια κάθε δικαίου εξαφανίζεται και στην θέση του μπαίνει η 
κατίσχυση, η επιβολή του συμφέροντος με δύναμη.

Οι λαοί νομίζουν πως αποφάσεις παίρνουν οι πολιτικοί, και οι πιστοί όπου γης πως καθορίζουν την μοίρα τους οι θεοί τους.
Τίποτε από όλα αυτά.
Η Μισαλλοδοξία κυβερνά.
Αυτή, που είναι ριζωμένη μέσα στα μυαλά των ανθρώπων σαν ανώτατο ένστικτο.

Το κυνήγι της αγάπης είναι ο δρόμος προς τον χαμένο παράδεισο του ανθρώπου.
Η Αγάπη είναι ανύπαρκτη για το ανθρώπινο γένος, πλην της επιλεκτικής.

Έτσι θα διαφωνούν οι πάντες με τους πάντες.


Τα υπόλοιπα στον μεγάλο Θουκυδίδη, που όποιος τον μελετήσει θα κατανοήσει πως, δεν υπάρχουν λαοί με ταυτότητα, αλλά άνθρωποι που πασχίζουν να επικρατήσουν με κάθε τρόπο και μακριά από δίκαια, διαπερνώντας την λεωφόρο του εξανθρωπισμού με μίσος.

Δημήτρης Βίκτωρ




Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκέψης και μίσους γι’ αυτήν

«Αν θέλεις να σε μισήσει κάποιος, κάνε τον να σκεφτεί»

Το απόφθεγμα μοιάζει υπερβολικό, κι όμως ακουμπά μια παλιά αλήθεια: η σκέψη δεν είναι απλώς εργαλείο, είναι δοκιμασία. Δεν κερδίζει πάντα φίλους· συχνά διαλύει τις συμβάσεις που κρατούν την καθημερινότητα ήρεμη. Και επειδή οι άνθρωποι προτιμούν την ηρεμία από την αλήθεια, όποιος τους καλεί να σκεφτούν, τους καλεί να χάσουν κάτι: μια βεβαιότητα, μια δικαιολογία, ένα καταφύγιο.

Η σκέψη, όταν είναι γνήσια, ζητά να αποσυρθείς από το πλήθος των εντυπώσεων και των επιθυμιών, να δεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως σε βολεύει να είναι. Εκείνος που σκέφτεται δεν επιδιώκει να νικήσει σε διαμάχη, αλλά να μην ηττηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Μαθαίνει να ξεχωρίζει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να μην παραχωρεί σε άλλους την κυριαρχία πάνω στη διάθεσή του, να μη θυσιάζει την εσωτερική του ισορροπία για λίγη επιδοκιμασία. Η σκέψη γίνεται άσκηση: πειθαρχία απέναντι στην παρόρμηση, καθαρότητα απέναντι στη σύγχυση, μέτρο απέναντι στην υπερβολή.

Κι εδώ βρίσκεται το πρώτο αγκάθι του ρητού. Όταν κάνεις κάποιον να σκεφτεί, του ζητάς να σταθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν κολακεύει. Η σκέψη αφαιρεί τα μαλακά περιτυλίγματα των βολικών αφηγήσεων. Αν κάποιος έχει χτίσει την αυτοεικόνα του πάνω σε έτοιμες γνώμες, σε κληρονομημένες βεβαιότητες ή σε ένα «έτσι είναι τα πράγματα», τότε η αληθινή ερώτηση λειτουργεί σαν ξύσιμο σε πληγή. Δεν μισεί εκείνον που του δίνει μια απάντηση· μισεί εκείνον που του παίρνει το άλλοθι. Διότι μέχρι να σκεφτεί, μπορούσε να ζει «αθώος» μέσα στην άγνοια. Από τη στιγμή που σκέφτηκε, είναι υποχρεωμένος να αναλάβει ευθύνη.

Η σκέψη είναι επίσης διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης. Πολλές σχέσεις στηρίζονται σε άγραφες συμφωνίες: να μην αγγίζουμε τα ιερά του άλλου, να μη φωτίζουμε υπερβολικά τις αντιφάσεις, να μην απαιτούμε λογαριασμό από τις συνήθειες. Αυτές οι συμφωνίες συχνά κάνουν τη ζωή ανεκτή. Όμως είναι εύθραυστες. Η ερώτηση «γιατί;» μπορεί να τις διαλύσει. Όποιος ωθεί έναν άνθρωπο να σκεφτεί, κλονίζει συνήθειες και σχέσεις ισχύος που κρύβονται από κάτω. Γιατί η συνήθεια δεν είναι μόνο άνεση· είναι και τάξη. Και κάθε τάξη έχει ωφελημένους.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το απόφθεγμα δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Είναι άμυνα. Είναι ο θυμός του ανθρώπου που νιώθει ότι χάνει έδαφος: χάνει την εύκολη ταυτότητα, χάνει την ασφάλεια του «ανήκειν», χάνει την άνεση της βεβαιότητας. Η σκέψη τον αναγκάζει να δει ότι ίσως είχε άδικο, ότι ίσως δεν επέλεξε ο ίδιος όσα υποστηρίζει, ότι κάποιος άλλος διάλεξε γι’ αυτόν. Και αυτή η συνειδητοποίηση πληγώνει τον εγωισμό περισσότερο από οποιαδήποτε προσβολή. Γι’ αυτό συχνά μετατρέπεται σε επίθεση προς τον φορέα της αμφιβολίας: είναι ευκολότερο να μισήσεις τον αγγελιοφόρο παρά να αναμορφώσεις τη ζωή σου.

«Κάνε τον να σκεφτεί», λοιπόν, σημαίνει: κάνε τον να αναμετρηθεί με την πιθανότητα ότι η ζωή του ήταν επανάληψη ξένων εντολών, ότι η ηθική του ήταν βολική συμμόρφωση, ότι η αλήθεια του ήταν κοινωνική συμφωνία. Αν δεν έχει τη δύναμη να αντέξει αυτή την απογύμνωση, θα μετατρέψει το σοκ σε μίσος. Γιατί το μίσος είναι μια εύκολη αναπλήρωση δύναμης: σε κάνει να νιώθεις ισχυρός τη στιγμή που εσωτερικά κλονίστηκες. Μισώντας, αποκαθιστάς μια ψεύτικη κυριαρχία: «φταίει εκείνος», άρα «εγώ δεν χρειάζεται να αλλάξω».

Κι όμως, το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί και σαν πικρός έπαινος της σκέψης. Η σκέψη δεν υπόσχεται αποδοχή. Δεν είναι κοινωνικό χάρισμα. Συχνά σε απομονώνει, όχι επειδή προκαλείς επίτηδες, αλλά επειδή δεν μπορείς πια να συμμετέχεις σε τελετουργίες αυτοεξαπάτησης. Γίνεσαι άβολος καθρέφτης. Και οι άνθρωποι σπάνια αγαπούν τους καθρέφτες που δεν τους ωραιοποιούν.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα σε μισήσουν. Είναι αν αντέχεις να μην σε αγαπούν όταν δεν χαρίζεις αυταπάτες, και αν αντέχεις να μη μισήσεις κι εσύ όσους διαλέγουν τον ύπνο. Γιατί η σκέψη έχει κι έναν δικό της πειρασμό: την αλαζονεία του «εγώ βλέπω, οι άλλοι όχι». Αν πέσεις εκεί, δεν οδηγείς τον άλλο στη σκέψη αλλά στην ταπείνωση, και τότε το μίσος του είναι φυσική ανταπόδοση.

Αν όμως η σκέψη προσφέρεται χωρίς έπαρση, σαν πρόσκληση και όχι σαν καταδίκη, τότε ακόμη κι αν γεννήσει μίσος, γεννά κάτι πιο σημαντικό: ρωγμή. Κι από μια ρωγμή μπορεί να μπει φως, αλλά και αέρας που παγώνει. Η σκέψη είναι φως και αέρας μαζί. Δεν υπόσχεται ζεστασιά. Υπόσχεται ελευθερία. Και η ελευθερία είναι ακριβή, γιατί πληρώνεται με την απώλεια της άνεσης.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το ρητό αποκαλύπτεται ως τίμημα. Όχι κάτι που πρέπει να επιδιώκεις, αλλά κάτι που πρέπει να είσαι έτοιμος να πληρώσεις, αν δεν θες να ζεις με δανεική συνείδηση. Διότι η σκέψη, στην αυστηρή της αρχή και στην άγρια της συνέχεια, δεν έχει σκοπό να σε κάνει συμπαθή. Έχει σκοπό να σε κάνει ελεύθερο.

Δημήτρης Βίκτωρ



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 "Αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο τους αναγνωρίζεις: 
Έχουν στα μάτια κάτι, στα χείλια κάτι και στο ύφος ακόμα κάτι. 
Ένα πέπλο, κάτι…"

Το παραπάνω απόφθεγμα επικεντρώνεται σε εκείνους τους ανθρώπους που, με λόγια ή πράξεις, ξεχωρίζουν από το πλήθος λόγω της φλόγας που τους κινεί να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα γύρω τους. Μας μιλάει για ένα “πέπλο”, ένα “κάτι” αόριστο, το οποίο διακρίνεται στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος τους. Τι είναι, όμως, αυτό το “κάτι” που υποδηλώνει; Και γιατί γίνεται τόσο αισθητό σε όσους έχουν μια βαθιά επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο;

Οι άνθρωποι που επιθυμούν να φέρουν αλλαγή ξεχωρίζουν από την εσωτερική τους κινητήρια δύναμη. Είναι εκείνοι που δεν αρκούνται στην πεπατημένη οδό ούτε ικανοποιούνται από τη συμβατική “τάξη πραγμάτων”. Αντί να περιμένουν παθητικά να συμβούν οι εξελίξεις, στέκονται μπροστά στις προκλήσεις και οραματίζονται νέες κατευθύνσεις.

Η ματιά τους μαρτυρά ένα μείγμα προσμονής και αποφασιστικότητας. Δεν κοιτούν απλώς τον κόσμο, αλλά φαίνεται να βλέπουν ένα πιθανό μέλλον κρυμμένο πίσω από την επιφάνεια. Είναι σαν τα μάτια τους να “αφηγούνται” μια ιστορία που για τους περισσότερους είναι αόρατη.

Το χαμόγελο ή η έκφρασή τους φανερώνει μια προσήλωση σε ιδανικά. Ακόμη κι όταν δεν μιλούν, τα χείλη τους μοιάζουν έτοιμα να προφέρουν λόγια αισιοδοξίας ή ορμής. Η “σιωπή” τους δεν είναι κενή, αλλά γεμάτη πειθαρχημένη έξαρση.

Πέρα από τα λόγια, η συνολική στάση του σώματός τους και η συμπεριφορά τους απηχεί μια αφοσίωση σε έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Σε κάθε κίνησή τους, διαβάζει κανείς ότι η αδράνεια δεν τους ταιριάζει.

Όταν γίνεται λόγος για ένα “πέπλο”, συχνά αναφερόμαστε σε κάτι που καλύπτει ή περιβάλλει κάποιον, προσδίδοντάς του ένα μυστήριο. Στην περίπτωση των ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το “πέπλο” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακτινοβολία της οραματικής τους διάθεσης.

Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε ό,τι “είναι” και σε ό,τι “θα μπορούσε να είναι”. Το “πέπλο” τους προστατεύει από τον κυνισμό του περιβάλλοντος, λειτουργώντας σαν διαχωριστική μεμβράνη ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία τους, όπου γεννιούνται νέες ιδέες.

Συχνά, όσοι επιζητούν αλλαγή θεωρούνται “ουτοπιστές”. Κι όμως, οι μεγάλες τομές στις κοινωνίες σχεδόν πάντα ξεκίνησαν από κάποιους “ουτοπιστές”. Το “πέπλο” λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από μια δεδομένη πραγματικότητα μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες άλλες, αν ακόμα δεν τις έχουμε ανακαλύψει.

Κάθε επιθυμία για αλλαγή, προτού γίνει δημόσια δράση, ξεκινά από μια εσωτερική επανάσταση. Στον πυρήνα της, βρίσκεται μια μορφή αμφισβήτησης: “Γιατί να είναι έτσι τα πράγματα;” ή “Πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά;”

Το βλέμμα τους προδίδει τη βαθιά πεποίθηση ότι η πορεία της ζωής ή της κοινωνίας δεν είναι προκαθορισμένη. Αντίθετα, θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να επανασχεδιάσει τις συνθήκες της ύπαρξής του.

Η απόφαση να αμφισβητεί κανείς το “στάτους κβο” απαιτεί θάρρος. Αυτό το βλέπουμε στην αποφασιστικότητα που καθρεφτίζεται στο ύφος τους. Ξέρουν πως η αλλαγή συχνά συναντά αντίσταση, αλλά αυτό δεν τους σταματά· τους καθοδηγεί η ιδέα ότι χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη.

Συχνά, οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν με το “πέπλο” μιας αλλαγής, αρχικά αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ειρωνεία. Το βλέμμα τους, η στάση τους, μπορεί να φαίνονται παράξενα ή υπερβολικά σε όσους έχουν συνηθίσει στη στασιμότητα. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι πολλές φορές οι “ονειροπόλοι” και οι “επαναστάτες” έχουν υπάρξει οι πραγματικοί διαμορφωτές του μέλλοντος.

Οι καινοτόμες ιδέες δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές. Το “πέπλο” που φέρουν, τους διαχωρίζει από το “παραδοσιακό” και δημιουργεί έναν αμήχανο θαυμασμό, αλλά και φόβο στους γύρω τους.

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτοί οι άνθρωποι συχνά αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει μια φυσική έλξη που βασίζεται στη διάθεση για υπέρβαση, σαν να συμμερίζονται ένα κοινό μυστικό για το πώς θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος.

Τελικά, αυτό το “κάτι” στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος αυτών που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο δεν είναι μια κενή γοητεία. Είναι ένα συναίσθημα ελπίδας, αλλά ταυτόχρονα και μια έμπρακτη ανάληψη ευθύνης απέναντι στη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά γύρω μας – ή ίσως αν κοιτάξουμε και μέσα μας – θα βρούμε εκείνους που θέλουν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο. Το “πέπλο” αυτό δεν είναι κάτι υπερφυσικό· είναι η απτή ανταύγεια του ανατρεπτικού πνεύματος, της αποφασιστικότητας και της αισιοδοξίας. Στα μάτια τους, θα δούμε τον καθρέφτη μιας πιθανότητας για ένα καλύτερο μέλλον. Στα χείλη τους, θα ακούσουμε τη βεβαιότητα ότι η ζωή μπορεί να ξαναγραφτεί από την αρχή. Και στο ύφος τους, θα διακρίνουμε ότι δεν αποδέχονται μοιρολατρικά όσα συμβαίνουν, αλλά αγωνίζονται για όσα μπορούν να συμβούν.

Είναι αυτοί, τελικά, που πυροδοτούν την ιστορία, που σπρώχνουν τα όρια και που προσδίδουν νόημα στο ανθρώπινο ταξίδι. Ένα “κάτι”· μια άφατη δύναμη· το ίδιο το όραμα της αλλαγής. Και εκεί έγκειται όλη η γοητεία τους: μας θυμίζουν ότι ο κόσμος ίσως δεν είναι παρά η προβολή του θάρρους και των ονείρων μας.

Δημήτρης Βίκτωρ