«Απλά κοιτάζουμε και η πραγματικότητα αλλάζει»
Απλά
κοιτάζουμε και η πραγματικότητα αλλάζει. Όχι επειδή το βλέμμα μας κατέχει
μαγικές δυνάμεις, ούτε επειδή ο κόσμος είναι εύπλαστος σαν κερί στα χέρια της
επιθυμίας μας. Αλλά επειδή το να κοιτάζεις δεν είναι ποτέ μια αθώα πράξη. Το
βλέμμα είναι στάση απέναντι στο υπάρχον. Είναι η πρώτη εσωτερική συγκατάθεση ή
άρνηση. Πριν ακόμη μιλήσουμε, πριν ακόμη πράξουμε, πριν ακόμη αποφασίσουμε,
έχουμε ήδη τοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο με τον τρόπο που τον αντικρίζουμε. Η
πραγματικότητα δεν αλλάζει πρώτα έξω· αλλάζει μέσα στην κρίση μας. Και αυτή η
εσωτερική μεταβολή είναι συχνά η αρχή κάθε εξωτερικής αλλαγής.
Ο
άνθρωπος που βλέπει ένα εμπόδιο ως συμφορά, ζει ήδη μέσα στη συμφορά. Ο
άνθρωπος που το βλέπει ως δοκιμασία, στέκεται ήδη λίγο ψηλότερα από αυτήν. Το
ίδιο γεγονός, η ίδια απώλεια, η ίδια σιωπή, η ίδια νύχτα, μπορούν να γίνουν
κατάρα ή άσκηση, φυλακή ή σχολείο. Δεν είναι το πράγμα μόνο του που μας
συνθλίβει, αλλά η μορφή που του δίνουμε μέσα μας. Το βλέμμα μας δεν δημιουργεί
το γεγονός, αλλά δημιουργεί τη σχέση μας μαζί του. Και η σχέση αυτή είναι η
πραγματικότητα που τελικά κατοικούμε.
Κοιτάζουμε,
λοιπόν, και αλλάζει ο κόσμος, επειδή αλλάζει το μέτρο με το οποίο τον
δεχόμαστε. Όταν βλέπουμε με φόβο, όλα μεγαλώνουν απειλητικά. Όταν βλέπουμε με
θυμό, όλα γίνονται προσβολή. Όταν βλέπουμε με ματαιοδοξία, όλα γίνονται
καθρέφτες που είτε μας κολακεύουν είτε μας ταπεινώνουν. Μα όταν βλέπουμε με
καθαρότητα, τα πράγματα αρχίζουν να επιστρέφουν στο μέγεθός τους. Το ασήμαντο
παύει να απαιτεί λατρεία. Το αναπόφευκτο παύει να ζητά την άδειά μας. Το
πρόσκαιρο παύει να παριστάνει το αιώνιο. Και τότε η πραγματικότητα δεν γίνεται
πιο εύκολη· γίνεται πιο αληθινή.
Όμως
υπάρχει και ένα άλλο βλέμμα, πιο επικίνδυνο, πιο δημιουργικό, πιο απείθαρχο.
Δεν αρκείται να αποδέχεται τον κόσμο με γαλήνη· θέλει να τον ξαναβαπτίσει. Δεν
κοιτάζει τα πράγματα για να τα υπομείνει, αλλά για να τα μεταμορφώσει. Αυτό το
βλέμμα δεν είναι παρηγοριά· είναι φωτιά. Βλέπει την πέτρα και δεν λέει μόνο
«υπάρχει»· λέει «τι μπορεί να γίνει;». Βλέπει το σκοτάδι και δεν ζητά απλώς να
το αντέξει· αναρωτιέται ποια αστραπή μπορεί να γεννηθεί μέσα του. Βλέπει τον
άνθρωπο όχι ως τελειωμένο πλάσμα, αλλά ως γέφυρα, ως υλικό, ως υπόσχεση που
ακόμη δεν τόλμησε να εκπληρωθεί.
Εδώ
το βλέμμα γίνεται δύναμη ερμηνείας. Και όποιος ερμηνεύει βαθιά, δημιουργεί.
Διότι ο κόσμος δεν μας προσφέρεται έτοιμος, σαν νόημα ολοκληρωμένο. Μας δίνεται
σαν ύλη άγρια, αντιφατική, σκληρή, πολλές φορές παράλογη. Το νόημα δεν το
βρίσκουμε πάντα· συχνά το επιβάλλουμε. Όχι με ψεύδος, αλλά με δημιουργική
τόλμη. Ο αδύναμος κοιτάζει την άβυσσο και ζητά να εξαφανιστεί. Ο δυνατός την
κοιτάζει και την αναγκάζει να γίνει βάθος. Ο ένας βλέπει τέλος· ο άλλος βλέπει
πέρασμα. Ο ένας γονατίζει μπροστά στο γεγονός· ο άλλος το αρπάζει και το κάνει
μοίρα του.
Αυτό
σημαίνει πως η πραγματικότητα αλλάζει όχι μόνο όταν την παρατηρούμε, αλλά όταν
το βλέμμα μας παύει να είναι παθητικό. Το βλέμμα που απλώς καταγράφει είναι
μάτι υπηρέτη. Το βλέμμα που αξιολογεί, διαλέγει, απορρίπτει, υψώνει,
καταστρέφει και ξαναχτίζει, είναι μάτι δημιουργού. Δεν υπάρχει ουδέτερη θέαση.
Κάθε ματιά είναι μια κρυφή απόφαση για το τι αξίζει να υπάρχει, τι αξίζει να
πεθάνει, τι αξίζει να γεννηθεί.
Έτσι,
το απόφθεγμα δεν λέει πως ο κόσμος αλλάζει επειδή τον κοιτάμε επιπόλαια. Λέει
πως ο κόσμος αλλάζει όταν το βλέμμα μας αποκτά βάρος, συνείδηση, ένταση,
βούληση. Η πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει· είναι και το ύψος
από το οποίο το αντικρίζουμε. Και ίσως ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να
ελευθερώνεται τη στιγμή που καταλαβαίνει πως δεν είναι απλώς θεατής του κόσμου,
αλλά ο πρώτος τεχνίτης της σημασίας του.
Τότε,
όταν καταλαβαίνει πως βλέπει με τον νου…
Δημήτρης Βίκτωρ

