Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Βίβλος των Ελλήνων τα Ομηρικά Έπη;

Με την ύφεση, την ακρίβεια, τον πόλεμο και τις απειλές από τον Τούρκο, έχουμε και το φαινόμενο, οι αδικημένοι σύγχρονοι Έλληνες να φιλοσοφούν. Όχι να σκεφτούν αλλά να αναμασήσουν διάφορα χαριτωμένα. Πίσω-πίσω μερικοί έφτασαν και στα Ομηρικά.
Να διδαχθούμε, λέει, από την Βίβλο των προγόνων μας: Από τα Ομηρικά Έπη!

Βίβλος των Ελλήνων τα Ομηρικά Έπη;

Κάτι όπως η Τορά των εβραίων, το Κοράνι των μουσουλμάνων, την Βίβλο και τα Ευαγγέλια των χριστιανών;
Τι θα ακούσουμε ακόμα! Ποιών Ελλήνων;
Την περίοδο του τρωικού πολέμου, έπη φυσικά δεν υπήρχαν.
Δεν δημιουργήθηκαν συγχρόνως με τα γεγονότα. 

Τριακόσια χρόνια αργότερα ή και περισσότερο πρωτοακούστηκαν. Πλήρης ελευθερία λόγου και έμπνευσης. Λέτε να τα έγραψε κάποιος; Κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος; Και από τότε τα έχουμε αναλλοίωτα; Ή μήπως τα Ομηρικά έπη είναι το δημοτικό τραγούδι των αρχαίων Ελλήνων;

Αυτό ακριβώς είναι. Όμηρος δεν υπήρξε.

Τώρα Βίβλος ποιών Ελλήνων;
Των προσωκρατικών χρόνων; Μην σας ακούσουν οι προσωκρατικοί με τα υπέροχα επιστημονικά μυαλά. Αυτοί δεν έδιναν δεκάρα στα δημοτικά πανηγύρια!
 
Ήταν η Βίβλος των Ελλήνων του χρυσού αιώνα;
Μην σας ακούσει ο Πλάτωνας και ο δάσκαλός του ο Σωκράτης ή ο Αριστοτέλης αργότερα. Σπυριά βγάζανε και στο άκουσμα μόνο των Ομηρικών επών.
 
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είχε στο προσκεφάλι του την Ιλιάδα. Ξέρετε γιατί;
Για να ντοπάρεται με την υπόθεση του Αχιλλέα που ήθελε να του μοιάσει.
Πολλοί νομίζουν ότι η Ιλιάδα περιγράφει τον Τρωικό πόλεμο. Λάθος. Η Ιλιάδα περιγράφει την μήνιν, δηλαδή τη ζοχάδα του Αχιλλέως. Κάτι που πήγαινε γάντι για τα γούστα του Αλέξανδρου. Υπ' αυτήν την έννοια γι’ αυτόν ήταν ένα είδος Βίβλου.

Είναι η Βίβλος για τους σύγχρονους ονομαζόμενους Έλληνες, που ουδεμία σχέση έχουν με τους προηγούμενους; Μα, αυτοί έχουν για Βίβλο την κανονική διεστραμμένη Βίβλο των εβραίων και τα ευαγγέλια με τις αναστάσεις!

Άρα, Βίβλος, γιοκ!

Αυτά τα απλοϊκά, χιλιοειπωμένα έχουν πολύ πλάκα. Και ιδίως όταν επιχειρείται η ενδελεχής ανάλυση τότε ξεκαρδιζόμαστε.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές να διδαχθούμε, λέει, από το πνεύμα του Οδυσσέα. Να μείνουμε ψύχραιμοι, ώστε να μην γίνουμε βορρά στους σύγχρονους μνηστήρες!

Οποία ομοιότης! Οι Έλληνες , οι ονομαζόμενοι σύγχρονοι, πέρασαν μια μεγάλη Οδύσσεια μοιράζοντας τον χαβαλέ και αλληλοκλέβοντας τα φράγκα των άλλων και μεταξύ τους. Ναι! Έπρεπε να τα κάνουν όλα αυτά ώστε να φτάσουν στην Ιθάκη! Τώρα, δηλαδή, είναι εκεί επιτέλους. Και τώρα θα στριμώξουν τους μνηστήρες που περίμεναν εκεί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους. Οι μνηστήρες είναι οι ξένοι βεβαίως, που θέλουν την βασιλεία και συγχρόνως να πηδήξουν την Πηνελόπη. Αυτή τώρα, ποια είναι;

Η σύγχρονη Ελληνίδα που "έκλεισε σαν γυναίκα", περιμένοντας;
Δεν βγαίνει με γυναίκα η ιστορία. Ας την ξεχάσουμε επί του παρόντος, ίσως να την θυμηθούμε αργότερα.

Πάμε στους μνηστήρες:
Αυτοί τι θα έπρεπε να κάνουν; Στην Οδύσσεια περιμένουν είκοσι τέσσερα χρόνια χωρίς βασιλιά. Οι σύγχρονοι περιμένουν τα δανεικά. Είναι και καλοί άνθρωποι. Δεν πειράζουν την Πηνελόπη. Υποφέρουν τις παραξενιές της. Είκοσι τέσσερα χρόνια!

Πάμε πάλι στην Πηνελόπη:
Αυτή, τώρα είναι καμιά πενηνταριά. Εκείνη την εποχή ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα τριάντα πέντε χρόνια το πολύ.

Η Πηνελόπη είναι εξαίρεση και ζει ακόμα, αλλά σίγουρα θα είναι μια γριά που δεν θα βλέπεται. Ούτε δόντια θα έχει. Αφού εκείνη την εποχή, συνήθως μετά τα τριάντα, όλοι ήταν μισοφαφούτηδες.  Και ιστορία με γκόμενα γριά μισοφαφούτα, δεν στέκει.

Από τη μία ο Όμηρος μας βάζει την γκομενάρα την Ελένη για να στηρίξει την ιστορία, αλλά με την Πηνελόπη δεν μας τα λέει καλά. Αλλά και ο Οδυσσέας πρέπει να είναι κάπου τόσο γέρος. Και ενώ πάντα τα κατάφερνε με την πονηριά ή την εξυπνάδα του, εδώ ο Όμηρος μας το αλλάζει και τον κάνει τον πιο δυνατό από όλους τους εικοσιπεντάρηδες!

Ας είναι. Όμως δουλεύει μπαμπέσικα. Αφού έχει βοήθεια από την Θεά Αθηνά. Άρα δεν είναι δική του η νίκη; Αλλά και οι μνηστήρες είναι εκεί κατ’ επιταγήν άλλων θεών. Όλο το σκηνικό είναι σικέ.

Αλλά, ποιητική αδεία ας το παρακολουθήσουμε:

Ο Οδυσσέας τους ξεγελάει και καταφέρνει να τους έχει άοπλους μπροστά του. Και εκεί τους ξεκοιλιάζει χωρίς οίκτο μαζί με τον γιό του. Μακελειό. Πολύ αίμα! Σωρός τα πτώματα! Τους τελειώνει, λέει, επιλεκτικά και σοφά. Κάποιος ήταν πιο καλός από τους άλλους αλλά είχε την ίδια μοίρα. Μα τι του κάνανε του Οδυσσέα στο κάτω-κάτω; Την γυναίκα δεν του την πειράξανε. Την βασιλεία του δεν την καταχράστηκαν. Πρέπει να θυμώσουμε μόνοι μας για να απολαύσουμε το μακελειό, γιατί, ο Όμηρος δεν το καταφέρνει.

Και δεν τα καταφέρνει γιατί δεν υπήρξε.

Η ιστορία όσο ψάχνει ο Οδυσσέας την πατρίδα έχει το ενδιαφέρον, αλλά από την στιγμή που φθάνει στην Ιθάκη, ο ποιητής δεν ξέρει πως να την τελειώσει.
Γι’ αυτό και κουράζει και πλατειάζει και κάνεις μεγάλες προσπάθειες για να την θυμηθείς.

Τώρα για ομοιότητες και παραλληλισμούς με την δική μας σύγχρονη ιστορία μην ψάχνετε γιατί δεν θα βρείτε. Αλλά αν με το ζόρι το δέσετε, μην το πείτε γιατί δεν συμφέρει. Βγαίνει συνεχώς εναντίον το συμπέρασμα…
Ούτε Οδυσσέας υπάρχει στην ιστορία, ούτε Ιθάκη.
Και βέβαια ούτε θεοί, ούτε Θεός για βοήθειες.
Τώρα για μνηστήρες κάτι γίνεται. Είναι όλοι οι σύγχρονοι Έλληνες. Αυτοί και οι ξένοι. Μπερδεμένοι και στρυμωγμένοι.

Μοιάζει με ένα Ομηρικό Έπος σε εξέλιξη, χωρίς Οδυσσέα, χωρίς Αχιλλέα παρά μόνο με άθλιους μνηστήρες και χωρίς Πηνελόπη.

Ένα φτωχό, μίζερο Έπος, χωρίς Όμηρο και χωρίς ποιητή…

Χωρίς ακροατήριο...


Δημήτρης Βίκτωρ










" Θα είμαι στη θλίψη σου " -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


                                 

Θα είμαι στη θλίψη σου

 

Όταν μέσα σου το κομμάτι της νύχτας φωλιάζει
και σκιές βαραίνουν τα μάτια σου
καθώς η σιωπή σού γίνεται βουνό
κι ανάσες σε πνίγουν σαν κύμα γκρίζο
να ξέρεις — στην άκρη της λύπης σου είμαι εκεί.

Σαν ανάλαφρο φύλλο που στο χέρι ακουμπά
σαν αεράκι που γλιστρά ανάμεσα στα μαλλιά σου
δε θα σου μιλήσω, αν δε θες,
μα θα σε κοιτάξω σαν φάρος που αναβοσβήνει
σε μια θάλασσα που την στεριά της ψάχνει.

Όταν το σώμα κουράζεται από τις μάχες
και τα δάκρυα στάζουν σαν κρυφός ψίθυρος
θα γίνω αγκαλιά που δε ζητά
παρηγοριά που δεν βαραίνει.

Ακόμα όταν δε βλέπεις το φως,
κι ψυχή σου μοιάζει σαν ξεχασμένος δρόμος,
θα είμαι εκεί—
ένα βήμα πιο πέρα,
στην γωνιά που κρύβεται το επόμενο χαμόγελο.

Κι όταν θα θες να μιλήσεις ξανά,
τους κόμπους της καρδιάς σου να σπάσεις
τις λέξεις σου θα κρατώ

όπως η γη την βροχή με βουλιμία στερεύει.

Γιατί στην θλίψη σου, μόνη δεν θάσαι.
Είμαι εκεί.
Πάντα, θα είμαι...
Θα είμαι..

 

Δημήτρης Βίκτωρ
Μάρτιος-2015

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Περί εχθρών και εχθρότητος

«Οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους. Μακάρι να έχεις μια ντουζίνα, τουλάχιστον»

Οι περισσότεροι θεωρούν την εχθρότητα κάτι ξένο προς την ευημερία τους∙ ωστόσο, εκεί όπου άλλοι διακρίνουν απειλή, ο νους που επιδιώκει γαλήνη αναγνωρίζει μία άσκηση αυτογνωσίας. Ο εχθρός, ακουσίως, μας παραδίδει καθρέφτη· σε αυτόν προβάλλονται οι αδυναμίες μας πιο καθαρά απ’ ό,τι θα τολμούσε να μας τις υποδείξει ο πιο τρυφερός φίλος. Αν ο λόγος του φίλου σκεπάζεται συχνά από ευγένεια ή οίκτο, η φωνή του αντιπάλου δεν κουβαλά τέτοια επιείκεια: κόβει αιφνίδια, σαν νυστέρι, το πλεονάζον λίπος από τις αντιφάσεις μας. Μπροστά στην αυστηρή του παρουσία, ο εσωτερικός μας κόσμος διατάσσεται ξανά· ό,τι είναι φθαρμένο αποκαλύπτεται, ό,τι είναι στιβαρό μένει όρθιο. Αυτή η δοκιμασία αποτελεί, λοιπόν, άσκηση αντοχής· όχι καθόλου ευχάριστη, αλλά βαθιά ωφέλιμη.

Αν αντιληφθούμε ότι κάθε κρίση, ειρωνεία ή συκοφαντία λειτουργεί ως προτρεπτικός λόγος για να εξετάσουμε τις προθέσεις και τα έργα μας, τότε η εχθρότητα παύει να είναι βάρος και γίνεται εργαλείο. Ο εχθρός μας διδάσκει να μην είμαστε προσκολλημένοι στη γνώμη των άλλων· μας υπενθυμίζει ότι η αρετή κρίνεται από τη συνέπειά της, όχι από το χειροκρότημα των παρατηρητών. Έτσι, το δόρυ που στρέφεται εναντίον μας σφυρηλατεί τη θωράκισή μας: επιβάλλει εγκράτεια στο συναίσθημα, διαύγεια στη σκέψη, ακρίβεια στην πράξη. Η αρετή που έχει αντέξει σε μομφές λάμπει απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό.

Μα δεν αρκεί να υπομένουμε παθητικά. Εκεί όπου ο ήρεμος νους αρκέστηκε να δει τον αντίπαλο ως δάσκαλο αρετής, τώρα ας εμφανιστεί η σπίθα μιας δημιουργικής ανυποταγής. Γιατί να αρκούμαστε σε έναν αντίπαλο, όταν ένα ολόκληρο τάγμα αντιθέσεων θα μπορούσε να ανυψώσει τον πήχη; Ο εχθρός, όταν πληθαίνει, μετατρέπεται σε πηγή αδιάκοπης εγρήγορσης. Δώδεκα αντίπαλοι, δώδεκα διαφορετικά οδοφράγματα—και πίσω από κάθε οδόφραγμα ένα νέο ύψωμα που ορίζεται μόνον από τη δική μας απόφαση να το κατακτήσουμε.

Εκείνοι που σε φθονούν, εκείνοι που σε παρερμηνεύουν, εκείνοι που αποστρέφονται τη σκιά που ρίχνεις πάνω στους δικούς τους καρπούς—όλοι τους συγκροτούν τον πιο πολύτιμο θίασο. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε εξαναγκάζουν να πλαταίνεις τις επάλξεις σου, να βαθύνεις τα θεμέλιά σου, να οξύνεις τον λόγο σου. Η κάθε μομφή μεταμορφώνεται σε πυροδότηση ενέργειας, η κάθε συκοφαντία σε πρόκληση για δημιουργικό ξέσπασμα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή αυτοάμυνα· είναι επίθεση προς τα εντός όρια σου, ρίψη γέφυρας προς ανώτερες εκδοχές του εαυτού σου.

Και τότε αλλάζει ο αέρας. Η νηνεμία του πρώτου στοχασμού δίνει τη θέση της σε θυελλώδη χαρά. Ο εχθρός γίνεται προσάναμμα· η πυρά που ανάβει φωτίζει μέλλοντα μονοπάτια. Ό,τι ήταν κάποτε αγωνία, γίνεται τώρα σάλπισμα εκστρατείας. Ανασήκωσε τους ώμους απέναντι στην κακογλωσσιά· γέλα στην όψη του φθόνου· γιγάντωσε τη σκιά σου μέχρι να πάψει ο άλλος να τη φοβάται και να υποχρεωθεί να χτίσει φως μέσα του. Αυτός είναι ο πιο γόνιμος θρίαμβος: όχι ο αφανισμός του αντιπάλου, αλλά ο εξαναγκασμός του να εξελίξει τη δύναμή του, επειδή η δική σου υπερέβη τα όρια του συνηθισμένου.

Αν, λοιπόν, κάποιος σου ευχηθεί πλήθος αντιπάλων, μην το εκλάβεις ως κατάρα. Είναι ευχή να μην βαλτώσεις, να μην νυστάξεις πάνω στα βολικά μαξιλάρια της συναίνεσης. Κράτησε τους κοντά σου, όχι για να τους μοιάσεις, αλλά για να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που σε ωθεί να ξεπερνάς το χθεσινό σου ανάστημα. Γιατί στ’ αλήθεια, οι φίλοι συχνά ψιθυρίζουν: «Μείνε όπως είσαι, μας αρκεί». Οι εχθροί ωρύονται: «Δεν είσαι αρκετός, απόδειξε το αντίθετο». Αυτή η ιαχή δεν είναι απειλή—είναι η πιο ευγενής πρόσκληση για να ανακαλύψεις πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν ουρλιάζει εναντίον σου ο άνεμος, κι εσύ μαθαίνεις να τον καβαλάς.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018

 

 


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΠΕΡΙ ΣΠΟΥΔΑΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Οι σπουδαιότερες Μητέρες είναι εκείνες που, μέσω της υγιούς αγάπης, κατάφεραν να μην λείπουν στα παιδιά τους»

Η μητέρα δεν μετριέται από την ποσότητα της παρουσίας της, αλλά από την ποιότητα του ίχνους που αφήνει μέσα στην ψυχή του παιδιού. Να «μη λείπει» δεν σημαίνει να βρίσκεται αδιάκοπα δίπλα του, να το σκεπάζει με τη σκιά της, να προλαβαίνει κάθε πτώση, κάθε φόβο, κάθε ανάγκη. Σημαίνει να έχει εγκαταστήσει μέσα του μια ήρεμη βεβαιότητα: ότι η αγάπη υπάρχει χωρίς να φυλακίζει, ότι η φροντίδα στηρίζει χωρίς να ακρωτηριάζει, ότι η τρυφερότητα μπορεί να είναι δύναμη και όχι εξάρτηση.

Η υγιής αγάπη είναι τέχνη ισορροπίας. Δεν είναι ούτε ψυχρότητα ούτε λατρεία. Δεν είναι εγκατάλειψη, αλλά ούτε και κατάληψη της ζωής του άλλου. Η σπουδαία μητέρα δεν κάνει το παιδί προέκταση του εγώ της· δεν το χρησιμοποιεί για να θεραπεύσει τις ματαιώσεις της, ούτε το δένει πάνω της με ενοχές, φόβους και χρέη. Το αγαπά αρκετά ώστε να του δώσει ρίζες, αλλά και αρκετά γενναία ώστε να μην του κόψει τα φτερά.

Εδώ βρίσκεται το βάθος του αποφθέγματος: η μητέρα που πραγματικά δεν λείπει είναι εκείνη που δεν χρειάζεται να είναι παντού. Έχει γίνει εσωτερικός νόμος, μνήμη ασφάλειας, αόρατη δύναμη. Το παιδί μπορεί να απομακρυνθεί, να κινδυνεύσει, να διαψευστεί, να συγκρουστεί με τον κόσμο, και όμως μέσα του να υπάρχει ένας αρχικός τόπος όπου δεν βασιλεύει η ερήμωση. Αυτή η μητέρα δεν παράγει αδύναμα πλάσματα που ζητούν διαρκώς προστασία· γεννά ανθρώπους ικανούς να σταθούν.

Αλλά η υγιής αγάπη απαιτεί χαρακτήρα. Δεν είναι γλυκερή ευαισθησία ούτε ρομαντική αυτοθυσία. Θέλει πειθαρχία, αυτογνωσία, σκληρή ειλικρίνεια. Η μητέρα που πνίγει το παιδί της στο όνομα της αγάπης δεν αγαπά· κυριαρχεί. Εκείνη που το κρατά ανώριμο για να την έχει ανάγκη, δεν προσφέρει· απαιτεί λατρεία. Εκείνη που φοβάται την ελευθερία του παιδιού της, φοβάται την ίδια τη ζωή.

Η σπουδαία μητέρα δεν ζητά να είναι αναντικατάστατη. Αυτό είναι το μεγαλείο της. Θέλει το παιδί της να μπορεί κάποτε να ζήσει χωρίς να καταρρέει στην απουσία της. Να την κουβαλά όχι σαν αλυσίδα, αλλά σαν πυρήνα. Όχι σαν πληγή, αλλά σαν δύναμη. Όχι σαν φωνή που διατάζει, αλλά σαν εσωτερική αντοχή που του ψιθυρίζει: στάσου όρθιος.

Έτσι, η μητρότητα στην ανώτερη μορφή της δεν είναι κατοχή, αλλά δημιουργία ελευθερίας. Δεν είναι το παιδί που μένει αιώνια κοντά στη μητέρα, αλλά η μητέρα που καταφέρνει να γίνει τόσο ουσιαστική, ώστε η απουσία της να μη μετατρέπεται σε κενό. Αυτές είναι οι σπουδαιότερες μητέρες: όχι οι πιο θορυβώδεις, όχι οι πιο θυσιαστικές, όχι οι πιο πανταχού παρούσες, αλλά εκείνες που έπλασαν ψυχές ικανές να αντέχουν τον κόσμο χωρίς να προδίδουν την τρυφερότητα από την οποία γεννήθηκαν.

Δημήτρης Βίκτωρ