«Αν ψάχνεις τον Θεό πήγαινε μέσα σε έναν πόλεμο για να τον βρεις. Εκεί, Θεός είναι ο ίδιος ο Πόλεμος»
Δημήτρης Βίκτωρ
«Αν ψάχνεις τον Θεό πήγαινε μέσα σε έναν πόλεμο για να τον βρεις. Εκεί, Θεός είναι ο ίδιος ο Πόλεμος»
Δημήτρης Βίκτωρ
«Ελληνικόν Έθνος και κάθε έθνος σημαίνει:
Ομάδα ανθρώπων με εσφαλμένη αντίληψη για την
καταγωγή τους και απέχθεια για τους γείτονές τους»
Το έθνος δεν είναι
ένα “φυσικό” δεδομένο, αλλά μια «φαντασιακή κοινότητα» που διαμορφώνεται
ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά. Ειδικά στη νεωτερική εποχή (18ος-19ος
αιώνας), η έννοια του έθνους συνδέθηκε με την ανάδυση εθνικών κρατών, την
διάδοση τυπογραφίας και τη συσπείρωση των λαών μέσα από κοινούς συμβολισμούς,
μύθους και αφηγήσεις.
Οι εθνικές
κοινότητες αναζητούν συχνά στο παρελθόν τους μια “αψεγάδιαστη” γραμμή καταγωγής
– έναν ή πολλούς ηρωικούς προγόνους, σπουδαία κατορθώματα, γενετική ή
πολιτισμική «καθαρότητα». Όμως, οι ιστορικές έρευνες συχνά δείχνουν πόσο
σύνθετες και ποικιλόμορφες είναι οι ρίζες των λαών. Στην πραγματικότητα, σχεδόν
καμία ανθρώπινη ομάδα δεν έχει «καθαρή», μονολιθική προέλευση.
Παρά τα αδύναμα
σημεία και τις υπερβολές, η κοινή αφήγηση περί καταγωγής συσπειρώνει τα μέλη
ενός έθνους, προσφέροντάς τους αίσθηση συνέχειας και ταυτότητας. Είναι, λοιπόν,
φυσικό πολλοί άνθρωποι να “υπερβάλλουν” ως προς την καταγωγή και τον ηρωισμό
του έθνους τους, καθώς μέσα από αυτήν την πεποίθηση αντλούν υπερηφάνεια ή
συνοχή.
Η φράση μιλά για
«απέχθεια προς τους γείτονες» ως σύμφυτο γνώρισμα κάθε έθνους. Στην πράξη,
είναι αλήθεια ότι τα εθνικά αφηγήματα συχνά περιλαμβάνουν κάποια μορφή
αντιδιαστολής ή ακόμα και αντιπαλότητας προς τις γειτονικές κοινότητες. Αυτός ο
μηχανισμός της «ταυτότητας μέσα από την διαφορά» λειτουργεί ιστορικά ως εξής:
Η συγκρότηση ενός
έθνους βασίζεται σε πολλά διχοτομικά σχήματα, π.χ. «εμείς οι πολιτισμένοι /
εκείνοι οι βάρβαροι», «εμείς οι δίκαιοι / εκείνοι οι επιθετικοί» κ.ο.κ. Οι
εθνικές ιστοριογραφίες συχνά παρουσιάζουν μεροληπτικά τις συγκρούσεις με τους
“άλλους”, ενισχύοντας δυσμενείς στερεοτυπικές απεικονίσεις των γειτονικών λαών.
Παράλληλα, δεν
είναι σπάνιο φαινόμενο οι λαοί να τείνουν να προβάλλουν τον εαυτό τους ως θύμα
(ήρωες που αδικήθηκαν από τους ξένους) και τους άλλους ως θύτες. Αυτό
δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας και εθνικιστικών παθών.
Μέσα σ’ αυτό το
κλίμα, η ρητορική του μίσους ή της ξενοφοβίας μπορεί να καλλιεργηθεί
ευκολότερα, ιδίως σε περιόδους πολιτικών ή κοινωνικών εντάσεων. Η «απέχθεια»
προς τους γείτονες δεν είναι, βέβαια, προδιαγεγραμμένη· αποτελεί, ωστόσο, ένα
ιστορικό μοτίβο που, δυστυχώς, αναβιώνει σε διάφορες στιγμές.
Το απόφθεγμα
χαρακτηρίζει την αντίληψη για την καταγωγή ως «εσφαλμένη», αλλά θα μπορούσαμε
να τη χαρακτηρίσουμε και «μυθοποιημένη». Στην περίπτωση του Ελληνικού έθνους, η
αναγωγή στην κλασική αρχαιότητα και στους “αιώνιους” δεσμούς με την αρχαία
Ελλάδα λειτουργεί συχνά ως ιδεολογικό θεμέλιο για τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα.
Όπως και σε κάθε άλλο έθνος, όμως, ο μύθος μπλέκει με την πραγματική ιστορία
και διαμορφώνει ένα σύνθετο πολιτισμικό αφήγημα.
Από φιλοσοφικής
άποψης, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε πώς αυτές οι «εσφαλμένες» ή ατελώς
ιστορικές πεποιθήσεις σχηματίζουν την «κοινή συνείδηση» ενός λαού. Ενδέχεται να
είναι αναγκαίες για την κοινωνική συνοχή, αλλά ταυτόχρονα μπορούν να γίνουν
πηγή παρεξηγήσεων, φανατισμού και εσωστρέφειας.
Απέναντι στην
απέχθεια ή τον ανταγωνισμό μεταξύ των λαών, πάντα υπήρξαν και ρεύματα που
τόνισαν την αλληλεξάρτηση. Οι πολιτισμοί δεν διαμορφώθηκαν ποτέ σε απομόνωση·
κάθε έθνος υποδέχτηκε επιρροές από τους γείτονές του, άλλοτε μέσω ειρηνικών
επαφών κι άλλοτε μέσω συγκρούσεων. Η ανάδειξη αυτής της διάδρασης μπορεί να
αποδομήσει την απλοϊκή εικόνα της “καθαρής” καταγωγής και να αναδείξει μια πιο
ανοιχτή, “πολυεπίπεδη” εθνική ταυτότητα.
Η γλωσσική
επιρροή, οι τέχνες, τα έθιμα και η διατροφή δείχνουν ότι οι λαοί μετέχουν σε
μια αέναη αλληλοτροφοδότηση. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι οθωμανικές,
βυζαντινές, βαλκανικές και μεσογειακές επιρροές μαρτυρούν το “πολύχρωμο”
ψηφιδωτό της πολιτισμικής της κληρονομιάς.
Στον
παγκοσμιοποιημένο κόσμο, το να μένουμε στα παλιά μοτίβα εθνικού ανταγωνισμού
και απέχθειας είναι αναχρονιστικό και επιζήμιο. Η διεθνής συνεργασία, η
πολυπολιτισμικότητα και οι κοινές προκλήσεις (π.χ. περιβάλλον, οικονομία) ωθούν
τα έθνη να βρουν νέους τρόπους συνύπαρξης. Ωστόσο, η προδιάθεση για σύγκρουση ή
καχυποψία δεν εξαφανίζεται εύκολα, εφόσον στηρίζεται σε πανάρχαιες ανθρώπινες
φοβίες και μύθους.
Τα εθνικά αφηγήματα βασίζονται σε έναν βαθμό μυθοποίησης της καταγωγής, ενώ
συχνά καλλιεργούν αρνητικά ή έστω ανταγωνιστικά αισθήματα απέναντι σε άλλες
εθνικές κοινότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έθνος, ως συλλογική ταυτότητα,
στερείται σπουδαιότητας. Σημαίνει, όμως, πως απαιτείται κριτική σκέψη και
ιστορική επίγνωση, ώστε να μην εγκλωβιζόμαστε σε στερεότυπα και προκαταλήψεις
που άλλοτε δηλητηριάζουν τις διακρατικές σχέσεις ή και τη σύγχρονη
πολυπολιτισμική συμβίωση.
Η συνειδητοποίηση
ότι πολλά από όσα θεωρούμε “αυτονόητα” στον εθνικό μας μύθο είναι
κατασκευασμένα ή υπερβολικά, μπορεί να μας βοηθήσει να χτίσουμε μια πιο
ουσιαστική και ανοιχτή εθνική ταυτότητα. Μία ταυτότητα που, αντί να στηρίζεται
στην απόρριψη του διαφορετικού, αναγνωρίζει τη βαθύτερη ενότητα της ανθρώπινης
εμπειρίας και κατανοεί πως τα “σύνορα” δεν είναι παρά τοπικές χαράξεις μέσα
στον απέραντο γεωγραφικό και πολιτισμικό χάρτη.
Δημήτρης Βίκτωρ
Οι αφελείς πιστεύουν πως το παρελθόν ήταν πάντα όπως το βλέπουμε σήμερα. Δεν είναι έτσι όμως, οι άνθρωποι κάθε εποχής βλέπουν το παρελθόν με τα χρωματιστά και παραμορφωτικά γυαλιά του καιρού τους...
Ο πλέον χρήσιμος τρόπος να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται
μια κοινωνία το παρελθόν της είναι αυτός που θα την φέρει σε πλεονεκτική θέση
στο μέλλον έναντι των ανταγωνιστών της.
Υπό την έννοια αυτή δεν πρέπει να καλλιεργούμε
ψευδαισθήσεις για το ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε. Αντιθέτως πρέπει να
γνωρίζουμε καλά ποια ήταν και είναι τα μειονεκτήματά μας και ποια τα
πλεονεκτήματα σε κάθε περίοδο και κυρίως ποια είναι σήμερα.
Το πρόβλημα με τους περισσότερους ανθρώπους ξεκινά από το
γεγονός πως βλέπουν στους εαυτούς τους περισσότερα πλεονεκτήματα απ’ όσα
διαθέτουν και αντίστοιχα λιγότερα μειονεκτήματα.
Οι περισσότεροι αρέσκονται να ταυτίζουν την ελληνική
επανάσταση που ξεκίνησε πριν 200 χρόνια με τις μεγάλες της νίκες.
Κάθε αγώνας όμως απαρτίζεται από νίκες αλλά
και ήττες και από τις ήττες μπορείς να μάθεις περισσότερα για το πώς θα τις
αποφύγεις και θα εξασφαλίσεις τις νίκες στο μέλλον.
Οι άνθρωποι και οι λαοί που επιβιώνουν στον χρόνο είναι
αυτοί που αξιοποιούν καλύτερα τις ήττες από τις νίκες.
Υπό την έννοια αυτή υπάρχουν τρείς ήττες της ελληνικής
επανάστασης από τις οποίες μπορεί κάποιος να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για
τον ελλαδικό και απανταχού ελληνισμό.
Ο ανθός στο Δραγατσάνι...
Η ελληνική επανάσταση τυπικά ξεκίνησε με τη δημιουργία
από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη του Ιερού Λόχου στη Φωξάνη, μια κωμόπολη κάπου στα
σύνορα της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821.
Ο Ιερός Λόχος συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των
ελληνικών παροικιών διαφόρων πόλεων της Ευρώπης.
Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της Ελληνικής
Επανάστασης και του ελληνικού στρατού στην ιστορία.
Ο Ιερός Λόχος συνετρίβη λίγους μήνες αργότερα στις 7
Ιουνίου του 1821 στο Δραγατσάνι όταν βιάστηκε να ξεκινήσει αψιμαχίες με τους
Τούρκους πριν φτάσει ολόκληρο το στράτευμα.
"Την επόμενη ημέρα, 7 Ιουνίου 1821, θα ξεκινήσουν οι
αψιμαχίες, προτού καταφτάσει όλο το στράτευμα, με την αποτυχημένη επίθεση του
ελληνικού ιππικού του Βασιλείου Καραβία.
Ο Ιερός Λόχος, με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη,
έσπευσε προς βοήθεια με 375 αξιωματικούς και οπλίτες, αλλά η φυγή του τμήματος
του Καραβία ανάγκασε τους Ιερολοχίτες να πολεμήσουν μόνοι τους χωρίς την
υποστήριξη ιππικού.
Πριν προφτάσει ο Ιερός Λόχος να σχηματίσει τετράγωνα,
επιτέθηκε το τουρκικό ιππικό με αρχηγό τον Καρά Φέιζ και χώρισε το Λόχο στα
δύο.
Οι απώλειες ήταν σημαντικές, οι εκατόνταρχοι, ο
σημαιοφόρος του Λόχου, 25 αξιωματικοί και 180 στρατιώτες έπεσαν νεκροί, ενώ 37
Ιερολοχίτες αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στο Βουκουρέστι κι από εκεί στην
Κωνσταντινούπολη, όπου αποκεφαλίστηκαν. …Ο Νικόλαος Υψηλάντης σώθηκε τυχαία από
έναν φιλέλληνα Γάλλο αξιωματικό, που τον ανέβασε στο άλογό του…"
Η μάχη του Πέτα...
Η μάχη του Πέτα έλαβε χώρα κατά το δεύτερο έτος της
επανάστασης, στις 4 Ιουλίου του 1822, στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα.
Εμπλεκόμενες πλευρές ήταν οι Έλληνες αγωνιστές,
συνεπικουρούμενοι από το "Τάγμα των Φιλελλήνων", και ο οθωμανικός
τακτικός στρατός συνεπικουρούμενος από σώματα ατάκτων μισθοφόρων Τουρκαλβανών.
Κάποιοι αποδίδουν την ήττα στην άρνηση των Ευρωπαίων
Φιλελλήνων, οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί
και στρατιώτες να προσαρμοστούν στις τακτικές των ατάκτων που χρησιμοποιούσαν
οι Έλληνες οπλαρχηγοί.
Λέγεται πως όταν οι Έλληνες οπλαρχηγοί συμβούλεψαν τους
Φιλέλληνες να κάνουν ταμπούρια αυτοί απάντησαν πως "έχουν τα στήθη τους
για ταμπούρια και πως ξέρουν και αυτοί να πολεμούν"
Μετά από αυτό πολλοί οπλαρχηγοί όπως ο Γεώργιος
Καραϊσκάκης και ο Γ. Κολοκοτρώνης αποχώρησαν από το Πέτα.
Κάποιοι άλλοι αποδίδουν την ήττα σε πιθανή προδοσία του
οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα ο οποίος φέρεται να εγκατέλειψε τη θέση του.
"Οι Έλληνες ερμήνευσαν αυτό το περιστατικό ως
προδοσία του Μπακόλα και οπισθοχώρησαν, και καθώς άργησε η διαταγή της
οπισθοχώρησης οι Φιλέλληνες που έμειναν στη μάχη περικυκλώθηκαν από τους
εχθρούς...
Από το Σώμα των Φιλελλήνων (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι, Ελβετοί, Βέλγοι,
Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί, Πολωνοί) 68 σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και ο διοικητής
του τακτικού στρατεύματος συνταγματάρχης Πιέτρο Ταρέλλα, όπως και ο διοικητής
της διλοχίας 120 φιλελλήνων αξιωματικών, Ιταλός συνταγματάρχης Αντρέα Δάνια.
Ηρωικό θάνατο βρήκε και ο Γάλλος λοχαγός Μονιάκ,
παλεύοντας μόνος και κυκλωμένος από τον εχθρό, ενώ ο βαριά πληγωμένος Γερμανός
στρατηγός Νόρμαν είπε στον Μαυροκορδάτο: "πρίγκηπα, όλα τα χάσαμε, εκτός
από την τιμή"*…
Στο Μανιάκι...
Με το που απέκτησαν κράτος οι Έλληνες άρχισαν να μάχονται
μεταξύ τους για το ποιος θα το ελέγξει, για να καρπωθεί η φατρία του έστω και
λιγοστούς πόρους. Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί όπως ο
Κολοκοτρώνης, ο Πετρόμπεης κλπ. βρέθηκαν στις φυλακές.
Το 1825 η Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο καθώς οι
εμφύλιες διαμάχες την είχαν αποδυναμώσει.
Ο Παπαφλέσσας υπουργός των στρατιωτικών εκείνη την
περίοδο απελπισμένος, και σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τους Έλληνες, αναγκάστηκε
να εκστρατεύσει ο ίδιος. Στη τοποθεσία Μανιάκι συνετρίβη από τις δυνάμεις του
Ιμπραήμ ο οποίος στη συνέχεια κατέλαβε την Τριπολιτσά και σχεδόν ολόκληρη τη
Πελοπόννησο βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην Επανάσταση.
Η μάχη στο Μανιάκι είχε χαθεί πολύ πριν λάβει χώρα.
Αργότερα, στη ναυμαχία στο Ναβαρίνο στις 20 Οκτωβρίου του
1827 οι στόλοι των μεγάλων δυνάμεων της εποχής συνέτριψαν τον Οθωμανικό,
αποκόπτοντας τις δυνάμεις του Ιμπραήμ που κατείχε την Πελοπόννησο. Το 1828
έστειλαν στο Μοριά τον Γάλλο στρατηγό Νικολά Μεζόν με σκοπό να απελευθερωθεί η
περιοχή από τις τουρκικές-αιγυπτιακές κατοχικές δυνάμεις και ο οποίος και το
πέτυχε.
Εν κατακλείδι...
Η ήττα στο Δραγατσάνι μας διδάσκει πως δεν αρκούν οι καλύτερες
προθέσεις και τα αγνότερα αισθήματα για να νικήσει κάποιος. Στο Δραγατσάνι
θυσιάστηκε ο ανθός του απανταχού ελληνισμού της εποχής αλλά το γεγονός ότι
παρασύρθηκε και ενεπλάκη στη μάχη νωρίτερα από ό,τι έπρεπε τους οδήγησε σε μια
ήττα.
Σε αντίθεση με τον ανθό του ελληνισμού που εγκατέλειψε
μια ασφαλή και πλούσια ζωή για να πέσει στις λάσπες του Δραγατσανίου, νίκες επί
των Τούρκων πέτυχαν δυνάμεις στις οποίες ηγούνταν Μπέηδες, Αρματολοί και
Κλέφτες με ιδανικά θολά και συμφέροντα συχνά επαμφοτερίζοντα. Ετούτοι όμως ήταν
μπαρουτοκαπνισμένοι...
Η μάχη του Πέτα μας έδειξε πως κάποιοι επειδή διαπρέπουν
στην πολιτική και τη διπλωματία δεν σημαίνει πως είναι και καλοί στρατηγοί. Το
ίδιο ισχύει και για του στρατηγούς που αρέσκονται να παριστάνουν πολιτικούς ή
τους διπλωμάτες.
Επιπλέον, μας διδάσκει πως οι Φιλέλληνες δεν νικούν πάντα
και πως πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο αμυντικό δόγμα το οποίο ακολουθούν όλοι
και καλό είναι να το ορίζουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.
Το Μανιάκι μας περιγράφει τα δεινά του εμφυλίου και πως
μια μάχη χάνεται πριν λάβει χώρα.
Τέλος, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως η ελληνική
επανάσταση θα είχε τελειώσει άδοξα χωρίς τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Τούτο είναι αλήθεια. Εν μέρει όμως... Αν δεν είχαν
προϋπάρξει οι θυσίες και οι νίκες των Ελλήνων, οι μεγάλες δυνάμεις ίσως να μην
έβλεπαν σαν λύση της αστάθειας που δημιουργούσε η Οθωμανική παρακμή τη
δημιουργία ελληνικού κράτους.
Όπως και να έχει η ελληνική επανάσταση πέτυχε και η
Ελλάδα ήταν η πρώτη επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε.
Στα 200 χρόνια η Ελλάδα κατάφερε να αναδειχτεί μεταξύ των
30 πλουσιότερων χωρών στο κόσμο πολύ νωρίτερα από όλες τις άλλες επαρχίες της
"Οθωμανίας" και της ίδιας της Τουρκίας.
Η μικρή Ελλάδα στον πρώτο μεγάλο πόλεμο επέκτεινε τα όρια
του ελληνικού κράτους και στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας
πέτυχε την πρώτη μεγάλη νίκη των Συμμάχων στις δυνάμεις του Άξονα.
Στα πρώτα διακόσια χρόνια ο δυτικόστροφος προσανατολισμός
της ελληνικής ελίτ εμφανίζεται ισχυρότερος από την περίοδο του ύστερου
Βυζαντίου όταν ηττήθηκε από την παράταξη που προτιμούσε το... τούρκικο φέσι.
Τούτο ίσως συμβαίνει γιατί εν τω μεταξύ η εξουσία των Παπών και των Πατριαρχών
μετά τον διαφωτισμό έχει περιοριστεί και οι διαφορές τους δεν ορίζουν τις
εθνικές επιλογές.
Πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης οι αυλές της
Ευρώπης ελάμβαναν αποφάσεις για την Ελλάδα χωρίς την παρουσία της Ελλάδας. Σήμερα
η Ελλάδα αποφασίζει ισότιμα με τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. για τα ζητήματα που
αφορούν την ίδια και τις άλλες χώρες της ένωσης. Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα.
Όλα τα χάσαμε εκτός από την τιμή, είπε στον Υψηλάντη ο
Γερμανός Φιλέλληνας που έπεσε στη μάχη του Πέτα. Αυτός ίσως να είναι και ο
λόγος που κερδίσαμε τον πόλεμο.
Για τα παιδιά στο Δραγατσάνι και τους φιλελεύθερους επί
το πλείστον Φιλέλληνες που έπεσαν για την Ελλάδα και δεν πρόλαβαν να αφήσουν
γραμμές απογόνων, αλλά και για όλους όσους μετείχαν στην επανάσταση και
βοήθησαν στη δημιουργία του ελληνικού κράτους οφείλουμε σεβασμό. Ο καλύτερος τρόπος να
τον δείξουμε είναι στα επόμενα 200 χρόνια να πάμε ακόμη καλύτερα, ακόμη
μακρύτερα...
Κώστας Στούπας