Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Περί ζωής και θανάτου

"Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γένεση υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. 

Η τροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γένεση, ενώ η τροπή της φύσεως σε ουσία κατά τα αυτά θεωρείται θάνατος.

Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μια γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο· και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω παχύτητος της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λεπτότητος της ουσίας, η οποία είναι πάντα ίδια και απλώς διαφέρει κατά την κίνηση και την στάση.

Διότι αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν γίνεται από κάπου έξω, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον λόγω της ενότητος του παντός.
"

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΕΥΣ - (Σύγχρονος του Ιησού Ναζωραίου)

Επιστολή νη΄ -Στον Βαλέριο. [ Περί ζωής και θανάτου ]




Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

" Έχουμε την ωραιότερη χώρα του κόσμου "


Έτσι λένε συχνά πυκνά οι Έλληνες όταν τους πιάνει ο οίστρος της υπερηφάνειας, αλλά και του παράπονου για να δηλώσουν ότι παρόλο που έχουμε την καλύτερη χώρα του κόσμου, εμείς οι Έλληνες ή οι άλλοι Έλληνες πλην ημών...κτλ. δυστυχώς...και τέτοια.

Το λένε και πολλοί σοβαροί αυτό το ωραίο και μερικοί που ταξίδεψαν πολύ.
Φαντάζομαι ότι αυτοί οι τελευταίοι εννοούν χωρίς τους κατοίκους.
Αν αφαιρέσεις εντελώς τους κατοίκους τότε θα θαυμάσουμε τα τοπία και τις έρημες πόλεις και όλες τις σύγχρονες κατασκευές των σύγχρονων Ελλήνων. Τώρα αλλάζει λίγο ο συλλογισμός! Για τη χώρα είπαμε, λένε...

Πάμε στη χώρα, γυμνή χωρίς κατοίκους και κατασκευές ανθρώπινες.
Ωραίο οικόπεδο. Να το ζηλεύουν οι θεοί!
Εδώ γύρω γύρω δημιουργήθηκαν άλλωστε...
Αφού τα κοιτάξεις και τα θαυμάσεις όλα, κάπου βαριέσαι.

Πας ένα ταξιδάκι σε άλλη χώρα και αισθάνεσαι περίπου το ίδιο.
Στην Ιταλία ας πούμε. Και εκεί χωρίς κατοίκους. Πάλι τα ίδια!. Ωραία χώρα και αυτή!
Τις παίρνουμε με τη σειρά. Γαλλία , Ισπανία, Νορβηγία, κ.τ.λ….
Όλες ωραίες χώρες!
Τελικά υπάρχουνε πολλές καλύτερες χώρες στον κόσμο από όλες τις άλλες χώρες!
Τι μπέρδεμα!


Δημήτρης Βίκτωρ



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

 «Αν ψάχνεις τον Θεό πήγαινε μέσα σε έναν πόλεμο για να τον βρεις. Εκεί, Θεός είναι ο ίδιος ο Πόλεμος»

 Η ζωή του ανθρώπου αρχίζει πάντα με έναν πόλεμο: εκείνον της γέννησης. Από τη μήτρα του σκοταδιού στην έκθεση του φωτός, από την ασφάλεια στην αναμέτρηση, ο πρώτος μας αναστεναγμός είναι ήδη μια κραυγή μάχης. Δεν γνωρίσαμε ποτέ τον κόσμο παρά μόνο μέσα από τη σύγκρουση — πρώτα με το σώμα, μετά με τους άλλους, έπειτα με τον ίδιο μας τον εαυτό.

 Η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μακρύς κατάλογος συγκρούσεων. Πίσω από κάθε πρόοδο, κάθε τέχνη, κάθε νόμο και κάθε λέξη, κρύβεται ένας πόλεμος – υλικός ή πνευματικός. Οι αυτοκρατορίες χτίστηκαν επάνω σε κραυγές και κατέρρευσαν μέσα σε ουρλιαχτά. Οι θρησκείες, οι επιστήμες, οι πολιτισμοί δεν γεννήθηκαν από τη γαλήνη αλλά από την ένταση, τον ανταγωνισμό, την ανάγκη για κυριαρχία ή σωτηρία. Αν απογυμνώσεις τον άνθρωπο από το ένστικτο της σύγκρουσης, δεν απομένει παρά μια άδεια μορφή, ένα είδος που ζει από φόβο και όχι από βούληση.

 Ο άνθρωπος, στην αληθινή του φύση, δεν είναι ειρηνοποιός· είναι δημιουργός μέσα από την καταστροφή. Ο πόλεμος δεν είναι μια παρένθεση στη φυσική του κατάσταση — είναι το καμίνι που σφυρηλατεί την ελευθερία, την ταυτότητα, το μεγαλείο. Ό,τι αξίζει να ονομαστεί αληθινό έχει δοκιμαστεί πρώτα στη φωτιά του αγώνα.

 Αν ψάχνεις τον Θεό, μην κοιτάς στα ιερά των ναών· εκεί ζει το είδωλο της προσδοκίας, όχι η αλήθεια. Ο Θεός, αν υπάρχει, ανασαίνει μέσα στις εκρήξεις. Είναι παρών στον πυρετό της μάχης, στις πληγές, στον ιδρώτα, στον πανικό της ύπαρξης που κινδυνεύει. Δεν είναι παρηγορία, είναι πρόκληση. Δεν προστατεύει, απαιτεί.

 Στην αληθινή σύγκρουση, ο άνθρωπος γνωρίζει το βάθος του. Εκεί, μπροστά στην πιθανότητα του θανάτου, πέφτουν οι προσωπίδες της καθημερινότητας. Όταν δεν υπάρχει τίποτα να προσποιηθείς και όλα να υπερασπιστείς, τότε συναντάς το απόλυτο — αυτό που άλλοι ονόμασαν Θεό. Αλλά δεν είναι πρόσωπο. Δεν έχει όνομα. Είναι η ίδια η ένταση της ύπαρξης, η βούληση να είσαι, να σταθείς, να συνεχίσεις.

 Ο πόλεμος, φυσικά, δεν περιορίζεται στο πεδίο μάχης. Είναι παρών σε κάθε μας απόφαση, σε κάθε στιγμή που το “ναι” μας αντιστέκεται στο “όχι” των άλλων. Είναι παρών στην ποίηση που διεκδικεί λέξεις από το χάος, στην τέχνη που προκαλεί το βλέμμα, στην αγάπη που διαπραγματεύεται την υποταγή και την ελευθερία. Ο πόλεμος είναι παντού. Δεν τελειώνει όταν σιγούν τα όπλα — απλώς αλλάζει μορφή.

 Όσοι θέλουν να χτίσουν δίχως να γκρεμίσουν, να ζήσουν δίχως να χάσουν, να εξελιχθούν δίχως να συγκρουστούν, επιθυμούν έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει. Η ειρήνη δεν είναι το αντίθετο του πολέμου — είναι η παύση ανάμεσα στις αναμετρήσεις. Είναι η σιωπή πριν το επόμενο βήμα στο σκοτάδι.

 Η ιστορία των ανθρώπων είναι ο πόλεμος — γιατί ο άνθρωπος είναι κίνηση, πάθος, υπέρβαση. Όσο επιθυμεί, όσο δημιουργεί, όσο διεκδικεί το απρόσιτο, θα πολεμά. Όχι για να καταστρέψει, αλλά για να γεννήσει. Και σ’ αυτό το πεδίο, ο πόλεμος είναι ιερός: όχι ως λατρεία της βίας, αλλά ως αλήθεια της φύσης.

 Ο Θεός εκεί δεν έρχεται να σώσει κανέναν. Εμφανίζεται μόνον όταν Τον αξίζεις. Και τότε δεν λέει τίποτα. Απλώς στέκεται δίπλα σου, ματωμένος κι Αυτός — ο ίδιος ο Πόλεμος.

Δημήτρης Βίκτωρ

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Περί πίστης και καλού ανθρώπου

«Δεν έχεις ανάγκη πίστη σε κάποιον Θεό για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος»

Η βελτίωση του ανθρώπου δεν αρχίζει από τον ουρανό, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στον εαυτό του, στους άλλους και στα γεγονότα που δεν μπορεί να ελέγξει. Ο άνθρωπος γίνεται καλύτερος όταν μαθαίνει να κυβερνά τις αντιδράσεις του, να μην παραδίνεται στο θυμό, στη μικρότητα, στη ζήλια, στην αδικία που γεννιέται μέσα του πριν ακόμη γίνει πράξη. Η αρετή δεν χρειάζεται μάρτυρα για να υπάρξει. Δεν χρειάζεται βλέμμα θεϊκό για να αποκτήσει αξία. Αν είναι αληθινή, αρκείται στη σιωπηλή της δύναμη.

Το να πράττεις το σωστό επειδή φοβάσαι τιμωρία ή επειδή προσδοκάς ανταμοιβή είναι ακόμη μια μορφή συναλλαγής. Δεν είναι καθαρή ηθική· είναι υπολογισμός. Ο καλύτερος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που υπακούει από φόβο, αλλά εκείνος που κατανοεί. Που βλέπει πως η αδικία παραμορφώνει πρώτα αυτόν που την πράττει. Πως το ψέμα μικραίνει την ψυχή πριν ακόμη βλάψει τον άλλον. Πως η κακία, όσο κι αν ντύνεται με επιτυχία, αφήνει μέσα της μια φτώχεια ανυπόφορη. Η ηθική ωριμότητα αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να ζητά εξωτερική επιτήρηση και γίνεται ο ίδιος ο φύλακας του εαυτού του.

Δεν είναι ανάγκη να πιστεύεις σε μια υπερβατική δύναμη για να αγαπάς, να συγχωρείς, να βοηθάς, να σέβεσαι τον πόνο του άλλου. Η συμπόνια δεν είναι ιδιοκτησία καμίας θεολογίας. Είναι βαθιά ανθρώπινη δυνατότητα, γεννημένη από την επίγνωση ότι όλοι είμαστε ευάλωτοι, περαστικοί, εκτεθειμένοι στην απώλεια. Όποιος έχει καταλάβει πραγματικά τη θνητότητά του δεν χρειάζεται εντολή για να γίνει ευγενής. Ξέρει ότι ο χρόνος είναι λίγος, ότι οι άνθρωποι είναι εύθραυστοι, ότι κάθε πράξη αφήνει αποτύπωμα στον κόσμο, ακόμη κι όταν κανείς δεν την καταγράφει.

Η πίστη μπορεί για κάποιους να γίνει δρόμος παρηγοριάς, πειθαρχίας ή ελπίδας. Όμως δεν είναι ο μοναδικός δρόμος προς την καλοσύνη. Το να αρνείται κανείς αυτή την αλήθεια είναι σαν να λέει ότι ο άνθρωπος από μόνος του είναι ανίκανος για μεγαλείο, ότι χρειάζεται πάντοτε ένα αόρατο χέρι για να μη βυθιστεί στο σκοτάδι. Μα αυτό υποτιμά την ανθρώπινη συνείδηση. Υποτιμά τη δύναμη της σκέψης, της εμπειρίας, της παιδείας, της αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει καλύτερος όχι επειδή του το επιβάλλουν, αλλά επειδή επιλέγει να υπερβεί την κατώτερη εκδοχή του.

Και εδώ αρχίζει η πιο σκληρή, η πιο δημιουργική αλήθεια: ο άνθρωπος που δεν στηρίζεται σε Θεό δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη· αντιθέτως, τη σηκώνει ολόκληρη. Δεν μπορεί να μεταθέσει το βάρος της ύπαρξής του σε ουράνιες εντολές. Δεν μπορεί να πει «έτσι μου είπαν», «έτσι γράφτηκε», «έτσι προστάχθηκε». Πρέπει να σταθεί γυμνός μπροστά στο χάος και να δημιουργήσει νόημα. Πρέπει να γίνει νομοθέτης του εαυτού του, όχι με αλαζονεία, αλλά με δύναμη. Να πλάσει αξίες που δεν θα είναι δανεικές, ούτε φορεμένες σαν παλιά ρούχα, αλλά κερδισμένες μέσα από πάλη.

Το να γίνεις καλύτερος άνθρωπος χωρίς πίστη σε Θεό είναι δυσκολότερο, γιατί δεν έχεις έτοιμο καταφύγιο. Δεν έχεις τελική εγγύηση ότι το καλό θα ανταμειφθεί ή ότι η αδικία θα τιμωρηθεί. Κι όμως, ακριβώς εκεί δοκιμάζεται η αξία σου. Να είσαι δίκαιος σε έναν κόσμο που δεν υπόσχεται δικαιοσύνη. Να είσαι γενναιόδωρος χωρίς βεβαιότητα ανταπόδοσης. Να αγαπάς χωρίς μεταφυσικό συμβόλαιο. Να στέκεσαι όρθιος όχι επειδή κάποιος σε βλέπει από ψηλά, αλλά επειδή εσύ δεν αντέχεις να σε δεις χαμηλωμένο.

Η αληθινή ανύψωση του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην υποταγή, αλλά στη μεταμόρφωση. Να πάρεις το ένστικτο και να το κάνεις δημιουργία. Να πάρεις τον πόνο και να τον κάνεις βάθος. Να πάρεις την μοναξιά και να την κάνεις ελευθερία. Να πάρεις την αμφιβολία και να την κάνεις καθαρό βλέμμα. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε Θεό για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος· χρειάζεται να πιστέψεις ότι είσαι υπεύθυνος για το τι θα κάνεις με την ύπαρξή σου. Και αυτή η ευθύνη, όταν την αντέξεις, μπορεί να γίνει η πιο υψηλή μορφή αξιοπρέπειας… Μακριά από κάθε συναλλαγή υποκρισίας…

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ο Πόνος ως Πολιτικό Εμπόρευμα

Η Αισχρή Εκμετάλλευση της Ανθρώπινης Δυστυχίας

Η ανθρώπινη δυστυχία υπήρξε ανέκαθεν ένα φτηνό αλλά αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο. Ο πόνος, το πένθος, η απώλεια, όλα μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως εμπορεύματα στο αδηφάγο παζάρι της εξουσίας. Σαν ύαινες που σέρνονται γύρω από τα κουφάρια της καταστροφής, οι πολιτικοί—οι κυνικοί έμποροι της ανθρώπινης οδύνης—δεν διστάζουν να μετατρέψουν τη δυστυχία σε προπαγάνδα, σε ρητορικά όπλα, σε μέσα για την εδραίωση της δύναμής τους.

Ο Πόνος ως Σκηνικό για τη Φαρισαϊκή Πολιτική

Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου για την κατασκευή ενός πολιτικού αφηγήματος που εξυπηρετεί την εξουσία. Όταν μια τραγωδία συμβεί, είτε πρόκειται για φυσική καταστροφή, είτε για τρομοκρατική επίθεση, είτε για δυστύχημα, είτε για μια κοινωνική αδικία, οι πολιτικοί σπεύδουν να «οικειοποιηθούν» τον θρήνο. Τους βλέπουμε να περιφέρονται με αυστηρό ύφος, με χειρονομίες γεμάτες δήθεν ευαισθησία, να εκφωνούν λόγους υποκριτικής συμπόνιας και να υπόσχονται αλλαγές που ποτέ δεν έρχονται.
Και το χειρότερο; Ο πόνος δεν χρησιμεύει απλώς ως σκηνικό για την προβολή της πολιτικής τους περσόνας. Χρησιμοποιείται ως όπλο για τη χειραγώγηση του λαού. Τον τροφοδοτούν με οργή επιλεκτική, του δείχνουν ποιον να μισήσει, τον στρέφουν εναντίον κατασκευασμένων εχθρών. Η λογική θολώνει, το συναίσθημα γίνεται εργαλείο και, πριν το καταλάβει κανείς, ο ανθρώπινος πόνος έχει μετατραπεί σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η ουσία ξεχνιέται, καλπάζει το ψεύδος, η υπερβολή και η φήμη.

Το Άδικο Πένθος ως Πολιτική Ευκαιρία

Δεν υπάρχει τίποτα πιο βρώμικο από το να βλέπεις μια παράταξη να «πουλάει» πένθος. Οι νεκροί γίνονται σύμβολα όχι για να τιμηθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Στημένες ειδήσεις σε τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιογράφους που ενδιαφέρονται μόνον για την προβολή τους και την τηλεθέαση, αδιαφορώντας για το κακό που δημιουργούν στο κοινωνικό σύνολο. Πορείες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες της προπαγάνδας, δάκρυα που έχουν προγραμματιστεί να χυθούν μπροστά στα μικρόφωνα. Κάθε θάνατος γίνεται εργαλείο πόλωσης. Δεν έχει σημασία η πραγματική ζωή του χαμένου ανθρώπου· αυτό που μετράει είναι πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μνήμη του για πολιτικό κέρδος.

Η υποκρισία αποκαλύπτεται όταν δει κανείς πώς αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί, που κλαίνε δημοσίως για τις τραγωδίες, αδιαφορούν πλήρως για τις συστημικές αιτίες που τις προκαλούν. Δεν τους ενδιαφέρει να προλάβουν το κακό· τους ενδιαφέρει μόνο να το εκμεταλλευτούν όταν συμβεί.

Η Δύναμη του Φόβου και της Θυματοποίησης

Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου δεν περιορίζεται μόνο στο πένθος και τις τραγωδίες. Ολόκληρες κοινωνίες κρατούνται σε κατάσταση διαρκούς φόβου, με την αίσθηση ότι είναι θύματα. Οι πολιτικοί λατρεύουν τον ρόλο του σωτήρα, αλλά για να είναι σωτήρες πρέπει να υπάρχει πάντα μια διαρκής απειλή, ένας συνεχής πόνος. Έτσι, οι λαοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ψυχολογία ανασφάλειας, έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε αυταρχική πολιτική «για το καλό τους».

Όταν οι άνθρωποι πονάνε, είναι ευάλωτοι. Κυριαρχεί το θυμικό πέρα από κάθε αντίσταση για λογική σκέψη. Και τότε, είναι εύκολο να χειραγωγηθούν. Ο φόβος είναι το απόλυτο όπλο πολιτικής κυριαρχίας. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν καλά ότι ένας λαός που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση πένθους ή φόβου δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τη διαύγεια να αμφισβητήσει την εξουσία τους.

Η Αποδόμηση της Πολιτικής της Οδύνης

Το αντίδοτο σε αυτή την αηδιαστική εκμετάλλευση είναι η επίγνωση. Οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν πότε ο πόνος τους χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την αυθεντική συμπόνια από τη φαρισαϊκή εκμετάλλευση. Να αναγνωρίζουν τους ηθοποιούς της εξουσίας που παίζουν τον ρόλο του συμπονετικού ηγέτη, ενώ στην πραγματικότητα απλώς πατούν πάνω στις πληγές της κοινωνίας για να ανέβουν στην εξουσία.

Η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου πόνου πρέπει να προστατευθεί από τα χέρια των πολιτικών εμπόρων. Γιατί ο πόνος δεν είναι εργαλείο. Το πένθος δεν είναι πολιτικό σλόγκαν. Και η ανθρώπινη δυστυχία δεν πρέπει να γίνεται σκαλοπάτι για την εξουσία.

Μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση του πόνου τους, σκεπτόμενοι με λογική για την εξεύρεση της αλήθειας, αντί να γίνονται οπαδοί της προπαγάνδας, μόνο τότε ίσως θα μπορέσουν να σπάσουν τις αλυσίδες της πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτό όμως το καταφέρνουν λίγοι. Και όσο παραμένουν λίγοι, λίγο θα ακούγονται. Δυστυχώς…

Ως τότε, οι ύαινες θα συνεχίσουν να σέρνονται γύρω από τα ερείπια, έτοιμες να καταβροχθίσουν κάθε νέα τραγωδία που θα παρουσιαστεί στο δρόμο τους.
Δυστυχώς…

Δημήτρης Βίκτωρ



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΑ ΛΑΘΗ

Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους.

Ιδεοληψία, ριζοσπαστισμός, τύφλωση και η παθολογία της «ιδεολογικής συνέπειας»

Συχνά η δυσπιστία των λαών έναντι των ελίτ οδηγεί στην ανάδειξη ανίκανων και αλλοπρόσαλλων ηγεσιών — όμως, αξίζουν πράγματι οι ελίτ εμπιστοσύνη; Η εμπειρία δείχνει το αντίθετο.

Ας δεχτούμε, για τις ανάγκες ενός σύντομου άρθρου, ότι μέρος των ελίτ είναι οι «διανοούμενοι» κι ότι αυτός ο δεύτερος όρος αντιστοιχεί σε πολυπτυχιούχους ή σε ανθρώπους που ασχολούνται συστηματικά με τα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες σε τέτοιο επίπεδο ώστε να διατυπώνουν δημοσίως γνώμες τόσο στον τομέα τους όσο και έξω από αυτόν, επηρεάζοντας τους υπολοίπους. Αυτοί οι άνθρωποι, αν και πιο μορφωμένοι, σε ένα γνωστικό πεδίο τουλάχιστον, πλανώνται συχνότερα απ’ όσο έχουν δίκιο και η διορατικότητά τους έχει αποδειχθεί ελλειμματική. Η πνευματική καλλιέργεια, η ευφυΐα και η εκπαίδευση όχι μόνο δεν αποτελούν εγγύηση σοφίας, αλλά προδιάθεση για λανθασμένες εκτιμήσεις, απάνθρωπες προτροπές και κακόβουλες πράξεις. Σε πλήθος περιστάσεων στην ιστορία, ιδιαίτερα σ’ εκείνη του 20ού και 21ου αιώνα, που μας αφορά περισσότερο, οι διαμορφωτές κοινής γνώμης στήριξαν αιμοσταγή καθεστώτα, επέμειναν πεισματικά σε ξοφλημένες ιδεολογίες και προσκολλήθηκαν σε θεωρίες και σε θεωρητικούς που είχαν ήδη διαψευστεί με τον πιο κατάφωρο τρόπο. Πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας διεπράχθησαν με την πρωτοβουλία μορφωμένων ατόμων — στην Καμπότζη, ανάμεσα στους Ερυθρούς Χμερ, υπεύθυνους για τον βίαιο θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους στη δεκαετία του 1970 ήσαν οκτώ γαλλόφωνοι διανοούμενοι, πέντε εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Σορβόνη: εκεί είχαν διδαχθεί τις ανοησίες του Ζαν-Πολ Σαρτρ για την επαναστατική βία και για τον καθαγιασμό των μέσων «με καλό σκοπό».

Ο Σαρτρ, αν και σήμερα δεν έχει την επιρροή που είχε πριν από πενήντα χρόνια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα παραπλανημένου και φανατικού διανοούμενου που έγινε σύμβολο των απανταχού παραπλανημένων και φανατικών. Αλλά ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να ήταν ακόμα χειρότερος σε ακρισία και σε πολιτική (και προσωπική) εχθροπάθεια· αμφότεροι στήριξαν τις σταλινικές δίκες-φάρσες, τις εκτελέσεις διαφωνούντων ή και μη διαφωνούντων των κομμουνιστικών καθεστώτων, τους δικτάτορες και τους τυράννους. Δεν ήσαν απλώς χρήσιμοι ηλίθιοι, ήσαν ενεργά όργανα προπαγάνδας.

Μπορώ να απαριθμήσω πολλούς από μια μακρά σειρά μελών της ελίτ που προσχώρησαν στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον κομμουνισμό: Μαρινέτι, Ντ’ Ανούντσιο, Έζρα Πάουντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα, Γιάννης Ρίτσος, Καρλ Σμιτ, Λένι Ρίφενσταλ, Λουί Αλτουσέρ, Αντρέ Γκλυξμάν, Νόαμ Τσόμσκι. Σε ολόκληρες γενιές διανοουμένων, λιγοστοί ήσαν όσοι έβλεπαν τι συνέβαινε ολόγυρά τους· κι αυτοί όχι από την αρχή —απλώς, κάποιοι είχαν το στοιχειώδες θάρρος, τη στοιχειώδη εντιμότητα, να παραδεχτούν ότι σε μια περίοδο της ζωής τους έκαναν φρικτά λάθη παρασύροντας σε πλάνες και πολλούς άλλους ανθρώπους. Ο Τζορτζ Όργουελ ήταν ένας απ’ αυτούς: σήμερα, παραδόξως, τον επικαλείται η αριστερά· ίσως αυτή η συχνή αναφορά να οφείλεται σε άγνοια· ο Όργουελ υπήρξε σφοδρός επικριτής της. Όσο για τους διανοουμένους που δεν έπεσαν στην παγίδα της αγελαίας νοοτροπίας —η Άιν Ραντ, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τόμας Μαν— αν και το έργο τους αναγνωρίστηκε, οι απόψεις τους λοιδορήθηκαν.

Αν εξετάσουμε βήμα βήμα την ιστορία, θα διαπιστώσουμε πως, ακόμα και λαμπρές προσωπικότητες —ο Μπέρτραντ Ράσελ λόγου χάρη— έκαναν καταστροφικές προτάσεις στις ηγεσίες και στους λαούς. Πού θα είχε οδηγήσει τη Βρετανία η ιδέα του Ράσελ για αφοπλισμό πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Υπενθυμίζω ότι στη δεκαετία του 1930, ως πασιφιστής, πρότεινε τον αφοπλισμό της χώρας του: «Αν εισβάλουν οι στρατιώτες του Χίτλερ» έλεγε, «πρέπει να τους υποδεχτούμε φιλικά, σαν να είναι τουρίστες […] Έτσι, θα χάσουν την αυστηρότητά τους και ίσως βρουν ελκυστικό τον τρόπο της ζωής μας». Dream on…

Στο βιβλίο «Η προδοσία των διανοουμένων», που εκδόθηκε το 1927, ο Ζιλιέν Μπεντά (αναφέρομαι συχνά σ’ αυτό το δοκίμιο, όπως, αναπόφευκτα, και στο «Όπιο των διανοουμένων» του Ρεϊμόν Αρόν) τεκμηριώνει το πώς πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διανοούμενοι ήσαν τόσο έκθαμβοι μπροστά στην άνοδο των ολοκληρωτισμών ώστε πολλοί εξ αυτών εγκατέλειψαν την αναζήτηση της αλήθειας για να υπηρετήσουν ζοφερές ιδεολογίες. (Η ειρωνεία: είκοσι χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Μπεντά άρχισε να τα μασάει γύρω από τις εκτελέσεις «τροτσκιστών» στην ΕΣΣΔ: μήπως επρόκειτο για προπαγάνδα της Δύσης; Ή μήπως η εξόντωση των εσωτερικών εχθρών ήταν εντέλει «αναγκαίο κακό»;)

Εν πάση περιπτώσει, καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η τύφλωση, η αφέλεια, η κακή πίστη έναντι της δημοκρατίας και ο κυνισμός οργίαζαν: μεγάλη επιτυχία γνώρισαν ο Τσε Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι, ως ρομαντικοί επαναστάτες, δέχονταν επισκέψεις πολλών Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων. Εκτός του ότι η Ανιές Βαρντά γύρισε προπαγανδιστική ταινία όπου συνέκρινε τον Φιντέλ με τον Γκάρυ Κούπερ (ο Σολ Λάνταου επίσης), ο Σαρτρ έγραψε δεκαέξι εγκωμιαστικά άρθρα στην εφημερίδα France-Soir και η Σιμόν ντε Μποβουάρ —ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο πνεύμα— τον επαίνεσε ξανά και ξανά σε τηλεοπτικές εκπομπές και στον Nouvel Observateur. Αλλά, το αποκορύφωμα της τύφλωσης δεν ήταν η εκτίμηση για τον Φιντέλ Κάστρο, αλλά εκείνη για τον Μάο τσε Τουνγκ: ο μαοϊσμός των διανοουμένων στη δεκαετία του 1960 και 1970 υπήρξε η πιο τρομακτική διάθλαση της όρασης στον 20ό αιώνα.

Στη Γαλλία, κυρίως στους κύκλους της Ecole Normale, καθώς και στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, φούντωσε το κίνημα εναντίον της υλιστικής και φιλελεύθερης Δύσης, με παράλληλη ανάπτυξη της φιλοκινεζικής ρητορικής. Προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Αλτουσέρ, ο Αλέν Μπαντιού, ο Σιλβάν Λαζαρούς, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Μισέλ Φουκό χειροκρότησαν την Πολιτιστική Επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση στην Κίνα στηλιτεύοντας τον δυτικό «κομφορμισμό» και «ατομισμό». Οι δηλώσεις τους δεν απείχαν πολύ από την προσωπολατρία: η Μποβουάρ εξήρε την «αμίμητη φυσικότητα» του Μεγάλου Τιμονιέρη και το πώς τα πρόσωπα του Μάο και του Τσου Ενλάι «όχι μόνο σαγηνεύουν αλλά και εμπνέουν ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα, τον σεβασμό».

Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μάο ήταν υπεύθυνος για καμιά 50ριά εκατομμύρια θανάτους, κάτι που τον καθιστά τον χειρότερο κατά συρροή δολοφόνο στην ανθρώπινη ιστορία — αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για όσους στοχάζονταν στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στα campuses των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο δε Ρολάν Μπαρτ ταξίδεψε στην Κίνα, τα βρήκε όλα υπέροχα κι έγραψε, μεταξύ άλλων, για την ειρήνη που επικρατούσε στη χώρα, για τη «σύνθετη κουζίνα» της και για τα «παιδιά που δεν κουράζεσαι να κοιτάς τις εκφράσεις τους, τόσο διαφορετικές είναι» (;;;). Τσιμουδιά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Κινέζων. Αντιθέτως: «Στον δρόμο, στα εργαστήρια, στα σχολεία, στους επαρχιακούς δρόμους, ένας λαός που μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχει ήδη χτίσει ένα σημαντικό έθνος, μετακινείται, εργάζεται, πίνει το τσάι του ή κάνει τη μοναχική του γυμναστική, χωρίς θέατρο, χωρίς θόρυβο, χωρίς να ποζάρει, με λίγα λόγια χωρίς υστερίες» (Le Monde, Μάιος 1974). Αν και ο Μπαρτ δεν είδε τίποτα αρνητικό στη ζωή στην Κίνα, αγανάκτησε για το φαγητό που του σέρβιραν στην Air France στο ταξίδι της επιστροφής: «Το πρωινό της Air France είναι τόσο αηδιαστικό (λίγο μπαγιάτικο ψωμί, κοτόπουλο βουλιαγμένο στη σάλτσα, πολύχρωμη σαλάτα — και όχι σαμπάνια!)· θα γράψω στην αεροπορική εταιρεία για να διαμαρτυρηθώ!» Με λίγα λόγια, ορίστε οι δυτικές «υστερίες», οι οποίες βεβαίως εκδηλώθηκαν και με πιο δραστικές μεθόδους: το κίνημα της αριστερής τρομοκρατίας παντού στη Δύση —κυρίως στην Ιταλία και στη Γερμανία— εμπνέονταν από τον μαοϊσμό και τον παναραβισμό· οι επικεφαλής του ήσαν «διανοούμενοι».

Η αλήθεια είναι ότι στο πέρασμα του χρόνου πολλοί ακροαριστεροί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ εξελίχθηκαν και αφηγήθηκαν με κριτικό βλέμμα τις τρέλες της νιότης τους (προσφάτως, o γνωστός κοινωνιολόγος Ζαν-Πιερ Λε Γκοφ, πρώην μαοϊκός, εξέδωσε σχετικό βιβλίο)· όμως, το συνηθισμένο χαρακτηριστικό της διανόησης δεν είναι η εξέλιξη· είναι η αγκίστρωση σε οποιαδήποτε ιδεολογική παλαβομάρα, η δικαιολόγησή της κι αυτό που ονομάζουν «συνέπεια» — το να σκέφτεσαι δηλαδή με τον ίδιο ηλίθιο τρόπο όχι μόνο κατά τη διάρκεια της νιότης σου, αλλά μέχρι το πικρό σου τέλος. Πόσο θλιβερό: άνθρωποι, μορφωμένοι άνθρωποι, στα σαράντα τους, στα πενήντα τους, σκέφτονται και ενεργούν όπως όταν ήσαν δεκαεπτά ετών. Και επιπλέον υπερηφανεύονται γι’ αυτή την αναστολή της ανάπτυξης.

Το 1979, οι τιτάνες της αριστερής σκέψης χειροκρότησαν την επανάσταση των μουλάδων στο Ιράν. Ήδη πριν από την ισλαμική επανάσταση, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε στη Γαλλία ως δήθεν πιθανό θύμα του καθεστώτος του Σάχη, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αριστερών διανοουμένων: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Έτσι, ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι, το οποίο υποτίθεται ότι στο εξής θα διείπε την ενάρετη ιρανική ζωή με την αξία της εργασίας, με την κοινοκτημοσύνη των πόρων (νερό, υπέδαφος), με όρια της ελευθερίας που να τηρούνται έτσι ώστε να μη βλάπτουν τους άλλους, με σεβασμό των μειονοτήτων, με ισότητα και αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, με λογοδοσία των κυβερνώντων. Αυτά διάβαζε στο Κοράνι ο Φουκό. Σήμερα, αν και έχει μειωθεί ο αριθμός εκείνων που ξεστομίζουν τέτοιες μωρίες, στον χώρο της αριστεράς σ’ αυτές τις μωρίες στηρίζεται η ισλαμοφιλία, όπως και όλα τα φιλο-ολοκληρωτικά ιδεολογήματα. Άλλωστε, τα ινδάλματα των αριστερών διανοουμένων εξακολουθούν να είναι ο Φουκό και ο Έντουαρντ Σαΐντ· όσοι εμπότισαν την αριστερά με μεταφυσικές ιδέες, αυθαιρεσία, ψευδοεπιστήμη, αντιδυτικισμό, οικοφοβία.

Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους. Για παράδειγμα, τα ανοιχτά σύνορα και η ελεύθερη μετανάστευση ελάχιστα επηρεάζουν τους κατοίκους των «καλών» συνοικιών· άρα, ακούγεται ευχάριστα ακραίο και ριζοσπαστικό να μιλούν εναντίον των συνοριακών φραγμών. Εξάλλου, ενώ οι πολιτικοί που κάνουν γκάφες συνήθως τιμωρούνται με μη επανεκλογή ή με γελοιοποίηση, οι διανοούμενοι μπορούν να κάνουν τη μια γκάφα πάνω στην άλλη χωρίς να χάνουν το κύρος τους· πάντοτε θα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θα τους θαυμάζει και θα τους ακολουθεί. Κι εκτός αυτού, όσο πιο εξωφρενική είναι μια ιδέα, τόσο περισσότερο ερεθίζει το ενδιαφέρον του κοινού, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από περγαμηνές, τίτλους και ύφος χιλίων καρδιναλίων.

Σώτη Τριανταφύλλου

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Περί γνώσης και σπανιότητος

Η γνώση δεν είναι στολίδι· είναι ρήξη. Δεν εξευγενίζει απλώς τον άνθρωπο, αλλά τον αποσπά από την άνεση της κοινής πλάνης. Όσο περισσότερο καταλαβαίνει κανείς τον κόσμο, τόσο δυσκολότερα ζει μέσα του αθώα. Δεν γίνεται αναγκαστικά ανώτερος· γίνεται όμως βαρύτερος. Βλέπει περισσότερα, άρα σηκώνει περισσότερα. Διακρίνει πίσω από τις λέξεις τον φόβο, πίσω από τις χειρονομίες την ανάγκη, πίσω από τις βεβαιότητες, την αμηχανία. Και από τη στιγμή που βλέπει, δεν μπορεί πια να επιστρέψει στην ευκολία της επιφάνειας. Αυτή είναι η πρώτη τιμωρία της διαύγειας: δεν σου επιτρέπει να ξεγελιέσαι με ό,τι άλλοτε σε καθησύχαζε.

Έτσι γεννιέται η μοναχικότητα. Όχι ως πόζα, ούτε ως αλαζονική απόσυρση, αλλά ως αναγκαία απόσταση από έναν κόσμο που μιλά πολύ και λέει ελάχιστα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν επικοινωνούν· αμύνονται. Τα περισσότερα «είμαι καλά» δεν είναι ομολογία κατάστασης, αλλά τρόπος αποφυγής της αλήθειας. Οι περισσότερες συζητήσεις δεν είναι ανταλλαγή ουσίας, αλλά τελετουργία κοινωνικής επιβίωσης. Όποιος το καταλάβει αυτό, κουράζεται. Δεν περιφρονεί απαραίτητα τους άλλους, αλλά αδυνατεί να ζήσει μέσα στη μόνιμη ρηχότητά τους χωρίς εσωτερική φθορά. Ο θόρυβος τού γίνεται εκκωφαντικός, όχι επειδή αυξήθηκε, αλλά επειδή έπαψε να τον περνά για ζωή.

Και τότε η γνώση αποκαλύπτει το βαρύτερο πρόσωπό της. Η αληθινή σκέψη δεν είναι μόνο δύναμη· είναι υποχρέωση. Αν έχεις δει τι αξίζει, δεν δικαιούσαι πια να αφιερώσεις τον εαυτό σου στο ευτελές σαν να μην ξέρεις. Αν κατάλαβες τι είναι ψεύτικο, δεν μπορείς να υπηρετείς το ψεύδος χωρίς να ακρωτηριάζεις τη συνείδησή σου. Γι’ αυτό πολλοί προτιμούν τη μετριότητα: όχι επειδή δεν μπορούν να φτάσουν βαθύτερα, αλλά επειδή φοβούνται το κόστος του βάθους. Η καθαρή επίγνωση διαλύει αυταπάτες, κόβει συνήθειες, ακυρώνει διασκεδάσεις που στηρίζονταν στην ελαφρότητα. Σε αναγκάζει να χάσεις ό,τι κάποτε σε κρατούσε ευχάριστα απασχολημένο. Και οι περισσότεροι δεν θέλουν να χάσουν τίποτε, ακόμη κι αν αυτό που κρατούν είναι κενό.

Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη μοναξιά υπάρχει μια σκληρή ευγένεια. Εκεί ο άνθρωπος δοκιμάζεται χωρίς κοινό. Αναγκάζεται να δει αν έχει εσωτερικό άξονα ή αν αποτελείται μόνο από ρόλους, αντανακλάσεις και δάνεια. Η απομόνωση, όταν δεν γίνεται μνησικακία, λειτουργεί σαν πειθαρχία. Αφαιρεί το περιττό, καθαρίζει το βλέμμα, σκληραίνει το φρόνημα. Σε μαθαίνει να μη ζητάς διαρκώς επιβεβαίωση για να αντέξεις την ύπαρξή σου. Να στέκεσαι μόνος χωρίς να εκλιπαρείς παρέα για να μη συναντήσεις τον εαυτό σου. Εκεί χτίζεται η αυθεντικότητα: όχι στη φασαρία της αποδοχής, αλλά στη σιωπή όπου δοκιμάζεται ό,τι πραγματικά είσαι.

Από ένα σημείο και μετά, όμως, αυτό δεν αρκεί. Η βαθιά συνείδηση δεν περιορίζεται στο να αντέχει τον κόσμο· θέλει να τον κρίνει. Και πρώτα απ’ όλα στρέφει το μαχαίρι προς τα μέσα. Κόβει τις κληρονομημένες ψευδαισθήσεις, απορρίπτει τις εύκολες ηθικές, γελοιοποιεί τις παρηγοριές που συντηρούν την αδυναμία. Δεν της αρκεί να καταλάβει ότι πολλά πράγματα είναι κούφια· θέλει να τα ξεγυμνώσει. Θέλει να δει αν μπορεί να σταθεί χωρίς δεκανίκια, χωρίς βολικές αλήθειες, χωρίς την ανάγκη να συμφωνεί με το πλήθος. Όποιος φτάνει εκεί γίνεται αναπόφευκτα ξένος. Η παρουσία του ενοχλεί, γιατί εκθέτει. Δεν χρειάζεται καν να μιλήσει πολύ· αρκεί που δεν συμμετέχει πρόθυμα στο κοινό ψέμα.

Και όμως, αυτή η ξενότητα δεν είναι ήττα. Ίσως είναι το τίμημα της ποιότητας. Η αληθινή σύνδεση δεν μετριέται με αριθμούς, αλλά με βάθος. Μία συνάντηση που σε αναγνωρίζει ουσιαστικά αξίζει περισσότερο από εκατό σχέσεις που μένουν στην επιφάνεια. Ο βαθιά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν είναι χαμένος επειδή είναι μόνος. Χαμένος θα ήταν μόνο αν πρόδιδε τη διαύγειά του για να γίνει αποδεκτός. Η πραγματική έκπτωση δεν είναι η μοναξιά· είναι η συρρίκνωση του εαυτού για χάρη της ένταξης. Αν, λοιπόν, νιώθεις μόνος επειδή σκέφτεσαι βαθιά, επειδή αντέχεις όλο και λιγότερο το ψεύδος, επειδή δεν σε χορταίνει η φτηνή οικειότητα, μην το ονομάζεις απώλεια. Ονόμασέ το δοκιμασία. Και ίσως, βαθύτερα, σπανιότητα.

Ή αλλιώς:
Αν νοιώθεις μόνος επειδή σκέφτεσαι βαθιά, δεν είσαι χαμένος.

Είσαι απλά σπάνιος· ή και μοναδικός.

Δημήτρης Βίκτωρ





 

 

 

 

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Περί Παραδείσου

"Αν υπήρχε ο Παράδεισος θα ήταν για τους ηλιθίους και θα ήταν πολύ κουραστικός"

Αν υπάρχει Παράδεισος, το πρώτο πράγμα που τον προδίδει είναι ότι τον ονειρευόμαστε σαν μόνιμη λύση. Μια αιωνιότητα χωρίς κίνδυνο, χωρίς απώλεια, χωρίς τέλος. Δηλαδή χωρίς το υλικό που κάνει την εμπειρία να έχει βάρος. Γιατί η χαρά, όταν δεν κινδυνεύει να χαθεί, χάνει την οξύτητά της· και η γαλήνη, όταν δεν κατακτάται μέσα από τριβή, γίνεται αναισθησία. Η τελειότητα που δεν χρειάζεται κόπο δεν είναι κορυφή· είναι επίπεδο πάτωμα. Κι ένα πάτωμα, όσο γυαλισμένο κι αν είναι, παραμένει χώρος όπου δεν ανεβαίνεις—μόνο στέκεσαι.

Γι’ αυτό ο «κουραστικός Παράδεισος» είναι λογικό συμπέρασμα, όχι αστείο. Η αιώνια ευτυχία, για να αντέχεται, πρέπει να είναι ήπια, προβλέψιμη, ακίνδυνη—μια χαρά σε χαμηλή ένταση, για να μην τρελαίνεσαι από την υπερβολή της. Μα τότε τι μένει; Ένα άπειρο σαλόνι χωρίς πόρτες, όπου όλα είναι “καλά” με τον τρόπο που είναι “καλά” τα πράγματα σε μια διαφήμιση: κανένα ρίσκο, κανένα κόστος, άρα και κανένα κατόρθωμα. Η ύπαρξη μετατρέπεται σε παρατεταμένο χειροκρότημα χωρίς παράσταση.

Η μεταθανάτια ανταμοιβή λειτουργεί σαν το πιο κομψό σύστημα αναβολής. Σου δίνει μια μεγάλη επιταγή για αργότερα, ώστε να αποδέχεσαι μικρές ταπεινώσεις τώρα. Σου λέει: κράτα την όρεξή σου, χαμήλωσε το βλέμμα, κατάπιε την αδικία—θα τακτοποιηθούν όλα «εκεί». Έτσι η ζωή εδώ υποβιβάζεται σε διάδρομο αναμονής, και κάθε αληθινή απαίτηση του παρόντος βαφτίζεται πειρασμός. Το τώρα παρουσιάζεται ως ύποπτο, ενώ το μετά ως καθαρό. Σαν να είναι η πραγματικότητα ένα κακό αντίγραφο, και η φαντασία το πρωτότυπο.

Και πάνω σ’ αυτή την αναβολή πατάει η συναλλαγή. Η ηθική μετατρέπεται σε οικονομικό σύστημα: κάνε το “σωστό” για να πληρωθείς αιώνια. Δεν είναι αρετή· είναι επένδυση. Δεν είναι εγκράτεια· είναι ασφάλεια ζωής. Κι αν η καλοσύνη χρειάζεται μεταφυσικό μπόνους για να σταθεί, τότε η καλοσύνη δεν είναι χαρακτήρας—είναι τιμολόγιο. Η «πίστη» εδώ δεν μοιάζει με φλόγα, αλλά με λογιστική: καταγράφει αμαρτίες, αφαιρεί τύψεις, προσθέτει πόντους σωτηρίας. Ένα ηθικό πρόγραμμα επιβράβευσης, με ουράνια δώρα για όσους αντέχουν να ζήσουν μισή ζωή.

Το πιο σατιρικό είναι ότι ο Παράδεισος παρουσιάζεται ως θρίαμβος του νοήματος, ενώ στην πράξη είναι η παραίτηση από τη δυσκολία του να το φτιάξεις. Είναι η λύση που σε απαλλάσσει από την ευθύνη της δημιουργίας: δεν χρειάζεται να μεταμορφώσεις τον κόσμο, αρκεί να “περάσεις”. Δεν χρειάζεται να γίνεις δυνατός, αρκεί να είσαι υπάκουος. Και κάπως έτσι, η υπακοή βαφτίζεται βάθος, η παραίτηση ταπεινότητα, και ο φόβος σοφία.

Αν υπήρχε Παράδεισος, ίσως πράγματι θα ήταν για τους πιο βολικούς οραματιστές του: για όσους θέλουν ένα σύμπαν που τους χρωστά. Για όσους δεν αντέχουν την ιδέα ότι η ζωή δεν έχει εγγυήσεις και ότι η αξία δεν μοιράζεται ως έπαθλο, αλλά γεννιέται ως πράξη. Και τότε η αιωνιότητα θα ήταν όντως κουραστική: ένα ατέλειωτο “όλα καλά”, όπου δεν υπάρχει τίποτα να κατακτηθεί—άρα τίποτα να δικαιολογεί ότι υπάρχεις.

Δημήτρης Βίκτωρ



Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Η ΕΝΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΙΚΟΥ

 «Όσο πιο σύνθετο φαίνεται ένα γεγονός τόσο πιο απλά πρέπει να σκέφτεσαι για την ανάλυσή του»

Στη φιλοσοφική αναζήτηση της αλήθειας, υπάρχει μια διαχρονική τάση του ανθρώπου να περιπλέκει την κατανόηση των γεγονότων. Ιδίως όταν ένα γεγονός φαντάζει εξαιρετικά σύνθετο, ο νους μας συχνά παγιδεύεται σε ένα λαβύρινθο εξηγήσεων, αιτιών και σκοπιμοτήτων. Ωστόσο, ο συλλογισμός ότι «όσο πιο σύνθετο φαίνεται ένα γεγονός, τόσο πιο απλά πρέπει να σκέφτεσαι για την ανάλυσή του» αποτελεί μια φιλοσοφική θεμελίωση της διαύγειας έναντι της υπερβολικής νοητικής φόρτισης.

Η ανάγκη να αποδοθεί ευθύνη, να βρεθούν αιτίες και να δοθεί νόημα σε τραγικά γεγονότα οδηγεί συχνά στη δημιουργία μιας ασταμάτητης ροής αφηγήσεων και ερμηνειών, πολλές από τις οποίες εξυπηρετούν συμφέροντα ή απλώς αποτελούν προϊόντα θυμικού φορτισμού. Όμως, η πραγματικότητα υπακούει σε απλούς κανόνες: ένα λάθος που οδηγεί σε μια καταστροφή δεν χρειάζεται να επενδυθεί με θεωρίες συνωμοσίας ή πολιτικές σκοπιμότητες. Η αναζήτηση σύνθετων δικαιολογιών είναι στην ουσία μια διανοητική απόπειρα να μετατεθεί η ευθύνη σε μια αφηρημένη συλλογικότητα, αντί να αποδοθεί εκεί που ανήκει.

Ο φριχτός χαρακτήρας ενός δυστυχήματος δεν εξαλείφεται ούτε με εξιδανικεύσεις ούτε με περίπλοκες αφηγήσεις. Το να αποδεχθεί κανείς ότι ένας και μόνο σταθμάρχης δεν έκανε σωστά τη δουλειά του ίσως είναι δυσάρεστο, αλλά είναι η πιο απλή και λογική εξήγηση. Όλες οι άλλες προσπάθειες είτε διαμορφώνονται για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα είτε προέρχονται από την ανάγκη του ανθρώπου να αρνηθεί την ευθύνη του μεμονωμένου ατόμου και να τη διαχέει στο αόριστο κοινωνικό σύνολο.

Η Οχλοποίηση του Όχλου και η Εντροπία του Θυμικού:

Εδώ, εισερχόμαστε σε μια βαθύτερη διάσταση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ο όχλος δεν λειτουργεί λογικά. Η οχλοποίηση, ως φαινόμενο, είναι μια διαδικασία κατά την οποία η ατομική σκέψη υποχωρεί μπροστά στη συλλογική υστερία. Ο θυμός, η θλίψη και η ανάγκη για απόδοση ευθυνών γίνονται οι κινητήριες δυνάμεις ενός ανεξέλεγκτου συναισθηματικού χάους – μιας εντροπίας του θυμικού που οδηγεί τους ανθρώπους στην υπερβολή, την υπεραπλούστευση, αλλά και την παραπλάνηση.

Η εντροπία, στη φυσική, αναφέρεται στη σταδιακή αύξηση της αταξίας σε ένα σύστημα. Αντίστοιχα, στην ανθρώπινη σκέψη και την κοινωνική δυναμική, η εντροπία του θυμικού αντιπροσωπεύει τη διάλυση της λογικής ανάλυσης μπροστά στο συναισθηματικό φορτίο των γεγονότων. Είναι ακριβώς αυτή η δυναμική που οδηγεί στην οχλοποίηση του όχλου: μια συλλογική παρεκτροπή από την ψυχρή λογική προς το θυμικό παραλήρημα.

Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές. Από τις δημόσιες εκτελέσεις στη μεσαιωνική Ευρώπη μέχρι τις πολιτικές διώξεις και τις μαζικές εξεγέρσεις, η ανάγκη του όχλου να βρει ένα εύκολο εξιλαστήριο θύμα έχει αποτελέσει μοτίβο επαναλαμβανόμενο. Όταν μια κοινωνία λειτουργεί στη βάση της εντροπίας του θυμικού, η αναζήτηση της αλήθειας παραμερίζεται προς όφελος της συγκινησιακής εκτόνωσης.

Για να κατανοήσει κανείς σωστά τα γεγονότα, πρέπει να μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από τις υπερβολές που δημιουργεί το συλλογικό θυμικό. Ο δρόμος προς αυτή την κατεύθυνση είναι η απλότητα. Δεν πρόκειται για αφέλεια, αλλά για μια πειθαρχημένη προσέγγιση της λογικής, όπου κάθε στοιχείο εξετάζεται χωρίς συναισθηματική φόρτιση.

Η σκέψη πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο καθαρή, ακολουθώντας έναν πυρήνα βασικών αρχών:

Η απλούστερη εξήγηση είναι συνήθως η σωστή.
Η συναισθηματική φόρτιση δεν είναι επιχείρημα:

Η οργή και η απογοήτευση μπορεί να είναι φυσιολογικές αντιδράσεις, αλλά δεν αποτελούν εργαλεία ορθολογικής ανάλυσης.

Η απόδοση ευθύνης πρέπει να είναι σαφής:
Αν η ευθύνη είναι ατομική, δεν έχει νόημα να αναζητούμε αφηρημένες ή πολιτικές θεωρίες που τη διαχέουν.

Η τραγωδία, η αδικία και το ανθρώπινο λάθος είναι αναπόφευκτα στοιχεία της ύπαρξης. Το ζήτημα δεν είναι να δημιουργούμε διανοητικές παγίδες που αποσπούν από την ουσία, αλλά να παραμένουμε πιστοί στην αρχή της απλής σκέψης μπροστά στη σύνθετη πραγματικότητα. Η εντροπία του θυμικού θα συνεχίσει να θρέφει την οχλοποίηση του όχλου, εκτός αν η συνειδητή και ψύχραιμη ανάλυση αποτελέσει εργαλείο μας απέναντι στην παραμόρφωση των γεγονότων.

Η ιστορία έχει δείξει πως η μαζική παράνοια γεννιέται όταν η λογική υποτάσσεται στο συναίσθημα. Όποιος θέλει να σκεφτεί καθαρά, πρέπει να μάθει να βλέπει την αλήθεια απαλλαγμένη από τις σκιές της συναισθηματικής εντροπίας.

Δημήτρης Βίκτωρ




Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΣΑΜΕ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ…

Οι αφελείς πιστεύουν πως το παρελθόν ήταν πάντα όπως το βλέπουμε σήμερα. Δεν είναι έτσι όμως, οι άνθρωποι κάθε εποχής βλέπουν το παρελθόν με τα χρωματιστά και παραμορφωτικά γυαλιά του καιρού τους...

Ο πλέον χρήσιμος τρόπος να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται μια κοινωνία το παρελθόν της είναι αυτός που θα την φέρει σε πλεονεκτική θέση στο μέλλον έναντι των ανταγωνιστών της.

Υπό την έννοια αυτή δεν πρέπει να καλλιεργούμε ψευδαισθήσεις για το ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε. Αντιθέτως πρέπει να γνωρίζουμε καλά ποια ήταν και είναι τα μειονεκτήματά μας και ποια τα πλεονεκτήματα σε κάθε περίοδο και κυρίως ποια είναι σήμερα.

Το πρόβλημα με τους περισσότερους ανθρώπους ξεκινά από το γεγονός πως βλέπουν στους εαυτούς τους περισσότερα πλεονεκτήματα απ’ όσα διαθέτουν και αντίστοιχα λιγότερα μειονεκτήματα.

Οι περισσότεροι αρέσκονται να ταυτίζουν την ελληνική επανάσταση που ξεκίνησε πριν 200 χρόνια με τις μεγάλες της νίκες.

Κάθε  αγώνας όμως  απαρτίζεται από νίκες αλλά και ήττες και από τις ήττες μπορείς να μάθεις περισσότερα για το πώς θα τις αποφύγεις και θα εξασφαλίσεις τις νίκες στο μέλλον.

Οι άνθρωποι και οι λαοί που επιβιώνουν στον χρόνο είναι αυτοί που αξιοποιούν καλύτερα τις ήττες από τις νίκες.

Υπό την έννοια αυτή υπάρχουν τρείς ήττες της ελληνικής επανάστασης από τις οποίες μπορεί κάποιος να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για τον ελλαδικό και απανταχού ελληνισμό.

Ο ανθός στο Δραγατσάνι...

Η ελληνική επανάσταση τυπικά ξεκίνησε με τη δημιουργία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη του Ιερού Λόχου στη Φωξάνη, μια κωμόπολη κάπου στα σύνορα της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821.

Ο Ιερός Λόχος συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών διαφόρων πόλεων της Ευρώπης.

Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της Ελληνικής Επανάστασης και του ελληνικού στρατού στην ιστορία.

Ο Ιερός Λόχος συνετρίβη λίγους μήνες αργότερα  στις 7 Ιουνίου του 1821 στο Δραγατσάνι όταν βιάστηκε να ξεκινήσει αψιμαχίες με τους Τούρκους πριν φτάσει ολόκληρο το στράτευμα.

"Την επόμενη ημέρα, 7 Ιουνίου 1821, θα ξεκινήσουν οι αψιμαχίες, προτού καταφτάσει όλο το στράτευμα, με την αποτυχημένη επίθεση του ελληνικού ιππικού του Βασιλείου Καραβία.

Ο Ιερός Λόχος, με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, έσπευσε προς βοήθεια με 375 αξιωματικούς και οπλίτες, αλλά η φυγή του τμήματος του Καραβία ανάγκασε τους Ιερολοχίτες να πολεμήσουν μόνοι τους χωρίς την υποστήριξη ιππικού.

Πριν προφτάσει ο Ιερός Λόχος να σχηματίσει τετράγωνα, επιτέθηκε το τουρκικό ιππικό με αρχηγό τον Καρά Φέιζ και χώρισε το Λόχο στα δύο.

Οι απώλειες ήταν σημαντικές, οι εκατόνταρχοι, ο σημαιοφόρος του Λόχου, 25 αξιωματικοί και 180 στρατιώτες έπεσαν νεκροί, ενώ 37 Ιερολοχίτες αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στο Βουκουρέστι κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποκεφαλίστηκαν. …Ο Νικόλαος Υψηλάντης σώθηκε τυχαία από έναν φιλέλληνα Γάλλο αξιωματικό, που τον ανέβασε στο άλογό του…"

Η μάχη του Πέτα...

Η μάχη του Πέτα έλαβε χώρα κατά το δεύτερο έτος της επανάστασης, στις 4 Ιουλίου του 1822, στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα.

Εμπλεκόμενες πλευρές ήταν οι Έλληνες αγωνιστές, συνεπικουρούμενοι από το "Τάγμα των Φιλελλήνων", και ο οθωμανικός τακτικός στρατός συνεπικουρούμενος από σώματα ατάκτων μισθοφόρων Τουρκαλβανών.

Κάποιοι αποδίδουν την ήττα στην άρνηση των Ευρωπαίων Φιλελλήνων, οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί και στρατιώτες να προσαρμοστούν στις τακτικές των ατάκτων που χρησιμοποιούσαν οι  Έλληνες οπλαρχηγοί.

Λέγεται πως όταν οι Έλληνες οπλαρχηγοί συμβούλεψαν τους Φιλέλληνες να κάνουν ταμπούρια αυτοί απάντησαν πως "έχουν τα στήθη τους για ταμπούρια και πως ξέρουν και αυτοί να πολεμούν"

Μετά από αυτό πολλοί οπλαρχηγοί όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Γ. Κολοκοτρώνης αποχώρησαν από το Πέτα.

Κάποιοι άλλοι αποδίδουν την ήττα σε πιθανή προδοσία του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα ο οποίος φέρεται να εγκατέλειψε τη θέση του.

"Οι Έλληνες ερμήνευσαν αυτό το περιστατικό ως προδοσία του Μπακόλα και οπισθοχώρησαν, και καθώς άργησε η διαταγή της οπισθοχώρησης οι Φιλέλληνες που έμειναν στη μάχη περικυκλώθηκαν από τους εχθρούς...

Από το Σώμα των Φιλελλήνων (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι, Ελβετοί, Βέλγοι, Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί, Πολωνοί) 68 σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και ο διοικητής του τακτικού στρατεύματος συνταγματάρχης Πιέτρο Ταρέλλα, όπως και ο διοικητής της διλοχίας 120 φιλελλήνων αξιωματικών, Ιταλός συνταγματάρχης Αντρέα Δάνια.

Ηρωικό θάνατο βρήκε και ο Γάλλος λοχαγός Μονιάκ, παλεύοντας μόνος και κυκλωμένος από τον εχθρό, ενώ ο βαριά πληγωμένος Γερμανός στρατηγός Νόρμαν είπε στον Μαυροκορδάτο: "πρίγκηπα, όλα τα χάσαμε, εκτός από την τιμή"*…

Στο Μανιάκι...

Με το που απέκτησαν κράτος οι Έλληνες άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους για το ποιος θα το ελέγξει, για να καρπωθεί η φατρία του έστω και λιγοστούς πόρους.  Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Πετρόμπεης κλπ. βρέθηκαν στις φυλακές.

Το 1825 η Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο καθώς οι εμφύλιες διαμάχες την είχαν αποδυναμώσει.

Ο Παπαφλέσσας υπουργός των στρατιωτικών εκείνη την περίοδο  απελπισμένος, και σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τους Έλληνες, αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος. Στη τοποθεσία Μανιάκι συνετρίβη από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ ο οποίος στη συνέχεια κατέλαβε την Τριπολιτσά και σχεδόν ολόκληρη τη Πελοπόννησο βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην Επανάσταση.

Η μάχη στο Μανιάκι είχε χαθεί πολύ πριν λάβει χώρα.

Αργότερα, στη  ναυμαχία στο Ναβαρίνο στις 20 Οκτωβρίου του 1827  οι στόλοι των μεγάλων δυνάμεων της εποχής  συνέτριψαν τον Οθωμανικό, αποκόπτοντας τις δυνάμεις του Ιμπραήμ που κατείχε την Πελοπόννησο. Το 1828 έστειλαν στο Μοριά τον Γάλλο στρατηγό Νικολά Μεζόν με σκοπό να απελευθερωθεί η περιοχή από τις τουρκικές-αιγυπτιακές κατοχικές δυνάμεις και ο οποίος και το πέτυχε.

Εν κατακλείδι...

Η ήττα στο Δραγατσάνι μας διδάσκει πως δεν αρκούν οι καλύτερες προθέσεις και τα αγνότερα αισθήματα για να νικήσει κάποιος. Στο Δραγατσάνι θυσιάστηκε ο ανθός του απανταχού ελληνισμού της εποχής αλλά το γεγονός ότι παρασύρθηκε και ενεπλάκη στη μάχη νωρίτερα από ό,τι έπρεπε τους οδήγησε σε μια ήττα.

Σε αντίθεση με τον ανθό του ελληνισμού που εγκατέλειψε μια ασφαλή και πλούσια ζωή για να πέσει στις λάσπες του Δραγατσανίου, νίκες επί των Τούρκων πέτυχαν δυνάμεις στις οποίες ηγούνταν Μπέηδες, Αρματολοί και Κλέφτες με ιδανικά θολά και συμφέροντα συχνά επαμφοτερίζοντα. Ετούτοι όμως ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι...

Η μάχη του Πέτα μας έδειξε πως κάποιοι επειδή διαπρέπουν στην πολιτική και τη διπλωματία δεν σημαίνει πως είναι και καλοί στρατηγοί. Το ίδιο ισχύει και για του στρατηγούς που αρέσκονται να παριστάνουν πολιτικούς ή τους διπλωμάτες.

Επιπλέον, μας διδάσκει πως οι Φιλέλληνες δεν νικούν πάντα και πως πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο αμυντικό δόγμα το οποίο ακολουθούν όλοι και καλό είναι να το ορίζουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.

Το Μανιάκι μας περιγράφει τα δεινά του εμφυλίου και πως μια μάχη χάνεται πριν λάβει χώρα.

Τέλος, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως η ελληνική επανάσταση θα είχε τελειώσει άδοξα χωρίς τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Τούτο είναι αλήθεια. Εν  μέρει όμως... Αν δεν είχαν προϋπάρξει οι θυσίες και οι νίκες των Ελλήνων, οι μεγάλες δυνάμεις ίσως να μην έβλεπαν σαν λύση της αστάθειας που δημιουργούσε η Οθωμανική παρακμή τη δημιουργία ελληνικού κράτους.

Όπως και να έχει η ελληνική επανάσταση πέτυχε και η Ελλάδα ήταν η πρώτη επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε.

Στα 200 χρόνια η Ελλάδα κατάφερε να αναδειχτεί μεταξύ των 30 πλουσιότερων χωρών στο κόσμο  πολύ νωρίτερα από όλες τις άλλες επαρχίες της "Οθωμανίας" και της ίδιας της Τουρκίας.

Η μικρή Ελλάδα στον πρώτο μεγάλο πόλεμο επέκτεινε τα όρια του ελληνικού κράτους και στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας πέτυχε την πρώτη μεγάλη νίκη των Συμμάχων στις δυνάμεις του Άξονα.

Στα πρώτα διακόσια χρόνια ο δυτικόστροφος προσανατολισμός της ελληνικής ελίτ εμφανίζεται ισχυρότερος από την περίοδο του ύστερου Βυζαντίου όταν ηττήθηκε από την παράταξη που προτιμούσε το... τούρκικο φέσι. Τούτο ίσως συμβαίνει γιατί εν τω μεταξύ η εξουσία των Παπών και των Πατριαρχών μετά τον διαφωτισμό έχει περιοριστεί και οι διαφορές τους δεν ορίζουν τις εθνικές επιλογές.

Πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης οι αυλές της Ευρώπης ελάμβαναν αποφάσεις για την Ελλάδα χωρίς την παρουσία της Ελλάδας.  Σήμερα η Ελλάδα αποφασίζει ισότιμα με τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. για τα ζητήματα που αφορούν την ίδια και τις άλλες χώρες της ένωσης. Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα.

Όλα τα χάσαμε εκτός από την τιμή, είπε στον Υψηλάντη ο Γερμανός Φιλέλληνας που έπεσε στη μάχη του Πέτα. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που κερδίσαμε τον πόλεμο.

Για τα παιδιά στο Δραγατσάνι και τους φιλελεύθερους επί το πλείστον Φιλέλληνες που έπεσαν για την Ελλάδα και δεν πρόλαβαν να αφήσουν γραμμές απογόνων, αλλά και για όλους όσους μετείχαν στην επανάσταση και βοήθησαν στη δημιουργία του ελληνικού κράτους οφείλουμε σεβασμό. Ο καλύτερος τρόπος να τον δείξουμε είναι στα επόμενα 200 χρόνια να πάμε ακόμη καλύτερα, ακόμη μακρύτερα...

Κώστας Στούπας