Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

" ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ' --- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ

Μνήμη Μάνας – (Λόγω της ημέρας)

 «Διαμορφωνόμαστε από αυτά που αγαπάμε»

και μας διαμόρφωσαν αυτά που μας αγαπήσανε.

Η Μάνα μου Ευδοξία, έννοια πια, είναι πάντα δίπλα και μέσα μου και με εμπνέει.

Τα καλά της χρόνια ήταν πέτρινα.
Παντρεύτηκε παρά την θέλησή της, ξενιτεύτηκε παρά την θέλησή της, γέννησε επτά φορές παρά την θέλησή της.
Την κυρίευσε το καθήκον και μεγάλωσε μέσα στην σιωπή, την απελπισία, την έσχατη φτώχεια και την αγωνία της για αξιοπρέπεια.

Χρειάστηκε να κυλήσω μέσα στον χρόνο αρκετά, να ζήσω απώλειες και να βιώσω απογοητεύσεις για να την κατανοήσω, να ξενιτευτώ για να την τιμήσω και να γίνω ποιητής για να την τραγουδήσω.

... Στις Μάνες άλλων εποχών...
… Στις Μάνες που αξίζουν να φέρουν τον τίτλο…
… Στις Μάνες όλου του κόσμου...

Δημήτρης Βίκτωρ
31 Ιανουαρίου


 -----------------------------------------------------------

Το Ποίημα

-----------------------------


Ευχές που ταξιδεύουν

 

Η Μάνα φεύγει και οι ακριβές ευχές μαζί της ταξιδεύουν,

αφήνουνε κενά σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα.

Όλα συνομιλούν και σε καθοδηγούν σ’ απλά κι αγαπημένα,

ναρκώνουνε το νου χωρίς ρυθμό χορού, κενά, παρατημένα.

 

Οι ευχές σαν ζωντανές μοιάζαν αγγελικές, μικρές νεράιδες,

που ήταν πάντα εκεί, σαν μία προσταγή, σαν μια γλυκιά φροντίδα.

Με τα φτερά ανοιχτά κρατούσαν συντροφιά στον κάθε πόνο,

δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά, στο χρόνο.

 

Τώρα που πολεμώ τον γκρίζο τον καιρό, πίσω ξαναγυρίζω,

πάλιωσα πια κι εγώ και θέλω να πιαστώ κάπου πριν φύγω.

Θυμάμαι τις ευχές, αυτές τις ακριβές, χρυσό και μάλαμα!

Θέλω ν’ αφουγκραστώ, αν είναι δυνατό, ξανά τη Μάνα:

 

Καθώς αδημονεί σε κάθε μου φυγή γερός να επιστρέψω

κάνοντας την ευχή για κάθε προσοχή, για κάθε καλό δρόμο.

Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο

και πάλι με ευχή, σύντροφο φιλική για ήσυχο κι ονειρεμένο ύπνο.

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 -------------------------------------------------------------------------------

Σκέψεις - Ανάλυση από τον ποιητή

Το ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν» πραγματεύεται τη βαθιά και πολυσχιδή σχέση με τη μητέρα, καθώς και τη δύναμη των ευχών της, οι οποίες λειτουργούν σαν άυλη κληρονομιά και συνοδοιπόρος σε όλη τη ζωή του ανθρώπου. Διακρίνουμε έντονα συναισθήματα νοσταλγίας, αγάπης, πόνου, αλλά και ελπίδας που αναδύονται από την απώλεια ή την απόσταση της μητρικής φιγούρας.

Μητρική Φιγούρα και Απώλεια

Στο πρώτο κιόλας δίστιχο, γίνεται αντιληπτή η φυγή της Μάνας – και μαζί της «ταξιδεύουν» οι ευχές. Αυτό το κενό “αφήνει” σταδιακά ένα αίσθημα έλλειψης, που εκτείνεται σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητας («σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα»).

Οι “ακριβές ευχές” της Μάνας παίρνουν συμβολική μορφή, σφραγίζοντας την ουσία τους ως κάτι ιερό, προστατευτικό και διαχρονικό. Στην ελληνική παράδοση, η ευχή της μητέρας έχει βαρύνουσα σημασία· θεωρείται δύναμη που συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή, ακόμα και μετά τον θάνατό της.

Οι Ευχές ως Άυλη Κληρονομιά

 Οι ευχές παρουσιάζονται ποιητικά «σαν ζωντανές, αγγελικές, μικρές νεράιδες». Αυτή η προσωποποίηση/παρομοίωση ενισχύει την αίσθηση ότι η αγάπη της μητέρας εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε αόρατη μορφή, παρέχοντας φροντίδα και προστασία. Οι ευχές έχουν θεραπευτική χροιά («δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά»), λειτουργώντας παρηγορητικά. Εδώ ανιχνεύεται μια υπαρξιακή διάσταση: ο άνθρωπος όταν έχει μια βαθιά ρίζα αγάπης και στοργής, μπορεί να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες του χρόνου και του πόνου με περισσότερη αντοχή.

Η Διαχείριση του Χρόνου και της Μνήμης

Ο χρόνος που “πάλιωσα”: Στο ποίημα συναντούμε τον αφηγητή να παραδέχεται ότι πια έχει μεγαλώσει («πάλιωσα πια κι εγώ»). Μέσα από αυτή τη διαπίστωση, αναδύεται η ανάγκη να ανατρέξει στις παλιές, “χρυσές” αναμνήσεις, για να βρει στήριγμα.

Η νοσταλγική επιστροφή: Ο ποιητικός λόγος φέρνει στο προσκήνιο τη στιγμή που το “εγώ” θέλει να «ξαναγυρίσει» κάπου, πριν φύγει κι εκείνο οριστικά. Έτσι αναδεικνύεται μια διαχρονική συνθήκη: όταν αισθανόμαστε το βάρος του χρόνου ή προαισθανόμαστε το τέλος, αναζητούμε τις ρίζες μας, τον γνώριμο χώρο της μητρικής αγάπης.

Μητρική ευχή ως “ιερό” στοιχείο: Στο λαϊκό αίσθημα, η ευχή της μητέρας ανυψώνεται σε μεταφυσικό σύμβολο – είναι κάτι περισσότερο από απλή κουβέντα ή επιθυμία, προσεγγίζει τα όρια του ιερού. Συνδέεται με την ελπίδα, τη θεία προστασία και τη βαθιά κατανόηση. Όταν χάνεται το υλικό στήριγμα (η φυσική παρουσία της μητέρας), παραμένουν οι λέξεις και τα αισθήματα. Αυτά γίνονται ο “τόπος” στον οποίο επιστρέφουμε υπαρξιακά, για να αναζητήσουμε νόημα και παρηγοριά.

Η ελπίδα της επανένωσης: Στη στροφή «Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο…», ο ποιητής εκφράζει την ευχή (ή την ψευδαίσθηση) πως ίσως υπάρξει μια ακόμη ευκαιρία κοινής ζωής. Αυτή η εικόνα του “τραπεζιού” συμβολίζει τη συντροφικότητα, τη φροντίδα και την οικογενειακή εστία. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα θέτει εμπόδια (φθορά, θάνατος, απόσταση), η ανθρώπινη ψυχή επιμένει να αναζητά την παρηγοριά μιας ευχής που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο· μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.

Η φράση «οι ευχές σαν ζωντανές… μικρές νεράιδες» ενισχύει τον ονειρικό τόνο του ποιήματος, δίνοντας στις ευχές χαρακτηριστικά έμψυχων όντων.

Ο ποιητής χτίζει ατμόσφαιρα οικεία – το “ωραίο δείπνο”, ο “ήσυχος ύπνος” – έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώσει πως οι ευχές αυτές είναι δεμένες με στιγμές απλές αλλά απόλυτα ουσιώδεις.

Η λέξη “ευχή” και η έννοια του “ταξιδιού” αναδύονται συχνά, εστιάζοντας τη σκέψη στην κεντρική ιδέα: την αδιάλειπτη παρουσία (ή έστω θύμηση) της μητρικής στήριξης.

Στο ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν»  παρουσιάζεται η παντοτινή αξία της μητρικής αγάπης και των λόγων της (ευχών) ως μυστικού στηρίγματος σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Παρότι η μητέρα “φεύγει” ή δεν βρίσκεται πια κοντά, η στοργή της δεν εκλείπει· μεταμορφώνεται σε άυλες, προστατευτικές δυνάμεις που “ταξιδεύουν” μαζί με το παιδί σε κάθε φάση της ζωής του.

Φιλοσοφικά, το ποίημα αναδεικνύει τη δύναμη της ανάμνησης και του εσωτερικού δεσμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία του να φέρουμε μέσα μας τα λόγια και τις ευχές όσων μάς αγάπησαν. Σε ένα πιο υπαρξιακό επίπεδο, τονίζει πως, ενώ η φυσική παρουσία μπορεί να χαθεί, η ηθική και πνευματική ενίσχυση παραμένει· έτσι, ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο μόνος απέναντι στον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια.

Εν τέλει, οι “ευχές που ταξιδεύουν” δεν είναι απλώς ευχολόγια, αλλά ενέργεια και πίστη· ένα είδος αόρατου νήματος που μας ενώνει με το παρελθόν μας, δίνοντάς μας θάρρος και παρηγοριά για το παρόν και το μέλλον.

Δημήτρης Βίκτωρ


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Βικτωρ Αφορισμοι 941 - 950

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΟΣ

                              «Ο αριστερός πιστεύει πως είναι ηθικά ανώτερος.
                               Ο δεξιός πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος.                                                                     Όποιος πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών»

 Το παραπάνω απόφθεγμα εκφράζει με αιχμηρό και προκλητικό τρόπο μια κριτική για τις πολιτικές “ταυτότητες” – ή για την ακρίβεια, για τους ανθρώπους που τις ασπάζονται τυφλά. Ταυτόχρονα, θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την έννοια της πίστης σε μια πεποίθηση, υπονοώντας ότι ο ισχυρός δογματισμός μπορεί είτε να προδίδει αφέλεια (ηλιθιότητα) είτε να εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς (απατεωνιά).

Η φράση «Ο αριστερός πιστεύει πως είναι ηθικά ανώτερος» στηλιτεύει την τάση πολλών ανθρώπων με αριστερές αντιλήψεις να θεωρούν ότι η βάση των πεποιθήσεών τους (δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ισότητα) καθιστά αυτομάτως τον χαρακτήρα τους “ανώτερο” σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Στον αντίποδα, «Ο δεξιός πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος» θίγει ένα άλλο κλασικό στερεότυπο: ότι η συντηρητική ή φιλελεύθερη σκέψη αντανακλά, δήθεν, μεγαλύτερη ορθολογικότητα ή “ρεαλισμό” σε σχέση με τον ιδεαλισμό της Αριστεράς.

Κάθε πολιτικός χώρος, μέσα από την ιστορική του εξέλιξη και τα κείμενά του, τείνει να υπερτονίζει τις αρετές του και να υποτιμά τις αδυναμίες του. Έτσι, ο αριστερός προβάλλει πως νοιάζεται περισσότερο για τον άνθρωπο και την κοινωνική δικαιοσύνη (άρα, ηθική ανωτερότητα), ενώ ο δεξιός θεωρεί πως ο ρεαλισμός και η έμφαση στην ατομική ευθύνη και την ελευθερία (ή τη “φυσική τάξη”) δείχνουν περισσότερη “εξυπνάδα” ή τετράγωνη λογική (άρα, διανοητική ανωτερότητα).

Η αντίληψη περί “ανωτερότητας” είτε ηθικής, είτε διανοητικής, είναι συχνά προϊόν ρητορικών απλουστεύσεων, σχεδιασμένων να τονώσουν την αυτο-εκτίμηση της ομάδας και να αυξήσουν τη συσπείρωση των οπαδών της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κάθε παράταξη βλέπει την άλλη υπό το φως της “κατωτερότητας”.

Το τρίτο μέρος του αποφθέγματος, «Όποιος πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών», σηκώνει μεγάλο βάρος ερμηνείας. Εδώ, η λέξη “πιστεύει” δεν αφορά απλά μια ελπίδα ή μια προτίμηση, αλλά δείχνει το δογματικό στοιχείο: την άκαμπτη, τυφλή πεποίθηση.

Αν κάποιος αποδέχεται ανεπιφύλακτα τη δήθεν ηθική ανωτερότητα της μίας πλευράς ή τη δήθεν διανοητική ανωτερότητα της άλλης, χωρίς να τη θέτει υπό κριτική, ενδέχεται να παραβλέπει αντιφάσεις, λάθη ή ιστορικές αποτυχίες. Μια τέτοια αφέλεια μπορεί να ερμηνευτεί ως “ηλιθιότητα” ή, πιο ήπια, ως πλάνη ή άγνοια.

Υπάρχει όμως και η πιθανότητα της συνειδητής εκμετάλλευσης του δογματισμού. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο προβάλλει τη μία “ανωτερότητα” ή την άλλη, προκειμένου να χειραγωγήσει τους άλλους, να κερδίσει πολιτικό ή κοινωνικό κύρος, ή απλώς να διατηρήσει την κυριαρχία του. Αυτή η συνειδητή κατάχρηση της πίστης δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό “απατεώνας”.

Αυτό το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί ως κυνικό – στο όριο της απαξίωσης κάθε ιδεολογίας. Μερικοί θα πουν ότι “πέφτει στην παγίδα” ενός μηδενισμού, όπου τίποτα δεν αξίζει και όλα είναι ψεύτικα. Ωστόσο, ίσως η ουσία βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε μια μετρημένη, κριτική πίστη και σε μια δογματική, αδιάλλακτη πίστη.

Ναι, αρκεί η ιδεολογία (είτε αριστερή, είτε δεξιά, είτε άλλη) να μην αντιμετωπίζεται ως απόλυτο “πιστεύω”· πρέπει να υπόκειται σε διαρκή έλεγχο από τη λογική, την εμπειρία και τον διάλογο. Άλλωστε, οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ξεκινάνε από ιδέες που προκαλούν ρήξη με την κατεστημένη τάξη. Όταν όμως οι ιδέες γίνονται δόγμα, παύει η γόνιμη αμφισβήτηση και γεννιέται η αυταρχική βεβαιότητα.

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε ορισμένες αξίες για να δώσει νόημα στη ζωή του. Η ρήση φαίνεται να καταδικάζει όχι τόσο την ύπαρξη αξιών και ιδεών, όσο την τυφλή, δογματική προσκόλληση σε αυτές.

Η αίσθηση ότι “ανήκουμε” σε μια παράταξη και πιστεύουμε στη μοναδική της “ανωτερότητα” προσφέρει ασφάλεια και ταυτότητα. Μας τοποθετεί σε ένα πλαίσιο, μας δίνει “εχθρούς” και “φίλους” με σχετική ευκολία. Ωστόσο:

Όταν μια κοινωνική ομάδα θεωρεί εαυτήν “ανώτερη” (στην ηθική ή τη διανόηση), συχνά καταλήγει σε αλαζονικές συμπεριφορές, περιθωριοποιεί τους εκτός ομάδας και δεν μπορεί να δει τα δικά της λάθη. Αυτός είναι ο “κλειστός ναρκισσισμός” της ομάδας, είτε αριστερής είτε δεξιάς.

Η πεποίθηση “εμείς είμαστε οι καλοί” ή “εμείς είμαστε οι έξυπνοι” ακυρώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής ανταλλαγής επιχειρημάτων. Ο διάλογος γίνεται ανταγωνισμός για το ποιος θα επικρατήσει, αντί για αναζήτηση κοινής αλήθειας. Τα συμπεράσματα είναι προειλημμένα, καθώς ο “άλλος” είναι είτε ανήθικος, είτε “λιγότερο ικανός”.

Το αποφθεγματικό ύφος συχνά παρακάμπτει τις αποχρώσεις για να προκαλέσει σκέψη ή και ενόχληση. Η προκλητική διατύπωση «είναι ή ηλίθιος ή απατεών» στοχεύει να ταρακουνήσει όποιον διαβάζει, ώστε να διερωτηθεί: “Μήπως έχουμε υπεραπλουστεύσει τις απόψεις μας; Μήπως βρίσκουμε ‘παρηγοριά’ σε μια δήθεν ανωτερότητα;”

Η αξία του αποφθέγματος είναι ότι μάς ζητάει να σκεφτούμε κριτικά τις ίδιες μας τις πεποιθήσεις. Πριν υιοθετήσουμε κάποιο σχήμα “ανωτερότητας” (ηθικής, πνευματικής, πολιτισμικής κ.λπ.), καλούμαστε να ελέγξουμε αν βασίζεται σε ουσιαστικά επιχειρήματα ή απλώς σε μια αυτοαναφορική δικαίωση.

Ίσως η πιο δημιουργική ερμηνεία της τελευταίας φράσης είναι ότι δεν πρέπει να παγιδευόμαστε στο τυφλό “πιστεύω”, αλλά να διατηρούμε ανοιχτή τη δυνατότητα αμφιβολίας και έρευνας. Όταν κάποιος εγκαταλείπει την κριτική σκέψη και αποδέχεται μια πεποίθηση σαν απόλυτο δόγμα, χάνει ουσιαστικά την επαφή με την πραγματικότητα, γλιστρώντας είτε στην αφέλεια, είτε στην εκμετάλλευση.

Το απόφθεγμα αυτό είναι, αναμφίβολα, σκληρό και διατυπωμένο με πρόθεση να σοκάρει. Στην ουσία, όμως, έρχεται να κρίνει την αλαζονεία που μπορεί να εμφανιστεί τόσο στην αριστερή, όσο και στη δεξιά σκέψη. Όταν η ιδεολογία μετατρέπεται σε δόγμα ηθικής ή διανοητικής υπεροχής, διαστρέφεται και οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών, στον οποίο το πραγματικό περιεχόμενο των ιδεών πάει περίπατο.

 Δημήτρης Βίκτωρ

 


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

«Όταν μια ψεύτικη ιστορία αντέξει για χίλια χρόνια, γίνεται αληθινή θρησκεία» 

Η αμφιλεγόμενη αυτή ρήση εγείρει μια σειρά από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την αλήθεια, την πίστη, και τη συλλογική αντίληψη της πραγματικότητας. Σε πρώτο επίπεδο, φαίνεται να αμφισβητεί την εγκυρότητα θρησκευτικών αφηγήσεων που άντεξαν στο πέρασμα των αιώνων, υπονοώντας ότι η διάρκεια και η επίδρασή τους δεν συνιστούν απαραιτήτως απόδειξη αλήθειας. Ας αναλύσουμε όμως βαθύτερα την ουσία του αποφθέγματος, αποφεύγοντας να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στη θρησκευτική διάσταση και εστιάζοντας στη γενικότερη επίδραση των αφηγήσεων – θρησκευτικών ή μη – στη συγκρότηση του ανθρώπινου πολιτισμού.

Οι ιστορίες – αληθινές ή ψεύτικες – αποτελούν θεμέλιο λίθο του πολιτισμού. Μέσω της αφήγησης, οι άνθρωποι μοιράζονται αξίες, κανόνες, έθιμα και μύθους που συνθέτουν τη συλλογική ταυτότητα μιας κοινότητας. Μια αφήγηση που καταφέρνει να επιβιώσει επί μακρόν, ενσωματώνεται στο ψυχικό υπόβαθρο των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου, η διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και στον συμβολισμό θολώνει, με αποτέλεσμα η κοινότητα να αποδέχεται την ιστορία αυτή ως αυτονόητη αλήθεια. Το πέρασμα των γενεών παίζει καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση του «ψεύδους» ως «αλήθειας»· η συνήθεια, η παράδοση και ο φόβος της αμφισβήτησης καθιστούν το αφήγημα ακλόνητο στους αιώνες.

Δεν είναι λίγα τα ιστορικά παραδείγματα όπου ιδέες αρχικά περιθωριακές ή ακόμη και εξωφρενικές κατόρθωσαν, μέσω συγκυριών, εξουσίας και κοινωνικών αναγκών, να μετατραπούν σε κεντρικά δόγματα. Όταν μια ψεύτικη ιστορία – ή οποιαδήποτε ιστορία με αμφισβητή προέλευση – βρει πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία που έχει ανάγκη νοήματος, προσαρμόζεται ώστε να εξυπηρετεί ιδεολογικούς σκοπούς, να επιλύει υπαρξιακές αγωνίες και να εδραιώνει ιεραρχίες. Η “ιεροποίηση” της ιστορίας αυτής έρχεται σταδιακά, καθώς οι κοινωνικοί και πνευματικοί θεσμοί την ενσωματώνουν και τη μετατρέπουν σε αδιαμφισβήτητο αξίωμα.

Η θρησκευτικότητα, σε κάθε εποχή, δεν είναι απλώς ένα σύστημα δοξασιών, αλλά και μια υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να βρει σκοπό και εξήγηση για το άγνωστο. Ακόμη και μια “ψεύτικη” ιστορία, εάν γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη αβεβαιότητα και την ανάγκη για απόλυτες απαντήσεις, μπορεί να γίνει αποδεκτή με πίστη και αφοσίωση. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη μιας κοινωνίας για πνευματικές απαντήσεις, τόσο πιο ισχυρή και ανθεκτική γίνεται η αφήγηση που τις προσφέρει.

Το αποφθεγματικό αυτό σχόλιο μάς υπενθυμίζει τη σημασία της κριτικής σκέψης και της ιστορικής διερεύνησης. Η ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα, να συγκρίνουμε πηγές, να αμφισβητούμε το κατεστημένο, είναι το αντίδοτο στη μονιμοποίηση μιας ψεύτικης ιστορίας ως “αλήθειας”. Η φιλοσοφική και επιστημονική έρευνα δείχνουν πως ο ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύσσεται όταν η αμφιβολία γίνεται γόνιμη αφορμή εξερεύνησης. Μπορούμε να σεβόμαστε τις διαφορετικές ιστορίες και τα σύμβολά τους, αλλά ταυτόχρονα να επιμένουμε στη συνεχή αναζήτηση και στη δυνατότητα να επανερμηνεύουμε ή να αναθεωρούμε αφηγήσεις αιώνων.

Τα ανθρώπινα “πιστεύω” είναι πάντα ανοιχτά σε δοκιμασία και ενδεχόμενη κατάρριψη. Έτσι και με τις «μεγάλες αφηγήσεις»: η αλήθεια τους δοκιμάζεται στον χρόνο, αλλά ο χρόνος από μόνος του δεν είναι εγγύηση εγκυρότητας. Πολλές φορές η ιστορία μετατρέπεται σε “θρησκεία” επειδή εξυπηρετεί βαθύτερες ανθρώπινες επιθυμίες και όχι απαραίτητα επειδή ανταποκρίνεται σε γεγονότα ή σε λογική συνέπεια. Το ψεύτικο και το αληθινό παύουν να είναι δίπολα εντελώς ξεκάθαρα όταν η συλλογική συνείδηση υφαίνει νέες μορφές νοήματος γύρω από έναν αρχικό μύθο.

Δημήτρης Βίκτωρ