Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Το Ψέκασμα στην Ποίηση!

Συγκρατήστε την θλίψη σας, για την κατάντια της ποιήσεως, από τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και από τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, όταν τους πέθανε ο Πατερούλης Στάλιν!


Τάσος Λειβαδίτης

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

Ο Στάλιν πέθανε.

Ο ήσκιος απ' το μεγάλο φέρετρο του χαράζει

ένα πελώριο πένθος στα μανίκια των προλετάριων.

Από το φέρετρο που σήμερα το σηκώνουνε στους ώμους τους οι λαοί.

Ο Στάλιν ζει.

Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει

Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ' ατσάλι και η Ειρήνη.

Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

Κοιτάχτε τον.

Νάτος

Πελώριος

Σαν ένα βουνό.

Όπου κι' αν γυρίσετε θα δείτε το πλατύ του χέρι να σας γνέφει.

Κι' οι εργάτες ανεβασμένοι στην πελώρια σκαλωσιά του ήλιου.

Με τα σφυριά τους σκαλίζουν τη μορφή του στην είσοδο της Ιστορίας.

Ο Στάλιν ζει.

Ακούστε, ακούστε λοιπόν

Μες στο γιγάντιο βήμα των λαών ακούστε τη μεγάλη καρδιά του να χτυπάει.

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

 

Γιάννης Ρίτσος

Όχι, δεν είναι αλήθεια.

Δεν είναι αλήθεια.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.

Σταματήστε τις.

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.

Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.

Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.

Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου

Ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.

Όσο κι αν μονόφθαλμα κανόνια στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους ίσα κατά την υψικάμινο των ελπίδων μας ο Στάλιν αγρυπνεί στο παγκόσμιο πόστο του.

Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.

Όταν σβήνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου

Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν' ανάψει.

Όταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί κι από το στρώμα μας τ' όνειρο κι απ' το δώμα μας το λυχνάρι είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.

Γιατί ο Στάλιν είναι ο πρωτογιός των προλετάριων κι ο Στάλιν είναι ο πατέρας τους.

Για τούτο κι ο πιο μαύρος τοίχος της πιο μαύρης νύχτας.

Είναι γιομάτος απ' τους σωλήνες του φωτός.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες

Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν' ανασάνουν μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε.

Κοιτάχτε.

Κάθε ήλιος και σελίδα - μέρα με την ημέρα - με τους ήλιους των 74 χρόνων του έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ' ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

Με τ' όνομά του ανοίγει η Ιστορία τις πύλες της στον Άνθρωπο.

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

 

(Από εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φύλ. 153 1-15- Μάρτη 2003)



"ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ" ---- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ - Απαγγελία: Κατερί...

POET SUPPLIES


 

"Σαν αστραπές" - (Ποιήσεως ορισμός) - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ - Απαγγε...

Ποιητές, μικρότητες και υπερεκτιμήσεις

“Οι νεκροί προηγούνται”


Ο Μανόλης Πρατικάκης διηγείται το παρακάτω περιστατικό για τον Τάσο Λειβαδίτη:

Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε.
O στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε.
Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, ο  ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν…σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα…κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός.
Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν.
 Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι.
Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.


Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη.
Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται…είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.


Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.).
Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός ποιητή, που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.






Στον μαγικό κοινό χώρο της Ποίησης

 «Στον μαγικό κοινό χώρο της Ποίησης, ταυτίζονται η ανθρώπινη ύπαρξη, η φύση και η ιστορία»

Η παραπάνω ρήση διατείνεται ότι η Ποίηση συνιστά έναν ιδιαίτερο, “μαγικό” χώρο, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη, η φύση και η ιστορία όχι απλώς αλληλεπιδρούν, αλλά ταυτίζονται. Με άλλα λόγια, αναφέρεται σε μια ενοποιητική δύναμη που έχει η ποίηση ότι μέσα από τους στίχους της, μπορεί να συμπυκνώνει και να παντρεύει όσα βιώνει ο άνθρωπος, όσα χαρακτηρίζουν το φυσικό περιβάλλον και τις ιστορικές διαστάσεις του βίου.

Ο όρος “μαγικός” επισημαίνει ότι μιλάμε για κάτι πέρα από το καθαρά λογικό ή το ρεαλιστικό: η ποίηση, με την ελευθερία της, ανοίγει δρόμους έκφρασης που δεν υπακούν πάντα στους αυστηρούς κανόνες της λογικής. Δημιουργεί μια ατμόσφαιρα όπου τα σύμβολα, οι μεταφορές και οι εικόνες επιτρέπουν την υπέρβαση των συνήθων ορίων της σκέψης.

Η ποίηση δεν είναι κλειστή ή αποκλειστική· η φύση της είναι κοινή, με την έννοια ότι διαμορφώνει ένα πεδίο στο οποίο μπορούν να εισέλθουν τόσο ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης. Ο κοινός αυτός χώρος γίνεται επιδέξιο “εργαλείο” για να φωτιστούν οι εμπειρίες όλων — οικείες αλλά και άφατες πλευρές του βίου.

Η ποίηση συχνά θεωρείται κατ’ εξοχήν υπαρξιακή τέχνη: δίνει φωνή στα βιώματα, τους φόβους και τις επιθυμίες. Όταν η ρήση μιλά για “ανθρώπινη ύπαρξη”, αναφέρεται ακριβώς σε αυτήν την εσωτερική και πολυεπίπεδη κατάσταση που η ποίηση μπορεί να εκφράσει: από τον έρωτα και τον θάνατο, μέχρι την ελπίδα ή την απόγνωση.

Στην ποίηση, ο άνθρωπος δεν είναι απλώς “βιολογικό ον”, αλλά μια σύνθεση σκέψης, αισθήματος, γλώσσας και φαντασίας. Αυτό το πεδίο ταιριάζει απόλυτα στο ποιητικό “σκηνικό”, όπου λέξεις και ρυθμοί δίνουν σχήμα στα πιο σύνθετα ή άρρητα βιώματα.

Από τα αρχαία ποιήματα έως τα σύγχρονα, η φύση, γη, θάλασσα, ουρανός, ζώα, φυτά, λειτουργεί ως ανεξάντλητη πηγή εικόνων και μεταφορών. Η ρήση υπονοεί ότι στην ποίηση, η φύση δεν είναι ξεκομμένη από τον άνθρωπο, αλλά προσλαμβάνεται εσωτερικά, γίνεται σύμβολο ή “καθρέφτης” του ανθρώπινου συναισθήματος.

Πολλές ποιητικές παραδόσεις —από τη λυρική ποίηση έως τον ρομαντισμό— εστιάζουν στην ενότητα ανθρώπου-φύσης, βλέποντας την φύση ως ψυχολογική αντανάκλαση ή ως γονιμοποιό πεδίο της δημιουργίας.

Στην σύγχρονη εποχή, η ποίηση συχνά ευαισθητοποιεί για την οικολογική σχέση ανθρώπου-φύσης. Ακριβώς στο “μαγικό” ποιητικό πεδίο, η φύση “ομιλεί” και “παρεμβαίνει” — σαν να ενώνεται άμεσα με την ανθρώπινη φωνή, χωρίς ξένους διαχωρισμούς. Η ενότητα αυτή επανασυνδέει τον άνθρωπο με το φυσικό του υπόβαθρο.

Η ρήση τονίζει και την διάσταση της ιστορίας: σαν να λέει ότι μέσα στην ποίηση ζωντανεύουν εποχές, γεγονότα, συλλογικές εμπειρίες. Ο ποιητικός λόγος εγκολπώνει τόσο το παρελθόν (μυθικό, ηρωικό, τραγικό) όσο και το “αόρατο” μέλλον (ελπίδες ή φόβοι) και τα μετουσιώνει σε λέξεις. Επομένως, η ιστορία αποκτά μια κοινωνική και προσωπική σημασία, καθώς η ποίηση μεταφέρει την μνήμη πολλών γενεών σ’ έναν συμπυκνωμένο, έντονο λόγο.

Συχνά η ποίηση αντέχει στους αιώνες ακριβώς επειδή εμπεριέχει πανανθρώπινες εικόνες και μηνύματα. Όταν διαβάζουμε αρχαίους ποιητές, “βλέπουμε” κομμάτια της ιστορίας, της κοινωνίας τους, αλλά ταυτόχρονα νιώθουμε ότι αυτά μας αφορούν σήμερα: εδώ έγκειται το στοιχείο της ενότητας με την ανθρώπινη περιπέτεια μέσα στον χρόνο.
Στον ρεαλιστικό Κόσμο, συχνά χωρίζουμε τις σφαίρες: η ανθρώπινη ψυχολογία, η φυσική διαδικασία, τα ιστορικά γεγονότα. Στον ποιητικό κόσμο, όμως, όλα συνδιαλέγονται σε μια ενιαία αφήγηση ή εικόνα. Έτσι, μπορεί σε ένα ποίημα να εμφανιστεί η θάλασσα ως σύμβολο της εσωτερικής πάλης ενός λαού (ιστορία) ή ο άνθρωπος που ταυτίζει την ερωτική του έξαρση με τον ουρανό (φύση) και την παράδοση (ιστορικό πλαίσιο).

Αυτή η ταύτιση είναι “μαγική” διότι το ποιητικό κείμενο υπερβαίνει τη συμβατική λογική: δεν καταγράφει απλώς γεγονότα ή απλώς εντυπώσεις. Τα πλέκει σε μια νέα, υβριδική πραγματικότητα, όπου τα όρια γίνονται ρευστά. Γι’ αυτό η ποίηση συχνά οδηγεί σε μια βαθιά, αποκαλυπτική συγκίνηση.

Η ρήση είναι εμπνευστική και φανερώνει μια βαθιά αλήθεια πως η ποίηση πράγματι μπορεί να ενοποιεί διαφορετικές όψεις του βίου, προσφέροντας μια ολιστική ματιά. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από την φύση, ούτε έξω από την ιστορία. Η ποίηση είναι το μέσο όπου οι διαχωρισμοί αίρονται και όλα ενώνονται σε ενιαίο νόημα.

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει ότι υπάρχει και μη “μαγική” ποίηση (υπερρεαλιστική, καθαρά αφηρημένη, πειραματική κ.λπ.) που δεν ασχολείται ρητά ούτε με τη φύση ούτε με την ιστορία. Επομένως, η φράση ίσως γενικεύει.

Επίσης, σε ορισμένες ποιητικές παραδόσεις, η ποίηση δεν “ταυτίζει” ακριβώς αλλά σχολιάζει κριτικά, ή ακόμα και αρνείται τις συνιστώσες της ιστορίας ή της φύσης (π.χ. ποίηση παραίτησης). Ωστόσο, το πνεύμα της ρήσης είναι ότι στην ύψιστη ποιητική κατάσταση η ανθρώπινη εμπειρία βρίσκεται σε πλήρη, γόνιμη ανταλλαγή με το φυσικό και το ιστορικό στοιχείο.

Σήμερα, σε έναν κόσμο με συχνή αποκοπή του ανθρώπου από την φύση και με ιστορικές ρήξεις, η ποίηση και εν γένει η τέχνη, προσφέρει μια εναλλακτική σφαίρα όπου όλα μπορούν να ειδωθούν σφαιρικά και με αισθητική ενότητα. Η ρήση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση του ρόλου της ποίησης: να επανενώνει ό,τι η καθημερινότητα συχνά διασπά.

Συνοψίζοντας, η ρήση «Στον μαγικό κοινό χώρο της Ποίησης, ταυτίζονται η ανθρώπινη ύπαρξη, η φύση και η ιστορία», επιβεβαιώνει την ενωτική δύναμη του ποιητικού λόγου:

Η ανθρώπινη εμπειρία (ανησυχίες, υπαρξιακές αγωνίες),

Η φυσική διάσταση (τοπίο, περιβάλλον, στοιχεία του σύμπαντος),

Η ιστορική διάσταση (παρελθόν, συλλογική μνήμη, χρονικά στίγματα),

Όλα συγκλίνουν σε αυτόν τον κοινό τόπο, που η ποίηση επιτρέπει να υφίσταται ως ενότητα. Το “μαγικό” αναφέρεται στην γλωσσική και νοητική υπέρβαση των στενών ορίων. Έτσι, μέσα στον ποιητικό χώρο, ο άνθρωπος αγγίζει την ουσία του εαυτού του — όχι πλέον χωρισμένη σε “συναίσθημα, φύση, ιστορία”, αλλά πλεγμένη σε ένα ολοκληρωμένο, αισθητικώς και ψυχολογικώς εύγλωττο σύνολο.

Δημήτρης Βίκτωρ

"Σαν αστραπές" - Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ