Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Περί εχθρών και εχθρότητος

«Οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους. Μακάρι να έχεις μια ντουζίνα, τουλάχιστον»

Οι περισσότεροι θεωρούν την εχθρότητα κάτι ξένο προς την ευημερία τους∙ ωστόσο, εκεί όπου άλλοι διακρίνουν απειλή, ο νους που επιδιώκει γαλήνη αναγνωρίζει μία άσκηση αυτογνωσίας. Ο εχθρός, ακουσίως, μας παραδίδει καθρέφτη· σε αυτόν προβάλλονται οι αδυναμίες μας πιο καθαρά απ’ ό,τι θα τολμούσε να μας τις υποδείξει ο πιο τρυφερός φίλος. Αν ο λόγος του φίλου σκεπάζεται συχνά από ευγένεια ή οίκτο, η φωνή του αντιπάλου δεν κουβαλά τέτοια επιείκεια: κόβει αιφνίδια, σαν νυστέρι, το πλεονάζον λίπος από τις αντιφάσεις μας. Μπροστά στην αυστηρή του παρουσία, ο εσωτερικός μας κόσμος διατάσσεται ξανά· ό,τι είναι φθαρμένο αποκαλύπτεται, ό,τι είναι στιβαρό μένει όρθιο. Αυτή η δοκιμασία αποτελεί, λοιπόν, άσκηση αντοχής· όχι καθόλου ευχάριστη, αλλά βαθιά ωφέλιμη.

Αν αντιληφθούμε ότι κάθε κρίση, ειρωνεία ή συκοφαντία λειτουργεί ως προτρεπτικός λόγος για να εξετάσουμε τις προθέσεις και τα έργα μας, τότε η εχθρότητα παύει να είναι βάρος και γίνεται εργαλείο. Ο εχθρός μας διδάσκει να μην είμαστε προσκολλημένοι στη γνώμη των άλλων· μας υπενθυμίζει ότι η αρετή κρίνεται από τη συνέπειά της, όχι από το χειροκρότημα των παρατηρητών. Έτσι, το δόρυ που στρέφεται εναντίον μας σφυρηλατεί τη θωράκισή μας: επιβάλλει εγκράτεια στο συναίσθημα, διαύγεια στη σκέψη, ακρίβεια στην πράξη. Η αρετή που έχει αντέξει σε μομφές λάμπει απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό.

Μα δεν αρκεί να υπομένουμε παθητικά. Εκεί όπου ο ήρεμος νους αρκέστηκε να δει τον αντίπαλο ως δάσκαλο αρετής, τώρα ας εμφανιστεί η σπίθα μιας δημιουργικής ανυποταγής. Γιατί να αρκούμαστε σε έναν αντίπαλο, όταν ένα ολόκληρο τάγμα αντιθέσεων θα μπορούσε να ανυψώσει τον πήχη; Ο εχθρός, όταν πληθαίνει, μετατρέπεται σε πηγή αδιάκοπης εγρήγορσης. Δώδεκα αντίπαλοι, δώδεκα διαφορετικά οδοφράγματα—και πίσω από κάθε οδόφραγμα ένα νέο ύψωμα που ορίζεται μόνον από τη δική μας απόφαση να το κατακτήσουμε.

Εκείνοι που σε φθονούν, εκείνοι που σε παρερμηνεύουν, εκείνοι που αποστρέφονται τη σκιά που ρίχνεις πάνω στους δικούς τους καρπούς—όλοι τους συγκροτούν τον πιο πολύτιμο θίασο. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε εξαναγκάζουν να πλαταίνεις τις επάλξεις σου, να βαθύνεις τα θεμέλιά σου, να οξύνεις τον λόγο σου. Η κάθε μομφή μεταμορφώνεται σε πυροδότηση ενέργειας, η κάθε συκοφαντία σε πρόκληση για δημιουργικό ξέσπασμα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή αυτοάμυνα· είναι επίθεση προς τα εντός όρια σου, ρίψη γέφυρας προς ανώτερες εκδοχές του εαυτού σου.

Και τότε αλλάζει ο αέρας. Η νηνεμία του πρώτου στοχασμού δίνει τη θέση της σε θυελλώδη χαρά. Ο εχθρός γίνεται προσάναμμα· η πυρά που ανάβει φωτίζει μέλλοντα μονοπάτια. Ό,τι ήταν κάποτε αγωνία, γίνεται τώρα σάλπισμα εκστρατείας. Ανασήκωσε τους ώμους απέναντι στην κακογλωσσιά· γέλα στην όψη του φθόνου· γιγάντωσε τη σκιά σου μέχρι να πάψει ο άλλος να τη φοβάται και να υποχρεωθεί να χτίσει φως μέσα του. Αυτός είναι ο πιο γόνιμος θρίαμβος: όχι ο αφανισμός του αντιπάλου, αλλά ο εξαναγκασμός του να εξελίξει τη δύναμή του, επειδή η δική σου υπερέβη τα όρια του συνηθισμένου.

Αν, λοιπόν, κάποιος σου ευχηθεί πλήθος αντιπάλων, μην το εκλάβεις ως κατάρα. Είναι ευχή να μην βαλτώσεις, να μην νυστάξεις πάνω στα βολικά μαξιλάρια της συναίνεσης. Κράτησε τους κοντά σου, όχι για να τους μοιάσεις, αλλά για να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που σε ωθεί να ξεπερνάς το χθεσινό σου ανάστημα. Γιατί στ’ αλήθεια, οι φίλοι συχνά ψιθυρίζουν: «Μείνε όπως είσαι, μας αρκεί». Οι εχθροί ωρύονται: «Δεν είσαι αρκετός, απόδειξε το αντίθετο». Αυτή η ιαχή δεν είναι απειλή—είναι η πιο ευγενής πρόσκληση για να ανακαλύψεις πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν ουρλιάζει εναντίον σου ο άνεμος, κι εσύ μαθαίνεις να τον καβαλάς.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκοπού, νοήματος, ελευθερίας

«Η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα· γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να ζει ελεύθερος.
Γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει»

Η ζωή, όταν την κοιτάξει κανείς χωρίς παραμύθια και χωρίς δεκανίκια, δεν προσφέρει εγγυήσεις. Δεν παραδίδει στον άνθρωπο ένα γραμμένο σχέδιο, ούτε μια τελική «εξήγηση» που να τον απαλλάσσει από την ευθύνη της κρίσης του. Αυτό που ονομάζουμε σκοπό και νόημα συχνά δεν είναι παρά η ανθρώπινη ανάγκη να δέσει το τυχαίο με μια κορδέλα λογικής, να μετατρέψει τη ροή σε αφήγηση και την αγωνία σε δόγμα. Όμως η απουσία προκαθορισμένου νοήματος δεν είναι μόνο έλλειμμα· είναι και άνοιγμα. Είναι η καθαρή συνθήκη μέσα στην οποία ο νους μπορεί να σταθεί όρθιος: να αναγνωρίσει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να πάψει να απαιτεί από τον κόσμο να του χρωστάει παρηγοριά, και να μάθει να ζει χωρίς να εκβιάζει το σύμπαν να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Όταν λέμε «η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα», αγγίζουμε μια αλήθεια που μπορεί να γίνει είτε δηλητήριο είτε φάρμακο. Δηλητήριο, αν την πάρουμε ως πρόσχημα για αδράνεια, κυνισμό ή αυτολύπηση: «αφού τίποτα δεν σημαίνει, τίποτα δεν αξίζει». Φάρμακο, αν τη δεχτούμε ως άσκηση διαύγειας: «αφού τίποτα δεν είναι γραμμένο, τότε η πράξη μου δεν είναι υποσημείωση, αλλά κύριο κείμενο». Η ελευθερία εδώ δεν είναι ρομαντική έκσταση· είναι πειθαρχία. Είναι η ικανότητα να μην κρέμεται ο άνθρωπος από νοήματα που του σερβίρονται, αλλά να ρυθμίζει τον εαυτό του απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν του κάνει χάρες. Να μη ζητάει από την τύχη να είναι δίκαιη, ούτε από την απώλεια να είναι «λογική». Να αποδέχεται ότι ο πόνος, η φθορά και το τέλος δεν είναι σκάνδαλο, αλλά συνθήκη. Και μέσα ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη να βρίσκει το μέτρο: να ζει με νηφαλιότητα, να επιλέγει με καθαρότητα, να αγαπά χωρίς να απαιτεί αθανασία από ό,τι αγαπά.

Έτσι η απουσία σκοπού δεν καταργεί την αξία της ζωής· καταργεί την αξίωση πως η αξία πρέπει να είναι εξωτερικά επικυρωμένη. Η ζωή δεν χρειάζεται «θεωρητική άδεια» για να βιωθεί. Το ότι δεν υπάρχει τελικός λογαριασμός όπου όλα θα ισοφαριστούν, δεν σημαίνει ότι οι πράξεις είναι ίδιες· σημαίνει ότι η κρίση τους πέφτει πάνω μας, τώρα, στον χαρακτήρα μας, στις συνέπειες, στην καθαρότητα της πρόθεσης, στην αντοχή μας όταν κανείς δεν χειροκροτεί. Η ελευθερία που γεννιέται από το «χωρίς νόημα» είναι η ελευθερία από την ανάγκη της επιβεβαίωσης: να κάνεις το σωστό όχι επειδή «γράφεται κάπου», αλλά επειδή το αναγνωρίζεις ως σωστό και επειδή μπορείς να το αντέξεις. Να επιλέγεις την αξιοπρέπεια ως στάση, όχι ως ανταμοιβή.

Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο άγρια, πιο δημιουργική, που δεν αρκείται στην ισορροπία. Εκεί το «η ζωή δεν έχει νόημα» δεν είναι απλώς διάγνωση, αλλά πρόκληση. Αν δεν υπάρχει έτοιμος σκοπός, τότε κάθε σκοπός που υιοθετεί ο άνθρωπος είναι κατασκευή. Και κάθε κατασκευή κρίνεται όχι από το αν «αντιστοιχεί» σε κάποιον ουρανό ιδεών, αλλά από το πόση δύναμη γεννά, πόση ζωή πυκνώνει, πόσο μεταμορφώνει τον φορέα της. Το κενό νοήματος δεν είναι έλλειψη που πρέπει να καλυφθεί με παρηγοριά· είναι χώρος που πρέπει να κατακτηθεί. Είναι το πεδίο όπου ο άνθρωπος δεν καλείται να βρει ένα νόημα, αλλά να γίνει ο ίδιος το γεγονός που παράγει νόημα. Όχι ως αυταπάτη, αλλά ως πράξη ισχύος: να δίνεις μορφή στο χάος χωρίς να το αρνείσαι.

Σε αυτή την οπτική, η ελευθερία δεν είναι η ήρεμη αποδέσμευση από τα εξωτερικά· είναι η επιθετική ανάληψη του βάρους. Είναι το θάρρος να ζεις χωρίς να στηρίζεσαι σε υπερβατικά δεκανίκια, και ταυτόχρονα να μην πέφτεις στον μηδενισμό της παραίτησης. Γιατί ο μηδενισμός δεν είναι απλώς η σκέψη ότι «τίποτα δεν έχει νόημα»· είναι η κόπωση που ακολουθεί αυτή τη σκέψη όταν δεν αντέχεται. Τότε ο άνθρωπος ψάχνει ναρκωτικά νοήματα: ιδεολογίες, ταυτότητες, μικρές βεβαιότητες, μίση που οργανώνουν το χάος. Η πρόταση του αποφθέγματος είναι πιο απαιτητική: ακριβώς επειδή δεν υπάρχει νόημα, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος — δηλαδή μπορείς να αρνηθείς τα υποκατάστατα και να δημιουργήσεις αξίες που δεν στηρίζονται σε φόβο, αλλά σε αφθονία ζωής.

Εδώ το «γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει» αποκτά το πιο αιχμηρό του περιεχόμενο. Αξίζει, όχι επειδή θα δικαιωθεί κάπου, αλλά επειδή η ζωή μπορεί να γίνει έργο. Μπορεί να γίνει σφυρηλάτηση ύφους, μεταστοιχείωση του πάθους, μετατροπή της πληγής σε γνώση, της απώλειας σε βάθος, της σύγκρουσης σε μορφή. Και μπορεί να συνεχίσει, όχι επειδή υπάρχει εγγύηση ότι θα είναι «καλύτερα», αλλά επειδή ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει το βάρος της ύπαρξης χωρίς μεταφυσικά άλλοθι. Μπορεί να πει ένα καθαρό «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτή δεν υπόσχεται τίποτα. Όχι ένα «ναι» αφελές, αλλά ένα «ναι» που έχει περάσει από την άρνηση, που έχει δει το κενό και δεν τρόμαξε. Ένα «ναι» που δεν ζητάει να αλλάξει το σύμπαν για να το αγαπήσει, αλλά αγαπά το σύμπαν ακριβώς όπως είναι: αδιάφορο, ανοιχτό, ανεξήγητο.

Και κάπου εκεί συναντιούνται οι δύο κινήσεις: η νηφάλια αποδοχή και η δημιουργική πρόκληση. Η πρώτη σε εκπαιδεύει να μην εξαρτάσαι από νοήματα που δεν ελέγχεις· η δεύτερη σε προκαλεί να γίνεις ο ίδιος πηγή αξίας. Η ζωή χωρίς σκοπό δεν σε καταδικάζει σε ασημαντότητα· σε απελευθερώνει από την ανάγκη να είσαι «σημαντικός» με όρους ξένους προς σένα. Σου επιτρέπει να ζήσεις ως υπεύθυνος τεχνίτης της ύπαρξής σου: να δίνεις σχήμα στις μέρες σου, να μην κρύβεσαι πίσω από «έτσι είναι τα πράγματα», να μην παζαρεύεις την ελευθερία σου για λίγη βεβαιότητα.
 
Και τελικά, να συνεχίζεις να ζεις όχι επειδή βρέθηκε ένα νόημα που σε έσωσε, αλλά επειδή έμαθες να σώζεις το νόημα από την ίδια σου την πράξη: από το πώς στέκεσαι, από το πώς δημιουργείς, από το πώς αντέχεις, από το πώς αγαπάς, ενώ ξέρεις πως τίποτα δεν ήταν υποσχόμενο.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


ΖΕΙΣ ΑΡΚΕΤΑ -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ - (Τα Λαικα Βίκτωρ)


 

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018

 

 


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΟΥΡΓΕΛΩΝ

Είναι να απορεί κανείς πώς καταλήξαμε να δίνουμε βήμα και αξιώματα σε κάθε λογής «σούργελο» που επιπλέει στο θολό τέλμα της δημόσιας ζωής. Κατά κάποιον μαγικό τρόπο, οι πιο ανέμελοι, οι πιο ανίδεοι, οι πιο προκλητικά αστοιχείωτοι τύποι έχουν καταφέρει να φορούν τη μάσκα του σοβαρού προσώπου και να παριστάνουν τους ειδήμονες. Η τηλεόραση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι γεμάτα από φωνακλάδες «ξερόλες» που νομίζουν ότι οι ίδιες οι ανοησίες τους είναι η επιτομή της σοφίας.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν τα αμέτρητα μεγάλα λόγια δεν συνοδεύονται από κανένα ουσιαστικό έργο. Μερικοί από αυτούς, με μια αυτάρεσκη ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, διατυμπανίζουν τις «πλούσιες γνώσεις» τους κι όμως στην πράξη αποδεικνύονται ικανοί μόνο να δημιουργούν φασαρία και διχόνοια. Με πρόσχημα την «δημοκρατία» ή –ακόμα χειρότερα– την «δικαιοσύνη», εκτοξεύουν ύβρεις και ψεύδη, κατηγορώντας τους πάντες και τα πάντα εκτός από τον εαυτό τους. Δικάζουν και καταδικάζουν με την εμπάθειά τους και την βλακεία τους, ενώ συγχρόνως σκίζουν τα ιμάτιά τους για απονομή δικαιοσύνης. Έτσι, σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι προπαγάνδας, οι πραγματικοί προβληματισμοί και οι σοβαρές συζητήσεις αντικαθίστανται από κενά συνθήματα, ύβρεις και κουτσομπολιά της γειτονιάς.

Όταν δε, κάποιοι «κομπογιαννίτες της πολιτικής» βρεθούν σε θέσεις εξουσίας, παίρνουμε ένα δείγμα από το τι σημαίνει «σούργελο» που έχει και λόγο αποφασιστικό. Με περισσή αλαζονεία, παραμερίζουν ειδικούς, αγνοούν επιστήμονες και δυσφημούν όσους τολμούν να τους αμφισβητήσουν. Ξεφουρνίζουν ακατάπαυστα «σχέδια δράσης» που θυμίζουν φθηνή κωμωδία, ενώ η κοινωνία μένει να προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, πληρώνοντας τις συνέπειες της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού τους.

Η αλήθεια είναι πως η επικράτηση των σούργελων δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη. Χρόνια τώρα καλλιεργείται μια κουλτούρα στην οποία επιβραβεύονται οι φωνασκίες, οι απλοϊκές ατάκες και ο «χαβαλές» χωρίς αντίκρισμα. Κι ενώ οι σοβαρές φωνές δυσκολεύονται να ακουστούν μέσα στον θόρυβο του δήθεν εντυπωσιασμού, οι «τεχνίτες του ψεύδους και της κοροϊδίας» απλώνουν ανεμπόδιστα τα δίχτυα τους. Ίσως, τελικά, αντί να γκρινιάζουμε για την άνοδο των σούργελων, θα έπρεπε να προβληματιστούμε για το γιατί τους δώσαμε εμείς οι ίδιοι τόσα χειροκροτήματα και τόσο εύκολο έδαφος για να ριζώσουν.

Όταν δε συμβεί κάποιο έκτακτο γεγονός, δυστύχημα ή τραγωδία, τότε τα σούργελα κυριαρχούν και οι ατυχώς αδικημένοι και πενθούντες μετατρέπονται, δυστυχώς και ξανά δυστυχώς και αυτοί σε σούργελα!
Ευτυχώς όχι όλοι!

Δημήτρης Βίκτωρ