Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Περί οχλοποίησης

«Η οχλοποίηση του όχλου βασίζεται στην εντροπία του θυμικού»

Η έννοια της «οχλοποίησης» του πλήθους εκφράζει μια διαδικασία όπου η ατομική σκέψη και ευθύνη αναδιπλώνονται ή συνθλίβονται από μια μαζική, ασυλλόγιστη παρόρμηση. Όταν το πλήθος μετατρέπεται σε όχλο – όχι απλώς ομάδα ή σύνολο ανθρώπων με κοινό σκοπό, αλλά ένα σώμα που χάνει κάθε κριτική σκέψη και ατομικότητα – τότε συχνά γινόμαστε μάρτυρες ιστορικών πράξεων βίας, καταπίεσης ή αδικίας. Το απόφθεγμα επισημαίνει ακριβώς τη ζοφερή πλευρά αυτής της κατάστασης: «Η οχλοποίηση του όχλου μέσα στην ιστορία έφερε ολέθρια αποτελέσματα με το συλλογικό άδικο να κυριαρχεί χωρίς τιμωρία των υπεύθυνων».

Σε μια κλασική θεώρηση, ο όχλος δεν λειτουργεί απλώς ως σύνολο ανθρώπων, αλλά ως αόριστη δύναμη που παρασύρει. Ο κάθε άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον όχλο χάνει σταδιακά την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης. Η έννοια του “απρόσωπου” ευθύνεται για το φαινόμενο όπου κανείς δεν νιώθει πως «πρέπει να λογοδοτήσει»∙ η μάζα απορροφά την ατομική ηθική. Στην ουσία, το άτομο δεν νιώθει ότι οι πράξεις του είναι καρπός δικής του βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας ανώνυμης, συλλογικής παρόρμησης.

Στην ιστορία έχουν καταγραφεί άφθονα παραδείγματα όπου η κυριαρχία του όχλου οδήγησε σε φρικαλεότητες, όπως λιντσαρίσματα, διωγμούς ή ομαδικές πράξεις βίας. Το κακό συχνά εκδηλώνεται με όρους «συλλογικής τιμωρίας» ή «συλλογικής βίας». Εδώ γεννάται ένα οξύμωρο: ενώ μια δημοκρατική κοινωνία βασίζεται στη φωνή του πολίτη, αυτή η φωνή μετατρέπεται σε κραυγή της μάζας, όταν η ατομική κριτική στάση απουσιάζει. Το συλλογικό άδικο, αφού ενισχύεται από το ομαδικό πάθος, μένει πολλές φορές ατιμώρητο, καθώς δεν διακρίνονται σαφή όρια ευθύνης ούτε καθορίζονται ξεκάθαρα “αρχηγοί”.

Η Ψυχολογία του Όχλου
Η “αποπροσωποποίηση” και η “αποκτήνωση” του άλλου ευνοούνται ιδιαίτερα μέσα στον φανατισμό της μάζας. Όταν κάποιος δρα μέσα σε ένα σύνολο που χαρακτηρίζεται από ένταση, από άγνοια ή και από μίσος, αποκτά μια ψευδαίσθηση ότι «όλα επιτρέπονται». Σε τέτοιες στιγμές, η λογική ή η συμπόνια θεωρείται αδυναμία, και το συναίσθημα της ευθύνης θυσιάζεται στον βωμό του “κοινού πάθους”.

Ατιμωρησία: Το Παράλογο Αποτέλεσμα
Η «ατιμωρησία» προκύπτει εν μέρει διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί ένας κεντρικός υπεύθυνος μέσα στη ρευστότητα του όχλου. Η δυσκολία να διακριθεί “ποιος έφταιξε πρώτος” επιτρέπει το αθώωση πολλών. Η συλλογική επίκληση της αυτοδικαίωσης («όλοι το έκαναν») επιδεινώνει το φαινόμενο: ένα κράμα φόβου και συνενοχής “νεκρώνει” κάθε προσπάθεια έρευνας της αλήθειας ή της απόδοσης ευθυνών.

Διέξοδος

Η παιδεία που αναπτύσσει τον κριτικό λόγο και τη φιλοσοφική σκέψη είναι το βασικό αντίδοτο στον όχλο. Το άτομο που έχει μάθει να ρωτάει “γιατί;” και “πώς;” δύσκολα παρασύρεται σε μαζικές παρακρούσεις.

Ατομική Ευθύνη: Προϋποθέτει ότι ο καθένας μας θα κρίνεται και θα κρίνει με βάση τις πράξεις του. Η ιδέα της «ατομικής ηθικής» μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην τυφλή ταύτιση με την ομάδα.

Δημοκρατικοί Θεσμοί και Έλεγχος: Όταν οι θεσμοί λειτουργούν ορθά, μπορούν να θέτουν φραγμούς στην ανεξέλεγκτη ισχύ της μάζας. Η δικαιοσύνη οφείλει να τιμωρεί τα άτομα ή τις ομάδες που διαπράττουν αδικήματα, ανεξαρτήτως του πόσο «δημοφιλείς» ή μαζικές είναι οι απόψεις τους. Μόνον έτσι αποτρέπεται η ατιμωρησία και θέτονται ηθικά όρια στην εξουσία του πλήθους.

Η «οχλοποίηση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα επικίνδυνο σημείο καμπής στην κοινωνία, όπου οι ενστικτώδεις ορμές υπερισχύουν της λογικής και η βία λειτουργεί ως πρόσχημα δικαίωσης. Όταν το αίσθημα του δικαίου, του μέτρου και της ηθικής ξεθωριάζει μπροστά στη “σύγκλιση των φωνών” του πλήθους, τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχτούν ολέθρια, όπως μαρτυρά η ιστορία. Για να αποφευχθεί αυτό, απαιτείται παιδεία, κριτική σκέψη, αυστηρή τήρηση των δημοκρατικών αρχών και μια αρετή που συχνά ξεχνιέται: το θάρρος να μη συμμετέχουμε σε άδικες συλλογικές πράξεις, ακόμη κι αν είμαστε η πλειοψηφία. Μόνον έτσι παύει η τυφλή υποταγή στους μηχανισμούς του όχλου και καλλιεργείται μια κοινωνία περισσότερο δίκαιη, στοχαστική και ανθρώπινη.

Δημήτρης Βίκτωρ
 



Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Περί πένθους και θορύβου

Η θλίψη, ως βαθιά εσωτερική διαδικασία, μοιάζει με μια ερμητική σιωπή που απλώνεται μέσα μας, αναδεικνύοντας τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ύπαρξής μας. Στον απροσπέλαστο αυτό χώρο, ο άνθρωπος αναμετριέται με την απώλειά του· όχι με φωνασκίες ή μεγαλοστομίες, αλλά με μια βουβή περισυλλογή που γεννά σεβασμό τόσο απέναντι σε εκείνον που θρηνεί, όσο και απέναντι στο ίδιο το γεγονός της απουσίας. Με τη σιωπή, ο νους επιτρέπει στον πόνο να εκδηλωθεί καθαρά και αληθινά, δίχως τις παραμορφώσεις που επιφέρει ο θόρυβος της επίδειξης.

Όταν το πένθος επιζητεί δημοσιότητα, χάνει την αληθινή του υπόσταση. Μοιάζει τότε σαν να χρησιμοποιείται η οδύνη ως βήμα αυτοπροβολής, διεκδικώντας εύκολα βλέμματα και επιδερμική συμπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση, ο οδυρόμενος δεν βρίσκεται μόνος με τον πόνο του· αντιθέτως, επιλέγει την εξωστρέφεια του θορύβου, επιτρέποντας στον εγωισμό του να κυριαρχήσει και να απαλείψει την εσωτερική ενδοσκόπηση. Όμως ο αυθεντικός πόνος αρνείται να γίνει φανταχτερό θέαμα· δεν θέλει να προσφέρει υλικό στις επιπόλαιες ματιές του κόσμου, ούτε να μεταβληθεί σε εργαλείο εντυπωσιασμού.

Η αληθινή λύπη δεν έχει ανάγκη από εξωτερική επιβεβαίωση ή εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Αντιθέτως, μέσα από την ησυχία και την ενδοσκόπηση, φανερώνεται η πιο καθαρή μορφή αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον εαυτό μας, προς τον χαμένο άνθρωπο και προς το ίδιο το νόημα της ζωής.

Όσο μεγαλύτερο είναι το πένθος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σιωπή, γιατί η ψυχή αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας και αποζητά την ευπρέπεια και τη σεμνότητα. Στην ουσία, η σιωπηλή διαδικασία του θρήνου επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώσει την απουσία και, σταδιακά, να την ενσωματώσει στο βίωμα της ζωής του. Αυτή η σεμνή σιωπή απελευθερώνει την εσωτερική κατανόηση πως είμαστε όλοι φθαρτοί και πεπερασμένοι.

Η ουσία της απώλειας βρίσκεται στο βίωμα και στη σιωπηλή επεξεργασία της. Εκεί, όπου η ψυχή αφουγκράζεται την έλλειψη, συγκατοικεί με την ανάμνηση και πορεύεται με την επίγνωση της θνητότητας. Μέσα από μια τέτοια σιωπηλή διαδικασία, ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανασυγκροτηθεί και να αντικρίσει τη ζωή με νέα ματιά. Σε τελική ανάλυση, το αληθινό πένθος δεν χρειάζεται περιττές διακηρύξεις – αρκεί η ήρεμη, εσωτερική αποδοχή για να το κάνει βαθιά ανθρώπινο.

Το βαθύ πένθος δεν χρειάζεται κοινό· δεν απαιτεί επιβεβαίωση ούτε κολακείες. Αντιθέτως, η γνήσια οδύνη θέλει χώρο και σιωπή, ώστε να αποτυπωθεί αληθινά στην ύπαρξη. Όσο πιο απροσπέλαστη γίνεται η πληγή, τόσο πιο αληθινή η αναμέτρηση με την απώλεια. Και αυτή η ειλικρινής ενδοσκόπηση είναι η μόνη που επιτρέπει στην ψυχή να προχωρήσει, αναγνωρίζοντας με σεβασμό τόσο τη δική της θνητότητα όσο και την πραγματικότητα του κενού που αφήνει πίσω του ο χαμένος άνθρωπος.

Δημήτρης Βίκτωρ