« Όσοι σκορπούν ασχήμια γύρω τους, σκορπούν την μοναξιά »
Υπάρχει
μέσα στον άνθρωπο μια αθόρυβη ευθύνη: να μην αφήνει το εσωτερικό του χάος να
γίνεται κλίμα για τους άλλους. Δεν είμαστε μόνο ό,τι σκεφτόμαστε, ούτε μόνο
ό,τι πράττουμε όταν μας βλέπουν· είμαστε και η ατμόσφαιρα που εκπέμπουμε, το
βάρος ή η ελαφρότητα που αφήνουμε πίσω μας, το ίχνος που χαράζει η παρουσία μας
στον χώρο των άλλων. Εκείνος που σκορπά ασχήμια γύρω του δεν βλάπτει απλώς την
αισθητική του κόσμου· τραυματίζει την εμπιστοσύνη, διαβρώνει την τρυφερότητα,
κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται μέσα τους σαν ζώα που φοβήθηκαν. Και όταν ο
άνθρωπος φοβάται να ανοιχτεί, αρχίζει η μοναξιά.
Η
ασχήμια εδώ δεν είναι η εξωτερική μορφή, ούτε η ατέλεια του σώματος, ούτε η
φυσική φθορά που συνοδεύει κάθε ζωντανό πλάσμα. Η ασχήμια είναι τρόπος ύπαρξης.
Είναι ο φθόνος που μεταμφιέζεται σε κριτική, η χαιρεκακία που παρουσιάζεται ως
εξυπνάδα, η αγένεια που βαφτίζεται ειλικρίνεια, η μικρότητα που ζητά να
κυβερνήσει το βλέμμα. Είναι εκείνη η εσωτερική παραμόρφωση που δεν αντέχει την
ομορφιά, επειδή η ομορφιά τής θυμίζει ό,τι δεν κατόρθωσε να γίνει. Όποιος δεν
έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, συχνά επιχειρεί να κάνει τον κόσμο
ανυπόφορο, για να μη νιώθει μόνος μέσα στην ανυποφορία του.
Ο
άνθρωπος όμως δεν εξουσιάζει πάντα τα γεγονότα· εξουσιάζει, όσο μπορεί, τη
στάση του απέναντί τους. Μπορεί να πληγωθεί χωρίς να γίνει πληγή για τους
άλλους. Μπορεί να αδικηθεί χωρίς να μετατρέψει την αδικία σε μόνιμη γλώσσα.
Μπορεί να κουβαλά σκοτάδι χωρίς να το εκτοξεύει σαν δηλητήριο. Αυτή είναι μία
από τις πιο δύσκολες μορφές αξιοπρέπειας: να μη μεταδίδεις το κακό που υπέστης.
Να σταματάς επάνω σου την αλυσίδα της ασχήμιας. Να λες: μέχρι εδώ. Από εδώ και
πέρα, δεν θα γίνω ο αγωγός του πόνου που μου παραδόθηκε.
Διότι
η ασχήμια που σκορπίζεται δεν μένει ποτέ ουδέτερη. Κάνει τον άλλον να
αποσυρθεί. Να μη μιλήσει. Να μην εμπιστευθεί. Να μην ανθίσει. Ένα βλέμμα
περιφρόνησης μπορεί να κλείσει έναν άνθρωπο για χρόνια. Μια φράση απαξίωσης
μπορεί να γίνει εσωτερικός νόμος. Μια συνεχής ατμόσφαιρα ειρωνείας μπορεί να
πείσει την ψυχή ότι είναι ασφαλέστερο να σωπάσει. Έτσι γεννιέται η μοναξιά: όχι
πάντοτε από την απουσία ανθρώπων, αλλά από την απουσία χώρου μέσα στους
ανθρώπους. Μπορεί να στέκεσαι ανάμεσα σε πλήθος και να είσαι μόνος, επειδή
κανείς γύρω σου δεν αφήνει περιθώριο να υπάρξεις αληθινά.
Και
όμως, υπάρχει και μια πιο βαθιά ανάγνωση. Εκείνος που σκορπά ασχήμια, πριν
απομονώσει τους άλλους, έχει ήδη απομονωθεί ο ίδιος από την πηγή της ζωής. Δεν
αντέχει την υπέρβαση, δεν αντέχει την έξαρση, δεν αντέχει το βλέμμα που λέει
«ναι» στην ύπαρξη. Η ψυχή του έχει γίνει υπόγειο, και επειδή δεν μπορεί να
ανέβει στο φως, κατηγορεί το φως ως ψεύτικο. Έτσι ο μίζερος άνθρωπος πολεμά την
ομορφιά όχι επειδή είναι δυνατός, αλλά επειδή η ομορφιά τον ξεσκεπάζει. Η
ομορφιά απαιτεί γενναιοδωρία, πλεόνασμα, τόλμη· η ασχήμια απαιτεί μόνο στέρηση.
Ο
δημιουργικός άνθρωπος, αντίθετα, δεν αρνείται το χάος του· το μεταπλάθει.
Παίρνει την οδύνη και την κάνει μορφή, τη μοναξιά και την κάνει βάθος, την
πληγή και την κάνει άνοιγμα προς έναν πιο υψηλό εαυτό. Δεν ζητά να μικρύνει
τους άλλους για να φανεί· δημιουργεί ύψος. Δεν σκορπά ασχήμια, γιατί δεν θέλει
να κατοικήσει σε χαμηλό κόσμο. Ξέρει πως ό,τι ρίχνει γύρω του θα γίνει τελικά
το τοπίο μέσα στο οποίο θα αναγκαστεί να ζήσει. Αν πετάς αγκάθια, θα
περπατήσεις σε αγκάθια. Αν σπέρνεις περιφρόνηση, θα θερίσεις απόσταση.
Το
απόφθεγμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ηθική παρατήρηση· είναι νόμος της ύπαρξης. Η
ασχήμια δημιουργεί ερήμους. Η ομορφιά δημιουργεί συναντήσεις. Όποιος σκορπά
ασχήμια, χτίζει αόρατους τοίχους και ύστερα απορεί που δεν τον πλησιάζει
κανείς. Όμως η μοναξιά που τον κυκλώνει δεν είναι τιμωρία από τον κόσμο· είναι
η επιστροφή του ίδιου του δώρου που πρόσφερε. Γιατί ο κόσμος, με έναν τρόπο
μυστικό αλλά αμείλικτο, μάς επιστρέφει την ποιότητα της παρουσίας μας.
Δημήτρης Βίκτωρ




