Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

" Δάκρυ βροχής " -- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Δάκρυ Βροχής

 

 Μία σταγόνα της βροχής φύλαξα στην καρδιά μου

το σχήμα και τον ήχο της μέχρι τα γηρατειά μου

ήταν της νιότης η στιγμή στα χρόνια τ’ ακριβά μου

χωρίς απώλειες, όλο φως σ’ όλη την ομορφιά μου.

 

Ήρθαν θεές οι εποχές μέσα στους οπωρώνες

άνοιξες και καλόκαιρα, φθινόπωρα, χειμώνες

πάντα χυμούς μου δίνανε σε θαυμαστά αγγεία

που έπινα και κύλαγε του χρόνου η αγωνία.

 

Ώσπου μια μέρα με βροχή και ήλιο μες στα νέφη

κάτι σαν να διέκρινα, κάτι σαν να μου γνέφει

καθώς τα μάτια της αργά άνοιξαν τα μεγάλα

και σμίξανε τα δάκρυα μαζί με την ψιχάλα.

 

Σα να ’ξερα και κράτησα την πιο μικρή τη στάλα

έτσι, για μια παρηγοριά στα χρόνια τα μεγάλα

τον ήχο της σαν μουσική μέσα στην ακοή μου

και το υγρό στοιχείο της, δάκρυ μες στην ψυχή μου.

 

 Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Περί Θανάτου και μετά Θανάτου

«Αυτοί που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον, ποτέ δεν το πεθύμησαν»

Δεν υπάρχει τίποτε πιο ταπεινό από τον άνθρωπο που, ενώ του δόθηκε ζωή, στέκεται μπροστά στο τέλος και ζητιανεύει συνέχεια. Σαν να μην του έφτασε ο ήλιος, το αίμα, ο έρωτας, η σκέψη, η πληγή, η δημιουργία, η ήττα, η μικρή του νίκη μέσα στο χάος. Σαν να ήταν η ύπαρξη προκαταβολή και ο θάνατος απάτη. Μα η ζωή δεν υπογράφει συμβόλαια με κανέναν. Δεν υπόσχεται δεύτερη φορά, δεν απολογείται για την οριστικότητά της, δεν συγκινείται από τον φόβο μας. Έρχεται, καίει, απαιτεί, και φεύγει. Όποιος το κατάλαβε αυτό, έπαψε να παρακαλεί. Έπαψε να ζητά από το σύμπαν να γίνει μητέρα, δικαστής ή νοσοκόμα.

Αυτοί που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον είναι ακριβώς εκείνοι που δεν το πεθύμησαν, γιατί δεν έζησαν σαν ελλείμματα. Δεν θεώρησαν τη ζωή πρόβα για κάποια μεταφυσική αποκατάσταση. Δεν έκαναν το καλό με το μάτι στραμμένο σε ουράνια ταμεία. Δεν αγάπησαν για να ασφαλίσουν την ψυχή τους. Δεν πόνεσαν με την κρυφή ελπίδα ότι κάποιος αόρατος λογιστής θα τους αποζημιώσει. Έζησαν χωρίς παζάρι. Κι αυτό είναι σπάνιο. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν· επενδύουν. Δεν αγαπούν· καταθέτουν. Δεν αντέχουν· περιμένουν τόκο. Θέλουν να εξαργυρώσουν τα δάκρυά τους σε αιωνιότητα.

Ο πόθος της μεταθανάτιας ζωής συχνά δεν είναι μεγαλείο· είναι προσβολή προς τη μοναδική ζωή που υπήρξε. Είναι η ομολογία ότι δεν την άντεξες, δεν την ξόδεψες, δεν τη δάγκωσες μέχρι κόκαλο. Είναι η κραυγή του φοβισμένου που θέλει παράταση επειδή σπατάλησε τον χρόνο του σε υπακοές, ενοχές, μικρές αρετές και προσεκτικές δειλίες. Θέλει να γυρίσει, όχι από πληρότητα, αλλά από πείνα. Θέλει κι άλλο, γιατί δεν έγινε ποτέ αρκετός. Και μετά ντύνει αυτή την πείνα με ιερά ονόματα. Τη λέει ελπίδα. Τη λέει πίστη. Τη λέει αθανασία. Μα κάτω από τα μεγάλα λόγια τρέμει ένα μικρό ζώο που δεν θέλει να χαθεί.

Ο άνθρωπος που άξιζε ίσως να επιστρέψει είναι αυτός που δεν θα γύριζε το κεφάλι πίσω. Που θα έλεγε: έζησα όσο μου αναλογούσε, έπεσα όπου έπρεπε, στάθηκα όπου μπόρεσα, δεν χρωστώ ικεσίες σε κανέναν. Αυτός δεν χρειάζεται δεύτερη ζωή, γιατί δεν εξευτέλισε την πρώτη. Δεν ζητά επανάληψη, γιατί η ύπαρξή του δεν υπήρξε μισή. Το τέλος δεν τον κάνει ζητιάνο. Τον κάνει καθαρό. Και αν κάποια σκληρή δικαιοσύνη της φύσης διάλεγε ποιους να ξαναφέρει, δεν θα διάλεγε τους γονατισμένους που έκλαιγαν για αιωνιότητα. Θα διάλεγε τους αγέρωχους που την αρνήθηκαν.

Γιατί η αθανασία, όταν τη ζητάς, μυρίζει φόβο. Όταν δεν τη χρειάζεσαι, μπορεί να μοιάζει με αξία. Ο θάνατος ξεσκεπάζει τους ανθρώπους. Άλλοι φαίνονται γυμνοί, άλλοι μικροί, άλλοι γελοίοι μέσα στις ελπίδες τους. Και λίγοι, ελάχιστοι, στέκονται χωρίς απαίτηση. Αυτοί είναι οι μόνοι που δεν προσβάλλουν τη ζωή ζητώντας της να επαναληφθεί. Αυτοί είναι οι μόνοι που, επειδή δεν παρακάλεσαν να ξαναζήσουν, ίσως θα άξιζαν να τους καλέσει πίσω η ίδια η ζωή.

Δημήτρης Βίκτωρ



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

« Σινέ Απόλλων » --- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Σινέ  Απόλλων

 

Είναι ζεστό βραδάκι στο καλοκαιράκι

και η λεμονάδα θα παρηγορήσει την αναμονή

όπου να ’ναι θα ακουστεί ο θόρυβος από τη μηχανή

της δέσμης η μαγεία θα κινήσει

και το ταξίδι στην οθόνη θ’ αρχινήσει.

 

Κάπου πηγάζει ένα φώς που σκίζει το σκοτάδι

με παιχνιδίσματα η δέσμη του κυριαρχεί

όλοι εκστατικοί γι’ αυτό που θα συμβεί

για ό,τι λέει παρακάτω η ιστορία.

 

Έχει αγωνία αυτό το έργο, δύσκολο να μαντέψεις

ποιος είν’ αυτός που θα προδώσει, ποιος θ’ αγαπηθεί

ποιός είναι ο καλός και ποιός ο δίκαιος

αυτός ο ήρωας που θα φανεί εκεί στο τέλος.

 

Περνούν σκηνές γυρίζει η ταινία

είναι παλιά ιστορία που έρχεται από το παρελθόν

σκούρες εναλλαγές με φώτα η αγωνία σε σιγή

στην κορυφαία τη στιγμή η μουσική ηχεί

σε λίγο ησυχία απόλυτη, φριχτή αναμονή

μόνο το γρύλισμα της μηχανής ακούγεται

δηλώνοντας πως το μαρτύριο ποτέ δεν τελειώνει.

 

Ηθοποιοί μου πεθαμένοι, ήρωες αγαπημένοι

στα γκρίζα χρώματα όλη σας η πλοκή

οι ιστορίες ζωντανές και φωτεινές

δράματα μ’ αγωνίες, γέλια με κωμωδίες

μονομαχίες, περιπέτειες γιγάντων, τραγωδίες.

 

Έρχεται διακοπή στην πιο καλή στιγμή

διάλειμμα για λίγο, ώρα για λεμονάδα πάλι

συζήτηση αν έγινε ως τώρα κατανοητό

το θέμα της υπόθεσης, το ψυχολογικό…

 

Τελειώνει το διάλειμμα, το αυτί προσηλωμένο εκεί

που θ’ ακουστεί ξανά της μηχανής το γρύλισμα

καθώς το φιλμ το δρόμο του ξανά θ’ αρχίσει

κομμάτι από ευτυχία στα σκοτάδια να χαρίσει!...

 

 Δημήτρης Βίκτωρ

Αύγουστος-2013

 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Σ ι ν έ Α π ό λ λ ω ν

Σ ι ν έ     Α π ό λ λ ω ν
(Αφιερώνεται στα αδέρφια μου και σε όλη την οικογένεια) 

Είναι  ζεστό βραδάκι στο καλοκαιράκι
και η λεμονάδα θα παρηγορήσει την αναμονή
όπου να ’ναι θα ακουστεί ο θόρυβος από τη μηχανή
της δέσμης η μαγεία θα κινήσει
και το ταξίδι στην οθόνη θ’ αρχινήσει.


 
Κάπου πηγάζει ένα φώς που σκίζει το σκοτάδι
με παιχνιδίσματα η δέσμη του κυριαρχεί
όλοι εκστατικοί γι’ αυτό που θα συμβεί
για ό,τι λέει παρακάτω η ιστορία.

 
" Έχει αγωνία αυτό το έργο, δύσκολο να μαντέψεις
ποιος είν’ αυτός που θα προδώσει, ποιος θ’ αγαπηθεί
ποιός είναι ο καλός και ποιος ο δίκαιος
αυτός ο ήρωας που θα φανεί εκεί, στο τέλος".

 
Περνούν σκηνές γυρίζει η ταινία
είναι παλιά ιστορία που έρχεται από το παρελθόν
σκούρες εναλλαγές με φώτα η αγωνία σε σιγή
στην κορυφαία την στιγμή η μουσική ηχεί
σε λίγο ησυχία απόλυτη, φριχτή αναμονή
μόνο το γρύλισμα της μηχανής ακούγεται
δηλώνοντας πως το μαρτύριο ποτέ δεν τελειώνει.

 
Ηθοποιοί μου πεθαμένοι, ήρωες αγαπημένοι
στα γκρίζα χρώματα όλη σας η πλοκή
οι ιστορίες ζωντανές και φωτεινές
δράματα μ’ αγωνίες, γέλια με κωμωδίες
μονομαχίες, περιπέτειες γιγάντων, τραγωδίες.

 
Έρχεται διακοπή στην πιο καλή στιγμή
διάλειμμα για λίγο, ώρα για λεμονάδα πάλι
συζήτηση αν έγινε ως τώρα κατανοητό
το θέμα της υπόθεσης, το ψυχολογικό…

 
Τελειώνει το διάλειμμα, το αυτί προσηλωμένο εκεί
που θ’ ακουστεί ξανά της μηχανής το γρύλισμα
καθώς το φιλμ το δρόμο του ξανά θ’ αρχίσει
κομμάτι από ευτυχία στα σκοτάδια να χαρίσει!...

 Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος-2013