«Μόνο η επιστημονική σκέψη μπορεί να απομακρύνει τον φόβο του θανάτου»
Ο
άνθρωπος ζει με μια σκιά που δεν τον ακολουθεί απλώς, τον διαμορφώνει: την
επίγνωση ότι κάποτε θα παύσει. Ο φόβος του θανάτου γεννιέται λιγότερο από το
ίδιο το γεγονός και περισσότερο από όσα ο νους προσθέτει πάνω του: εικόνες,
μύθους, απειλές, ενοχές, «μετά» που δεν γνωρίζει αλλά το φαντάζεται. Η σκέψη
που εκπαιδεύεται να ξεχωρίζει το δεδομένο από το επινοημένο μπορεί να αφαιρέσει
αυτό το περίσσευμα τρόμου. Μια τέτοια σκέψη δεν υπόσχεται παρηγοριά, υπόσχεται
καθαρότητα: να βλέπεις το τέλος χωρίς φαντάσματα. Και μόνο αυτό, ήδη,
ελαφραίνει την ψυχή.
Η
επιστημονική στάση δεν είναι σωρός γνώσεων· είναι άσκηση πειθαρχίας. Μαθαίνει
τον άνθρωπο να ζητά τεκμήριο, να αντέχει την αβεβαιότητα, να μην παραδίδεται σε
βολικές βεβαιότητες. Έτσι μετατοπίζει τον φόβο: από την άγρια φαντασίωση στο
πραγματικό μέτρο. Ο θάνατος δεν είναι προσωπική προσβολή της φύσης, είναι όρος
της φύσης. Όπως δεν θυμώνεις με τη νύχτα επειδή πέφτει, έτσι σταδιακά παύεις να
διαπληκτίζεσαι με το αναπόφευκτο. Δεν εξαφανίζεται η λύπη, αλλά μειώνεται η
ταραχή που γεννά η άγνοια και η υπερβολή.
Όμως
η λέξη «μόνο» είναι απαιτητική. Γιατί ο φόβος δεν τρέφεται μόνο από
δεισιδαιμονίες· τρέφεται κι από προσκόλληση. Μπορείς να γνωρίζεις άριστα τους
μηχανισμούς της ζωής και παρ’ όλα αυτά να τρέμεις, επειδή δεν θέλεις να
αποχωριστείς όσα αγαπάς ή επειδή δεν αντέχεις την ιδέα ότι χάνεις τον έλεγχο.
Εκεί η γνώση, από μόνη της, περιγράφει αλλά δεν μεταμορφώνει. Χρειάζεται και
μια εσωτερική εργασία: να μάθεις να επενδύεις την αξιοπρέπεια σε όσα εξαρτώνται
από σένα—στις επιλογές, στον χαρακτήρα, στην πράξη—και να μη ζητάς από τον
κόσμο εγγυήσεις που δεν δίνει.
Κι
ύστερα έρχεται η πιο σκληρή διαπίστωση: ο φόβος του θανάτου συχνά δεν είναι
φόβος της παύσης, αλλά φόβος ότι δεν έζησες αρκετά δικά σου. Ότι ανέβαλες, ότι
συμβιβάστηκες, ότι άφησες τη ζωή σου να περάσει σαν ξένη υπόθεση. Τότε ο
θάνατος γίνεται καθρέφτης που δεν τρομάζει επειδή δείχνει το τέλος, αλλά επειδή
δείχνει το ανεκπλήρωτο. Η επιστημονική σκέψη μπορεί να σου κόψει τις αυταπάτες,
αλλά δεν μπορεί να σου χαρίσει νόημα· το νόημα είναι δημιουργία, όχι εύρημα.
Έτσι,
το απόφθεγμα στέκει και δεν στέκει. Ναι, η επιστημονική σκέψη έχει τη δύναμη να
απομακρύνει τον φόβο που γεννά η πλάνη: να ξεγυμνώσει το τέλος από μεταφυσικές
απειλές και από νοητικές υπερβολές. Αλλά ο πιο βαθύς φόβος υποχωρεί όταν η
γνώση γίνει στάση ζωής: όταν, χωρίς παρηγορητικά παραμύθια, αποφασίζεις να
ζήσεις με ένταση, ευθύνη και τόλμη, ώστε το τέλος να μη μοιάζει κλοπή, αλλά
σφραγίδα. Τότε ο θάνατος δεν χάνει τη σοβαρότητά του· χάνει την εξουσία του.
Κι αν
τελικά η επιστήμη δεν μπορεί να σου υποσχεθεί αθανασία, μπορεί να σου προσφέρει
κάτι πιο τίμιο: να σου αφαιρέσει την ανάγκη της. Να σου δείξει ότι δεν είσαι το
κέντρο, αλλά ένα πέρασμα. Να σε αναγκάσει να εγκαταλείψεις τον εγωκεντρικό
μύθο, όχι για να μικρύνεις, αλλά για να ελευθερωθείς. Από εκεί και πέρα, η
τελευταία κίνηση είναι δική σου: είτε θα ζητήσεις από την αλήθεια να σε
νανουρίσει, είτε θα την κάνεις λεπίδα που κόβει τις αναβολές. Όταν η ζωή γίνει
πράξη έντασης, δημιουργίας και αυτοϋπέρβασης, τότε ο θάνατος παύει να είναι ο
μεγάλος τρομοκράτης. Γίνεται ο ορίζοντας που σε αναγκάζει να βαδίσεις όρθιος.
Δημήτρης Βίκτωρ




