Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Απόνερα της Αλώσεως – (Μάιος 1453)
Μα πόσα γράφτηκαν γι’ αυτήν την Άλωση!
Φαντάσου να επρόκειτο και για Ελληνική υπόθεση!
Θρηνούν ακόμα κάτι Έλληνες για αυτό το σκουπίδι της ιστορίας, το Βυζάντιο.
Όσο το ψάχνεις τόσο και λυπάσαι, όχι για την Άλωση καθαυτή, αλλά για τους ανθρώπους
που σχετίζονται με το γεγονός και τις πράξεις τους.
Να ένα ακόμα καθοριστικό:
Οι πατριωτάρες της χρεωκοπημένης Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, (που
ονομάστηκε κάποια στιγμή αργότερα Βυζαντινή), οι πιστοί ορθόδοξοι ελέω θεού
χριστιανοί, οι προύχοντες που είχαν την δύναμη και το χρήμα, κατάφεραν να παίξουν
τον ρόλο τους για την χρεωκοπία και την τελική πτώση.
Πολύ πριν, έβγαλαν τα χρήματά τους στην Βενετία, που την εποχή εκείνη
δημιουργούνταν τράπεζες.
Εκτός αυτού γίνονταν και πολίτες του εξωτερικού με χαρτί που πλήρωναν στους
Βενετούς. Έτσι κατάφερναν να μην πληρώνουν καθόλου φόρους.
Οπότε τα τελευταία χρόνια, τα δημόσια ταμεία ήταν εντελώς άδεια και δεν
υπήρχε και τρόπος για εισπράξεις.
Εκείνος ο Ούγγρος, ο Ουρβανός που έφτιαξε το μεγάλο το κανόνι αργότερα για
τον Μωάμεθ τον Πορθητή, πρώτα πήγε στον Κωνσταντίνο Πλαιολόγο και του πρότεινε
την κατασκευή.
«Θα σου φτιάξω μία κανονάρα που με δυό
βολές θα εξαφανίσεις τον στρατό του Μωάμεθ», είπε στον άφραγκο αυτοκράτορα.
Κι εκείνος ο δυστυχής του απάντησε, «Δεν
έχω μία».
Πως να έχει, αφού τα φράγκα των πιστών του υπηκόων είχαν κάνει προ πολλού
φτερά;
Έτσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και του είπε τα ίδια.
Κι εκείνος του απάντησε: «Και το
ρωτάς; Προχώρα μεγάλε…»
Μπάμ, το κανόνι μία… Μπάμ το κανόνι δεύτερη… Μπάμ το κανόνι τρίτη… Πάει το
τείχος!
Άνοιξε μια τρυπάρα, Να!
Στην τέταρτο Μπάμ, ανατινάχτηκε και το ίδιο το κανόνι και πάει και ο Ουρβανός!
Αλλά η τρύπα είχε ανοιχτεί.
Οι πολιορκημένοι κοίταζαν και χάζεψαν και αφαιρέθηκαν.
Και, ναι! Ξέχασαν ανοιχτή την κερκόπορτα!
Μάλλον από εκεί είχαν βγάλει τα τελευταία τους λεφτά οι πιστοί χριστιανοί της Πόλης.
Έτσι, ατυχώς ….Εάλω…!
Εάλω η Πίστις και όλα τα σχετικά…!
Δημήτρης Βίκτωρ
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
Περί ασχήμιας και μοναξιάς
« Όσοι σκορπούν ασχήμια γύρω τους, σκορπούν την μοναξιά »
Υπάρχει
μέσα στον άνθρωπο μια αθόρυβη ευθύνη: να μην αφήνει το εσωτερικό του χάος να
γίνεται κλίμα για τους άλλους. Δεν είμαστε μόνο ό,τι σκεφτόμαστε, ούτε μόνο
ό,τι πράττουμε όταν μας βλέπουν· είμαστε και η ατμόσφαιρα που εκπέμπουμε, το
βάρος ή η ελαφρότητα που αφήνουμε πίσω μας, το ίχνος που χαράζει η παρουσία μας
στον χώρο των άλλων. Εκείνος που σκορπά ασχήμια γύρω του δεν βλάπτει απλώς την
αισθητική του κόσμου· τραυματίζει την εμπιστοσύνη, διαβρώνει την τρυφερότητα,
κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται μέσα τους σαν ζώα που φοβήθηκαν. Και όταν ο
άνθρωπος φοβάται να ανοιχτεί, αρχίζει η μοναξιά.
Η
ασχήμια εδώ δεν είναι η εξωτερική μορφή, ούτε η ατέλεια του σώματος, ούτε η
φυσική φθορά που συνοδεύει κάθε ζωντανό πλάσμα. Η ασχήμια είναι τρόπος ύπαρξης.
Είναι ο φθόνος που μεταμφιέζεται σε κριτική, η χαιρεκακία που παρουσιάζεται ως
εξυπνάδα, η αγένεια που βαφτίζεται ειλικρίνεια, η μικρότητα που ζητά να
κυβερνήσει το βλέμμα. Είναι εκείνη η εσωτερική παραμόρφωση που δεν αντέχει την
ομορφιά, επειδή η ομορφιά τής θυμίζει ό,τι δεν κατόρθωσε να γίνει. Όποιος δεν
έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, συχνά επιχειρεί να κάνει τον κόσμο
ανυπόφορο, για να μη νιώθει μόνος μέσα στην ανυποφορία του.
Ο
άνθρωπος όμως δεν εξουσιάζει πάντα τα γεγονότα· εξουσιάζει, όσο μπορεί, τη
στάση του απέναντί τους. Μπορεί να πληγωθεί χωρίς να γίνει πληγή για τους
άλλους. Μπορεί να αδικηθεί χωρίς να μετατρέψει την αδικία σε μόνιμη γλώσσα.
Μπορεί να κουβαλά σκοτάδι χωρίς να το εκτοξεύει σαν δηλητήριο. Αυτή είναι μία
από τις πιο δύσκολες μορφές αξιοπρέπειας: να μη μεταδίδεις το κακό που υπέστης.
Να σταματάς επάνω σου την αλυσίδα της ασχήμιας. Να λες: μέχρι εδώ. Από εδώ και
πέρα, δεν θα γίνω ο αγωγός του πόνου που μου παραδόθηκε.
Διότι
η ασχήμια που σκορπίζεται δεν μένει ποτέ ουδέτερη. Κάνει τον άλλον να
αποσυρθεί. Να μη μιλήσει. Να μην εμπιστευθεί. Να μην ανθίσει. Ένα βλέμμα
περιφρόνησης μπορεί να κλείσει έναν άνθρωπο για χρόνια. Μια φράση απαξίωσης
μπορεί να γίνει εσωτερικός νόμος. Μια συνεχής ατμόσφαιρα ειρωνείας μπορεί να
πείσει την ψυχή ότι είναι ασφαλέστερο να σωπάσει. Έτσι γεννιέται η μοναξιά: όχι
πάντοτε από την απουσία ανθρώπων, αλλά από την απουσία χώρου μέσα στους
ανθρώπους. Μπορεί να στέκεσαι ανάμεσα σε πλήθος και να είσαι μόνος, επειδή
κανείς γύρω σου δεν αφήνει περιθώριο να υπάρξεις αληθινά.
Και
όμως, υπάρχει και μια πιο βαθιά ανάγνωση. Εκείνος που σκορπά ασχήμια, πριν
απομονώσει τους άλλους, έχει ήδη απομονωθεί ο ίδιος από την πηγή της ζωής. Δεν
αντέχει την υπέρβαση, δεν αντέχει την έξαρση, δεν αντέχει το βλέμμα που λέει
«ναι» στην ύπαρξη. Η ψυχή του έχει γίνει υπόγειο, και επειδή δεν μπορεί να
ανέβει στο φως, κατηγορεί το φως ως ψεύτικο. Έτσι ο μίζερος άνθρωπος πολεμά την
ομορφιά όχι επειδή είναι δυνατός, αλλά επειδή η ομορφιά τον ξεσκεπάζει. Η
ομορφιά απαιτεί γενναιοδωρία, πλεόνασμα, τόλμη· η ασχήμια απαιτεί μόνο στέρηση.
Ο
δημιουργικός άνθρωπος, αντίθετα, δεν αρνείται το χάος του· το μεταπλάθει.
Παίρνει την οδύνη και την κάνει μορφή, τη μοναξιά και την κάνει βάθος, την
πληγή και την κάνει άνοιγμα προς έναν πιο υψηλό εαυτό. Δεν ζητά να μικρύνει
τους άλλους για να φανεί· δημιουργεί ύψος. Δεν σκορπά ασχήμια, γιατί δεν θέλει
να κατοικήσει σε χαμηλό κόσμο. Ξέρει πως ό,τι ρίχνει γύρω του θα γίνει τελικά
το τοπίο μέσα στο οποίο θα αναγκαστεί να ζήσει. Αν πετάς αγκάθια, θα
περπατήσεις σε αγκάθια. Αν σπέρνεις περιφρόνηση, θα θερίσεις απόσταση.
Το
απόφθεγμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ηθική παρατήρηση· είναι νόμος της ύπαρξης. Η
ασχήμια δημιουργεί ερήμους. Η ομορφιά δημιουργεί συναντήσεις. Όποιος σκορπά
ασχήμια, χτίζει αόρατους τοίχους και ύστερα απορεί που δεν τον πλησιάζει
κανείς. Όμως η μοναξιά που τον κυκλώνει δεν είναι τιμωρία από τον κόσμο· είναι
η επιστροφή του ίδιου του δώρου που πρόσφερε. Γιατί ο κόσμος, με έναν τρόπο
μυστικό αλλά αμείλικτο, μάς επιστρέφει την ποιότητα της παρουσίας μας.
Δημήτρης Βίκτωρ
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
" ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΚΤΩΡ " - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ
Ποίημα
για τον Βίκτωρ (24 Μαΐου, 2045 μ.)
Πλήρης ως ήταν ημερών, δίκαιος ο χαμός του.
Μαζεύτηκαν οι φίλοι κι απομείναντες γνωστοί
σε συνοδεία να συμπράξουν στο καθήκον
μνήμης να δώσουν ύστατο χαιρετισμό.
αρνούμενος κάθε είδους τελετής
μόνο μια μάζωξη απλή και ταπεινή
χωρίς λόγους ιδιαίτερους για θλίψη περιττή.
με υπερηφάνεια, μακριά από θρησκευτικά.
Ήταν επίσης ο καλός τους ποιητής
συχνά χάριζε στίχους δείχνοντας ευτυχής.
απήγγειλε ένα ποίημα για τον φίλο τους Λεωνίδα.
Πριν από άλλα τρία χρόνια ακριβώς
οι συγγενείς φέρθηκαν απρεπώς
και σ’ άλλου φίλου τέλους πορεία
γιατί δεν ήταν ταιριαστό ποίημα, σε χριστιανών κηδεία.
κι ζώντες νοιώθουνε κενό
που δεν υπάρχει ποίημα εδώ
ν’ απαγγελθεί, να ακουστεί
όπως αρμόζει με τιμή.
μαζεύτηκαν ξανά όλοι μαζί
στο κοντινό το καφενείο
να προσπαθήσουν, ποίημα για αντίο.
Μάιος- 2013
-------------------------------------------------------
Σχολιασμός και
φιλοσοφική ανάλυση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή
Το ποίημα («Ποίημα για τον Βίκτωρ (24 Μαΐου, 2045 μ.)», κοιτά τον θάνατο μέσα από ένα ήπιο, σχεδόν καθημερινό βλέμμα. Ο ποιητής περιγράφει την ίδια του την κηδεία, αφήνοντας τον λόγο να ρέει σαν αφήγηση. Η γραμμική αναφορά σε παρελθόντα περιστατικά –«πριν δυο χρόνια», «πριν τρία»– λειτουργεί ως χρονικά στηρίγματα που βοηθούν τον αναγνώστη να ακολουθήσει την τελετουργία και συγχρόνως να νιώσει τη ρευστότητα του χρόνου.
Η πρώτη ειρωνεία γεννιέται από την έλλειψη ποιήματος στην
τελετή του ίδιου του δημιουργού. Ο Βίκτωρ, «ο καλός τους ποιητής», αρνείται
οποιονδήποτε επίσημο λόγο. Οι φίλοι, συνηθισμένοι να καταφεύγουν στη δική του
τέχνη για να δώσουν νόημα σε ξένους θανάτους, νιώθουν τώρα ένα άβολο κενό. Η φυγή
του δείχνει ότι ακόμη και η πιο ριζοσπαστική άρνηση τελετής δεν σβήνει την
ανθρώπινη ανάγκη για μια τελευταία λέξη.
Η ρητή δήλωση αθεΐας ενισχύει αυτή την άρνηση. Χωρίς
θρησκευτικό πλαίσιο, ο Βίκτωρ ορίζει μόνος του τους όρους αναχώρησης: καμία
ιεροπραξία, απλώς μια σεμνή συγκέντρωση. Στο ποίημα διαγράφεται η σύγκρουση
ανάμεσα στην αυτονομία του ατόμου και στη συλλογική συνθήκη που απαιτεί κάποιο
τελετουργικό περικάλυμμα. Το 2045, η καύση της σορού υπονοείται ως πιο συνηθισμένη,
μα η ανάγκη συμβόλου παραμένει.
Οι σύντομες μνήμες παλιότερων κηδειών φωτίζουν την σχέση
του ποιητή με τον λόγο: στον φίλο Λεωνίδα χάρισε ανατριχιαστικό ποίημα, σε έναν
άλλο φίλο ήρθε σε ρήξη με τους συγγενείς. Οι εικόνες αυτές δείχνουν πόσο
εύθραυστες είναι οι κοινωνικές συμβάσεις όταν η καλλιτεχνική φωνή παρεμβαίνει
σε ιεραρχημένους χώρους, ιδίως όταν αμφισβητεί θρησκευτικά μοτίβα.
Ύστερα από την καύση, το ανθρώπινο τοπίο μεταφέρεται σε
καφενείο. Εκεί, μακριά από ψαλμούς και τελετάρχες, οι ζωντανοί φίλοι ψάχνουν να
συντάξουν «ποίημα για αντίο», κάτι όχι τόσο απλό!
Αναδύεται έτσι η αγωνία των φίλων: Θα το καταφέρουμε;
Είναι τόσο εφικτό αυτό; Και επίσης, γεννάται το βασικό φιλοσοφικό ερώτημα:
ποιος έχει τον τελικό λόγο στον αποχαιρετισμό; Ο θανών, που όρισε την απουσία
λόγου, ή οι ζωντανοί, που χρειάζονται έναν συμβολικό μηχανισμό για να
διαχειριστούν την απώλεια; Το ποίημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι η
ελευθερία του ενός δεν ακυρώνει τις ανάγκες των πολλών, αλλά απλώς μεταθέτει το
βάρος της δημιουργίας σε εκείνους που μένουν.
Η ποίηση προβάλλει τελικά ως επινοημένη κοινή γλώσσα.
ακόμη κι όταν εκλείπει από την επίσημη τελετή, ξεπηδά έπειτα, στο τραπέζι του
καφενείου, για να γεμίσει το κενό. Η τέχνη μπορεί να απουσιάζει κατ’ επιθυμία
του δημιουργού, μπορεί όμως και να ξαναγεννηθεί ως συλλογική απάντηση στον χαμό
του.
Ο χρόνος, διάσπαρτος σε σύντομες αναδρομές, τονίζει ότι
οι ζωές πλέκονται συνεχώς μέχρι να διαλυθούν· Οι φίλοι, οι συγγενείς, οι
παρεξηγήσεις, όλα δομούν ένα μωσαϊκό που ολοκληρώνεται μόνο με τον θάνατο. γι’
αυτό και κάθε επιθυμία, παραμένει σχετική μπροστά στη ροή των γεγονότων.
Εντέλει, το ποίημα δείχνει πως ο θάνατος είναι κοινός
τόπος αλλά η διαχείρισή του πολυφωνική. Ο Βίκτωρ διεκδικεί το δικαίωμα σιωπής,
οι φίλοι διεκδικούν το δικαίωμα λόγου, και το αποτέλεσμα είναι μια άτυπη,
ανθρώπινη σύνθεση που συνενώνει και τις δύο στάσεις. Ο θάνατος ωθεί στην
αναζήτηση νοήματος. Η τέχνη, ακόμη και όταν λείπει, παραμένει πρόθυμη να το
προσφέρει εκ των υστέρων. Έτσι, στον απόηχο μιας άφωνης κηδείας, πρέπει να
γεννηθεί ένα νέο ποίημα, γραμμένο όχι από τον νεκρό αλλά για χάρη του,
δείχνοντας ότι μνήμη και δημιουργία προχωρούν πάντα μαζί.
Ναι, αλλά είναι εύκολο να γραφτεί ένα ποίημα για τον
Ποιητή Βίκτωρ;
Αυτό το γνωρίζει ο ποιητής και σαρκάζει την σκέψη και την
προσπάθεια των φίλων. Και επειδή γνωρίζει πως δεν θα τα καταφέρουν, μάλλον τους
το αφήνει ο ίδιος…!
Δημήτρης Βίκτωρ
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Ο Πόνος ως Πολιτικό Εμπόρευμα
Η Αισχρή Εκμετάλλευση της Ανθρώπινης Δυστυχίας
Η ανθρώπινη δυστυχία υπήρξε ανέκαθεν ένα
φτηνό αλλά αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο. Ο πόνος, το πένθος, η απώλεια, όλα
μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως εμπορεύματα στο αδηφάγο παζάρι της εξουσίας. Σαν
ύαινες που σέρνονται γύρω από τα κουφάρια της καταστροφής, οι πολιτικοί—οι
κυνικοί έμποροι της ανθρώπινης οδύνης—δεν διστάζουν να μετατρέψουν τη δυστυχία
σε προπαγάνδα, σε ρητορικά όπλα, σε μέσα για την εδραίωση της δύναμής τους.
Ο Πόνος ως Σκηνικό για τη Φαρισαϊκή
Πολιτική
Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια:
εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου για την κατασκευή ενός πολιτικού αφηγήματος
που εξυπηρετεί την εξουσία. Όταν μια τραγωδία συμβεί, είτε πρόκειται για φυσική
καταστροφή, είτε για τρομοκρατική επίθεση, είτε για δυστύχημα, είτε για μια
κοινωνική αδικία, οι πολιτικοί σπεύδουν να «οικειοποιηθούν» τον θρήνο. Τους
βλέπουμε να περιφέρονται με αυστηρό ύφος, με χειρονομίες γεμάτες δήθεν
ευαισθησία, να εκφωνούν λόγους υποκριτικής συμπόνιας και να υπόσχονται αλλαγές
που ποτέ δεν έρχονται.
Και το χειρότερο; Ο πόνος δεν χρησιμεύει απλώς ως σκηνικό για την προβολή της
πολιτικής τους περσόνας. Χρησιμοποιείται ως όπλο για τη χειραγώγηση του λαού.
Τον τροφοδοτούν με οργή επιλεκτική, του δείχνουν ποιον να μισήσει, τον στρέφουν
εναντίον κατασκευασμένων εχθρών. Η λογική θολώνει, το συναίσθημα γίνεται
εργαλείο και, πριν το καταλάβει κανείς, ο ανθρώπινος πόνος έχει μετατραπεί σε
μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η ουσία ξεχνιέται, καλπάζει το ψεύδος, η υπερβολή
και η φήμη.
Το Άδικο Πένθος ως Πολιτική Ευκαιρία
Δεν υπάρχει τίποτα πιο βρώμικο από το να
βλέπεις μια παράταξη να «πουλάει» πένθος. Οι νεκροί γίνονται σύμβολα όχι για να
τιμηθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Στημένες
ειδήσεις σε τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιογράφους που ενδιαφέρονται μόνον για την
προβολή τους και την τηλεθέαση, αδιαφορώντας για το κακό που δημιουργούν στο
κοινωνικό σύνολο. Πορείες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες της προπαγάνδας,
δάκρυα που έχουν προγραμματιστεί να χυθούν μπροστά στα μικρόφωνα. Κάθε θάνατος
γίνεται εργαλείο πόλωσης. Δεν έχει σημασία η πραγματική ζωή του χαμένου
ανθρώπου· αυτό που μετράει είναι πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μνήμη του για
πολιτικό κέρδος.
Η υποκρισία αποκαλύπτεται όταν δει κανείς
πώς αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί, που κλαίνε δημοσίως για τις τραγωδίες, αδιαφορούν
πλήρως για τις συστημικές αιτίες που τις προκαλούν. Δεν τους ενδιαφέρει να
προλάβουν το κακό· τους ενδιαφέρει μόνο να το εκμεταλλευτούν όταν συμβεί.
Η Δύναμη του Φόβου και της Θυματοποίησης
Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου δεν
περιορίζεται μόνο στο πένθος και τις τραγωδίες. Ολόκληρες κοινωνίες κρατούνται
σε κατάσταση διαρκούς φόβου, με την αίσθηση ότι είναι θύματα. Οι πολιτικοί
λατρεύουν τον ρόλο του σωτήρα, αλλά για να είναι σωτήρες πρέπει να υπάρχει
πάντα μια διαρκής απειλή, ένας συνεχής πόνος. Έτσι, οι λαοί παραμένουν
εγκλωβισμένοι σε μια ψυχολογία ανασφάλειας, έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε
αυταρχική πολιτική «για το καλό τους».
Όταν οι άνθρωποι πονάνε, είναι ευάλωτοι. Κυριαρχεί
το θυμικό πέρα από κάθε αντίσταση για λογική σκέψη. Και τότε, είναι εύκολο να
χειραγωγηθούν. Ο φόβος είναι το απόλυτο όπλο πολιτικής κυριαρχίας. Οι
εξουσιαστές γνωρίζουν καλά ότι ένας λαός που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση
πένθους ή φόβου δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τη διαύγεια να αμφισβητήσει την
εξουσία τους.
Η Αποδόμηση της Πολιτικής της Οδύνης
Το αντίδοτο σε αυτή την αηδιαστική
εκμετάλλευση είναι η επίγνωση. Οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν πότε ο πόνος
τους χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την
αυθεντική συμπόνια από τη φαρισαϊκή εκμετάλλευση. Να αναγνωρίζουν τους
ηθοποιούς της εξουσίας που παίζουν τον ρόλο του συμπονετικού ηγέτη, ενώ στην
πραγματικότητα απλώς πατούν πάνω στις πληγές της κοινωνίας για να ανέβουν στην
εξουσία.
Η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου πόνου πρέπει
να προστατευθεί από τα χέρια των πολιτικών εμπόρων. Γιατί ο πόνος δεν είναι
εργαλείο. Το πένθος δεν είναι πολιτικό σλόγκαν. Και η ανθρώπινη δυστυχία δεν πρέπει
να γίνεται σκαλοπάτι για την εξουσία.
Μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να
επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση του πόνου τους, σκεπτόμενοι με λογική για την
εξεύρεση της αλήθειας, αντί να γίνονται οπαδοί της προπαγάνδας, μόνο τότε ίσως
θα μπορέσουν να σπάσουν τις αλυσίδες της πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτό όμως το καταφέρνουν λίγοι. Και όσο παραμένουν λίγοι, λίγο θα ακούγονται.
Δυστυχώς…
Ως τότε, οι ύαινες θα συνεχίσουν να
σέρνονται γύρω από τα ερείπια, έτοιμες να καταβροχθίσουν κάθε νέα τραγωδία που
θα παρουσιαστεί στο δρόμο τους.
Δυστυχώς…
Δημήτρης Βίκτωρ
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
Βίβλος των Ελλήνων τα Ομηρικά Έπη;
Να διδαχθούμε, λέει, από την Βίβλο των προγόνων μας: Από τα Ομηρικά Έπη!
Των προσωκρατικών χρόνων; Μην σας ακούσουν οι προσωκρατικοί με τα υπέροχα επιστημονικά μυαλά. Αυτοί δεν έδιναν δεκάρα στα δημοτικά πανηγύρια!
Ήταν η Βίβλος των Ελλήνων του χρυσού αιώνα;
Μην σας ακούσει ο Πλάτωνας και ο δάσκαλός του ο Σωκράτης ή ο Αριστοτέλης αργότερα. Σπυριά βγάζανε και στο άκουσμα μόνο των Ομηρικών επών.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είχε στο προσκεφάλι του την Ιλιάδα. Ξέρετε γιατί;
Πολλοί νομίζουν ότι η Ιλιάδα περιγράφει τον Τρωικό πόλεμο. Λάθος. Η Ιλιάδα περιγράφει την μήνιν, δηλαδή τη ζοχάδα του Αχιλλέως. Κάτι που πήγαινε γάντι για τα γούστα του Αλέξανδρου. Υπ' αυτήν την έννοια γι’ αυτόν ήταν ένα είδος Βίβλου.
Δεν βγαίνει με γυναίκα η ιστορία. Ας την ξεχάσουμε επί του παρόντος, ίσως να την θυμηθούμε αργότερα.
Αυτοί τι θα έπρεπε να κάνουν; Στην Οδύσσεια περιμένουν είκοσι τέσσερα χρόνια χωρίς βασιλιά. Οι σύγχρονοι περιμένουν τα δανεικά. Είναι και καλοί άνθρωποι. Δεν πειράζουν την Πηνελόπη. Υποφέρουν τις παραξενιές της. Είκοσι τέσσερα χρόνια!
" Θα είμαι στη θλίψη σου " -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ
Θα είμαι στη θλίψη σου
Όταν μέσα σου το κομμάτι της νύχτας
φωλιάζει
και σκιές βαραίνουν τα μάτια σου
καθώς η σιωπή σού γίνεται βουνό
κι ανάσες σε πνίγουν σαν κύμα γκρίζο
να ξέρεις — στην άκρη της λύπης σου είμαι εκεί.
Σαν ανάλαφρο φύλλο που στο χέρι ακουμπά
σαν αεράκι που γλιστρά ανάμεσα στα μαλλιά σου
δε θα σου μιλήσω, αν δε θες,
μα θα σε κοιτάξω σαν φάρος που αναβοσβήνει
σε μια θάλασσα που την στεριά της ψάχνει.
Όταν το σώμα κουράζεται από τις μάχες
και τα δάκρυα στάζουν σαν κρυφός ψίθυρος
θα γίνω αγκαλιά που δε ζητά
παρηγοριά που δεν βαραίνει.
Ακόμα όταν δε βλέπεις το φως,
κι ψυχή σου μοιάζει σαν ξεχασμένος δρόμος,
θα είμαι εκεί—
ένα βήμα πιο πέρα,
στην γωνιά που κρύβεται το επόμενο χαμόγελο.
Κι όταν θα θες να μιλήσεις ξανά,
τους κόμπους της καρδιάς σου να σπάσεις
τις λέξεις σου θα κρατώ
όπως η γη την βροχή με βουλιμία
στερεύει.
Γιατί στην θλίψη σου, μόνη δεν θάσαι.
Είμαι εκεί.
Πάντα, θα είμαι... Θα
είμαι..
Δημήτρης Βίκτωρ
Μάρτιος-2015



