Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ_ΒΙΚΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ_ΒΙΚΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Η Αμάσητη Εκδοχή Σου......! - (2)

 

Τον τελευταίο καιρό, λόγω του πολέμου, χορτάσαμε αναλύσεις και αναλύσεις.  

Πολλοί λένε-γράφουν και κάποιοι τους ακούνε.
Οπότε, το σπορ συνεχίζεται με πάθος.
Βοηθάει στην ψυχοθεραπεία αυτό, στην ανάταση, με θαυμασμό για τρομερούς αρχηγούς, για ήρωες μέσα από ιδεοληψίες.

 Όχι βέβαια, με την προσπάθειά σου να έρθεις αντιμέτωπος με την αλήθεια.
Αν είσαι από αυτούς που σκέφτονται, που αμφισβητούν τις εύκολες αναλύσεις, θα διαπιστώσεις πόσο δύσκολο είναι να αποστασιοποιηθείς από τα γεγονότα και πόσο ακατόρθωτο είναι να εκφραστούν οι αλήθειες.

Θα μάθεις επίσης, πως ορισμένα δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ειπωθούν και να γραφτούν.

Υποστήριξε και εσύ την δική σου εκδοχή. Αυτήν που σου είπαν δηλαδή και σου έμαθαν να την μεταδίδεις αμάσητη.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να κυκλοφορήσει κι όλας.
Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την δική σου εκδοχή της ιστορίας.

Εκτός κι αν είναι οικουμενική ή έστω για πολλούς, η ιστορία σου.

Χρειάζεται Αυτογνωσία για την ανάλυσή  σου και Επίγνωση για την έκφρασή  της.
Αλλά αυτά, είναι τα στοιχειώδη για τον τίτλο του σοβαρού αναλυτή που σκέφτεται..

Άλλο θέμα αυτό.

Η ιστορία σου όμως, παραμένει η καλύτερη για σένα και η αμάσητη εκδοχή σου επίσης!

Άλλωστε υπάρχει το ιντερνέτ για να αντιγράφεις αναλόγως…

Δημήτρης Βίκτωρ





Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

« Ιθάκη – Συνέχεια » --- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ --- Απαγγελία: Κωνσταντίνος Τζούμας


 

Ιθάκη – συνέχεια

 

Κι αν το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν

κι αν ήσουν τυχερός να σου συμβεί

πάλι θα τριγυρίζεις στο νησί

σ’ ένα ταξίδι που τραγούδησαν σοφοί Ομηρικοί.

 

Η πείρα εδώ δεν έχει σημασία

αν ο σοφός που φώλιασε στο νου

δεν σε γεμίσει θάρρος, περηφάνια για το τέλος

που έρχεται και φθάνει από παντού.

 

Η Ιθάκη είν’ αυτή που δεν σε γέλασε, ναι

και δεν σε νοιάζει τώρα πότε ήταν η αρχή

τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες έχεις ξεχάσει

κι ο θυμωμένος Ποσειδώνας μνήμη μακρινή.

 

Σ’ ένα καθρέφτισμα νερού σκύβοντας θα κοιτάξεις ένα δείλι

με τον μεγάλο ουρανό κυρίαρχο από ψηλά

να σου θυμίσει ευτυχία και φθορά είναι δυο φίλοι

συνωμοτούν συχνά, πληρώνοντας όλα σου τα κενά.

 

Τώρα επιθυμείς να φτάσεις επιτέλους

περήφανος σ’ ένα δικό σου ολότελα νησί

με σκέψη και μορφή που θα ’ναι εντελώς δική σου

και κουβαλάς προσεχτικά  μαζί σου

τους εβένους, τα κεχριμπάρια, τα μυρωδικά

πού ’κλεβες σε λιμάνια μακρινά.

 

Αυτά θα έχεις συντροφιά, παρηγοριά

όταν θα νιώθεις του Οιδίποδα τη μοναξιά

κοκκινωπή αντανάκλαση του δειλινού στα μάτια ο πόνος

ψάχνοντας την αφή στη διαδρομή

σφιχτά κρατώντας βακτηρία που σημαίνει, τρία!…

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Οκτώβριος- 2013


-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Σχολιασμός-ανάλυση και αποτίμηση του ποιήματος «Ιθάκη – συνέχεια»

Το ποίημα «Ιθάκη – συνέχεια» του Δημήτρη Βίκτωρ συγκροτείται ως άμεση διακειμενική συνομιλία με την «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη. Ο τίτλος δεν δηλώνει απλώς θεματική συγγένεια, αλλά αξιώνει τη συνέχιση και, εν μέρει, τη διόρθωση της καβαφικής πρότασης. Ο Βίκτωρ θεωρεί ότι η καβαφική σύλληψη του ταξιδιού παραμένει ανολοκλήρωτη, επειδή σταματά στην άφιξη και στην αποτίμηση των εμπειριών. Για τον ίδιο, όμως, η ανθρώπινη πορεία δεν ολοκληρώνεται όταν ο ταξιδιώτης φτάσει στην Ιθάκη του. Μετά την άφιξη αρχίζει ένα δεύτερο και δυσκολότερο ταξίδι: η βαθμιαία είσοδος στη φθορά, στα γηρατειά, στη σωματική εξασθένηση και στην οριστική απώλεια.

Η βασική αυτή διαφοροποίηση διατυπώνεται ήδη στην πρώτη στροφή: «Κι αν το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν […] πάλι θα τριγυρίζεις στο νησί». Η γνώση του συμβόλου και η επιτυχής ολοκλήρωση του ταξιδιού δεν οδηγούν σε λύτρωση. Το επίρρημα «πάλι» ακυρώνει την αίσθηση της τελικότητας, ενώ το ρήμα «τριγυρίζεις» δηλώνει μια κίνηση χωρίς σαφή προορισμό. Ο ταξιδιώτης έχει φτάσει, αλλά η ύπαρξή του δεν έχει καταλήξει σε σταθερό νόημα. Αντί να ξεκουραστεί, παραμένει εγκλωβισμένος σε μια νέα περιπλάνηση, αυτή τη φορά μέσα στα όρια του ίδιου του νησιού, δηλαδή μέσα στα όρια της ηλικίας, της μνήμης και της αυτοσυνείδησής του.

Η δεύτερη στροφή ενισχύει την ανατροπή της καβαφικής πίστης στην αξία της εμπειρίας. Ο στίχος «Η πείρα εδώ δεν έχει σημασία» είναι σκόπιμα απόλυτος. Δεν σημαίνει ότι η πείρα είναι άχρηστη, αλλά ότι δεν διαθέτει από μόνη της σωτηριολογική δύναμη. Οι εμπειρίες του ταξιδιού δεν μπορούν να αναστείλουν τον χρόνο ούτε να αποτρέψουν το τέλος. Αποκτούν αξία μόνο όταν μετασχηματιστούν σε εσωτερική σοφία, θάρρος και αξιοπρέπεια. Ο «σοφός που φώλιασε στο νου» δεν καλείται να ερμηνεύσει απλώς το παρελθόν, αλλά να προετοιμάσει τον άνθρωπο για το αναπότρεπτο, για εκείνο «που έρχεται και φθάνει από παντού». Η διατύπωση αποδίδει τη φθορά ως σταδιακή περικύκλωση και όχι ως αιφνίδιο γεγονός.

Στην τρίτη στροφή, οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες και ο Ποσειδώνας έχουν υποχωρήσει σε μια μακρινή μνήμη. Τα καβαφικά και ομηρικά εμπόδια παύουν να αποτελούν τον κύριο κίνδυνο. Η λήθη τους δεν δηλώνει ότι υπήρξαν ασήμαντα, αλλά ότι έχουν πλέον ξεπεραστεί από έναν σοβαρότερο αντίπαλο: τον χρόνο. Τα εξωτερικά τέρατα μπορούν να αντιμετωπιστούν, να αποφευχθούν ή να νικηθούν. Η γήρανση, αντιθέτως, δεν αποτελεί επεισόδιο της διαδρομής αλλά τον ίδιο τον νόμο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η εικόνα του καθρεφτίσματος στο νερό οργανώνει το κεντρικό επεισόδιο αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος σκύβει και αντικρίζει τη μορφή του κάτω από τον «μεγάλο ουρανό», ο οποίος κυριαρχεί από ψηλά. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο παροδικό είδωλο και στο απέραντο ουράνιο στοιχείο υπογραμμίζει την προσωρινότητα της ατομικής ζωής. Η ευτυχία και η φθορά χαρακτηρίζονται «δυο φίλοι», επειδή δεν αποτελούν αντίθετες και ασύνδετες καταστάσεις. Κάθε ευτυχία εμπεριέχει την απειλή της απώλειάς της, ενώ η φθορά αποκαλύπτει εκ των υστέρων την αξία όσων έζησε ο άνθρωπος. Το ρήμα «συνωμοτούν» προσδίδει στη σχέση τους έναν σκοτεινό, σχεδόν μοιραίο χαρακτήρα.

Η επιθυμία του ταξιδιώτη να φτάσει «σ’ ένα δικό σου ολότελα νησί» εκφράζει την ανάγκη για προσωπική ταυτότητα. Η τελική Ιθάκη δεν μπορεί να είναι ένα έτοιμο, καθολικό σύμβολο, αλλά πρέπει να αποκτήσει «σκέψη και μορφή» ατομική. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η προσωπική ολοκλήρωση δεν αναιρεί τη μοναξιά. Τα έβενα, τα κεχριμπάρια και τα μυρωδικά, σαφείς αναφορές στο καβαφικό ποίημα, αλλάζουν λειτουργία. Στον Καβάφη αποτελούν πλούτο που συλλέγεται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Στον Βίκτωρ μετατρέπονται σε «συντροφιά» και «παρηγοριά». Δεν είναι πλέον τεκμήρια επιτυχίας, αλλά υπολείμματα μιας ζωής που ο άνθρωπος προσπαθεί να διαφυλάξει απέναντι στην επερχόμενη απογύμνωση.

Η αποφασιστική ποιητική τομή πραγματοποιείται στην τελευταία στροφή, όπου ο ταξιδιώτης μετακινείται από το πρότυπο του Οδυσσέα στο πρότυπο του Οιδίποδα. Η μετάβαση αυτή διευρύνει το μυθολογικό και φιλοσοφικό πεδίο του ποιήματος. Ο Οδυσσέας είναι ο ήρωας της δράσης, της ευφυΐας, της επιστροφής και της επιβίωσης. Ο Οιδίπους, αντίθετα, είναι ο ήρωας της τραγικής γνώσης, της πτώσης, της τύφλωσης, της εξορίας και της απόλυτης μοναξιάς. Καθώς ο ταξιδιώτης γερνά, παύει να είναι ο νικητής που επιστρέφει και γίνεται το τραγικό πρόσωπο που έχει γνωρίσει την αλήθεια χωρίς να μπορεί να σωθεί από αυτήν.

Η «βακτηρία που σημαίνει, τρία» δεν αποτελεί αινιγματική ή αυθαίρετη κατακλείδα, αλλά το κλειδί ολόκληρης της σύνθεσης. Παραπέμπει ευθέως στο αίνιγμα της Σφίγγας και στην απάντηση του Οιδίποδα. Ο άνθρωπος το βράδυ της ζωής του βαδίζει με τρία πόδια, επειδή χρειάζεται το ραβδί ως τρίτο στήριγμα. Η βακτηρία δηλώνει επομένως τη σωματική παρακμή και επιβεβαιώνει ότι ο ταξιδιώτης έχει εισέλθει στην τελευταία ηλικία. Παράλληλα, η αναζήτηση της αφής υποδηλώνει την εξασθένηση της όρασης και ενισχύει την ταύτισή του με τον τυφλό Οιδίποδα.

Η σημαντικότερη αρετή του ποιήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύνδεση δύο διαφορετικών μυθικών προτύπων. Η οδυσσειακή εμπειρία μετατρέπεται σταδιακά σε οιδιπόδεια τραγωδία. Το ποίημα δεν απορρίπτει την καβαφική «Ιθάκη», αλλά αμφισβητεί την επάρκειά της ως συνολικής εικόνας της ανθρώπινης ζωής. Η άφιξη μπορεί να δικαιώσει το ταξίδι, δεν καταργεί όμως τη φθορά που ακολουθεί. Έτσι, η «συνέχεια» δεν είναι απλώς χρονική, αλλά φιλοσοφική: μετά την κατάκτηση της γνώσης αρχίζει η δοκιμασία της απώλειας.

Ως προς τη μορφή, η σύνθεση στηρίζεται περισσότερο στη δύναμη των συμβόλων και των μυθολογικών αναφορών παρά στη γλωσσική ανατροπή. Ορισμένες διατυπώσεις είναι επεξηγηματικές και θα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο υπαινικτικές. Ωστόσο, η καθαρότητα της βασικής σύλληψης, η μετάβαση από τον Οδυσσέα στον Οιδίποδα και η λειτουργία της βακτηρίας ως τελικού σημασιολογικού κόμβου προσδίδουν στο ποίημα συνοχή και διακριτή ταυτότητα. Η Ιθάκη δεν παρουσιάζεται ως τέλος, αλλά ως το σημείο στο οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι το δυσκολότερο μέρος του ταξιδιού μόλις αρχίζει.

 


Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάνα του νικητή

Μάνα-Μητέρα-Μαμά-Μανούλα-Μαμάκα - κ. λπ.

Οι πλείστες των μητέρων πιστεύουν πως αξίζουν τον τίτλο, επειδή αγαπούν τα παιδιά τους, δικαιολογώντας τα με ό,τι κι αν κάνουν.

Καθώς επίσης, να τα υποστηρίζουν με πάθος, απέναντι σε ό,τι είναι ενοχλητικό για εκείνα.

Φυσικά, αφού είναι ο καθρέφτης τους...Υποτίθεται.

Αποδεικνύουν επίσης, την αγάπη τους, πιστεύοντας πως τα παιδιά τους, τους λένε πάντα την αλήθεια!

Φυσικό κι αυτό γιατί αν δείξουν πως δεν τα πιστεύουν, και εκείνα με την σειρά τους δεν θα πιστέψουν τους γονείς. Οπότε, η συμφωνία, συμφωνία. Επίσημα και με βούλα.

.........................................................................................................

Όταν ήμουν δέκα χρονών, ζούσα με την οικογένειά μου σε μια πολύ φτωχική γειτονιά.
Η Μάνα μου Ευδοξία, έλειπε κάθε μέρα, ακόμη και τις Κυριακές για το μεροκάματο της πλύστρας σε διάφορα σπίτια. Σκληρή δουλειά, δεν υπήρχαν και πλυντήρια τότε...
Είχε και εφτά ακόμη στόματα να θρέψει. Πέτρινα τα χρόνια, σε όλα...

Μια μέρα λοιπόν, εκεί στην αλάνα, ένα από τα αδέρφια μου ηλικίας δώδεκα ετών, πλακώθηκε στο ξύλο με ένα γειτονόπουλο. Συνηθισμένα πράγματα αυτά στην αλάνα και πολύ συχνά.
Έλα όμως που ο αδερφός μου ήταν καλύτερος στις μπουνιές και βγήκε νικητής.
Μαζεύτηκαν όλα τα αλλά παιδιά και απολάμβαναν τον καβγά.

Ο νικημένος έβαλε τα κλάματα. Μεγάλη θλίψη, μεγάλο το σόου.

Κάποιος ειδοποίησε την μάνα του, που έμενε πολύ κοντά και εκείνη κατέφθασε με φωνές και διάφορα.

Φασαρία, χαμός! Κατέφθασαν και άλλες μανάδες ανταλλάσσοντας μεταξύ τους διάφορες γνώμες για το δίκαιο του ζητήματος.

Ήταν αργά το απόγευμα και η Ευδοξία έτυχε να γυρίζει εκείνη την ώρα από το μεροκάματο και πέφτει επάνω στην πολύκροτη διαμάχη.

Την βλέπει η μαμά του νικημένου και αρχίζει τις φωνές σε άλλον τόνο.

Τώρα το θέμα θα έπαιρνε άλλη τροπή.

Όλοι έστρεψαν την προσοχή στις δυο γυναίκες. Ήθελαν να απολαύσουν την συνέχεια.
Και η συνέχεια θα ήταν, σύμφωνα με τέτοιες ιστορίες, το μαλλιοτράβηγμα των μανάδων. Μεγάλη απόλαυση! Έκσταση!

Η Ευδοξία σάστισε για λίγο αλλά δεν άργησε να καταλάβει την ουσία.

Χωρίς να απαντήσει στην μαμά του νικημένου που ωρύονταν, άρπαξε τον αδερφό μου και του έριξε μπροστά σε όλους ένα γερό ξύλο.

Όλοι έμειναν έκπληκτοι. Μα είναι δυνατόν; Η μάνα να δέρνει το παιδί της; Η μάνα του;

Σιωπή...

Στη συνέχεια αρπάζει τον αδερφό μου από το αυτί και τον σέρνει προς το σπίτι.

Είπε όμως στην εμβρόνητη μαμά του νικημένου:

- Εγώ το δέρνω το δικό μου για να το έχει σαν μάθημα να μην προξενεί τσακωμούς. Εσύ γιατί δεν κάνεις το ίδιο στο δικό σου;

Και η μαμά του νικημένου:

- Εσύ το δέρνεις, γιατί εσύ έχεις πολλά παιδιά. Ενώ εγώ έχω μόνον δύο!

Και η Ευδοξία απαντά:

- Έχω πολλά παιδιά, αλλά έχω πολλούς πόνους.....!

... Η  Μ ά ν α  του  νικητή..!

Αυλαία…

 

Δημήτρης Βίκτωρ




Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Πένθος και Εκδίκηση

«Το πένθος θρηνεί τον χαμό∙ η εκδίκηση θρηνεί το κενό»

Όταν το πένθος ζητά εκδίκηση, παύει να είναι πένθος. Μεταμορφώνεται σε κάτι σκοτεινό και νοσηρό: μια ύπουλη μετάλλαξη της λύπης σε μίσος, του δικαίου σε νέα αδικία. Ο άνθρωπος που υποφέρει από την απώλεια είναι αξιολύπητος· μα όταν ο ίδιος επιλέγει συνειδητά να πονέσει άλλους στο όνομα της «δικαιοσύνης» του, γίνεται αξιοκατάκριτος.

Η εκδίκηση δεν δικαιώνει τη μνήμη αυτού που χάθηκε—την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Δεν επιστρέφει τη ζωή, δεν απαλύνει τη θλίψη, δεν εξαγνίζει τη μνήμη· την υποβιβάζει σε όχημα προσωπικής ικανοποίησης και φθηνής εκτόνωσης. Εκείνος που επιλέγει να γίνει τιμωρός εγκαταλείπει κάθε τιμή που θα μπορούσε να συνοδεύσει τον πόνο του. Γίνεται δειλός, ένας κοινός δήμιος, που βαφτίζει τον εγωισμό και την ανικανότητά του να διαχειριστεί την οδύνη ως «δίκαιο χρέος».

Εδώ βρίσκεται το πιο ύπουλο προσωπείο της εκδίκησης: η μεταμφίεσή της σε δικαίωση. Ο πενθών πείθει τον εαυτό του ότι δεν ζητά αίμα για τον εαυτό του αλλά «αποκατάσταση» για τον νεκρό. Όμως αυτό δεν είναι δικαιοσύνη· είναι το πιο πονηρό ψεύδος. Η εκδίκηση τρέφεται με τη φαντασίωση πως εκπληρώνει ένα ηθικό καθήκον, ενώ στην πραγματικότητα θρέφει μόνο την αδυναμία. Στην επιθυμία να χύσει νέο αίμα, ο εκδικητής ισχυρίζεται ότι τιμά τον χαμένο—μα δεν τον τιμά, τον εργαλειοποιεί. Μετατρέπει τη μνήμη του σε σημαία, σε άλλοθι, σε πρόσχημα.

Έτσι ο πενθών—που υπήρξε θύμα αδικίας ή απώλειας—σκαρφαλώνει σε θρόνο εγωισμού και φαντάζεται πως του χρωστούν όλα. Με τη μάσκα του ριγμένου ζητά όλεθρο αντί για γιατρειά, απαιτεί να γίνει δυνάστης των άλλων για να ισορροπήσει το δικό του βάρος. Δεν ζητά λύση ή σοφία· απολαμβάνει τη θέση του «αδικημένου εκδικητή» και χτίζει ψευδαίσθηση παντοδυναμίας πάνω στα ερείπια άλλων ψυχών.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το πένθος που γίνεται κάρβουνο στην καρδιά και φωτιά στο μυαλό. Το παράπονο γίνεται μίσος, το μίσος συνήθεια· κι εκεί που θα έπρεπε να μεγαλώσει η ενσυναίσθηση, αφανίζεται κάθε ικμάδα ανθρωπιάς. Να ψάχνεις διέξοδο από τον πόνο μέσω της εξόντωσης άλλων είναι σαν να πίνεις δηλητήριο ελπίζοντας πως θα πεθάνει ο εχθρός—πρώτος πεθαίνεις εσύ. Έτσι ο πενθών γίνεται ο ίδιος φονιάς της λύτρωσής του, διαιωνίζοντας την αδικία που τον πλήγωσε.

Η πραγματική τραγωδία έγκειται εδώ: ο θρηνών πιστεύει ότι τιμά τον νεκρό, ενώ τον προσβάλλει βαθύτατα. Γιατί η εκδίκηση δεν είναι μνημόσυνο· είναι προδοσία. Αντί να καλλιεργήσει τη μνήμη του αδικοχαμένου, τη δηλητηριάζει και τη μετατρέπει σε πρόσχημα για κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν αξίζει οίκτου αλλά αυστηρής κρίσης, διότι ενώ γνώρισε την απώλεια, επιλέγει συνειδητά να την πολλαπλασιάσει.

Το αληθινό πένθος δεν είναι ποτέ εκδικητικό. Είναι σιωπηλό, ευγενές, βαθιά ανθρώπινο. Δεν κραυγάζει, δεν απαιτεί, δεν φορά την παρωδία της δικαιοσύνης. Αν υπάρχει έξοδος, βρίσκεται στην αποδοχή της απώλειας και στο σθένος να σηκώσεις το βάρος της χωρίς να το μεταμορφώσεις σε νέες αλυσίδες μίσους. Όποιος εκδικείται δεν μεγαλώνει—μικραίνει. Γίνεται θεατής της ίδιας του της καταστροφής, σκλάβος της σκληρότητας που νόμισε πως θα τον ελευθερώσει.

Η υπέρβαση δεν σημαίνει λήθη· σημαίνει δύναμη να μεταπλάθεις τον πόνο. Τιμάς τον νεκρό όχι όταν προσθέτεις νεκρούς, αλλά όταν κάνεις το τραύμα σφυρί που πλάθει χαρακτήρα, αξίες, μια ζωή ανώτερη από τον θάνατο. Η «θέληση για δύναμη» εδώ δεν είναι η δύναμη να συντρίβεις τους άλλους, αλλά να μην παραδοθείς στο ευτελές μένος που ζητιανεύει μέσα σου.

Κλείνοντας: η εκδίκηση είναι το ακατέργαστο είδωλο του θυμού, μια κραυγή αυτολύπησης που μεταμφιέζεται σε δικαίωση. Το καθαρό πένθος, αντίθετα, γίνεται δημιουργική άσκηση ύψους: μαθαίνει να αντέχει, να σιωπά, να μεταμορφώνει. Εκεί βρίσκεται η μόνη τιμή στη μνήμη—και η μόνη λύτρωση για τον ζωντανό.

Δημήτρης Βίκτωρ







Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η πλειοψηφία δεν είχε ποτέ δίκιο

«Η πλειονότητα και η πλειοψηφία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία δεν είχε ποτέ δίκιο»

Η ιστορία, ως πεδίο καταγραφής και μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας, μαρτυρά αμέτρητες περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία παρασύρθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα και πράξεις, με δυσμενέστατες συνέπειες για ολόκληρες κοινωνίες. Η αντίληψη πως “οι πολλοί” δεν σημαίνει απαραιτήτως “οι σωστοί” δεν είναι καινούρια. Αντιθέτως, συναντάμε ήδη από την αρχαιότητα προβληματισμούς σχετικά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας που προσφέρει η μαζική αποδοχή και τη δυνατότητα του όχλου να χειραγωγείται από συναισθήματα, φήμες και λαϊκισμό.

Ο όχλος και η ευρύτερη μάζα συχνά λειτουργούν καθοδηγούμενοι από το θυμικό και όχι από τη λογική. Η τάση να συμμορφώνονται με κοινωνικές νόρμες ή κραυγαλέες ιδεολογίες δεν γεννάται πάντα από βαθιά κατανόηση ή αληθινή συναίνεση, αλλά από τον φόβο του αποκλεισμού και τη δίψα για αποδοχή. Έτσι, η πλειοψηφία μπορεί να οδηγηθεί σε συλλογικές πλάνες, παρανοήσεις και υπερβολές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διασπορά φημών και η υιοθέτηση τους σχεδόν στιγμιαία, προτού προλάβουν να ελεγχθούν ή να αποδειχθούν. Οι ψεύτικες ειδήσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν ιστορικό παρελθόν: από την εποχή της αρχαίας Ρώμης μέχρι τον Μεσαίωνα και τη σύγχρονη εποχή, βλέπουμε πώς ο φόβος και η ανασφάλεια μετατρέπονται σε γόνιμο έδαφος για τη διάδοση παραποιημένων πληροφοριών. Γεννιέται έτσι ένας επικίνδυνος κύκλος: ο λαϊκισμός εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία, υπόσχεται “εύκολες λύσεις” σε σύνθετα προβλήματα και συσπειρώνει γύρω του τους πολλούς, που συχνά επιζητούν μια πρόχειρη λύση αντί για μια θεμελιωμένη αλήθεια.

Το πλήθος, υπό την επήρεια του θυμικού, έχει την τάση να καταφεύγει σε υπερβολές· οι μεμονωμένες φωνές λογικής παρασύρονται, σκεπάζονται από τη “βιασύνη” της φωνής του όχλου. Η εξεγερμένη μάζα δεν δρα πάντα ορθολογικά, αντίθετα εύκολα κυριεύεται από οργή, μίσος ή πανικό. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις σύγχρονες κοινωνικές ταραχές, το συλλογικό θυμικό και η έλλειψη ψύχραιμης ανάλυσης έχουν συχνά οδηγήσει σε πράξεις βίας, αδικίες, ακόμα και σε περιόδους τρόμου.

Οι άνθρωποι, μέσα στο πλήθος, υφίστανται ένα είδος “υπνωτισμού”, χάνουν την ατομική τους βούληση και οδηγούνται σε πράξεις που δεν θα τολμούσαν ποτέ μόνοι τους. Αυτή η ομαδοποιημένη παραφροσύνη έχει επανειλημμένα καταγράψει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, από διωγμούς εθνικών και θρησκευτικών ομάδων μέχρι τον μιλιταρισμό και τις γενοκτονίες.

Μέσα στο “καταπιεστικό βάρος” της κοινής γνώμης, υπήρξαν πάντα λίγοι που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια σε ό,τι, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ήταν λάθος. Η Σωκρατική ειρωνεία και η κριτική του στον αθηναϊκό δήμο τον οδήγησε στο κώνειο, αν και οι διαχρονικές του ιδέες αναγνώστηκαν αιώνες αργότερα ως βάθρα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Γαλιλαίος, επίσης, αντιστάθηκε στην πλειοψηφική, θεολογικά “επιβεβλημένη” άποψη για το γεωκεντρικό σύστημα και έσπειρε τον σπόρο για την αποδοχή του ηλιοκεντρικού μοντέλου, αλλά πλήρωσε ακριβά την τόλμη του.

Σύγχρονα παραδείγματα αφθονούν, με διανοητές, επιστήμονες, ακτιβιστές και καλλιτέχνες που αψήφησαν τις αυταρχικές πλειοψηφίες και κατάφεραν τελικά να αλλάξουν την πνευματική ή κοινωνική πορεία των λαών τους. Και ενώ συχνά αντιμετώπισαν διώξεις, αγνοήθηκαν ή ακόμα και χλευάστηκαν, εντέλει η ιστορία τούς δικαίωσε.

Το κλειδί για την υπέρβαση της παρανόησης και του μαζικού φανατισμού βρίσκεται στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Όταν οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογιστική, εντοπίζουν ψεύδη και αδιέξοδους συλλογισμούς που τους οδηγούν στη θυματοποίησή τους από ρήτορες, δημαγωγούς ή μέσα που προπαγανδίζουν. Η λογική, σε συνδυασμό με την αυτογνωσία, λειτουργεί ως “ασπίδα” ενάντια στα κύματα του μαζικού θυμικού.

Κατά την πορεία της ανθρωπότητας, χρειάζονται εκείνοι που θα σταθούν απέναντι στο ρεύμα των πολλών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και για τον πιθανό στιγματισμό. Αυτοί οι “σπουδαίοι”, είτε είναι φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες ή απλοί καθημερινοί άνθρωποι, φέρουν το βάρος να υπερασπιστούν τον λόγο, το δίκαιο και την ηθική.

Η πεποίθηση ότι η πλειονότητα —ή η κρατούσα πλειοψηφία— είναι και ο κάτοχος της αλήθειας έχει πολλαπλώς καταρριφθεί από τα ιστορικά γεγονότα. Η εύκολη χειραγώγηση που βασίζεται στις φήμες και στον λαϊκισμό, η αναζωπύρωση των ενστίκτων μέσω του θυμικού, και η έλλειψη κριτικής σκέψης αποτελούν τους λόγους που συχνά οι πολλοί σφάλλουν.

Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι πάντα υπάρχουν οι λίγοι που, μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, βλέπουν καθαρότερα, αντιστέκονται στη “μέθη” του πλήθους και πολεμούν για την αλήθεια και το δίκαιο. Αυτοί είναι οι σπουδαίοι: οι δημιουργικοί, οι καινοτόμοι, οι ηθικοί. Η ιστορία τελικά στέκεται αρωγός σε εκείνους, αναγνωρίζοντας —έστω και αργά— τη σωφροσύνη και την αλήθεια πίσω από τον αγώνα τους. Και αυτό το παράδειγμα μάς υπενθυμίζει πως ο δρόμος της αρετής και του δίκαιου δεν είναι ποτέ ο εύκολος ή ο μαζικά αποδεκτός, μα αποτελεί το μοναδικό εφόδιο για μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του γήρατος

«Όσο περισσότερο ζεις, τόσα περισσότερα χάνεις»

Υπάρχει μια σχεδόν υποχρεωτική ευγένεια όταν μιλάμε για τα γηρατειά. Τα ντύνουμε με λέξεις όπως «σοφία», «γαλήνη», «ωριμότητα», λες και φοβόμαστε πως, αν τα ονομάσουμε όπως πραγματικά είναι, θα προσβάλουμε όχι τους ηλικιωμένους αλλά το ίδιο μας το μέλλον. Όμως ο χρόνος δεν χαρίζει χωρίς να αφαιρεί. Και όσο τα χρόνια βαθαίνουν, ο λογαριασμός γίνεται ορατός.

Το γήρας δεν είναι ιδέα. Είναι ύλη. Είναι το σώμα που αρχίζει να αρνείται εντολές τις οποίες κάποτε εκτελούσε χωρίς σκέψη. Η κίνηση χάνει την αθωότητά της. Το σκαλοπάτι γίνεται υπολογισμός, η απόσταση μέτρο αντοχής, η νύχτα μεγαλύτερη, η ανάσα πιο συνειδητή. Κάποτε κατοικούσες το σώμα σου χωρίς να το προσέχεις· αργότερα αναγκάζεσαι να διαπραγματεύεσαι καθημερινά μαζί του. Η ηλικία δεν είναι ένας ξαφνικός γκρεμός. Είναι μια αργή μετατόπιση των ορίων.

Αλλά ούτε αυτό είναι το χειρότερο. Το σώμα φθείρεται μπροστά σου. Ο κόσμος σου, όμως, φθείρεται γύρω σου.

Οι άνθρωποι αρχίζουν να λείπουν. Όχι αφηρημένα. Συγκεκριμένα πρόσωπα. Εκείνοι που γνώριζαν ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτός που είσαι. Που θυμούνταν τα ίδια δωμάτια, τους ίδιους δρόμους, τα ίδια αστεία. Φίλοι, σύντροφοι, αδέλφια, άνθρωποι που δεν χρειαζόταν να τους εξηγήσεις το παρελθόν σου, γιατί το κουβαλούσαν μαζί σου. Κάθε θάνατος δεν παίρνει μόνο έναν άνθρωπο· παίρνει και έναν μάρτυρα της ζωής σου. Και κάποτε μένεις ο τελευταίος κάτοικος μιας χώρας που δεν υπάρχει πια.

Ίσως γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι επιστρέφουν τόσο συχνά στις ίδιες ιστορίες. Όχι πάντα επειδή ξεχνούν, αλλά επειδή θυμούνται. Η ανάμνηση γίνεται τόπος κατοικίας όταν το παρόν στενεύει. Εκεί περπατούν ακόμη γρήγορα, ερωτεύονται, ταξιδεύουν, γελούν χωρίς πόνο, έχουν ανθρώπους που τους περιμένουν. Κάθε παλιά ιστορία λέει, κατά βάθος: «Υπήρξα. Αγάπησα. Με χρειάστηκαν. Ήμουν κάποτε μέσα στο κέντρο των πραγμάτων».

Η κοινωνία αγαπά τη νεότητα επειδή αγαπά την ταχύτητα: ό,τι παράγει, προλαβαίνει, μεταμορφώνεται. Ο ηλικιωμένος κινείται αντίθετα από αυτή τη λατρεία. Είναι πιο αργός, κουράζεται, απαιτεί χρόνο. Κι έτσι κινδυνεύει να γίνει αόρατος, όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν προλαβαίνει πια τον ρυθμό των άλλων.

Το γήρας αφαιρεί και κάτι ακόμη: τη βεβαιότητα ότι είσαι αναγκαίος. Για δεκαετίες κάποιος σε χρειαζόταν: μια οικογένεια, μια δουλειά, ένας έρωτας, ένα παιδί, ένας φίλος. Ώσπου μια μέρα αντιλαμβάνεσαι ότι η ζωή των άλλων οργανώνεται χωρίς τη συμμετοχή σου. Δεν σε απορρίπτουν κατ’ ανάγκη. Απλώς δεν σε χρειάζονται όπως κάποτε.

Και μαζί έρχεται η απώλεια της αυτονομίας. Η αξιοπρέπεια δοκιμάζεται σε ταπεινές πράξεις: στο μπάνιο, στο ντύσιμο, στο περπάτημα, σε μια πόρτα που δεν μπορείς να ανοίξεις μόνος. Τότε καταλαβαίνεις πόσο βαθιά είχαμε ταυτίσει την αξιοπρέπειά μας με την ανεξαρτησία. Το δύσκολο δεν είναι μόνο να χρειάζεσαι τους άλλους· είναι να μη διαβάσεις στο βλέμμα τους πως έγινες βάρος.

Και κάποια βράδια, μέσα στην ησυχία που έχει περισσέψει, αναρωτιέσαι τι ήταν τελικά η ευτυχία.

Ίσως τότε καταλαβαίνεις κάτι που η νεότητα αδυνατεί να γνωρίζει: η ευτυχία σπάνια αναγνωρίζεται τη στιγμή που συμβαίνει. Συνήθως τη βαφτίζουμε ευτυχία αργότερα, όταν έχει ήδη χαθεί. Μια αυλή από τα παιδικά χρόνια. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Ένα πρόσωπο που θεωρούσες δεδομένο. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που σήμερα λείπουν. Μια ασήμαντη στιγμή που τώρα μοιάζει ανεκτίμητη, επειδή δεν μπορεί να επιστρέψει. Το παιχνίδι σου που έπαιζες ανέμελα. Ίσως η ευτυχία να είναι, σε μεγάλο βαθμό, μνήμη: η καθυστερημένη συνείδηση ότι κάποτε είχες αυτό που σήμερα θα ήθελες να ξαναζήσεις.

Αυτό είναι το παράδοξο της μακροζωίας: όσο περισσότερο χρόνο κερδίζεις, τόσο μεγαλώνει και το νεκροταφείο που κουβαλάς μέσα σου. Δεν υπάρχει τίποτε ρομαντικό σ’ αυτό. Υπάρχει όμως μια καθαρότητα.

Ο χρόνος, στο τέλος, αφαιρεί σχεδόν όλα όσα χρησιμοποιήσαμε για να ορίσουμε τον εαυτό μας: ομορφιά, λόγο,  δύναμη, ρόλους, ιδιότητες, κοινωνική σημασία, ανθρώπους, βεβαιότητες. Και όσο αφαιρούνται τα περιττά, απομένει κάτι που δεν μπορεί πια να προσποιηθεί. Το ουσιώδες. Δεν έχεις άπειρο χρόνο για να εντυπωσιάσεις ή να κρυφτείς πίσω από ρόλους. Η ζωή μικραίνει και γι’ αυτό βαραίνει περισσότερο. Μια κουβέντα, ένα άγγιγμα, μια παρουσία, μια πραγματική ακρόαση γίνονται σημαντικότερα από πολλά πράγματα για τα οποία κάποτε αγωνίστηκες.

Το τραγικό των γηρατειών δεν είναι ότι πλησιάζει ο θάνατος. Ο θάνατος πλησίαζε πάντοτε. Το τραγικό είναι ότι, πριν έρθει, ο άνθρωπος έχει ήδη αποχαιρετήσει πολλές φορές. Κάθε δεκαετία τού πήρε κάτι. Κι όμως εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ.

Ίσως αυτή να είναι η τελευταία αλήθεια του γήρατος. Όχι ότι στο τέλος βρίσκεις απαντήσεις, αλλά ότι δεν σου μένει πια αρκετός χρόνος για να κρύβεσαι από τις ερωτήσεις.

Όταν σου αφαιρεθούν όλα όσα νόμιζες ότι ήσουν, τι απομένει από εσένα;

«Όσο περισσότερο ζεις, τόσο περισσότερο γερνάς, τόσα περισσότερα χάνεις, τόσο γίνεσαι φτωχός…».

Αλλά όσο ακόμη αισθάνεσαι την απώλεια, σημαίνει ότι κάτι μέσα σου εξακολουθεί να είναι ζωντανό.


Δημήτρης Βίκτωρ

Νοέμβριος/2023

 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Ό,τι χαρίζεις

«Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα».

«Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα». Δεν αφορά μόνο το αντικείμενο που αφήνει το χέρι σου. Το υλικό είναι ίσως η πιο φτωχή μορφή προσφοράς. Χαρίζεις έναν λόγο, μια συμβουλή, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια πράξη αξιοπρέπειας, μια στιγμή θάρρους, μια συγχώρεση, ακόμη και μια σιωπή όταν η σιωπή είναι ανώτερη από τον θόρυβο. Χαρίζεις τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζεις τον άλλον. Τον τρόπο με τον οποίο στέκεσαι απέναντι στην αδικία. Τον τρόπο με τον οποίο αντέχεις την ήττα. Κι αυτά, σε αντίθεση με τα πράγματα, δεν επιστρέφουν ποτέ πραγματικά σε σένα. Φεύγουν προς τον κόσμο και αρχίζουν να ζουν μέσα σε άλλους ανθρώπους.

Ο άνθρωπος πλανάται όταν πιστεύει ότι δικό του είναι μόνο ό,τι κρατά. Στην πραγματικότητα, ό,τι κρατά είναι ήδη καταδικασμένο να χαθεί. Το σώμα θα φθαρεί, τα αντικείμενα θα περάσουν σε ξένα χέρια, οι τίτλοι θα ξεχαστούν, οι χώροι που αποκαλούμε «δικούς μας» θα κατοικηθούν από άλλους. Η κατοχή είναι προσωρινή αυταπάτη. Αντίθετα, μια πράξη που έγινε δεν μπορεί να ξεγίνει. Ένας λόγος που ειπώθηκε την κατάλληλη στιγμή μπορεί να συνεχίσει μέσα σε έναν άνθρωπο για δεκαετίες. Μια συμβουλή μπορεί να αλλάξει μια απόφαση, και αυτή η απόφαση να γεννήσει εκατό άλλες. Μια πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει μνήμη και η μνήμη, χωρίς να το γνωρίζεις, να γίνει πρότυπο.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος αφήνει ίχνη πολύ βαθύτερα από όσα αντιλαμβάνεται. Η συμπεριφορά του είναι ένας αόρατος σπόρος. Ο τρόπος που φέρεσαι στον αδύναμο, στον ξένο, στον άνθρωπο που δεν έχει τίποτε να σου προσφέρει, ίσως να γίνει μάθημα σε κάποιον που σε παρακολουθεί χωρίς να το ξέρεις. Το ίδιο και η σκληρότητα. Το ίδιο και η μικρότητα. Τίποτε δεν χάνεται τόσο εύκολα όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Οι πράξεις πολλαπλασιάζονται μέσα στους ανθρώπους. Αντηχούν. Και η ηχώ δεν ρωτά αν εσύ πρόλαβες να μετανοήσεις.

Εδώ τελειώνει η αθώα εικόνα της προσφοράς και αρχίζει η ευθύνη. Γιατί δεν χαρίζουμε μόνο το καλό. Χαρίζουμε και τον φόβο μας. Χαρίζουμε τη δειλία μας όταν σιωπούμε μπροστά στην αδικία. Χαρίζουμε την περιφρόνηση όταν ταπεινώνουμε. Χαρίζουμε τη βία όταν τη νομιμοποιούμε με τη συμπεριφορά μας. Κάθε πράξη μας γίνεται δυνατότητα μέσα σε κάποιον άλλον. Ο άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος απ’ όσο νομίζει, επειδή δεν τελειώνει στα όρια του σώματός του.

Και εδώ εμφανίζεται η σκληρότερη αλήθεια: η αιωνιότητα ίσως να μην είναι ένας τόπος όπου πηγαίνουμε, αλλά η συνέχεια των συνεπειών μας. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς σε μεταφυσικές παρηγοριές για να καταλάβει ότι κάτι από εμάς εξακολουθεί να κινείται όταν εμείς παύσουμε. Ένας λόγος περνά από στόμα σε στόμα. Μια χειρονομία γίνεται συνήθεια. Μια ιδέα περνά σε ένα παιδί, από εκεί σε έναν άλλο άνθρωπο, και συνεχίζει χωρίς κανείς να θυμάται πια την πρώτη πηγή.

Γι’ αυτό ο ισχυρός άνθρωπος δεν μετρά μόνο όσα απέκτησε. Μετρά όσα μπόρεσε να αφήσει πίσω του χωρίς να ζητήσει ιδιοκτησία πάνω τους. Δεν απαιτεί να του αναγνωριστεί κάθε καλό που προκάλεσε. Δεν φυλακίζει τον άλλον μέσα στην ευγνωμοσύνη. Δίνει και αφήνει το δώρο να γίνει ξένο, γιατί ξέρει ότι ακριβώς τότε γίνεται αληθινά δικό του.

Ό,τι χαρίζεις γίνεται δικό σου για πάντα, όχι επειδή επιστρέφει σε σένα, αλλά επειδή σε καθορίζει. Κάθε συμβουλή που έδωσες, κάθε αξιοπρεπής στάση, κάθε πράξη γενναιότητας, κάθε χέρι που άπλωσες, κάθε άνθρωπος που δεν ταπείνωσες όταν μπορούσες, χαράζει το περίγραμμά σου μέσα στον κόσμο.

Και όταν κάποτε το όνομά σου χαθεί, ίσως αυτό να απομένει: όχι όσα κράτησες, αλλά όσα έθεσες σε κίνηση.

Γιατί όλα αντηχούν στην αιωνιότητα.
Και η αιωνιότητα δεν ξεχνά τι της χαρίσαμε.

Δημήτρης Βίκτωρ
Δεκέμβριος-2021



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Περί ψέματος και Αλήθειας

«Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου»

Η φράση αυτή φωτίζει ένα παράδοξο που διατρέχει τις ανθρώπινες κοινωνίες και την πορεία του ανθρώπου στον χρόνο: η λεπτή και συχνά αδιαφανής γραμμή ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια δεν αποτυπώνεται μόνο σε αφηρημένες θεωρήσεις, αλλά ριζώνει στον πυρήνα της εμπειρίας, της γνώσης και της αφήγησης.

Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιδίωκε να κατανοήσει τον κόσμο μέσα από λογικά και συμβολικά σχήματα. Ωστόσο, ό,τι ονομάζουμε «πραγματικότητα» συχνά εμφανίζεται ως μωσαϊκό εντυπώσεων και ιστορικών παραδόσεων, οι οποίες υφαίνονται μέσα από αφηγήσεις – κάποιες αληθινές, κάποιες ψευδείς, κάποιες μετέωρες ανάμεσα στα δύο. Ένα «αληθινό ψέμα» μπορεί να είναι κάτι που, ενώ στη βάση του δεν ισχύει, εμφανίζεται πειστικό λόγω της βαθιάς αποδοχής του από την κοινωνία. Αντίστοιχα, μια «ψεύτικη αλήθεια» αποκτά ισχύ και νομιμοποίηση μέσα από τη συνεχή αναπαραγωγή της. Έτσι, η “αφηρημένη” αλήθεια κι ένα “ψεύτικο” γεγονός με επαρκή στήριξη μετατρέπονται σε κινητήριους μοχλούς της κοινωνικής ζωής.

Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, θρησκείες, φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρήσεις οικοδομήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αφηγήσεις∙ κάποιες βασισμένες σε αναμφισβήτητες παρατηρήσεις και κάποιες σε μυθοπλασίες που ρίζωσαν τόσο βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων, ώστε έγιναν «αποδεκτές αλήθειες». Κάθε λαός, κάθε εποχή, υπήρξε δέσμιος μιας ή πολλών ιστοριών που τον καθόρισαν. Η Ιστορία δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά και μια διήγηση∙ και σε αυτήν τη διήγηση παρεισφρέουν τόσο οι “αληθινές” όσο και οι “πλαστές” πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν ένα ψέμα συμφωνεί με τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες ή τους φόβους μιας κοινωνίας, ενσωματώνεται σχεδόν αθόρυβα στον συλλογικό νου. Τότε, αυτό το ψέμα γίνεται «αληθινό» στην αντίληψη εκείνων που το αποδέχονται. Έτσι, επηρεάζει συμπεριφορές, νοοτροπίες, και κατευθύνει την ιστορική πορεία. Από την άλλη, μια αλήθεια που δεν έχει αποδείξεις ή προσκρούει σε ισχυρές πεποιθήσεις του κοινού, μπορεί να μοιάζει με ψέμα και να απορριφθεί. Το κριτήριο, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά η “αντικειμενική εγκυρότητα”, αλλά και η κοινωνική αποδοχή.

Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ιδεολογιών που κατάφεραν να επικρατήσουν, παρότι στηρίζονταν σε αμφισβητήσιμα ή κατάφωρα ψευδή δεδομένα. Από τους μύθους της αρχαιότητας μέχρι τα σύγχρονα αφηγήματα πολιτικής ή οικονομικής προπαγάνδας, η αλήθεια διαπλέκεται με το ψέμα, και κάθε ιδέα που αποκτά δύναμη μπορεί να εδραιώσει μια νέα εκδοχή “πραγματικότητας”. Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται κοσμοθεωρίες, ιδεώδη, ακόμα και ο καθημερινός τρόπος σκέψης των ανθρώπων.

Μολονότι το «αληθινό ψέμα» μπορεί να επηρεάσει ριζικά την κοινωνία, η επαγρύπνηση του ατόμου απέναντι στην πληροφορία και στα φαινόμενα είναι το βασικό αντίδοτο στον κίνδυνο του “χειρισμού” ή της εξαπάτησης. Η κριτική σκέψη, η αμφισβήτηση και ο διάλογος μάς επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τις διάφορες στρώσεις πραγματικότητας, πίσω από τις οποίες κρύβεται συχνά μια εξουσιαστική ή ιδιοτελής σκοπιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να παραμείνει αέναη, όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας να διακρίνουμε το βάσιμο και το ψευδές.

Σε τελική ανάλυση, ο τίτλος του κειμένου, «Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου» εκφράζει μια διαχρονική πραγματικότητα για την αμφίθυμη φύση μας. Μεταφέρει την ιδέα πως η Ιστορία δεν είναι απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά και το παλίμψηστο των πεποιθήσεων, των ερμηνειών και των μύθων που αιχμαλωτίζουν τη συλλογική φαντασία. Η φιλοσοφική και κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας δεν απαιτεί την απόλυτη κατάκτηση της “αντικειμενικής αλήθειας”, μα την άοκνη προσπάθεια να διακρίνουμε το αληθινά ουσιώδες από την ψευδαίσθηση—να κρατήσουμε ζωντανή την εγρήγορση για ό,τι συχνά παρουσιάζεται ως οριστικό και ακλόνητο, αλλά ίσως κρύβει μέσα του την πιο βαθιά πλάνη.

Δημήτρης Βίκτωρ





Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Περί αθλίων των φημών

Η ανευθυνότητα όσων διασπείρουν φήμες μοιάζει με έναν ασκό γεμάτο τοξικό δηλητήριο. Αυτοί οι άθλιοι τύποι, χωρίς καμία τύψη ή σεβασμό, σκορπίζουν ψεύδη στις μάζες και πυροδοτούν μια απάνθρωπη οχλοποίηση. Η μάζα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από την πλάνη, απεμπολεί κάθε ίχνος περί δικαίου και πνίγεται σ’ ένα σύνολο υστερίας που τρέφεται από κακοήθεια και μίσος. Το άδικο επικρατεί με τρομακτική ευκολία, γιατί η συλλογική κρίση θολώνει μπροστά στην ορμή του συγκινησιακού παραληρήματος.

Η αλήθεια, μέσα σ’ αυτό το χάος, καταλήγει να μοιάζει με φτερό στον άνεμο—ανύμπορη να σταθεί απέναντι στον όχλο που λειτουργεί σαν τυφλή χιονοστιβάδα, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά της. Οι πρώτοι που ενέσπειραν τη διαβολή, εκείνοι που κρατούν τα νήματα της παραπληροφόρησης, παραμένουν στο απυρόβλητο: Ελεύθεροι να συνεχίζουν την αθλιότητά τους, να γεννούν νέους μύθους που χτίζονται πάνω στον φόβο και την απόγνωση. Όσο αυτοί οι αλαζόνες διακινητές ψεύδους δεν λογοδοτούν, η κοινωνική ισορροπία στέκει κλονισμένη, με τα θύματα να αδυνατούν να βρουν δικαιοσύνη και αποκατάσταση του ονόματός τους.

Σ’ αυτό το σκοτεινό τοπίο, η πνευματική διαύγεια και η κριτική ικανότητα γίνονται ζωτικές σαν τελευταίες γραμμές άμυνας. Η οχλοποίηση μπορεί να ξεκληρίσει τα πάντα αν δεν μπει φρένο στη μετατροπή του συλλογικού αισθήματος σε βάναυση δύναμη καταστροφής. Και για να υπάρξει δικαιοσύνη, είναι απαραίτητο να ξεσκεπαστούν όσοι σκοπίμως επιδιώκουν την πνευματική αφυδάτωση της κοινωνίας. Μόνον έτσι ίσως να μπορεί να γίνει εφικτή κάποια κάθαρση, να σπάσουν οι αλυσίδες της συλλογικής παράνοιας και να επιστρέψει η λογική σκέψη και το δίκαιο στην πραγματική του θέση.
Αφού δεν τιμωρούνται, (κάτι βέβαιο), αυτοί οι θρασύτατοι διακινητές ψευδών θα συνεχίσουν να οπλίζουν το πλήθος με ψεύτικη οργή, σκορπώντας καταστροφή και αφήνοντας το σκοτάδι να κυριαρχεί.

Δημήτρης Βίκτωρ



Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Περί σημαντικού και σημαντικού

«Τον σημαντικό και το σημαντικό καλείσαι να τα ανακαλύψεις»

Τον σημαντικό και το σημαντικό καλείσαι να τα ανακαλύψεις, γιατί τίποτε που αξίζει πραγματικά δεν σου προσφέρεται έτοιμο με επιγραφή, χειροκρότημα και φωτισμό. Ο κόσμος είναι γεμάτος θόρυβο, πρόσωπα που ζητούν σημασία, πράγματα που παριστάνουν τα μεγάλα, φωνές που απαιτούν να τις πιστέψεις πριν καν τις εξετάσεις. Μα ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει χωρίς να γίνει υπηρέτης των εντυπώσεων οφείλει πρώτα να μάθει να ξεχωρίζει. Να κοιτάζει χωρίς να θαμπώνεται. Να ακούει χωρίς να υποτάσσεται. Να περιμένει χωρίς να εκλιπαρεί βεβαιότητες. Το σημαντικό δεν φωνάζει πάντα. Συχνά στέκεται ήσυχο, γυμνό, σχεδόν ταπεινό, ενώ γύρω του παρελαύνει η γελοιότητα με ρούχα βασιλικά.

Ο άνθρωπος κάνει το λάθος να πιστεύει πως ό,τι φαίνεται μεγάλο είναι και μεγάλο. Μα τα περισσότερα μεγέθη του κόσμου είναι φουσκωμένα δέρματα. Τίτλοι, αξιώματα, χρήματα, κοινωνικές λατρείες, πρόσκαιρες δόξες, βιαστικές ιδιοφυΐες, ψευτοπροφήτες της ημέρας. Όλα αυτά στήνουν ένα θέατρο, και οι αδύναμοι χειροκροτούν επειδή φοβούνται να μη μείνουν έξω από το πλήθος. Η μάζα δεν ανακαλύπτει το σημαντικό· συνήθως το θάβει. Προτιμά το εύκολο, το θορυβώδες, το καταναλώσιμο. Θέλει να της δείξουν τι να θαυμάσει, ποιον να αγαπήσει, τι να μισήσει, ποια αλήθεια να φορέσει σαν έτοιμο ρούχο.

Γι’ αυτό η ανακάλυψη του σημαντικού είναι άσκηση απομάκρυνσης. Πρέπει να πετάξεις από πάνω σου τις ξένες γνώμες όπως πετά κανείς βρόμικα πανιά. Να πάψεις να ρωτάς τι θαυμάζουν οι άλλοι και να αρχίσεις να εξετάζεις τι αντέχει στον χρόνο, στην απώλεια, στη σιωπή, στην εσωτερική δοκιμασία. Σημαντικό δεν είναι αυτό που σε διασκεδάζει, ούτε αυτό που σε κολακεύει, ούτε αυτό που συμφωνεί με την τεμπελιά σου. Σημαντικό είναι εκείνο που σε αναγκάζει να σταθείς πιο ίσιος. Εκείνο που, ακόμη κι αν σε πληγώνει, σε καθαρίζει. Εκείνο που δεν σου προσφέρει παρηγοριά, αλλά μέτρο.

Το ίδιο ισχύει και για τον σημαντικό άνθρωπο. Δεν τον αναγνωρίζεις από την προβολή του, ούτε από τις λέξεις του, ούτε από τη θέση του ανάμεσα στους άλλους. Τον αναγνωρίζεις από το βάρος που αφήνει πίσω του όταν σωπαίνει. Από την αντοχή του όταν όλα γύρω ζητούν υποταγή. Από την ικανότητά του να μην εμπορεύεται την ψυχή του για λίγη αποδοχή. Ο σημαντικός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα ευχάριστος. Συχνά είναι άβολος, σκληρός, μοναχικός, επικίνδυνος για τις βεβαιότητες των πολλών. Δεν σε χαϊδεύει· σε ξεσκεπάζει. Δεν σου προσφέρει ασφάλεια· σου θυμίζει πόσο φτηνά ζεις.

Και εδώ αρχίζει το πιο πικρό μέρος της αλήθειας: οι περισσότεροι δεν θέλουν να ανακαλύψουν το σημαντικό, γιατί τότε θα έπρεπε να ομολογήσουν πόσο ασήμαντα υπήρξαν τα είδωλά τους. Θα έπρεπε να παραδεχτούν πως αγάπησαν φτηνά πράγματα, πως σεβάστηκαν κούφια πρόσωπα, πως χάρισαν την προσοχή τους σε σκιάχτρα ντυμένα με λάμψη. Ο μέσος άνθρωπος δεν αντέχει αυτή την αποκάλυψη. Προτιμά να παραμείνει εξαπατημένος, αρκεί η εξαπάτηση να είναι κοινή. Τίποτε δεν παρηγορεί περισσότερο τον μικρό άνθρωπο από το να βλέπει εκατομμύρια άλλους να κάνουν το ίδιο λάθος.

Η ανακάλυψη του σημαντικού απαιτεί σκληρότητα. Όχι σκληρότητα προς τους άλλους πρώτα, αλλά προς τον εαυτό σου. Να κόψεις μέσα σου τη συνήθεια του εύκολου θαυμασμού. Να σκοτώσεις την ανάγκη να ανήκεις. Να πάψεις να μπερδεύεις την ευαισθησία με την αδυναμία και τη δημοτικότητα με την αξία. Το σημαντικό δεν βρίσκεται στην αγορά όπου όλοι ουρλιάζουν. Βρίσκεται συχνά στο περιθώριο, εκεί όπου ο άνθρωπος δουλεύει τη μορφή του μακριά από το βλέμμα των ανυπόμονων. Βρίσκεται σε μια πράξη που δεν χειροκροτήθηκε, σε μια αλήθεια που δεν έγινε σύνθημα, σε έναν άνθρωπο που δεν πρόδωσε τον εαυτό του για να γίνει συμπαθής.

Τον σημαντικό και το σημαντικό καλείσαι να τα ανακαλύψεις, γιατί αν σου τα υποδείξουν οι άλλοι, πιθανότατα σου δείχνουν το είδωλό τους, όχι την αλήθεια. Η ανακάλυψη είναι προσωπικός πόλεμος. Είναι διάκριση μέσα σε έναν κόσμο που ειδικεύεται στη νοθεία. Είναι η τέχνη να κοιτάς κάτω από τα στολίδια και να βρίσκεις το κόκαλο. Να βλέπεις ποιος έχει ουσία και ποιος απλώς κάνει θόρυβο πάνω στην κενότητά του. Και όταν τελικά βρεις το σημαντικό, δεν θα μοιάζει απαραίτητα με αυτό που ονειρεύτηκες. Μπορεί να είναι αυστηρό, άγριο, μοναχικό, χωρίς γλυκύτητα. Μα θα έχει ένα γνώρισμα αλάνθαστο: δεν θα σε αφήνει να επιστρέψεις στην παλιά σου τύφλωση χωρίς ντροπή.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

AEGEAN - Poem - Composition: Dimitris Victor -- Rendition: Avrotonon Rigatou - Transl: Philip Ramp


 « AEGEAN »

Azure the sky blue the sea horizon of a rare turquoise all quite enchanting in my mind a picture in my eyes jubilance the body flying airily in endless depth. I gaze into the distance, further and I’m lost a piece of the universe in a land called Greece my memories arise with the scared dolphins that Poseidon liberated in a cloud of foam. Odysseys handing out hushed hopes while in amazing triremes dead heroes are rowing and shipwrecks of civilizations surface as rare museums and the wise weep over the parchments that were lost. It was in this land I found myself again and once more alone and each time my feeling are those of a first kiss light on beauty but I am endeavoring to follow them into the Aegean, for a moment shut my breathing down. Dimitris Victor July/2018

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΣΤΡΟΣΚΟΝΗ – («Το κατά Σιμόπουλο ευαγγέλιο»)

«Το κατά Σιμόπουλο ευαγγέλιο»

Είμαι 13,8 δισεκατομμυρίων ετών και αποτελούμαι από 7.000 τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων άτομα. Αυτά είναι σαν μικρά αστεράκια ή σαν ελάχιστοι κόκκοι σκόνης! Όπως θα το δεις…

Δύσκολο να το πιστέψεις!
Εξαρτάται σε ποιόν αιώνα ζεις.

Στο παρελθόν, όταν δεν υπήρχαν τα πειραματικά δεδομένα ο κάθε ένας έλεγε ό,τι πίστευε. Μερικοί, αυτά τους τα πιστεύω τα επιβάλανε καθολικά. Ο φόβος του ανθρώπου κυλούσε στα σκοτάδια και γιγάντωνε και η αλήθεια ήταν η τυφλή πίστη. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις ξεχωριστών ανθρώπων, που σκεπτόμενοι με την λογική, είπαν μέσα τους: «Κάπως έτσι πρέπει να είναι». Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να κυλήσει χρόνος αιώνων, ώστε με την παρατήρηση και το πείραμα, χρησιμοποιώντας νέα όργανα, αυτό το: «Κάπως έτσι» να γίνει: «Να, έτσι είναι!»
Νέα πίστη
; Όχι. Νέα γνώση.

Η γνώση στην αρχή φοβίζει. Πρέπει να αρνηθείς όσα πίστευες μέχρι τώρα και όσα πίστευαν οι πριν από εσένα και πιθανόν όσα διδάχτηκες σαν επίσημες αλήθειες. Η δύναμη της γνώσης όμως, είναι τόσο καταλυτική που σαρώνει τα διλλήματα και τις αμφιβολίες και στη θέση τους μπαίνει η υπερηφάνεια του ανθρώπου και το θάρρος του. Ναι! Το θάρρος. Γιατί η γνώση σε κάνει να πατάς γερά πλέον στα πόδια σου και να προχωράς με την λογική σου σκέψη. Αλλά και αυτό είναι μια πορεία. Μια πορεία που δίνει στην περιέργεια υπόσταση. Μια πορεία χωρίς τέλος. Η γνώση  παρέα και σύντροφος που σε εκπλήσσει καθημερινά οπλίζοντάς σε με δύναμη. Έτσι πρέπει να το δεις και να το ζεις.

Την γνώση όμως πως την βρίσκεις; Εννοώ συμπυκνωμένη, με απλούς και κατανοητούς όρους, ώστε να αισθανθείς φίλος μαζί της και να την αγαπήσεις; Η πίστη έχει τα ευαγγέλιά της. Πρέπει και η επιστήμη να αποκτήσει τα δικά της. Και τα αποκτά.

Τον κύριο Διονύση Σιμόπουλο τον διάβαζα πάντα. Κυριολεκτικά έψαχνα να βρω κείμενά του για να τα μελετήσω. Σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στα μέσα του διαδικτύου. Κάθε φορά που διάβαζα κάποιο κείμενό του, το θεωρούσα τόσο πολύτιμο που έσπευδα να το αποθηκεύσω. Και πάντα σκεφτόμουν όλα αυτά να τα είχα σε ένα βιβλίο, ώστε να ανατρέχω σε αυτό με σιγουριά και ευκολία. Αλλά από την άλλη, η γνώση της αστροφυσικής τρέχει με τέτοιους ρυθμούς που είναι αδύνατο ένα βιβλίο να συμπεριλάβει τα τελευταία νέα. Αυτό πιστεύω είναι και ένα είδος άγχους για τον κύριο Σιμόπουλο. Ευτυχώς όμως, αποφάσισε να συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο τα μέχρι τώρα γνωστά. Γιατί όσο γνωστά κι αν είναι ο τρόπος που ο Διονύσης τα περιγράφει είναι μοναδικός!
Έχω την εντύπωση πως αυτό το βιβλίο το έγραψε αποκλειστικά για μένα. Όσα βιβλία κι αν έχω, αυτό είναι διαφορετικό και το πιο χρήσιμο. Αγωνία αιώνων για το τι και πως μέσα σε τόσες λίγες σελίδες. Βιβλιοθήκες του κόσμου  μέσα σε ένα βιβλίο!

Παρ’ όλο που διαβάζεται με ευκολία και χαρά, επιστρέφεις ξανά στην προηγούμενη παράγραφο να την κατανοήσεις και να την αποστηθίσεις, κάτι σαν καθήκον, ώστε να μπορείς να την αφηγηθείς. Να την αφηγηθείς σε αγαπημένους ώστε να δεις στα μάτια τους την έκπληξη για όλα αυτά που συμβαίνουν στον απέραντο ουρανό και στο σύμπαν μέσα σου. Να συμπληρώσεις με αυτά που θα μάθεις από το βιβλίο, τη θέση σου μέσα στη ζωή και να σκεφτείς τη θέση σου μέσα στο απέραντο και τον σκοπό σου. Να σκέφτεσαι το τέλος όχι με φόβο αλλά μόνο με λύπη… Έχει διαφορά αυτό!

Το βιβλίο είναι ένας ωκεανός που βυθίζεσαι και νιώθεις ανάλαφρα σαν να πετάς. Ο τρόπος γραφής του πανέμορφος και οικείος. Κάθε παράγραφος συμπυκνωμένη γνώση, που σου δημιουργεί νέα απορία, που αμέσως λύνεται ή συμπληρώνεται από την επόμενη. Ο Διονύσης Σιμόπουλος το γνωρίζει αυτό. Διαισθάνεται, δηλαδή, την νέα απορία του αναγνώστη που προκύπτει συνεχώς και φροντίζει να την λύσει στις επόμενες γραμμές. Ένας παλμός γραφής που σε εκπλήσσει για ένα τέτοιο βιβλίο αστροφυσικής.

Χρήσιμο και μοναδικό. Πραγματικό απόκτημα. Παρ’ όλο που το διάβασα προσεχτικά, θα ανατρέχω σε αυτό πολύ συχνά μέχρι να  αποστηθίσω τις περισσότερες παραγράφους!

(Αυτό τώρα, μου θύμισε μια εμπειρία μου: Πριν από πολλά χρόνια σε μια ορειβασία στο βουνό των Τζουμέρκων, συνάντησα έναν βοσκό που είχε αποστηθίσει όλη την καινή διαθήκη! Όλη! Έκανα συζήτηση μαζί του και όλο μου έλεγε για τον θεό που έβλεπε κάθε νύχτα ψηλά μέσα στο απέραντο του ουρανού με τ’ αστέρια. Εγώ βέβαια, του έλεγα τα δικά μου. Θα ήθελα να τον ξανασυναντήσω και να του πω σεμνά και με σεβασμό, να διαβάσει και να αποστηθίσει και αυτό το βιβλίο. Έτσι, για να μην βαριέται!)

Και να του έλεγα απ’ έξω, πριν τον αποχαιρετήσω, την κατάληξη του βιβλίου:

«Είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα. Κάποια μέρα θα υπάρξουν άλλοι κόσμοι, γεμάτοι με άλλα όντα, αστράνθρωποι σαν εμάς, που θα γεννηθούν από τις στάχτες ενός, κάποιου ήλιου, πεθαμένου άστρου. Ενός άστρου που σήμερα το λέμε ήλιο».


……………………………………………………………………………………………………………………………



ΧΑΙΡΕ, ΔΙΟΝΥΣΗ.....................!


Δημήτρης Βίκτωρ  







Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Τα Αποκαΐδια της Αλήθειας

Το θαύμα κρατάει τρεις μέρες. Το πένθος σαράντα. Επίσημο αυτό.

Σαν να το καθιέρωσε κάποιος Θεός. Άλλωστε, Αυτός φημίζεται ως Υπεύθυνος και για τα δύο!

Αλλά υπάρχει και η αλήθεια. Ή μάλλον οι αλήθειες, γιατί αυτές είναι πολλές, όσες και οι γνώμες, όσες και οι απόψεις, όσες και οι γκρίνιες.

Δεν θα μιλήσουμε για πραγματικότητα, αυτό είναι θέμα της επιστήμης.

Πάμε με τα ανθρώπινα μέσα:

Για να προσεγγίσουμε την αλήθεια ας πάρουμε έναν απλό άνθρωπο, αυτόπτη μάρτυρα, για να τον ρωτήσουμε. Αυτός έχει όλη την καλή πρόθεση να μας την πει, την αλήθεια.

Αρχίζει λοιπόν και προσέχει πάρα πολύ με τα λεγόμενά του, γιατί ενδιαφέρεται και για την εικόνα του, τον βλέπουν φίλοι, παιδιά, συγγενείς. Αλλά, ποιος είναι αυτός; Ένας απλός πολίτης. Απλός, αλλά έκανε αυθαίρετο και κάηκε από την φωτιά ή πνίγηκε με την πλημμύρα. Καλά δεν μας ενδιαφέρει τώρα αυτό. Αν είναι  δυνατόν! Όλη η Ελλάδα ένα αυθαίρετο είναι. Εμείς τον βρήκαμε τυχαία, αλλά είναι καλός στην αφήγηση και μας συνεπαίρνει. Σε λίγο διαφαίνεται πως είναι δεξιός στο φρόνημα. Και ένθεος. Αλλά τι σημασία έχει; Μας ενημερώνει, μας συγκινεί και μας πείθει.

Ύστερα παίρνουμε έναν άλλον. Πιο καλός αυτός και πιο μετρημένος, φαίνεται. Αυτός νομοταγής σε όλα. Ούτε αυθαίρετα ούτε κλέψιμο την εφορία. Τίποτε από αυτά! Μας τα λέει κι αυτός καλά. Συγκινούμαστε το ίδιο. Διαφαίνεται σε λίγο πως είναι αριστερών αποκλίσεων με παρελθόν αλλά ψιλοένθεος. Στην αρχή ψιλοσοσιαλίζων, αλλά σε λίγο ακούστηκαν μισόλογα για ξερονήσια και τέτοια. Πυρ και μανία κατά του κεφαλαίου, αλλά περιγράφει τα τεκταινόμενα καλά, με πάθος και πειθώ, αλλά κάπως διαφορετικά από τον προηγούμενο. Οπότε, σκάει η πρώτη αμφιβολία. Μα το γεγονός είναι ίδιο! Πως γίνεται αυτό; Αυτόπτες του τσουναμιού ή της πυρκαγιάς και οι δύο! Να πάμε και σε άλλους πολίτες; Άσε, θα μπερδευτούμε χειρότερα. Οι Έλληνες είναι ένα μωσαϊκό μπερδέματος.

Οπότε για να κερδίσουμε χρόνο, πάμε σε έναν καλύτερο. Έναν επαγγελματία της αλήθειας. Έναν κατ’ όνομα και κατά λειτούργημα υπερκομματικό. Έναν δημοσιογράφο, ας πούμε.

Αυτός, επίσης, φαίνεται να έχει την καλή διάθεση να μας την πει, την αλήθεια. Άλλωστε σπούδασε το αντικείμενο και έδωσε και όρκο υπέρ της αλήθειας. Θέλει να τα πει γιατί θα σκάσει. Αλλά αυτός, είναι υπάλληλος κάποιου μεγαλόσχημου και ελέγχεται για την αλήθεια που θα ξεστομίσει. Από ένα σημείο και μετά, “κλάνει μέντες” και πλατειάζει προς άλλη κατεύθυνση. Ρίχνει και κάποιες λογοτεχνικές μπαρούφες για Κόλαση του Δάντη και πύρινη λαίλαπα! Οπότε για το ίδιο γεγονός, ακούμε μια νέα εκδοχή που αλλάζει και άλλο τα προηγούμενα που συλλέξαμε!

Αλλά δεν το βάζουμε κάτω. Ας πάμε σε έναν ανώτερο λειτουργό, έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης να μας τα πει, να ξεμπερδεύουμε.

Λέει, αυτός τα δικά του, αλλά ξέρει πως τον ακούνε οι ανώτεροί του σε κάθε του λέξη. Τρέμει για τη θέση του και έχει υποχρεώσεις, αγαπημένη οικογένεια, πρόσωπο με καθαρό κούτελο στην κοινωνία. Οπότε καθώς προσέχει, ιδρώνει-ξεϊδρώνει, άλλα ήθελε να πει και άλλα λέει, ο πονηρούλης!

Εμείς το καταλαβαίνουμε αυτό, κάναμε όμως τον χαζό και πάμε στον αρμόδιο υπουργό. Αυτός δεν μπορεί, σοβαρός άνθρωπος, εκλεγμένος από τον πάντα σοφό λαό, θα μας τα πει ως έχουν, ακριβώς.

Αρχίζει και αυτός, με καθαρό λόγο και μετρημένος. Καλά τα πηγαίνει στην αρχή αλλά μετά από λίγο, νιώθει ένα πνίξιμο γιατί ακούστηκε κάτι για αυθαίρετα και αυτός έχει το καλύτερο. Όχι σαν κάτι xλιμίτζουρες που τα χτίσανε τοίχο-τοίχο μέσα στην νύχτα. Αλλά σκέφτεται και το καθήκον στο κόμμα. Πνίγεται κι άλλο. Σκέφτεται πως έδωσε τον λόγο του στον αρχηγό να παπαγαλίζει και πως πρέπει να φροντίσει για την διαφύλαξη της θέσης του, γιατί έχει κι αυτός οικογένεια και όνειρα καριέρας. Οπότε, το ρίχνει στο καλαματιανό, ο άθλιος και μας αποπροσανατολίζει.

Δεν χάνουμε χρόνο, εδώ πνιγόμαστε ή καιγόμαστε, πάμε κατ’ ευθείαν στον πρωθυπουργό.

Αυτός, επιτέλους, θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Όλα εκεί είναι καθώς πρέπει, με γραβάτα ή χωρίς, ρυθμισμένα τα μικρόφωνα, και... Φώτα, πάμε!

Αρχίζει με ύφος λυπητερό αλλά και που να εμπνέει σταθερότητα, αισιοδοξία. Αλλά σε λίγο νιώθουμε αυτό που νιώθει και εκείνος. Πρέπει να τα πει, αλλά πρέπει να ξεπεί αυτά και να τα πει έτσι! Αλλιώς, μπάϊ-μπάϊ η εξουσία και αυτό δεν είναι στα σχέδιά του.

Καταλαβαίνετε. Δεν πειστήκαμε ακόμη. Νευριάσαμε αλλά, ψυχραιμία...

Πάμε σε κάτι ανώτερο, ηθικό και άμεμπτο, με καθαρή συνείδηση σαν το απάτητο χιόνι. Στον πνευματικό εκπρόσωπο του Θεού επί της Γης. Δεν χρειάζεται να τον διαλέξουμε ιεραρχικά αυτόν. Όλοι οι παπάδες είναι εκπαιδευμένοι να λένε πάνω κάτω τα ίδια. Αλλά εμείς πάμε για το ιδιαίτερο γεγονός. Και εκεί, ακόμη για μια φορά ακούμε, πως για την συμφορά, πληρώνει ο αμαρτωλός άνθρωπος και είναι θέλημα του Πανάγαθου Θεού η καταστροφή και ότι ο Κύριος κάνει δοκιμές. Αφήνει, βέβαια, ελεύθερους τους ανθρώπους για τις πράξεις τους, αλλά επεμβαίνει που και που δοκιμάζοντάς τους, αν είναι υποτελείς του ή αν δεν είναι, δηλαδή.

Όλη αυτή την ώρα, εκεί παραδίπλα σε ένα παγκάκι, έκλαιγε ένα κοριτσάκι κτυπημένο από προηγούμενες παρόμοιες συμφορές. Θα μπορούσαμε να το ρωτήσουμε, αλλά, σιγά τώρα τι να πει το κοριτσάκι, που κλαίει κι όλας! Και τι όνομα να έχει, άραγε;

Πρέπει να τελειώνουμε, όμως. Είπαμε, πνιγόμαστε ή καιγόμαστε και πρέπει να βγάλουμε επιτέλους, ένα αποτέλεσμα αλήθειας για να ξέρουμε τι να κάνουμε και τώρα και στο μέλλον.

Έχουμε όλα τα στοιχεία πλέον και είμαστε σε θέση να τα επεξεργαστούμε. Κάτι σαν ένωση συνόλων. Θυμάστε στο δημοτικό;

Το κάνουμε και βρίσκουμε, επιτέλους, την αλήθεια! Εύκολα, γρήγορα.

Την ανακοινώνουμε, ώστε να ησυχάσει και ο κόσμος, από όλα τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά, ξαφνικά, ακούγονται φωνές και βρισιές από παντού! Όλοι έχουν την δική τους αλήθεια! Όλοι είχαν κάνει τα δικά τους ρεπορτάζ. Τρομερό! Όλοι έχουν την ικανότητα, τον λόγο τους, τα πιστεύω τους, τα συμφέροντά τους, την εξυπνάδα και την βλακεία τους.

Οπότε, πάει η αλήθεια περίπατο εν ριπή οφθαλμού!.

Αυτό τώρα, μου θύμισε εκείνο με την δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν από τον Μπουθ: Μέσα στο θέατρο ήταν 850 αυτόπτες μάρτυρες και ανακρίθηκαν οι 300. Ε, τι περιμένατε; Και οι 300 καταθέσεις ήταν διαφορετικές!. 300 αλήθειες για το ίδιο γεγονός από 300 αυτόπτες μάρτυρες!

Α, και το άλλο με τον πεθαμένο Ναζωραίο: Αυτόν. δεν τον είδε κανένας να ανασταίνεται, αλλά οι κολλητοί του διέδωσαν, πως αληθώς, έτσι έγινε. Αλλά ήρθαν κάποιοι άλλοι και είπαν: Τι είναι αυτά, που λέτε καλέ; Και άρχισαν κάτι διαμάχες και πόλεμοι που κρατάνε μέχρι σήμερα, αλλά ο Ναζωραίος κατάφερε, με το που κρύψανε το δέμας του, να λατρεύεται σαν Θεός! Ούτε στο πιο τρελό του όνειρο, δηλαδή!

Τέλος πάντων, στα δικά μας πάλι:

Που μείναμε; Ναι...

Οπότε, έτσι κι εμείς. Ξεμείναμε μόνοι και παντέρημοι, χωρίς αλήθεια!

Αποκαμωμένοι και αποκαρδιωμένοι σκεφτήκαμε να απευθυνθούμε στην ποίηση. Και συγκεκριμένα στον ποιητή Δημήτρη Βίκτωρ.

Αυτός, γέρος πια, έχει αποσυρθεί γιατί έχει ραμολίρει και τα χάνει, αλλά ώρες ώρες έχει ακόμη εκλάμψεις σοφίας. Έχει την φήμη του υπηρέτη της αλήθειας με τα γραφόμενά του, που έβρισκε πάντα τον μπελά του. Ιδίως από όταν έγραψε το καταπληκτικό βιβλίο «Εξουσία Βλαχάρα», στα νιάτα του. Αλλά και με την ποίησή του το ίδιο κάνει. Αφού η πολιτεία αναγκάστηκε να τον προστατέψει, φροντίζοντας να πάρει το Νόμπελ, και ας μην το άξιζε, λένε! Τώρα ζει απομονωμένος και βυθισμένος στην σιωπή του. Θα μας δεχθεί, άραγε Θα μας μιλήσει;

Τον βρήκαμε. Το και το, σοφέ ποιητή. Τι λες;

Εκείνος με αργές κινήσεις, χωρίς να μιλήσει, πήρε ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε κάτι. Ξανά με αργές κινήσεις ύστερα, μας παρέδωσε το χαρτάκι και αποχώρησε πάλι στην σιωπή του. Όπως έκανε και ο άλλος νομπελίστας, ο Σεφέρης, όταν πιέστηκε να μιλήσει κατά τις χούντας, τότε, και είπε κάτι ανούσια ισορροπημένα και αμέσως δήλωσε πως ξαναμπαίνει στην σιωπή του!…

Και το χαρτάκι έγραφε:

«Ψέμα γυρίζεις των ανθρώπων τη Γη
σαν μια απέραντη δύναμη πυρηνική.
Ψέμα άγιο στοιχείο, αναγκαίο κακό.
Ψέμα μεγάλο το κάθε εγώ.
Ψέμα, αρχής των πάντων, θρησκευτικό.
Ψέμα, αιώνιο μυστικό!…»

Δημήτρης Βίκτωρ

Σαστίσαμε. Είναι δυνατόν; Για αλήθεια ρωτήσαμε. Τι είναι αυτό, τώρα; Αυτός απάντησε για ψέμα!

Πρέπει να το μελετήσουμε σε βάθος!

Ναι, αλλά ο χρόνος τρέχει. Όπου να ’ναι καιγόμαστε ή πνιγόμαστε!

Δεν μένει άλλο, παρά να απευθυνθούμε στην πραγματικότητα.

Μέχρι τότε, αλλοίμονο στους πνιγμένους ή καμένους...

Ξεκινάμε, λοιπόν και ο... Θεός του καθενός, βοηθός!!

Πρώτη στάση στην Ελβετία στο CERN. Εκεί, από ό,τι λένε,  ψάχνουν το σωματίδιο του Θεού!


Συνεχίζεται


Δημήτρης Βίκτωρ