Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Το Ψέκασμα στην Ποίηση!

Συγκρατήστε την θλίψη σας, για την κατάντια της ποιήσεως, από τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και από τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, όταν τους πέθανε ο Πατερούλης Στάλιν!


Τάσος Λειβαδίτης

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

Ο Στάλιν πέθανε.

Ο ήσκιος απ' το μεγάλο φέρετρο του χαράζει

ένα πελώριο πένθος στα μανίκια των προλετάριων.

Από το φέρετρο που σήμερα το σηκώνουνε στους ώμους τους οι λαοί.

Ο Στάλιν ζει.

Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει

Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ' ατσάλι και η Ειρήνη.

Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

Κοιτάχτε τον.

Νάτος

Πελώριος

Σαν ένα βουνό.

Όπου κι' αν γυρίσετε θα δείτε το πλατύ του χέρι να σας γνέφει.

Κι' οι εργάτες ανεβασμένοι στην πελώρια σκαλωσιά του ήλιου.

Με τα σφυριά τους σκαλίζουν τη μορφή του στην είσοδο της Ιστορίας.

Ο Στάλιν ζει.

Ακούστε, ακούστε λοιπόν

Μες στο γιγάντιο βήμα των λαών ακούστε τη μεγάλη καρδιά του να χτυπάει.

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

 

Γιάννης Ρίτσος

Όχι, δεν είναι αλήθεια.

Δεν είναι αλήθεια.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.

Σταματήστε τις.

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.

Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.

Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.

Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου

Ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.

Όσο κι αν μονόφθαλμα κανόνια στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους ίσα κατά την υψικάμινο των ελπίδων μας ο Στάλιν αγρυπνεί στο παγκόσμιο πόστο του.

Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.

Όταν σβήνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου

Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν' ανάψει.

Όταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί κι από το στρώμα μας τ' όνειρο κι απ' το δώμα μας το λυχνάρι είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.

Γιατί ο Στάλιν είναι ο πρωτογιός των προλετάριων κι ο Στάλιν είναι ο πατέρας τους.

Για τούτο κι ο πιο μαύρος τοίχος της πιο μαύρης νύχτας.

Είναι γιομάτος απ' τους σωλήνες του φωτός.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες

Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν' ανασάνουν μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε.

Κοιτάχτε.

Κάθε ήλιος και σελίδα - μέρα με την ημέρα - με τους ήλιους των 74 χρόνων του έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ' ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

Με τ' όνομά του ανοίγει η Ιστορία τις πύλες της στον Άνθρωπο.

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

 

(Από εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φύλ. 153 1-15- Μάρτη 2003)



Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Πένθος και Εκδίκηση

«Το πένθος θρηνεί τον χαμό∙ η εκδίκηση θρηνεί το κενό»

Όταν το πένθος ζητά εκδίκηση, παύει να είναι πένθος. Μεταμορφώνεται σε κάτι σκοτεινό και νοσηρό: μια ύπουλη μετάλλαξη της λύπης σε μίσος, του δικαίου σε νέα αδικία. Ο άνθρωπος που υποφέρει από την απώλεια είναι αξιολύπητος· μα όταν ο ίδιος επιλέγει συνειδητά να πονέσει άλλους στο όνομα της «δικαιοσύνης» του, γίνεται αξιοκατάκριτος.

Η εκδίκηση δεν δικαιώνει τη μνήμη αυτού που χάθηκε—την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Δεν επιστρέφει τη ζωή, δεν απαλύνει τη θλίψη, δεν εξαγνίζει τη μνήμη· την υποβιβάζει σε όχημα προσωπικής ικανοποίησης και φθηνής εκτόνωσης. Εκείνος που επιλέγει να γίνει τιμωρός εγκαταλείπει κάθε τιμή που θα μπορούσε να συνοδεύσει τον πόνο του. Γίνεται δειλός, ένας κοινός δήμιος, που βαφτίζει τον εγωισμό και την ανικανότητά του να διαχειριστεί την οδύνη ως «δίκαιο χρέος».

Εδώ βρίσκεται το πιο ύπουλο προσωπείο της εκδίκησης: η μεταμφίεσή της σε δικαίωση. Ο πενθών πείθει τον εαυτό του ότι δεν ζητά αίμα για τον εαυτό του αλλά «αποκατάσταση» για τον νεκρό. Όμως αυτό δεν είναι δικαιοσύνη· είναι το πιο πονηρό ψεύδος. Η εκδίκηση τρέφεται με τη φαντασίωση πως εκπληρώνει ένα ηθικό καθήκον, ενώ στην πραγματικότητα θρέφει μόνο την αδυναμία. Στην επιθυμία να χύσει νέο αίμα, ο εκδικητής ισχυρίζεται ότι τιμά τον χαμένο—μα δεν τον τιμά, τον εργαλειοποιεί. Μετατρέπει τη μνήμη του σε σημαία, σε άλλοθι, σε πρόσχημα.

Έτσι ο πενθών—που υπήρξε θύμα αδικίας ή απώλειας—σκαρφαλώνει σε θρόνο εγωισμού και φαντάζεται πως του χρωστούν όλα. Με τη μάσκα του ριγμένου ζητά όλεθρο αντί για γιατρειά, απαιτεί να γίνει δυνάστης των άλλων για να ισορροπήσει το δικό του βάρος. Δεν ζητά λύση ή σοφία· απολαμβάνει τη θέση του «αδικημένου εκδικητή» και χτίζει ψευδαίσθηση παντοδυναμίας πάνω στα ερείπια άλλων ψυχών.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το πένθος που γίνεται κάρβουνο στην καρδιά και φωτιά στο μυαλό. Το παράπονο γίνεται μίσος, το μίσος συνήθεια· κι εκεί που θα έπρεπε να μεγαλώσει η ενσυναίσθηση, αφανίζεται κάθε ικμάδα ανθρωπιάς. Να ψάχνεις διέξοδο από τον πόνο μέσω της εξόντωσης άλλων είναι σαν να πίνεις δηλητήριο ελπίζοντας πως θα πεθάνει ο εχθρός—πρώτος πεθαίνεις εσύ. Έτσι ο πενθών γίνεται ο ίδιος φονιάς της λύτρωσής του, διαιωνίζοντας την αδικία που τον πλήγωσε.

Η πραγματική τραγωδία έγκειται εδώ: ο θρηνών πιστεύει ότι τιμά τον νεκρό, ενώ τον προσβάλλει βαθύτατα. Γιατί η εκδίκηση δεν είναι μνημόσυνο· είναι προδοσία. Αντί να καλλιεργήσει τη μνήμη του αδικοχαμένου, τη δηλητηριάζει και τη μετατρέπει σε πρόσχημα για κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν αξίζει οίκτου αλλά αυστηρής κρίσης, διότι ενώ γνώρισε την απώλεια, επιλέγει συνειδητά να την πολλαπλασιάσει.

Το αληθινό πένθος δεν είναι ποτέ εκδικητικό. Είναι σιωπηλό, ευγενές, βαθιά ανθρώπινο. Δεν κραυγάζει, δεν απαιτεί, δεν φορά την παρωδία της δικαιοσύνης. Αν υπάρχει έξοδος, βρίσκεται στην αποδοχή της απώλειας και στο σθένος να σηκώσεις το βάρος της χωρίς να το μεταμορφώσεις σε νέες αλυσίδες μίσους. Όποιος εκδικείται δεν μεγαλώνει—μικραίνει. Γίνεται θεατής της ίδιας του της καταστροφής, σκλάβος της σκληρότητας που νόμισε πως θα τον ελευθερώσει.

Η υπέρβαση δεν σημαίνει λήθη· σημαίνει δύναμη να μεταπλάθεις τον πόνο. Τιμάς τον νεκρό όχι όταν προσθέτεις νεκρούς, αλλά όταν κάνεις το τραύμα σφυρί που πλάθει χαρακτήρα, αξίες, μια ζωή ανώτερη από τον θάνατο. Η «θέληση για δύναμη» εδώ δεν είναι η δύναμη να συντρίβεις τους άλλους, αλλά να μην παραδοθείς στο ευτελές μένος που ζητιανεύει μέσα σου.

Κλείνοντας: η εκδίκηση είναι το ακατέργαστο είδωλο του θυμού, μια κραυγή αυτολύπησης που μεταμφιέζεται σε δικαίωση. Το καθαρό πένθος, αντίθετα, γίνεται δημιουργική άσκηση ύψους: μαθαίνει να αντέχει, να σιωπά, να μεταμορφώνει. Εκεί βρίσκεται η μόνη τιμή στη μνήμη—και η μόνη λύτρωση για τον ζωντανό.

Δημήτρης Βίκτωρ







Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Η πλειοψηφία δεν είχε ποτέ δίκιο

«Η πλειονότητα και η πλειοψηφία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία δεν είχε ποτέ δίκιο»

Η ιστορία, ως πεδίο καταγραφής και μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας, μαρτυρά αμέτρητες περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία παρασύρθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα και πράξεις, με δυσμενέστατες συνέπειες για ολόκληρες κοινωνίες. Η αντίληψη πως “οι πολλοί” δεν σημαίνει απαραιτήτως “οι σωστοί” δεν είναι καινούρια. Αντιθέτως, συναντάμε ήδη από την αρχαιότητα προβληματισμούς σχετικά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας που προσφέρει η μαζική αποδοχή και τη δυνατότητα του όχλου να χειραγωγείται από συναισθήματα, φήμες και λαϊκισμό.

Ο όχλος και η ευρύτερη μάζα συχνά λειτουργούν καθοδηγούμενοι από το θυμικό και όχι από τη λογική. Η τάση να συμμορφώνονται με κοινωνικές νόρμες ή κραυγαλέες ιδεολογίες δεν γεννάται πάντα από βαθιά κατανόηση ή αληθινή συναίνεση, αλλά από τον φόβο του αποκλεισμού και τη δίψα για αποδοχή. Έτσι, η πλειοψηφία μπορεί να οδηγηθεί σε συλλογικές πλάνες, παρανοήσεις και υπερβολές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διασπορά φημών και η υιοθέτηση τους σχεδόν στιγμιαία, προτού προλάβουν να ελεγχθούν ή να αποδειχθούν. Οι ψεύτικες ειδήσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν ιστορικό παρελθόν: από την εποχή της αρχαίας Ρώμης μέχρι τον Μεσαίωνα και τη σύγχρονη εποχή, βλέπουμε πώς ο φόβος και η ανασφάλεια μετατρέπονται σε γόνιμο έδαφος για τη διάδοση παραποιημένων πληροφοριών. Γεννιέται έτσι ένας επικίνδυνος κύκλος: ο λαϊκισμός εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία, υπόσχεται “εύκολες λύσεις” σε σύνθετα προβλήματα και συσπειρώνει γύρω του τους πολλούς, που συχνά επιζητούν μια πρόχειρη λύση αντί για μια θεμελιωμένη αλήθεια.

Το πλήθος, υπό την επήρεια του θυμικού, έχει την τάση να καταφεύγει σε υπερβολές· οι μεμονωμένες φωνές λογικής παρασύρονται, σκεπάζονται από τη “βιασύνη” της φωνής του όχλου. Η εξεγερμένη μάζα δεν δρα πάντα ορθολογικά, αντίθετα εύκολα κυριεύεται από οργή, μίσος ή πανικό. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις σύγχρονες κοινωνικές ταραχές, το συλλογικό θυμικό και η έλλειψη ψύχραιμης ανάλυσης έχουν συχνά οδηγήσει σε πράξεις βίας, αδικίες, ακόμα και σε περιόδους τρόμου.

Οι άνθρωποι, μέσα στο πλήθος, υφίστανται ένα είδος “υπνωτισμού”, χάνουν την ατομική τους βούληση και οδηγούνται σε πράξεις που δεν θα τολμούσαν ποτέ μόνοι τους. Αυτή η ομαδοποιημένη παραφροσύνη έχει επανειλημμένα καταγράψει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, από διωγμούς εθνικών και θρησκευτικών ομάδων μέχρι τον μιλιταρισμό και τις γενοκτονίες.

Μέσα στο “καταπιεστικό βάρος” της κοινής γνώμης, υπήρξαν πάντα λίγοι που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια σε ό,τι, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ήταν λάθος. Η Σωκρατική ειρωνεία και η κριτική του στον αθηναϊκό δήμο τον οδήγησε στο κώνειο, αν και οι διαχρονικές του ιδέες αναγνώστηκαν αιώνες αργότερα ως βάθρα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Γαλιλαίος, επίσης, αντιστάθηκε στην πλειοψηφική, θεολογικά “επιβεβλημένη” άποψη για το γεωκεντρικό σύστημα και έσπειρε τον σπόρο για την αποδοχή του ηλιοκεντρικού μοντέλου, αλλά πλήρωσε ακριβά την τόλμη του.

Σύγχρονα παραδείγματα αφθονούν, με διανοητές, επιστήμονες, ακτιβιστές και καλλιτέχνες που αψήφησαν τις αυταρχικές πλειοψηφίες και κατάφεραν τελικά να αλλάξουν την πνευματική ή κοινωνική πορεία των λαών τους. Και ενώ συχνά αντιμετώπισαν διώξεις, αγνοήθηκαν ή ακόμα και χλευάστηκαν, εντέλει η ιστορία τούς δικαίωσε.

Το κλειδί για την υπέρβαση της παρανόησης και του μαζικού φανατισμού βρίσκεται στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Όταν οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογιστική, εντοπίζουν ψεύδη και αδιέξοδους συλλογισμούς που τους οδηγούν στη θυματοποίησή τους από ρήτορες, δημαγωγούς ή μέσα που προπαγανδίζουν. Η λογική, σε συνδυασμό με την αυτογνωσία, λειτουργεί ως “ασπίδα” ενάντια στα κύματα του μαζικού θυμικού.

Κατά την πορεία της ανθρωπότητας, χρειάζονται εκείνοι που θα σταθούν απέναντι στο ρεύμα των πολλών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και για τον πιθανό στιγματισμό. Αυτοί οι “σπουδαίοι”, είτε είναι φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες ή απλοί καθημερινοί άνθρωποι, φέρουν το βάρος να υπερασπιστούν τον λόγο, το δίκαιο και την ηθική.

Η πεποίθηση ότι η πλειονότητα —ή η κρατούσα πλειοψηφία— είναι και ο κάτοχος της αλήθειας έχει πολλαπλώς καταρριφθεί από τα ιστορικά γεγονότα. Η εύκολη χειραγώγηση που βασίζεται στις φήμες και στον λαϊκισμό, η αναζωπύρωση των ενστίκτων μέσω του θυμικού, και η έλλειψη κριτικής σκέψης αποτελούν τους λόγους που συχνά οι πολλοί σφάλλουν.

Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι πάντα υπάρχουν οι λίγοι που, μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, βλέπουν καθαρότερα, αντιστέκονται στη “μέθη” του πλήθους και πολεμούν για την αλήθεια και το δίκαιο. Αυτοί είναι οι σπουδαίοι: οι δημιουργικοί, οι καινοτόμοι, οι ηθικοί. Η ιστορία τελικά στέκεται αρωγός σε εκείνους, αναγνωρίζοντας —έστω και αργά— τη σωφροσύνη και την αλήθεια πίσω από τον αγώνα τους. Και αυτό το παράδειγμα μάς υπενθυμίζει πως ο δρόμος της αρετής και του δίκαιου δεν είναι ποτέ ο εύκολος ή ο μαζικά αποδεκτός, μα αποτελεί το μοναδικό εφόδιο για μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  


Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 "Αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο τους αναγνωρίζεις: 
Έχουν στα μάτια κάτι, στα χείλια κάτι και στο ύφος ακόμα κάτι. 
Ένα πέπλο, κάτι…"

Το παραπάνω απόφθεγμα επικεντρώνεται σε εκείνους τους ανθρώπους που, με λόγια ή πράξεις, ξεχωρίζουν από το πλήθος λόγω της φλόγας που τους κινεί να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα γύρω τους. Μας μιλάει για ένα “πέπλο”, ένα “κάτι” αόριστο, το οποίο διακρίνεται στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος τους. Τι είναι, όμως, αυτό το “κάτι” που υποδηλώνει; Και γιατί γίνεται τόσο αισθητό σε όσους έχουν μια βαθιά επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο;

Οι άνθρωποι που επιθυμούν να φέρουν αλλαγή ξεχωρίζουν από την εσωτερική τους κινητήρια δύναμη. Είναι εκείνοι που δεν αρκούνται στην πεπατημένη οδό ούτε ικανοποιούνται από τη συμβατική “τάξη πραγμάτων”. Αντί να περιμένουν παθητικά να συμβούν οι εξελίξεις, στέκονται μπροστά στις προκλήσεις και οραματίζονται νέες κατευθύνσεις.

Η ματιά τους μαρτυρά ένα μείγμα προσμονής και αποφασιστικότητας. Δεν κοιτούν απλώς τον κόσμο, αλλά φαίνεται να βλέπουν ένα πιθανό μέλλον κρυμμένο πίσω από την επιφάνεια. Είναι σαν τα μάτια τους να “αφηγούνται” μια ιστορία που για τους περισσότερους είναι αόρατη.

Το χαμόγελο ή η έκφρασή τους φανερώνει μια προσήλωση σε ιδανικά. Ακόμη κι όταν δεν μιλούν, τα χείλη τους μοιάζουν έτοιμα να προφέρουν λόγια αισιοδοξίας ή ορμής. Η “σιωπή” τους δεν είναι κενή, αλλά γεμάτη πειθαρχημένη έξαρση.

Πέρα από τα λόγια, η συνολική στάση του σώματός τους και η συμπεριφορά τους απηχεί μια αφοσίωση σε έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Σε κάθε κίνησή τους, διαβάζει κανείς ότι η αδράνεια δεν τους ταιριάζει.

Όταν γίνεται λόγος για ένα “πέπλο”, συχνά αναφερόμαστε σε κάτι που καλύπτει ή περιβάλλει κάποιον, προσδίδοντάς του ένα μυστήριο. Στην περίπτωση των ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το “πέπλο” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακτινοβολία της οραματικής τους διάθεσης.

Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε ό,τι “είναι” και σε ό,τι “θα μπορούσε να είναι”. Το “πέπλο” τους προστατεύει από τον κυνισμό του περιβάλλοντος, λειτουργώντας σαν διαχωριστική μεμβράνη ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία τους, όπου γεννιούνται νέες ιδέες.

Συχνά, όσοι επιζητούν αλλαγή θεωρούνται “ουτοπιστές”. Κι όμως, οι μεγάλες τομές στις κοινωνίες σχεδόν πάντα ξεκίνησαν από κάποιους “ουτοπιστές”. Το “πέπλο” λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από μια δεδομένη πραγματικότητα μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες άλλες, αν ακόμα δεν τις έχουμε ανακαλύψει.

Κάθε επιθυμία για αλλαγή, προτού γίνει δημόσια δράση, ξεκινά από μια εσωτερική επανάσταση. Στον πυρήνα της, βρίσκεται μια μορφή αμφισβήτησης: “Γιατί να είναι έτσι τα πράγματα;” ή “Πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά;”

Το βλέμμα τους προδίδει τη βαθιά πεποίθηση ότι η πορεία της ζωής ή της κοινωνίας δεν είναι προκαθορισμένη. Αντίθετα, θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να επανασχεδιάσει τις συνθήκες της ύπαρξής του.

Η απόφαση να αμφισβητεί κανείς το “στάτους κβο” απαιτεί θάρρος. Αυτό το βλέπουμε στην αποφασιστικότητα που καθρεφτίζεται στο ύφος τους. Ξέρουν πως η αλλαγή συχνά συναντά αντίσταση, αλλά αυτό δεν τους σταματά· τους καθοδηγεί η ιδέα ότι χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη.

Συχνά, οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν με το “πέπλο” μιας αλλαγής, αρχικά αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ειρωνεία. Το βλέμμα τους, η στάση τους, μπορεί να φαίνονται παράξενα ή υπερβολικά σε όσους έχουν συνηθίσει στη στασιμότητα. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι πολλές φορές οι “ονειροπόλοι” και οι “επαναστάτες” έχουν υπάρξει οι πραγματικοί διαμορφωτές του μέλλοντος.

Οι καινοτόμες ιδέες δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές. Το “πέπλο” που φέρουν, τους διαχωρίζει από το “παραδοσιακό” και δημιουργεί έναν αμήχανο θαυμασμό, αλλά και φόβο στους γύρω τους.

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτοί οι άνθρωποι συχνά αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει μια φυσική έλξη που βασίζεται στη διάθεση για υπέρβαση, σαν να συμμερίζονται ένα κοινό μυστικό για το πώς θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος.

Τελικά, αυτό το “κάτι” στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος αυτών που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο δεν είναι μια κενή γοητεία. Είναι ένα συναίσθημα ελπίδας, αλλά ταυτόχρονα και μια έμπρακτη ανάληψη ευθύνης απέναντι στη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά γύρω μας – ή ίσως αν κοιτάξουμε και μέσα μας – θα βρούμε εκείνους που θέλουν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο. Το “πέπλο” αυτό δεν είναι κάτι υπερφυσικό· είναι η απτή ανταύγεια του ανατρεπτικού πνεύματος, της αποφασιστικότητας και της αισιοδοξίας. Στα μάτια τους, θα δούμε τον καθρέφτη μιας πιθανότητας για ένα καλύτερο μέλλον. Στα χείλη τους, θα ακούσουμε τη βεβαιότητα ότι η ζωή μπορεί να ξαναγραφτεί από την αρχή. Και στο ύφος τους, θα διακρίνουμε ότι δεν αποδέχονται μοιρολατρικά όσα συμβαίνουν, αλλά αγωνίζονται για όσα μπορούν να συμβούν.

Είναι αυτοί, τελικά, που πυροδοτούν την ιστορία, που σπρώχνουν τα όρια και που προσδίδουν νόημα στο ανθρώπινο ταξίδι. Ένα “κάτι”· μια άφατη δύναμη· το ίδιο το όραμα της αλλαγής. Και εκεί έγκειται όλη η γοητεία τους: μας θυμίζουν ότι ο κόσμος ίσως δεν είναι παρά η προβολή του θάρρους και των ονείρων μας.

Δημήτρης Βίκτωρ



Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Περί ψέματος και Αλήθειας

«Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου»

Η φράση αυτή φωτίζει ένα παράδοξο που διατρέχει τις ανθρώπινες κοινωνίες και την πορεία του ανθρώπου στον χρόνο: η λεπτή και συχνά αδιαφανής γραμμή ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια δεν αποτυπώνεται μόνο σε αφηρημένες θεωρήσεις, αλλά ριζώνει στον πυρήνα της εμπειρίας, της γνώσης και της αφήγησης.

Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιδίωκε να κατανοήσει τον κόσμο μέσα από λογικά και συμβολικά σχήματα. Ωστόσο, ό,τι ονομάζουμε «πραγματικότητα» συχνά εμφανίζεται ως μωσαϊκό εντυπώσεων και ιστορικών παραδόσεων, οι οποίες υφαίνονται μέσα από αφηγήσεις – κάποιες αληθινές, κάποιες ψευδείς, κάποιες μετέωρες ανάμεσα στα δύο. Ένα «αληθινό ψέμα» μπορεί να είναι κάτι που, ενώ στη βάση του δεν ισχύει, εμφανίζεται πειστικό λόγω της βαθιάς αποδοχής του από την κοινωνία. Αντίστοιχα, μια «ψεύτικη αλήθεια» αποκτά ισχύ και νομιμοποίηση μέσα από τη συνεχή αναπαραγωγή της. Έτσι, η “αφηρημένη” αλήθεια κι ένα “ψεύτικο” γεγονός με επαρκή στήριξη μετατρέπονται σε κινητήριους μοχλούς της κοινωνικής ζωής.

Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, θρησκείες, φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρήσεις οικοδομήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αφηγήσεις∙ κάποιες βασισμένες σε αναμφισβήτητες παρατηρήσεις και κάποιες σε μυθοπλασίες που ρίζωσαν τόσο βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων, ώστε έγιναν «αποδεκτές αλήθειες». Κάθε λαός, κάθε εποχή, υπήρξε δέσμιος μιας ή πολλών ιστοριών που τον καθόρισαν. Η Ιστορία δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά και μια διήγηση∙ και σε αυτήν τη διήγηση παρεισφρέουν τόσο οι “αληθινές” όσο και οι “πλαστές” πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν ένα ψέμα συμφωνεί με τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες ή τους φόβους μιας κοινωνίας, ενσωματώνεται σχεδόν αθόρυβα στον συλλογικό νου. Τότε, αυτό το ψέμα γίνεται «αληθινό» στην αντίληψη εκείνων που το αποδέχονται. Έτσι, επηρεάζει συμπεριφορές, νοοτροπίες, και κατευθύνει την ιστορική πορεία. Από την άλλη, μια αλήθεια που δεν έχει αποδείξεις ή προσκρούει σε ισχυρές πεποιθήσεις του κοινού, μπορεί να μοιάζει με ψέμα και να απορριφθεί. Το κριτήριο, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά η “αντικειμενική εγκυρότητα”, αλλά και η κοινωνική αποδοχή.

Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ιδεολογιών που κατάφεραν να επικρατήσουν, παρότι στηρίζονταν σε αμφισβητήσιμα ή κατάφωρα ψευδή δεδομένα. Από τους μύθους της αρχαιότητας μέχρι τα σύγχρονα αφηγήματα πολιτικής ή οικονομικής προπαγάνδας, η αλήθεια διαπλέκεται με το ψέμα, και κάθε ιδέα που αποκτά δύναμη μπορεί να εδραιώσει μια νέα εκδοχή “πραγματικότητας”. Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται κοσμοθεωρίες, ιδεώδη, ακόμα και ο καθημερινός τρόπος σκέψης των ανθρώπων.

Μολονότι το «αληθινό ψέμα» μπορεί να επηρεάσει ριζικά την κοινωνία, η επαγρύπνηση του ατόμου απέναντι στην πληροφορία και στα φαινόμενα είναι το βασικό αντίδοτο στον κίνδυνο του “χειρισμού” ή της εξαπάτησης. Η κριτική σκέψη, η αμφισβήτηση και ο διάλογος μάς επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τις διάφορες στρώσεις πραγματικότητας, πίσω από τις οποίες κρύβεται συχνά μια εξουσιαστική ή ιδιοτελής σκοπιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να παραμείνει αέναη, όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας να διακρίνουμε το βάσιμο και το ψευδές.

Σε τελική ανάλυση, ο τίτλος του κειμένου, «Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου» εκφράζει μια διαχρονική πραγματικότητα για την αμφίθυμη φύση μας. Μεταφέρει την ιδέα πως η Ιστορία δεν είναι απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά και το παλίμψηστο των πεποιθήσεων, των ερμηνειών και των μύθων που αιχμαλωτίζουν τη συλλογική φαντασία. Η φιλοσοφική και κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας δεν απαιτεί την απόλυτη κατάκτηση της “αντικειμενικής αλήθειας”, μα την άοκνη προσπάθεια να διακρίνουμε το αληθινά ουσιώδες από την ψευδαίσθηση—να κρατήσουμε ζωντανή την εγρήγορση για ό,τι συχνά παρουσιάζεται ως οριστικό και ακλόνητο, αλλά ίσως κρύβει μέσα του την πιο βαθιά πλάνη.

Δημήτρης Βίκτωρ





Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Περί αθλίων των φημών

Η ανευθυνότητα όσων διασπείρουν φήμες μοιάζει με έναν ασκό γεμάτο τοξικό δηλητήριο. Αυτοί οι άθλιοι τύποι, χωρίς καμία τύψη ή σεβασμό, σκορπίζουν ψεύδη στις μάζες και πυροδοτούν μια απάνθρωπη οχλοποίηση. Η μάζα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από την πλάνη, απεμπολεί κάθε ίχνος περί δικαίου και πνίγεται σ’ ένα σύνολο υστερίας που τρέφεται από κακοήθεια και μίσος. Το άδικο επικρατεί με τρομακτική ευκολία, γιατί η συλλογική κρίση θολώνει μπροστά στην ορμή του συγκινησιακού παραληρήματος.

Η αλήθεια, μέσα σ’ αυτό το χάος, καταλήγει να μοιάζει με φτερό στον άνεμο—ανύμπορη να σταθεί απέναντι στον όχλο που λειτουργεί σαν τυφλή χιονοστιβάδα, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά της. Οι πρώτοι που ενέσπειραν τη διαβολή, εκείνοι που κρατούν τα νήματα της παραπληροφόρησης, παραμένουν στο απυρόβλητο: Ελεύθεροι να συνεχίζουν την αθλιότητά τους, να γεννούν νέους μύθους που χτίζονται πάνω στον φόβο και την απόγνωση. Όσο αυτοί οι αλαζόνες διακινητές ψεύδους δεν λογοδοτούν, η κοινωνική ισορροπία στέκει κλονισμένη, με τα θύματα να αδυνατούν να βρουν δικαιοσύνη και αποκατάσταση του ονόματός τους.

Σ’ αυτό το σκοτεινό τοπίο, η πνευματική διαύγεια και η κριτική ικανότητα γίνονται ζωτικές σαν τελευταίες γραμμές άμυνας. Η οχλοποίηση μπορεί να ξεκληρίσει τα πάντα αν δεν μπει φρένο στη μετατροπή του συλλογικού αισθήματος σε βάναυση δύναμη καταστροφής. Και για να υπάρξει δικαιοσύνη, είναι απαραίτητο να ξεσκεπαστούν όσοι σκοπίμως επιδιώκουν την πνευματική αφυδάτωση της κοινωνίας. Μόνον έτσι ίσως να μπορεί να γίνει εφικτή κάποια κάθαρση, να σπάσουν οι αλυσίδες της συλλογικής παράνοιας και να επιστρέψει η λογική σκέψη και το δίκαιο στην πραγματική του θέση.
Αφού δεν τιμωρούνται, (κάτι βέβαιο), αυτοί οι θρασύτατοι διακινητές ψευδών θα συνεχίσουν να οπλίζουν το πλήθος με ψεύτικη οργή, σκορπώντας καταστροφή και αφήνοντας το σκοτάδι να κυριαρχεί.

Δημήτρης Βίκτωρ



Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

Περί πένθους και θορύβου

Η θλίψη, ως βαθιά εσωτερική διαδικασία, μοιάζει με μια ερμητική σιωπή που απλώνεται μέσα μας, αναδεικνύοντας τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ύπαρξής μας. Στον απροσπέλαστο αυτό χώρο, ο άνθρωπος αναμετριέται με την απώλειά του· όχι με φωνασκίες ή μεγαλοστομίες, αλλά με μια βουβή περισυλλογή που γεννά σεβασμό τόσο απέναντι σε εκείνον που θρηνεί, όσο και απέναντι στο ίδιο το γεγονός της απουσίας. Με τη σιωπή, ο νους επιτρέπει στον πόνο να εκδηλωθεί καθαρά και αληθινά, δίχως τις παραμορφώσεις που επιφέρει ο θόρυβος της επίδειξης.

Όταν το πένθος επιζητεί δημοσιότητα, χάνει την αληθινή του υπόσταση. Μοιάζει τότε σαν να χρησιμοποιείται η οδύνη ως βήμα αυτοπροβολής, διεκδικώντας εύκολα βλέμματα και επιδερμική συμπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση, ο οδυρόμενος δεν βρίσκεται μόνος με τον πόνο του· αντιθέτως, επιλέγει την εξωστρέφεια του θορύβου, επιτρέποντας στον εγωισμό του να κυριαρχήσει και να απαλείψει την εσωτερική ενδοσκόπηση. Όμως ο αυθεντικός πόνος αρνείται να γίνει φανταχτερό θέαμα· δεν θέλει να προσφέρει υλικό στις επιπόλαιες ματιές του κόσμου, ούτε να μεταβληθεί σε εργαλείο εντυπωσιασμού.

Η αληθινή λύπη δεν έχει ανάγκη από εξωτερική επιβεβαίωση ή εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Αντιθέτως, μέσα από την ησυχία και την ενδοσκόπηση, φανερώνεται η πιο καθαρή μορφή αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον εαυτό μας, προς τον χαμένο άνθρωπο και προς το ίδιο το νόημα της ζωής.

Όσο μεγαλύτερο είναι το πένθος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σιωπή, γιατί η ψυχή αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας και αποζητά την ευπρέπεια και τη σεμνότητα. Στην ουσία, η σιωπηλή διαδικασία του θρήνου επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώσει την απουσία και, σταδιακά, να την ενσωματώσει στο βίωμα της ζωής του. Αυτή η σεμνή σιωπή απελευθερώνει την εσωτερική κατανόηση πως είμαστε όλοι φθαρτοί και πεπερασμένοι.

Η ουσία της απώλειας βρίσκεται στο βίωμα και στη σιωπηλή επεξεργασία της. Εκεί, όπου η ψυχή αφουγκράζεται την έλλειψη, συγκατοικεί με την ανάμνηση και πορεύεται με την επίγνωση της θνητότητας. Μέσα από μια τέτοια σιωπηλή διαδικασία, ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανασυγκροτηθεί και να αντικρίσει τη ζωή με νέα ματιά. Σε τελική ανάλυση, το αληθινό πένθος δεν χρειάζεται περιττές διακηρύξεις – αρκεί η ήρεμη, εσωτερική αποδοχή για να το κάνει βαθιά ανθρώπινο.

Το βαθύ πένθος δεν χρειάζεται κοινό· δεν απαιτεί επιβεβαίωση ούτε κολακείες. Αντιθέτως, η γνήσια οδύνη θέλει χώρο και σιωπή, ώστε να αποτυπωθεί αληθινά στην ύπαρξη. Όσο πιο απροσπέλαστη γίνεται η πληγή, τόσο πιο αληθινή η αναμέτρηση με την απώλεια. Και αυτή η ειλικρινής ενδοσκόπηση είναι η μόνη που επιτρέπει στην ψυχή να προχωρήσει, αναγνωρίζοντας με σεβασμό τόσο τη δική της θνητότητα όσο και την πραγματικότητα του κενού που αφήνει πίσω του ο χαμένος άνθρωπος.

Δημήτρης Βίκτωρ




Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Για την κυρία Μαρία, την Δασκάλα ------ (7 Δεκεμβρίου 2012)

Χθες το βράδυ στις 9.34' πήρα ένα μήνυμα από τον Χρίστο, τον παιδικό μου φίλο, συμμαθητή και τώρα πια συνταξιούχο, που μου έλεγε ότι:

«Η δασκάλα μας της πρώτης δημοτικού, η Κυρία Μαρία, μας άφησε ορφανούς...»

Ένοιωσα ένα ρίγος καθώς με πλημμύρισαν σαν χείμαρρος, οι σκέψεις των περασμένων καιρών. Αισθάνθηκα την ανάγκη να κλείσω σφιχτά τα μάτια μου.
Να Θυμηθώ...

Να θυμηθώ πολύ καθαρά εκείνη την παλαιά ημέρα, κάποιας πρώτης Σεπτεμβρίου, όταν η μάνα μου πριν πάει για μεροκάματο, με πήγε σχεδόν με το ζόρι στο σχολείο.
Μπήκα τελευταίος στη γραμμή καθώς μία κυρία ψηλή με σκούρα ρούχα, προσπαθούσε όπως-όπως να βάλει σε ξεχωριστές γραμμές τα κουρεμένα αγόρια και τα ντροπαλά κορίτσια.
Όλα τα φτωχοντυμένα παιδιά, τρομοκρατημένα και σχεδόν αμίλητα κοιτούσαν σαν χαμένα γύρω τους, πότε τα πρόσωπα των άλλων παιδιών και πότε τις λιγοστές μανάδες ή τους πατεράδες ή κάποια μεγαλύτερη αδερφή ή αδερφό, που ήταν έξω από τον συρματένιο φράχτη της λασπωμένης αυλής με τις κοφτερές πέτρες.

Έγινε ο αγιασμός και η προσευχή και μπήκαμε στην τάξη με τα παλιά ξύλινα θρανία.
Τρία-τρία, τέσσερα- τέσσερα ή πέντε- πέντε στο κάθε θρανίο! 
Που να χωρέσουν εξήντα πέντε παιδιά σε ένα δωμάτιο, που δεν ήταν φτιαγμένο βέβαια για σχολείο αλλά ήταν ένα απλό πέτρινο νοικιασμένο σπίτι!
Εκεί η Κυρία Μαρία, με την μακριά φούστα και τον γκρίζο κότσο σε σχήμα μπανάνας, μας είπε για πρώτη φορά όλο το όνομά της: "Μαρία Παπουτσή", και στην συνέχεια μας ρώτησε έναν προς έναν και τα δικά μας ονόματα.

Θυμάμαι την αγωνία του κάθε αγοριού και κοριτσιού, όταν πλησίαζε σιγά και βασανιστικά η σειρά του για να συστηθεί και από πριν ψιθύριζε ή έλεγε από μέσα του το όνομά του, (γιατί έπρεπε να πει και το όνομα πατρός και μητρός), ώστε να μην τύχει και ντροπιαστεί σαν τον διπλανό, που δεν το κατάφερε με την πρώτη, είτε από τη ντροπή, είτε από το ξάφνιασμα.
Εκεί έπεσε και το πρώτο γέλιο όταν ο Θανάσης που ήταν το παιδί του παπά Γιώργη, είπε ότι το όνομα της μητέρας του ήταν: «Παπαδιά !!».
Η Κυρία Μαρία όμως δεν γέλασε και έσβησε γρήγορα και επιδέξια την ντροπή του γιατί κατάλαβε, ότι ο Θανάσης δεν ήξερε το όνομα της μητέρας του, επειδή όλοι οι συγγενείς και οι γείτονες την φώναζαν πάντα, «Παπαδιά!...».
Η Κυρία Μαρία υπομονετικά, με τρυφερότητα και γλυκό χαμόγελο, έκλεβε τις λέξεις με τα ονόματα από όλους, λέγοντας στο τέλος και από ένα μπράβο: «Μπράβο Κώστα, μπράβο Χρίστο, μπράβο Ελένη, μπράβο Γιάννη...».
Έτσι πέρασαν δύο ώρες και στις επόμενες δύο, μας είπε παραμύθια: Ένα με τον κόρακα και την αλεπού και ένα πάλι με την αλεπού και τα αλεπουδάκια με την φωτιά. 
Και έτσι άρχισαν οι πρώτες ερωτήσεις για το νόημα του παραμυθιού και την κύρια ιδέα, οπότε τα πρώτα χεράκια άρχισαν να σηκώνονται δειλά και ύστερα περισσότερα και περισσότερα.
Η μηχανή της επικοινωνίας πήρε εμπρός και συνέχιζε και συνέχιζε καθώς μεταδόθηκε ο πρώτος ανταγωνισμός σε όλη την τάξη.
Στο τέλος μας είπε να φέρουμε την άλλη ημέρα όλοι από ένα τετράδιο με γραμμές, ένα μολύβι και ένα σβηστήρι γιατί θα μαθαίναμε το πρώτο γράμμα σε σχήμα κουλουριού. 
Αυτό το κουλουράκι μας το έγραψε και στον πίνακα.  

Θυμάμαι όταν γύρισα στο σπίτι (παράγκα), ενθουσιασμένος με ορμή να τα αφηγηθώ όλα με κάθε λεπτομέρεια. Δεν έβλεπα την ώρα να ξαναβρεθώ την άλλη μέρα ξανά στο θρανίο για να ξαναδώ και να ξανακούσω πάλι την Κυρία Μαρία.
Την τόσο καλή και γλυκιά Κυρία Μαρία!

Πέρασαν από τότε δεκάδες τα χρόνια. Ποτέ δεν ένοιωσα τέτοια αισθήματα για κάποιον άλλο δάσκαλο, δασκάλα ή καθηγητή. Και τώρα μπορώ να κρίνω ότι δεν ήταν η τρυφερή ηλικία ή ο χρόνος που σμίλεψε τη μνήμη.
Η Κυρία Μαρία  ήταν μία όαση στα πέτρινα εκείνα χρόνια.
Χρόνια μιας άλλης εποχής, άλλων συναισθημάτων, πόνων, γέλιων και δακρύων.
Η Κυρία Μαρία υπήρξε ένας Άνθρωπος Φωτός.
Ήταν ο Άνθρωπος της Βαθειάς Πίστης στην Προσφορά.
Δασκάλα του Μεγάλου Καθήκοντος που το έκανε ανιδιοτελώς πράξη με Αυταπάρνηση για προσωπικές απολαύσεις, σε σημείο που τρόμαζες και στο τέλος το θαύμαζες.
Είναι από τα σπάνια πρόσωπα που επιθυμείς να ξαναζήσουν.

Κυρία Μαρία μας, μεγαλώσαμε πια κι εμείς.
Η τάξη μας και οι παιδικές παρέες σκορπίστηκαν και χάθηκαν στις Οδύσσειες της Ζωής.
Όσοι από τους παλαιούς μικρούς μαθητές σου μπόρεσαν να κρατήσουν κάποιους δεσμούς, σε θυμούνται υπερήφανα και τρυφερά.

Για τον Γιάννη, το Χρίστο, τον Βαγγέλη, τον Βασίλη και εμένα είσαι η Δασκάλα μας η Εκλεκτή και η Μοναδική!

Είμαστε ευγνώμονες και πλήρεις από την ανάμνησή σου και ευτυχείς που βρέθηκες στον δρόμο μας στα τρυφερά μας εκείνα χρόνια.
Στον δρόμο με τα κόκκινα χώματα, στην λασπωμένη αυλή με τις κοφτερές πέτρες και στα παλιά θρανία της εξαιρετικής γνώσης...

Και τι δεν θα δίναμε να ξανακαθίσουμε πάλι, έστω για λίγο, σε εκείνα τα παλιά θρανία μπροστά σου ...

Να καθίσουμε και να σου πούμε για το νόημα και την κύρια ιδέα, ο κάθε ένας με την σειρά του, σηκώνοντας σεμνά το χέρι του σαν καλός μαθητής...

Κυρία! Κυρία ! Εγώ Κυρία!..


Δημήτρης Βίκτωρ / 7 Δεκεμβρίου 2012

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025

" R A N " - του Akira Kurosawa, του πρίγκηπα της Τέχνης


Υπάρχουν τέχνες, καλές τέχνες υψηλές και τέχνες σπουδαίες και ξεχωριστές...
Αυτές που εκτός από την ευφορία που σου δίνουν, σε κάνουν να σκέφτεσαι βαθιά, να αισθάνεσαι σημαντικός και να γίνεσαι σοφότερος...

«RAN», στα αρχαία ιαπωνικά σημαίνει  «Χάος».
Αυτό το χάος που είναι κυρίαρχο στις σχέσεις των ανθρώπων και των λαών.
Αυτό, που περιγράφουν όλοι οι συγγραφείς και οι ποιητές του κόσμου.
Αυτό, που προσπαθούν να δαμάσουν οι νομοθέτες και οι θρησκείες και να το απαλύνουν όλες οι τέχνες.
Αυτό, που περιέγραψε ο Όμηρος και όλοι οι μεγάλοι δραματουργοί και τραγωδοί
Ο Σαίξπηρ και στα τριάντα οκτώ του έργα αυτό κάνει, αυτό εκφράζει, αυτό προσπαθεί.
Μοιραία τα υλικά του θα τα εμπνευστεί από τις δεξαμενές του Ομήρου και των τραγικών των ένδοξων χρόνων της αρχαίας Ελλάδας.
Μόνο που εκεί στα μεγάλα αδιέξοδα του τέλους, είχε εφευρεθεί ο «από μηχανής θεός» και έπιανε το κόλπο, αν και πάρα πολλοί γελούσαν με αυτό...
Στα χρόνια του Σαίξπηρ, βέβαια, δεν θα μπορούσε αυτό να περάσει.
Και γι' αυτό το λόγο δεν ήξερε και ο ίδιος πως να τελειώσει πολλά έργα του. Πάντα τα έργα του ξεκινούν με μεγάλο ενδιαφέρον. Συνεχίζουν, επίσης, στο δέσιμο της υπόθεσης με δύναμη καθώς και στις ανατροπές με επιτυχία.
Οι στίχοι υπέροχοι, αλλά προς το τέλος, συνήθως αδυνατίζει η υπόθεση, μέχρι αδιαφορίας.
Όλα όμως στην τέχνη είναι χρήσιμα. Άλλωστε το ένα πατάει επάνω στο άλλο, μέσα από τις δημιουργίες των ετών και των αιώνων.
Ο σπουδαίος Άμλετ δεν θα υπήρχε, αν ο Σαίξπηρ δεν διάβαζε την Ορέστεια. Το δίλλημα του Άμλετ είναι αντιγραφή του διλλήματος του Ορέστη για την τιμή της εκδίκησης, σε όλο της το βάθος.
Χρειάστηκε το 1984 ένας γίγαντας της τέχνης να επαναλάβει το ίδιο. Αυτός όμως θα βάλει τα πράγματα σε μια διαφορετική, σωστή θέση.
Ο σκηνοθέτης Ακίρα Κουροσάβα, "κλέβει" την ιστορία του διάσημου έργου, «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ και το κάνει ταινία.
Γράφει την ιστορία μόνος του και στη θέση των τριών κοριτσιών, βάζει τρεις γιούς. Ο πατέρας, ο άρχοντας, που πάτησε πάνω στο χάος και δημιούργησε το δικό του, θέλει να κληροδοτήσει δικαιοσύνη, μέσα στην τραγική του αφέλεια!.
Όλα θυσία στο βωμό της  Εξουσίας. Οι άνθρωποι πνιγμένοι στη ματαιοδοξία. Οι σχέσεις διαπλεκόμενες και ακραίου μίσους. Κυρίαρχη η  Απληστία, η Φθορά, η Καταπίεση η έλλειψη κάθε Δικαίου.
Η Οικογένεια, η ίδια απόλυτη καταστροφή. Δεν υπάρχουν περιθώρια για επιλεκτικές αγάπες.
Η πίστη σ΄αυτήν, μοιραία υποκρισία. Το πρώτο βήμα είναι η επιβίωσή της πριν από την εξέγερση που θα ξεριζώσει συθέμελα τους θύλακές της.
Αυτά στην Ιαπωνία του μεσαίωνα. Όλοι πολεμούν εναντίον όλων, μέσα στο απόλυτο χάος. Η ιστορία όμοια με αυτή του «Βασιλιά Ληρ». Η εξέλιξη της πλοκής επίσης. Το κυνήγι των αξιών και της χαμένης συνείδησης των ανθρώπων για κάποιο φως Δικαίου, μέσα στην ανθρώπινη ζούγκλα, επίσης στην ίδια τροχιά αναζήτησης.
Όλα αριστουργηματικά στην ταινία του Κουροσάβα. Η έβδομη τέχνη υποκλίνεται ταπεινά, στον πρίγκιπα της μεγάλης σκηνοθεσίας.
Lukas και o Kopola, συμπαραγωγοί στην προηγούμενη ταινία του "Καγκεμούσα", μαζί με τον Spielberg, ζητάνε την άδεια να παρακολουθήσουν κάποια γυρίσματα και εκείνος τους επιτρέπει να κοιτάζουν ήσυχα από μακριά!).
Η ζωγραφική στην σωστή της διάσταση, σε όλα τα πλάνα, που ο ίδιος ο Κουροσάβα τα ζωγράφιζε πριν από το γύρισμα!
Τα πλούσια αισθήματα που αναβλύζουν από την αφήγηση δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο ενώ οι πολεμικές μάχες είναι απαράμιλλες, ασύγκριτες!
Οι σκηνές στην απόλυτη αισθητική! Συγκλονίζει η πλοκή... Η τέλεια αφήγηση πάνω από όλα, σε καθηλώνει και βάζει σε εγρήγορση όλο τον νου. Ο μαέστρος το γνωρίζει αυτό και συνεχίζει να σε κατευθύνει στα πιο σπάνια μονοπάτια της σκέψης. Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Να μην χάσεις κάτι από το μεγάλο ποίημα, από τον θαυμαστό, διάλογο.
Να ζήσεις την απόλυτη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό της μεγάλης ανθρώπινης δημιουργίας.
Περνάνε οι στιγμές. Όσο και να επιθυμείς να τις συγκρατήσεις, αυτές περνούν και σε ταξιδεύουν αλλού, ακόμη πιο βαθειά στα απόκρυφα του ανθρώπινου...χάους.
Το ενδιαφέρον και ο προβληματισμός παραμένουν αμείωτα μέχρι το τελευταίο καρέ...

Το τελευταίο καρέ!... Το μεγάλο ζητούμενο…
Τι θα γίνει στο τέλος; Πως θα τελειώσει;
Στον «Βασιληά Ληρ» ξέρουμε το τέλος, Εδώ;
Εδώ δεν μιλάει ο Σαίξπηρ πια, αλλά ο Κουροσάβα.
Αυτός, σε μακρινό πλάνο και με τον ήχο από ελάχιστες επαναλαμβανόμενες μουσικές νότες, θα μας δείξει την κατάληξη του ανθρώπου. Του κάθε ανθρώπου. Του κάθε θύματος των πόνων της ζωής και της δημιουργίας.
Ο κόμπος που θα αισθανθείς, το ανατρίχιασμα που θα σε κυριεύσει, ο θαυμασμός για την σπουδαία σκέψη, θα χαραχθούν για πάντα μέσα σου, ψιθυρίζοντας πως για κάτι τέτοια αξίζει να ζεις...
Κι όμως, μιλάμε για την απόλυτη περιγραφή του χάους, της ύπαρξης των ανθρώπων...

Μιλάμε για τον μεγάλο Ακίρα Κουροσάβα και το αιώνιο  RAN !...
Σεβασμός!...

Δημήτρης Βίκτωρ


                                     http://www.youtube.com/watch?v=AbbfDntoRRk

                   

 



Ο Δ. Βίκτωρ στο σήμα του AKIRA KUROSAWA
(Kamakura - Japan)

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2025

Περί ζωής και θανάτου

"Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γένεση υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. 

Η τροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γένεση, ενώ η τροπή της φύσεως σε ουσία κατά τα αυτά θεωρείται θάνατος.

Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μια γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο· και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω παχύτητος της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λεπτότητος της ουσίας, η οποία είναι πάντα ίδια και απλώς διαφέρει κατά την κίνηση και την στάση.

Διότι αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν γίνεται από κάπου έξω, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον λόγω της ενότητος του παντός.
"

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΕΥΣ - (Σύγχρονος του Ιησού Ναζωραίου)

Επιστολή νη΄ -Στον Βαλέριο. [ Περί ζωής και θανάτου ]