Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

" Δάκρυ βροχής " -- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Δάκρυ Βροχής

 

 Μία σταγόνα της βροχής φύλαξα στην καρδιά μου

το σχήμα και τον ήχο της μέχρι τα γηρατειά μου

ήταν της νιότης η στιγμή στα χρόνια τ’ ακριβά μου

χωρίς απώλειες, όλο φως σ’ όλη την ομορφιά μου.

 

Ήρθαν θεές οι εποχές μέσα στους οπωρώνες

άνοιξες και καλόκαιρα, φθινόπωρα, χειμώνες

πάντα χυμούς μου δίνανε σε θαυμαστά αγγεία

που έπινα και κύλαγε του χρόνου η αγωνία.

 

Ώσπου μια μέρα με βροχή και ήλιο μες στα νέφη

κάτι σαν να διέκρινα, κάτι σαν να μου γνέφει

καθώς τα μάτια της αργά άνοιξαν τα μεγάλα

και σμίξανε τα δάκρυα μαζί με την ψιχάλα.

 

Σα να ’ξερα και κράτησα την πιο μικρή τη στάλα

έτσι, για μια παρηγοριά στα χρόνια τα μεγάλα

τον ήχο της σαν μουσική μέσα στην ακοή μου

και το υγρό στοιχείο της, δάκρυ μες στην ψυχή μου.

 

 Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Περί Θανάτου και μετά Θανάτου

«Αυτοί που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον, ποτέ δεν το πεθύμησαν»

Δεν υπάρχει τίποτε πιο ταπεινό από τον άνθρωπο που, ενώ του δόθηκε ζωή, στέκεται μπροστά στο τέλος και ζητιανεύει συνέχεια. Σαν να μην του έφτασε ο ήλιος, το αίμα, ο έρωτας, η σκέψη, η πληγή, η δημιουργία, η ήττα, η μικρή του νίκη μέσα στο χάος. Σαν να ήταν η ύπαρξη προκαταβολή και ο θάνατος απάτη. Μα η ζωή δεν υπογράφει συμβόλαια με κανέναν. Δεν υπόσχεται δεύτερη φορά, δεν απολογείται για την οριστικότητά της, δεν συγκινείται από τον φόβο μας. Έρχεται, καίει, απαιτεί, και φεύγει. Όποιος το κατάλαβε αυτό, έπαψε να παρακαλεί. Έπαψε να ζητά από το σύμπαν να γίνει μητέρα, δικαστής ή νοσοκόμα.

Αυτοί που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον είναι ακριβώς εκείνοι που δεν το πεθύμησαν, γιατί δεν έζησαν σαν ελλείμματα. Δεν θεώρησαν τη ζωή πρόβα για κάποια μεταφυσική αποκατάσταση. Δεν έκαναν το καλό με το μάτι στραμμένο σε ουράνια ταμεία. Δεν αγάπησαν για να ασφαλίσουν την ψυχή τους. Δεν πόνεσαν με την κρυφή ελπίδα ότι κάποιος αόρατος λογιστής θα τους αποζημιώσει. Έζησαν χωρίς παζάρι. Κι αυτό είναι σπάνιο. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν· επενδύουν. Δεν αγαπούν· καταθέτουν. Δεν αντέχουν· περιμένουν τόκο. Θέλουν να εξαργυρώσουν τα δάκρυά τους σε αιωνιότητα.

Ο πόθος της μεταθανάτιας ζωής συχνά δεν είναι μεγαλείο· είναι προσβολή προς τη μοναδική ζωή που υπήρξε. Είναι η ομολογία ότι δεν την άντεξες, δεν την ξόδεψες, δεν τη δάγκωσες μέχρι κόκαλο. Είναι η κραυγή του φοβισμένου που θέλει παράταση επειδή σπατάλησε τον χρόνο του σε υπακοές, ενοχές, μικρές αρετές και προσεκτικές δειλίες. Θέλει να γυρίσει, όχι από πληρότητα, αλλά από πείνα. Θέλει κι άλλο, γιατί δεν έγινε ποτέ αρκετός. Και μετά ντύνει αυτή την πείνα με ιερά ονόματα. Τη λέει ελπίδα. Τη λέει πίστη. Τη λέει αθανασία. Μα κάτω από τα μεγάλα λόγια τρέμει ένα μικρό ζώο που δεν θέλει να χαθεί.

Ο άνθρωπος που άξιζε ίσως να επιστρέψει είναι αυτός που δεν θα γύριζε το κεφάλι πίσω. Που θα έλεγε: έζησα όσο μου αναλογούσε, έπεσα όπου έπρεπε, στάθηκα όπου μπόρεσα, δεν χρωστώ ικεσίες σε κανέναν. Αυτός δεν χρειάζεται δεύτερη ζωή, γιατί δεν εξευτέλισε την πρώτη. Δεν ζητά επανάληψη, γιατί η ύπαρξή του δεν υπήρξε μισή. Το τέλος δεν τον κάνει ζητιάνο. Τον κάνει καθαρό. Και αν κάποια σκληρή δικαιοσύνη της φύσης διάλεγε ποιους να ξαναφέρει, δεν θα διάλεγε τους γονατισμένους που έκλαιγαν για αιωνιότητα. Θα διάλεγε τους αγέρωχους που την αρνήθηκαν.

Γιατί η αθανασία, όταν τη ζητάς, μυρίζει φόβο. Όταν δεν τη χρειάζεσαι, μπορεί να μοιάζει με αξία. Ο θάνατος ξεσκεπάζει τους ανθρώπους. Άλλοι φαίνονται γυμνοί, άλλοι μικροί, άλλοι γελοίοι μέσα στις ελπίδες τους. Και λίγοι, ελάχιστοι, στέκονται χωρίς απαίτηση. Αυτοί είναι οι μόνοι που δεν προσβάλλουν τη ζωή ζητώντας της να επαναληφθεί. Αυτοί είναι οι μόνοι που, επειδή δεν παρακάλεσαν να ξαναζήσουν, ίσως θα άξιζαν να τους καλέσει πίσω η ίδια η ζωή.

Δημήτρης Βίκτωρ



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

« Σινέ Απόλλων » --- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ


 

Σινέ  Απόλλων

 

Είναι ζεστό βραδάκι στο καλοκαιράκι

και η λεμονάδα θα παρηγορήσει την αναμονή

όπου να ’ναι θα ακουστεί ο θόρυβος από τη μηχανή

της δέσμης η μαγεία θα κινήσει

και το ταξίδι στην οθόνη θ’ αρχινήσει.

 

Κάπου πηγάζει ένα φώς που σκίζει το σκοτάδι

με παιχνιδίσματα η δέσμη του κυριαρχεί

όλοι εκστατικοί γι’ αυτό που θα συμβεί

για ό,τι λέει παρακάτω η ιστορία.

 

Έχει αγωνία αυτό το έργο, δύσκολο να μαντέψεις

ποιος είν’ αυτός που θα προδώσει, ποιος θ’ αγαπηθεί

ποιός είναι ο καλός και ποιός ο δίκαιος

αυτός ο ήρωας που θα φανεί εκεί στο τέλος.

 

Περνούν σκηνές γυρίζει η ταινία

είναι παλιά ιστορία που έρχεται από το παρελθόν

σκούρες εναλλαγές με φώτα η αγωνία σε σιγή

στην κορυφαία τη στιγμή η μουσική ηχεί

σε λίγο ησυχία απόλυτη, φριχτή αναμονή

μόνο το γρύλισμα της μηχανής ακούγεται

δηλώνοντας πως το μαρτύριο ποτέ δεν τελειώνει.

 

Ηθοποιοί μου πεθαμένοι, ήρωες αγαπημένοι

στα γκρίζα χρώματα όλη σας η πλοκή

οι ιστορίες ζωντανές και φωτεινές

δράματα μ’ αγωνίες, γέλια με κωμωδίες

μονομαχίες, περιπέτειες γιγάντων, τραγωδίες.

 

Έρχεται διακοπή στην πιο καλή στιγμή

διάλειμμα για λίγο, ώρα για λεμονάδα πάλι

συζήτηση αν έγινε ως τώρα κατανοητό

το θέμα της υπόθεσης, το ψυχολογικό…

 

Τελειώνει το διάλειμμα, το αυτί προσηλωμένο εκεί

που θ’ ακουστεί ξανά της μηχανής το γρύλισμα

καθώς το φιλμ το δρόμο του ξανά θ’ αρχίσει

κομμάτι από ευτυχία στα σκοτάδια να χαρίσει!...

 

 Δημήτρης Βίκτωρ

Αύγουστος-2013

 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Σ ι ν έ Α π ό λ λ ω ν

Σ ι ν έ     Α π ό λ λ ω ν
(Αφιερώνεται στα αδέρφια μου και σε όλη την οικογένεια) 

Είναι  ζεστό βραδάκι στο καλοκαιράκι
και η λεμονάδα θα παρηγορήσει την αναμονή
όπου να ’ναι θα ακουστεί ο θόρυβος από τη μηχανή
της δέσμης η μαγεία θα κινήσει
και το ταξίδι στην οθόνη θ’ αρχινήσει.


 
Κάπου πηγάζει ένα φώς που σκίζει το σκοτάδι
με παιχνιδίσματα η δέσμη του κυριαρχεί
όλοι εκστατικοί γι’ αυτό που θα συμβεί
για ό,τι λέει παρακάτω η ιστορία.

 
" Έχει αγωνία αυτό το έργο, δύσκολο να μαντέψεις
ποιος είν’ αυτός που θα προδώσει, ποιος θ’ αγαπηθεί
ποιός είναι ο καλός και ποιος ο δίκαιος
αυτός ο ήρωας που θα φανεί εκεί, στο τέλος".

 
Περνούν σκηνές γυρίζει η ταινία
είναι παλιά ιστορία που έρχεται από το παρελθόν
σκούρες εναλλαγές με φώτα η αγωνία σε σιγή
στην κορυφαία την στιγμή η μουσική ηχεί
σε λίγο ησυχία απόλυτη, φριχτή αναμονή
μόνο το γρύλισμα της μηχανής ακούγεται
δηλώνοντας πως το μαρτύριο ποτέ δεν τελειώνει.

 
Ηθοποιοί μου πεθαμένοι, ήρωες αγαπημένοι
στα γκρίζα χρώματα όλη σας η πλοκή
οι ιστορίες ζωντανές και φωτεινές
δράματα μ’ αγωνίες, γέλια με κωμωδίες
μονομαχίες, περιπέτειες γιγάντων, τραγωδίες.

 
Έρχεται διακοπή στην πιο καλή στιγμή
διάλειμμα για λίγο, ώρα για λεμονάδα πάλι
συζήτηση αν έγινε ως τώρα κατανοητό
το θέμα της υπόθεσης, το ψυχολογικό…

 
Τελειώνει το διάλειμμα, το αυτί προσηλωμένο εκεί
που θ’ ακουστεί ξανά της μηχανής το γρύλισμα
καθώς το φιλμ το δρόμο του ξανά θ’ αρχίσει
κομμάτι από ευτυχία στα σκοτάδια να χαρίσει!...

 Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος-2013

 


 

 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Το θαύμα των επιτυχόντων στις εξετάσεις

Τα θαύματα κρατούν τρεις μέρες!
Τώρα που καταλάγιασαν κάπως οι ζητωκραυγές και τα συγχαρητήρια για τους επιτυχόντες, ας έρθουμε στην πραγματικότητα.

Οι γονείς, ανοήτως, πιστεύουν ότι έπιασαν τον πρώτο λαχνό και κομπάζουν, (δίκαια οι συμπαθείς), πως οι κόποι τους δεν πήγαν χαμένοι και πως επιτέλους τα παιδιά τους τα ξεχωριστά, πέρασαν και εξασφάλισαν το μέλλον τους. Τους ζηλεύουν γι’ αυτό και πολλοί, αλλά αυτό είναι μια επιπλέον ηδονή!
Η επιτυχία τα σαρώνει όλα.
Από την άλλη, οι επιτυχόντες αφελώς πιστεύουν τα ίδια και ετοιμάζονται να την κοπανήσουν από το σπίτι, να απολαύσουν την ελευθερία με δικαίωμα και σιγουριά ότι καθάρισαν επί τέλους για το μέλλον τους!
Μερικοί σφάξανε αρνιά και οι υπόλοιποι θα αγοράσουν και το πρώτο αυτοκίνητο σαν δώρο στο κανακάρικο.
Ωραία όλα αυτά.
Για να το διαπιστώσετε πως έτσι ακριβώς θα συμβεί, δεν έχετε παρά να βάλετε μια αγγελία που να ζητάτε γκαρσόνια, αποθηκάριους, κουβαλητές  για αγγαρείες...
Ξέρετε τι θα συμβεί;
Θα πλακώσουν όλοι οι πτυχιούχοι των περασμένων ετών και θα παρακαλούν να προσληφθούν με 250-300€ το μήνα!
Οι υπόλοιποι, οι έξυπνοι το δούλεψαν αλλιώς και έφυγαν για τον παράδεισο του εξωτερικού... Τις ταλεντάρες βέβαια, τις αρπάξανε αμέσως οι ξένοι. Οι υπόλοιποι με μέσον από το μπαμπά, κάπου θα βολευτούν... (Αυτοί οι τελευταίοι μάλιστα, γυρίζουν στην πατρίδα αργότερα και μας κυβερνούν!...)
Για τους άλλους, τους πολλούς τώρα:
Πηγαίνετε λοιπόν, σε μια πλατεία των Βρυξελλών για παράδειγμα... Εκεί θα δείτε τα ελληνόπουλα να κάθονται στις πλατείες πίνοντας βαριεστημένα καφέδες και μπύρες, περιμένοντας μήπως και προσληφθούν κάπου, αφού στέλνουν καθημερινά όγκους βιογραφικών σε διάφορους...

Αυτά τα λίγα για τους αφελείς γονείς, που αποβλακώνουν τα παιδιά τους για να ξεμπερδεύουν από αυτά, αλληθωρίζοντας από την πραγματικότητα.
Τελικά όλοι βολεύονται κάπως και επιζούν.

Όλοι ζητωκραυγάζουν γιατί περνούν τις εξετάσεις της αφέλειας!...



***( Τα υπόλοιπα στο βιβλίο «Εξουσία Βλαχάρα»)  
*** Το βιβλίο θα το βρείτε στις ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΟΤΑΝ - Ιπποκράτους 15  - Τηλ.: 210-38.00.259





" Α Ι Γ Α Ι Ο " ------ Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

" ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ " - (Εις Μνήμην) ---- Ποίημα - Μελοποίηση - Σύνθεση : Δημή...

" ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ " - Ποίημα του Δ. Βίκτωρ - Απαγγέλλει ο Κωνσταντίνος Τζο...

"I GROW OLDER" - Poem: Dimitris Victor - Recitation: Katerina Anghelaki-...

ΧΑΙΡΕ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ...............!







 

" ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ " ----- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ ---- Απαγγελία: Κ...

"ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ"


 

" ΜΕΓΑΛΩΝΩ" - Ποίημα:Δημήτρης Βίκτωρ --- Απαγγελία: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρο...

" WHO AM I " -Poem - D. VICTOR - Recitation: Konstantinos Tzoumas - ...

"ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ" - Ποίημα:Δημήτρης Βίκτωρ -- Απαγγελία: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρο...

" ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ " ----- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ ----- Απαγγελία: Κωνσταν...

Αντίο Κωνσταντίνε..... Χαίρε, καλέ μου φίλε..............


 

" ΜΕΓΑΛΩΝΩ " ------ Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ ------ Απαγγελία: Κωνστα...

"ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" - "TIME'S MORAL" - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ - Απαγγ...

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

" ΣΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ " - Ποίημα - Απαγγελία - Μελοποίηση - Σύνθεση : Δημήτρης Βίκτωρ


 

Στο γηροκομείο

 

Με σπάνιο ήχο έκλεισε πίσω η πρώτη πόρτα

κτύπησε ο χρόνος γι’ αλλαγή με της ανάγκης την στροφή

ανήμπορος στην συντροφιά, αδύναμος σε μοναξιά

κι μνήμη πλέον δεν βοηθά πού το κλειδί να κρύψει.

 

Ο γιός κι κόρη ευγενικά τώρα τον συντροφεύουν

κάπου ξανά με λόγια απλά κουράγιο δίνουν, θάρρος:

«Θάχεις παρέα συντροφιά, με φίλους θα περνάς καλά

θα σε φροντίζουν και εμείς θα σου τηλεφωνούμε».

 

Δεύτερη πόρτα αθόρυβα σφραγίζει την σιωπή

νέο κρεβάτι, πάπλωμα, παράξενα σεντόνια

να συνηθίσει δείχνει απλό μα δύσκολο για ποιό σκοπό

πόσο θα είναι και για τί, για ποιον να συνεχίσει.

 

Εξάρτηση στα πιο απλά και φόβος καθημερινά

σ’ ανάμνηση βυθίζεται και στην παλιά του δόξα

στιγμές που τότε άστραφταν, δειλά τον πλημμυρίζουν

κι αφήνεται όσο μπορεί πολύ να διαρκέσουν.

 

Μα όσο και να προσπαθεί με διακοπή θα ταραχτεί

ήρθε η ώρα φαγητού σαν χθες την ίδια ώρα

ύστερα η ξεκούραση παρόμοια ανία

και οι κινήσεις του αργές μ’ ακρίβεια, προσεχτικές.

 

«Χάθηκε η επίσκεψη κι αυτόν τον μαύρο μήνα

πως νάναι τώρα τα παιδιά, άραγε ευτυχισμένα;

Ίσως δεν προλαβαίνουνε ναρθούν για να με δουν

πολλές δουλειές, απ’ το τηλέφωνο κάποτε θα μου πουν…».

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Φεβρουάριος/2022

 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Τα Μεγάλα Ερωτήματα

Το 99,9% των ειδών που έζησαν ποτέ πάνω στη Γη έχουν εξαφανιστεί.

 Αυτό δεν είναι άποψη.

Δεν είναι φιλοσοφία.

Δεν είναι ιδεολογία.

Είναι γεγονός.

Η ιστορία της ζωής δεν είναι η ιστορία ενός προσεκτικά σχεδιασμένου παραδείσου. Είναι η ιστορία αμέτρητων αποτυχιών, εξαφανίσεων και αδιάκοπης φυσικής επιλογής. Δισεκατομμύρια οργανισμοί γεννήθηκαν μόνο για να πεθάνουν. Ολόκληρα είδη κυριάρχησαν και αφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνος.

 Η φύση δεν φαίνεται να γνωρίζει τι σημαίνει δικαιοσύνη.

Δεν ανταμείβει τους καλούς.

Δεν προστατεύει τους αθώους.

Δεν λυπάται τα παιδιά, τους ασθενείς, τους αδύναμους, τους δυστυχείς.

Απλώς λειτουργεί.

Κι όμως, για αιώνες, ο άνθρωπος επέμενε να βλέπει πίσω από αυτή τη διαδικασία το χέρι μιας ανώτερης διάνοιας.

Αλλά όσο περισσότερο μαθαίναμε για τον κόσμο, τόσο μικρότερος γινόταν ο χώρος για το υπερφυσικό.

Κάποτε αποδίδαμε τους κεραυνούς στους θεούς.

Σήμερα γνωρίζουμε τον ηλεκτρισμό.

Κάποτε αποδίδαμε τις ασθένειες στα δαιμόνια.

Σήμερα γνωρίζουμε τα μικρόβια.

Κάποτε βλέπαμε τη δημιουργία εκεί όπου τώρα βλέπουμε την εξέλιξη.

Κάποτε βλέπαμε θαύματα εκεί όπου τώρα βλέπουμε φυσικούς νόμους.

 

Ο Homo sapiens υπάρχει εδώ και περίπου  300 χιλιάδες χρόνια.

Για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της πορείας έζησε μέσα στην άγνοια.

Παιδιά πέθαιναν πριν ενηλικιωθούν.

Γυναίκες πέθαιναν στη γέννα.

Επιδημίες αφάνιζαν πληθυσμούς.

Λιμοί κατέστρεφαν πολιτισμούς.

 

Και ο ουρανός παρέμενε σιωπηλός.

Όχι για μία δεκαετία.

Όχι για έναν αιώνα.

Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

 

Καμία θεϊκή αποκάλυψη για τα μικρόβια.

Καμία θεϊκή εξήγηση για τις λοιμώξεις.

Καμία θεϊκή γνώση για τα εμβόλια.

 

Τις απαντήσεις τις βρήκαν άνθρωποι.

Άνθρωποι που αμφισβήτησαν.

Άνθρωποι που παρατήρησαν.

Άνθρωποι που πειραματίστηκαν.

Άνθρωποι που αποφάσισαν να εξηγήσουν τον Κόσμο με την λογική.

 

Η πρόοδος δεν ήρθε από την προσευχή.

Ήρθε από την έρευνα.

Δεν ήρθε από την πίστη.

Ήρθε από την αμφιβολία.


Ο Νίτσε έγραψε ότι «ο Θεός πέθανε».

Δεν εννοούσε ότι κάποιο ουράνιο ον έπαψε να υπάρχει.

Εννοούσε ότι ο άνθρωπος έπαψε να χρειάζεται τον Θεό ως εξήγηση του κόσμου.

Η επιστήμη άνοιγε συνεχώς νέους ορίζοντες και οι παλιές βεβαιότητες υποχωρούσαν.

Όμως η εξαφάνιση του Θεού ως εξήγησης δημιούργησε ένα νέο πρόβλημα:

Το κενό.

 

Αν δεν υπάρχει θεϊκό σχέδιο, τότε δεν υπάρχει προκαθορισμένος σκοπός.

Αν δεν υπάρχει κοσμική δικαιοσύνη, τότε η ευθύνη πέφτει επάνω μας.

Αν δεν υπάρχει υπερφυσικός νομοθέτης, τότε εμείς οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις αξίες μας.

 

Και αυτό είναι πολύ πιο τρομακτικό από την πίστη.

Γιατί σημαίνει ότι είμαστε μόνοι.

Μόνοι μέσα σε ένα σύμπαν που δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για εμάς.

Ένα σύμπαν όπου τα άστρα γεννιούνται και πεθαίνουν αδιάφορα.

Όπου οι γαλαξίες συγκρούονται χωρίς σκοπό.

Όπου η ζωή είναι ένα σύντομο επεισόδιο ανάμεσα σε δύο απεραντοσύνες σιωπής.

Κι όμως…

Μέσα σε αυτή τη σιωπή εμφανίστηκε κάτι παράξενο.

Η συνείδηση.

 

Ένα ον που μπορεί να κοιτάζει το σύμπαν και να αναρωτιέται για το νόημά του.

Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό θαύμα.

Όχι ότι δημιουργηθήκαμε από θεούς.

Αλλά ότι, χωρίς θεούς, καταφέραμε να αναζητούμε την αλήθεια.

Όχι ότι υπάρχει κάποιο έτοιμο νόημα.

Αλλά ότι έχουμε την δύναμη να το δημιουργούμε.

 

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Θεός δικαιολογεί τον πόνο.

Το ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος έχει το θάρρος να κοιτάξει τον πόνο κατάματα, χωρίς να εφεύρει παρηγορητικούς μύθους.

Γιατί η ωριμότητα αρχίζει όταν σταματάμε να ζητάμε από το σύμπαν να μας εξηγήσει τον εαυτό του.

Και αρχίζουμε εμείς να τον εξηγούμε.

Γιατί οι μεγάλες ερωτήσεις δεν είναι επικίνδυνες.

Επικίνδυνο είναι να φοβηθούμε τις απαντήσεις τους.


Δημήτρης Βίκτωρ




 

 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Περί πραγματικότητας

«Απλά κοιτάζουμε και η πραγματικότητα αλλάζει»

Απλά κοιτάζουμε και η πραγματικότητα αλλάζει. Όχι επειδή το βλέμμα μας κατέχει μαγικές δυνάμεις, ούτε επειδή ο κόσμος είναι εύπλαστος σαν κερί στα χέρια της επιθυμίας μας. Αλλά επειδή το να κοιτάζεις δεν είναι ποτέ μια αθώα πράξη. Το βλέμμα είναι στάση απέναντι στο υπάρχον. Είναι η πρώτη εσωτερική συγκατάθεση ή άρνηση. Πριν ακόμη μιλήσουμε, πριν ακόμη πράξουμε, πριν ακόμη αποφασίσουμε, έχουμε ήδη τοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο με τον τρόπο που τον αντικρίζουμε. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει πρώτα έξω· αλλάζει μέσα στην κρίση μας. Και αυτή η εσωτερική μεταβολή είναι συχνά η αρχή κάθε εξωτερικής αλλαγής.

Ο άνθρωπος που βλέπει ένα εμπόδιο ως συμφορά, ζει ήδη μέσα στη συμφορά. Ο άνθρωπος που το βλέπει ως δοκιμασία, στέκεται ήδη λίγο ψηλότερα από αυτήν. Το ίδιο γεγονός, η ίδια απώλεια, η ίδια σιωπή, η ίδια νύχτα, μπορούν να γίνουν κατάρα ή άσκηση, φυλακή ή σχολείο. Δεν είναι το πράγμα μόνο του που μας συνθλίβει, αλλά η μορφή που του δίνουμε μέσα μας. Το βλέμμα μας δεν δημιουργεί το γεγονός, αλλά δημιουργεί τη σχέση μας μαζί του. Και η σχέση αυτή είναι η πραγματικότητα που τελικά κατοικούμε.

Κοιτάζουμε, λοιπόν, και αλλάζει ο κόσμος, επειδή αλλάζει το μέτρο με το οποίο τον δεχόμαστε. Όταν βλέπουμε με φόβο, όλα μεγαλώνουν απειλητικά. Όταν βλέπουμε με θυμό, όλα γίνονται προσβολή. Όταν βλέπουμε με ματαιοδοξία, όλα γίνονται καθρέφτες που είτε μας κολακεύουν είτε μας ταπεινώνουν. Μα όταν βλέπουμε με καθαρότητα, τα πράγματα αρχίζουν να επιστρέφουν στο μέγεθός τους. Το ασήμαντο παύει να απαιτεί λατρεία. Το αναπόφευκτο παύει να ζητά την άδειά μας. Το πρόσκαιρο παύει να παριστάνει το αιώνιο. Και τότε η πραγματικότητα δεν γίνεται πιο εύκολη· γίνεται πιο αληθινή.

Όμως υπάρχει και ένα άλλο βλέμμα, πιο επικίνδυνο, πιο δημιουργικό, πιο απείθαρχο. Δεν αρκείται να αποδέχεται τον κόσμο με γαλήνη· θέλει να τον ξαναβαπτίσει. Δεν κοιτάζει τα πράγματα για να τα υπομείνει, αλλά για να τα μεταμορφώσει. Αυτό το βλέμμα δεν είναι παρηγοριά· είναι φωτιά. Βλέπει την πέτρα και δεν λέει μόνο «υπάρχει»· λέει «τι μπορεί να γίνει;». Βλέπει το σκοτάδι και δεν ζητά απλώς να το αντέξει· αναρωτιέται ποια αστραπή μπορεί να γεννηθεί μέσα του. Βλέπει τον άνθρωπο όχι ως τελειωμένο πλάσμα, αλλά ως γέφυρα, ως υλικό, ως υπόσχεση που ακόμη δεν τόλμησε να εκπληρωθεί.

Εδώ το βλέμμα γίνεται δύναμη ερμηνείας. Και όποιος ερμηνεύει βαθιά, δημιουργεί. Διότι ο κόσμος δεν μας προσφέρεται έτοιμος, σαν νόημα ολοκληρωμένο. Μας δίνεται σαν ύλη άγρια, αντιφατική, σκληρή, πολλές φορές παράλογη. Το νόημα δεν το βρίσκουμε πάντα· συχνά το επιβάλλουμε. Όχι με ψεύδος, αλλά με δημιουργική τόλμη. Ο αδύναμος κοιτάζει την άβυσσο και ζητά να εξαφανιστεί. Ο δυνατός την κοιτάζει και την αναγκάζει να γίνει βάθος. Ο ένας βλέπει τέλος· ο άλλος βλέπει πέρασμα. Ο ένας γονατίζει μπροστά στο γεγονός· ο άλλος το αρπάζει και το κάνει μοίρα του.

Αυτό σημαίνει πως η πραγματικότητα αλλάζει όχι μόνο όταν την παρατηρούμε, αλλά όταν το βλέμμα μας παύει να είναι παθητικό. Το βλέμμα που απλώς καταγράφει είναι μάτι υπηρέτη. Το βλέμμα που αξιολογεί, διαλέγει, απορρίπτει, υψώνει, καταστρέφει και ξαναχτίζει, είναι μάτι δημιουργού. Δεν υπάρχει ουδέτερη θέαση. Κάθε ματιά είναι μια κρυφή απόφαση για το τι αξίζει να υπάρχει, τι αξίζει να πεθάνει, τι αξίζει να γεννηθεί.

Έτσι, το απόφθεγμα δεν λέει πως ο κόσμος αλλάζει επειδή τον κοιτάμε επιπόλαια. Λέει πως ο κόσμος αλλάζει όταν το βλέμμα μας αποκτά βάρος, συνείδηση, ένταση, βούληση. Η πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει· είναι και το ύψος από το οποίο το αντικρίζουμε. Και ίσως ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να ελευθερώνεται τη στιγμή που καταλαβαίνει πως δεν είναι απλώς θεατής του κόσμου, αλλά ο πρώτος τεχνίτης της σημασίας του.

Τότε, όταν καταλαβαίνει πως βλέπει με τον νου…

Δημήτρης Βίκτωρ




 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

"Αριστοτέλους & Αλεξάνδρου" -- Ποίημα και απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ

"ARISTOTLE’S & GREAT ALEXANDER’S" – Poem and Recitation: Dimitris Victor...

" ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ & ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ " - Ποίημα του Δ. Βίκτωρ - Απαγγέλλει ο ίδιος

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Περί θαύματος και αποχαιρετισμού των πάντων

«Κάθε στιγμή είναι συμμετοχή στο θαύμα. Κάθε μέρα είναι αποχαιρετισμός στα πάντα»

Η φράση αυτή συμπυκνώνει δύο μεγάλες αλήθειες της ανθρώπινης εμπειρίας. Από τη μια, αναφέρεται στο «θαύμα» που εμπεριέχει κάθε στιγμή, κι από την άλλη, μιλά για τον διαρκή «αποχαιρετισμό» που φέρνει μαζί του το πέρασμα του χρόνου. Αυτός ο διττός χαρακτήρας εκφράζει την αέναη εναλλαγή ανάμεσα στην ομορφιά της ύπαρξης και τη φθορά της.

Σε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας, κρύβεται ένα είδος θαύματος, το οποίο συχνά παραβλέπουμε. Είναι η μοναδικότητα αυτής της στιγμής, η αίσθηση της ζωντάνιας, η αναπνοή, η επικοινωνία με τους άλλους, η δυνατότητα να αισθανθούμε, να σκεφτούμε, να φανταστούμε. Όλα αυτά, όταν τα παρατηρήσουμε με νηφαλιότητα, φανερώνουν τη μαγεία που διαπερνά την καθημερινότητα.

Πέρα από οποιαδήποτε θρησκευτική ή υπερφυσική διάσταση, το «θαύμα» εδώ μπορεί να ερμηνευτεί φιλοσοφικά ως η άπειρη πολυπλοκότητα του κόσμου. Κάθε μας βλέμμα, κίνηση ή σκέψη είναι αποτέλεσμα εκατομμυρίων αόρατων αλυσίδων αιτίου-αποτελέσματος. Όταν το αντιληφθούμε, μπορούμε να νιώσουμε βαθιά ευγνωμοσύνη που υπάρχουμε και συμμετέχουμε σε κάτι τόσο θεμελιώδες.

Εφόσον ζούμε μέσα στον χρόνο, οτιδήποτε εμφανίζεται και ανθίζει, αργά ή γρήγορα δύει. Κάθε μέρα, συμβολικά και κυριολεκτικά, κλείνει έναν κύκλο. Σηματοδοτεί το τέλος όσων ζήσαμε, αισθανθήκαμε, ελπίσαμε ή φοβηθήκαμε μέχρι τη δύση του ηλίου. Οι «αποχαιρετισμοί» αυτοί δεν είναι απαραίτητα δραματικοί ή τραγικοί· είναι όμως αναπόφευκτοι.

Ο αποχαιρετισμός στα πάντα μάς υπενθυμίζει την περατότητα της ζωής, τη φθαρτότητα όλων των πραγμάτων. Είναι μια διαρκής υπενθύμιση να μην προσκολλόμαστε σε ό,τι θεωρούμε σταθερό, γιατί τίποτα δεν είναι πραγματικά αμετάβλητο. Μέσα από αυτό το καθημερινό «αντίο», έρχεται η επίγνωση ότι δεν μπορούμε να κρατήσουμε τίποτα για πάντα. Μπορούμε, όμως, να τιμήσουμε αυτό που ζήσαμε, διότι γνωρίζουμε πως αργά ή γρήγορα θα το αποχαιρετήσουμε.

Η ταυτόχρονη ύπαρξη του «θαύματος» και του «αποχαιρετισμού» λειτουργεί σαν μια φιλοσοφική υπενθύμιση ότι στη ζωή δεν υπάρχουν μόνο αμιγείς χαρές ή λύπες—υπάρχει πάντοτε ένα μωσαϊκό εμπειριών που διαδέχονται η μία την άλλη. Το παροδικό της ζωής, η φθορά, λειτουργεί ως υπόβαθρο που κάνει το «θαύμα» ακόμα πιο έντονο. Κι από την άλλη, η επίγνωση του θαύματος δίνει νόημα στο γεγονός ότι θα χρειαστεί να πούμε «αντίο» σε όσα αγαπήσαμε.

Οι δυο αυτές δυνάμεις—η δημιουργική και η φθαρτική—δεν είναι αντίθετες μεταξύ τους, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Χωρίς το φθαρτό, δεν θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε το πολύτιμο της στιγμής. Χωρίς το θαύμα, ο αποχαιρετισμός θα ήταν ίσως ανυπόφορος.

Η συγκεκριμένη αντίληψη του χρόνου και της εμπειρίας είναι παρούσα σε διάφορες φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις. Οι Στωικοί, για παράδειγμα, τονίζουν τη σημασία της εσωτερικής γαλήνης μπροστά στη διαρκή μεταβολή. Οι βουδιστικές διδασκαλίες υπενθυμίζουν τη ματαιότητα της προσκόλλησης, αφού η πραγματικότητα είναι συνεχής ροή. Εδώ, το αποφθεγματικό «κάθε στιγμή είναι συμμετοχή στο θαύμα» αντηχεί με την προσεκτική παρατήρηση του παρόντος, ενώ το «κάθε μέρα είναι αποχαιρετισμός στα πάντα» συνοψίζει το εφήμερο της ύπαρξης.

Στρέφουμε την προσοχή μας στα μικρά, απλά πράγματα, όπως η αναπνοή, το φως του ήλιου, η επικοινωνία. Μέσα σε αυτά, ανακαλύπτουμε το «θαύμα» που πολλές φορές αγνοούμε.
Αναγνωρίζουμε ότι κάθε μέρα κλείνει έναν κύκλο—συμβολικά αποχαιρετούμε όσα ζήσαμε. Με αυτή την υπενθύμιση, επιλέγουμε να ζήσουμε με λιγότερες τύψεις και περισσότερη ευγνωμοσύνη.
Απελευθερωνόμαστε από την προσπάθεια να κρατήσουμε τα πάντα αμετάβλητα. Η ζωή ρέει, κι εμείς μαζί της, απολαμβάνοντας όσα φέρνει το παρόν.

Συνοψίζοντας, ο συνδυασμός του θαύματος της στιγμής και του καθημερινού αποχαιρετισμού αναδεικνύει πόσο βαθιά και πολύπλοκη είναι η ζωή. Η επίγνωση της παροδικότητας μάς ωθεί να ανακαλύψουμε τη μαγεία μέσα στο παρόν και να προσεγγίσουμε την ύπαρξή μας με ανοιχτή καρδιά και νου. Έτσι, κάθε στιγμή γίνεται πολύτιμη· γίνεται ένα αληθινό θαύμα, ακόμα κι αν ξέρουμε ότι αργά ή γρήγορα θα το αποχαιρετήσουμε.

Δημήτρης Βίκτωρ