Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Περί οχλοποίησης

«Η οχλοποίηση του όχλου βασίζεται στην εντροπία του θυμικού»

Η έννοια της «οχλοποίησης» του πλήθους εκφράζει μια διαδικασία όπου η ατομική σκέψη και ευθύνη αναδιπλώνονται ή συνθλίβονται από μια μαζική, ασυλλόγιστη παρόρμηση. Όταν το πλήθος μετατρέπεται σε όχλο – όχι απλώς ομάδα ή σύνολο ανθρώπων με κοινό σκοπό, αλλά ένα σώμα που χάνει κάθε κριτική σκέψη και ατομικότητα – τότε συχνά γινόμαστε μάρτυρες ιστορικών πράξεων βίας, καταπίεσης ή αδικίας. Το απόφθεγμα επισημαίνει ακριβώς τη ζοφερή πλευρά αυτής της κατάστασης: «Η οχλοποίηση του όχλου μέσα στην ιστορία έφερε ολέθρια αποτελέσματα με το συλλογικό άδικο να κυριαρχεί χωρίς τιμωρία των υπεύθυνων».

Σε μια κλασική θεώρηση, ο όχλος δεν λειτουργεί απλώς ως σύνολο ανθρώπων, αλλά ως αόριστη δύναμη που παρασύρει. Ο κάθε άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον όχλο χάνει σταδιακά την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης. Η έννοια του “απρόσωπου” ευθύνεται για το φαινόμενο όπου κανείς δεν νιώθει πως «πρέπει να λογοδοτήσει»∙ η μάζα απορροφά την ατομική ηθική. Στην ουσία, το άτομο δεν νιώθει ότι οι πράξεις του είναι καρπός δικής του βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας ανώνυμης, συλλογικής παρόρμησης.

Στην ιστορία έχουν καταγραφεί άφθονα παραδείγματα όπου η κυριαρχία του όχλου οδήγησε σε φρικαλεότητες, όπως λιντσαρίσματα, διωγμούς ή ομαδικές πράξεις βίας. Το κακό συχνά εκδηλώνεται με όρους «συλλογικής τιμωρίας» ή «συλλογικής βίας». Εδώ γεννάται ένα οξύμωρο: ενώ μια δημοκρατική κοινωνία βασίζεται στη φωνή του πολίτη, αυτή η φωνή μετατρέπεται σε κραυγή της μάζας, όταν η ατομική κριτική στάση απουσιάζει. Το συλλογικό άδικο, αφού ενισχύεται από το ομαδικό πάθος, μένει πολλές φορές ατιμώρητο, καθώς δεν διακρίνονται σαφή όρια ευθύνης ούτε καθορίζονται ξεκάθαρα “αρχηγοί”.

Η Ψυχολογία του Όχλου
Η “αποπροσωποποίηση” και η “αποκτήνωση” του άλλου ευνοούνται ιδιαίτερα μέσα στον φανατισμό της μάζας. Όταν κάποιος δρα μέσα σε ένα σύνολο που χαρακτηρίζεται από ένταση, από άγνοια ή και από μίσος, αποκτά μια ψευδαίσθηση ότι «όλα επιτρέπονται». Σε τέτοιες στιγμές, η λογική ή η συμπόνια θεωρείται αδυναμία, και το συναίσθημα της ευθύνης θυσιάζεται στον βωμό του “κοινού πάθους”.

Ατιμωρησία: Το Παράλογο Αποτέλεσμα
Η «ατιμωρησία» προκύπτει εν μέρει διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί ένας κεντρικός υπεύθυνος μέσα στη ρευστότητα του όχλου. Η δυσκολία να διακριθεί “ποιος έφταιξε πρώτος” επιτρέπει το αθώωση πολλών. Η συλλογική επίκληση της αυτοδικαίωσης («όλοι το έκαναν») επιδεινώνει το φαινόμενο: ένα κράμα φόβου και συνενοχής “νεκρώνει” κάθε προσπάθεια έρευνας της αλήθειας ή της απόδοσης ευθυνών.

Διέξοδος

Η παιδεία που αναπτύσσει τον κριτικό λόγο και τη φιλοσοφική σκέψη είναι το βασικό αντίδοτο στον όχλο. Το άτομο που έχει μάθει να ρωτάει “γιατί;” και “πώς;” δύσκολα παρασύρεται σε μαζικές παρακρούσεις.

Ατομική Ευθύνη: Προϋποθέτει ότι ο καθένας μας θα κρίνεται και θα κρίνει με βάση τις πράξεις του. Η ιδέα της «ατομικής ηθικής» μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην τυφλή ταύτιση με την ομάδα.

Δημοκρατικοί Θεσμοί και Έλεγχος: Όταν οι θεσμοί λειτουργούν ορθά, μπορούν να θέτουν φραγμούς στην ανεξέλεγκτη ισχύ της μάζας. Η δικαιοσύνη οφείλει να τιμωρεί τα άτομα ή τις ομάδες που διαπράττουν αδικήματα, ανεξαρτήτως του πόσο «δημοφιλείς» ή μαζικές είναι οι απόψεις τους. Μόνον έτσι αποτρέπεται η ατιμωρησία και θέτονται ηθικά όρια στην εξουσία του πλήθους.

Η «οχλοποίηση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα επικίνδυνο σημείο καμπής στην κοινωνία, όπου οι ενστικτώδεις ορμές υπερισχύουν της λογικής και η βία λειτουργεί ως πρόσχημα δικαίωσης. Όταν το αίσθημα του δικαίου, του μέτρου και της ηθικής ξεθωριάζει μπροστά στη “σύγκλιση των φωνών” του πλήθους, τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχτούν ολέθρια, όπως μαρτυρά η ιστορία. Για να αποφευχθεί αυτό, απαιτείται παιδεία, κριτική σκέψη, αυστηρή τήρηση των δημοκρατικών αρχών και μια αρετή που συχνά ξεχνιέται: το θάρρος να μη συμμετέχουμε σε άδικες συλλογικές πράξεις, ακόμη κι αν είμαστε η πλειοψηφία. Μόνον έτσι παύει η τυφλή υποταγή στους μηχανισμούς του όχλου και καλλιεργείται μια κοινωνία περισσότερο δίκαιη, στοχαστική και ανθρώπινη.

Δημήτρης Βίκτωρ
 



" ΠΕΝΘΟΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ " --- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ --- Ερμηνεί...

Περί πένθους και θορύβου

Η θλίψη, ως βαθιά εσωτερική διαδικασία, μοιάζει με μια ερμητική σιωπή που απλώνεται μέσα μας, αναδεικνύοντας τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ύπαρξής μας. Στον απροσπέλαστο αυτό χώρο, ο άνθρωπος αναμετριέται με την απώλειά του· όχι με φωνασκίες ή μεγαλοστομίες, αλλά με μια βουβή περισυλλογή που γεννά σεβασμό τόσο απέναντι σε εκείνον που θρηνεί, όσο και απέναντι στο ίδιο το γεγονός της απουσίας. Με τη σιωπή, ο νους επιτρέπει στον πόνο να εκδηλωθεί καθαρά και αληθινά, δίχως τις παραμορφώσεις που επιφέρει ο θόρυβος της επίδειξης.

Όταν το πένθος επιζητεί δημοσιότητα, χάνει την αληθινή του υπόσταση. Μοιάζει τότε σαν να χρησιμοποιείται η οδύνη ως βήμα αυτοπροβολής, διεκδικώντας εύκολα βλέμματα και επιδερμική συμπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση, ο οδυρόμενος δεν βρίσκεται μόνος με τον πόνο του· αντιθέτως, επιλέγει την εξωστρέφεια του θορύβου, επιτρέποντας στον εγωισμό του να κυριαρχήσει και να απαλείψει την εσωτερική ενδοσκόπηση. Όμως ο αυθεντικός πόνος αρνείται να γίνει φανταχτερό θέαμα· δεν θέλει να προσφέρει υλικό στις επιπόλαιες ματιές του κόσμου, ούτε να μεταβληθεί σε εργαλείο εντυπωσιασμού.

Η αληθινή λύπη δεν έχει ανάγκη από εξωτερική επιβεβαίωση ή εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Αντιθέτως, μέσα από την ησυχία και την ενδοσκόπηση, φανερώνεται η πιο καθαρή μορφή αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον εαυτό μας, προς τον χαμένο άνθρωπο και προς το ίδιο το νόημα της ζωής.

Όσο μεγαλύτερο είναι το πένθος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σιωπή, γιατί η ψυχή αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας και αποζητά την ευπρέπεια και τη σεμνότητα. Στην ουσία, η σιωπηλή διαδικασία του θρήνου επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώσει την απουσία και, σταδιακά, να την ενσωματώσει στο βίωμα της ζωής του. Αυτή η σεμνή σιωπή απελευθερώνει την εσωτερική κατανόηση πως είμαστε όλοι φθαρτοί και πεπερασμένοι.

Η ουσία της απώλειας βρίσκεται στο βίωμα και στη σιωπηλή επεξεργασία της. Εκεί, όπου η ψυχή αφουγκράζεται την έλλειψη, συγκατοικεί με την ανάμνηση και πορεύεται με την επίγνωση της θνητότητας. Μέσα από μια τέτοια σιωπηλή διαδικασία, ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανασυγκροτηθεί και να αντικρίσει τη ζωή με νέα ματιά. Σε τελική ανάλυση, το αληθινό πένθος δεν χρειάζεται περιττές διακηρύξεις – αρκεί η ήρεμη, εσωτερική αποδοχή για να το κάνει βαθιά ανθρώπινο.

Το βαθύ πένθος δεν χρειάζεται κοινό· δεν απαιτεί επιβεβαίωση ούτε κολακείες. Αντιθέτως, η γνήσια οδύνη θέλει χώρο και σιωπή, ώστε να αποτυπωθεί αληθινά στην ύπαρξη. Όσο πιο απροσπέλαστη γίνεται η πληγή, τόσο πιο αληθινή η αναμέτρηση με την απώλεια. Και αυτή η ειλικρινής ενδοσκόπηση είναι η μόνη που επιτρέπει στην ψυχή να προχωρήσει, αναγνωρίζοντας με σεβασμό τόσο τη δική της θνητότητα όσο και την πραγματικότητα του κενού που αφήνει πίσω του ο χαμένος άνθρωπος.

Δημήτρης Βίκτωρ




Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Περί συμβιβασμού και εξευτελισμού

«Οι περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό κι ας εξευτελίζονται»

Οι περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό, κι ας εξευτελίζονται, γιατί ο συμβιβασμός μοιάζει με ήρεμο λιμάνι: υπόσχεται ασφάλεια, προβλεψιμότητα, ένα τέλος στη σύγκρουση. Κι όμως, ο εξευτελισμός δεν είναι πάντα θόρυβος και σκάνδαλο· συχνά είναι σιωπή, η ανεπαίσθητη υποχώρηση της αξιοπρέπειας μπροστά σε μια μικρή ευκολία. Όταν ο άνθρωπος φοβάται τον πόνο, σπεύδει να τον εξαγοράσει: δίνει λίγο από τον εαυτό του για να αγοράσει λίγη ησυχία, λίγο χρόνο, λίγη αποδοχή. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται νόμισμα της καθημερινής ειρήνης, αλλά και τίμημα μιας αργής εσωτερικής διάβρωσης.

Αν το δει κανείς νηφάλια, η προτίμηση στον συμβιβασμό είναι σε μεγάλο βαθμό μηχανισμός αυτοσυντήρησης. Ο νους μαθαίνει να αποφεύγει ό,τι απειλεί: απόρριψη, φτώχεια, μοναξιά, τιμωρία, αβεβαιότητα. Ο “ανεκτός” εξευτελισμός φαίνεται μικρότερος κίνδυνος από την απώλεια μιας θέσης ή μιας συνήθειας. Κι επειδή οι άνθρωποι συχνά συγχέουν το χρήσιμο με το καλό, βαφτίζουν τη φυγή “ρεαλισμό”, την υποχώρηση “ωριμότητα”, τη σιωπή “σύνεση”. Έτσι μια πράξη που πηγάζει από φόβο μπορεί να φορέσει το ένδυμα της αρετής και να περάσει ως ισορροπία.

Υπάρχει όμως μια σκληρή διάκριση που καθαρίζει το τοπίο: άλλα πράγματα εξαρτώνται από εμάς κι άλλα όχι. Δεν εξαρτάται από εμάς η διάθεση του πλήθους, η κρίση των ισχυρών, η φορά των γεγονότων. Εξαρτάται όμως από εμάς η στάση μας, η πρόθεση, το κριτήριο του σωστού. Ο εξευτελισμός δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό συμβάν· είναι κυρίως εσωτερική συγκατάθεση. Μπορεί να ηττηθείς χωρίς να εξευτελιστείς, αν δεν παραδώσεις την εσωτερική σου πυξίδα. Και μπορεί να νικήσεις, αλλά να είσαι ήδη ταπεινωμένος, αν κέρδισες πουλώντας αυτό που σε κρατά όρθιο.

Γι’ αυτό η αξιοπρέπεια δεν είναι πείσμα ούτε φιλοδοξία· είναι άσκηση ελευθερίας. Δεν είναι “να μη σε πατούν”, αλλά να μην πατάς εσύ τον εαυτό σου για να περάσεις. Κάθε συμβιβασμός πρέπει να ζυγίζεται με ένα ερώτημα που δεν σηκώνει ωραιοποιήσεις: αυτό που δίνω τώρα είναι κάτι εξωτερικό και πρόσκαιρο ή είναι κομμάτι της εσωτερικής μου ραχοκοκαλιάς; Αν είναι το πρώτο, ίσως η υποχώρηση να είναι σοφή. Αν είναι το δεύτερο, ο συμβιβασμός δεν είναι συμφωνία με τον κόσμο, είναι προδοσία μιας αρχής. Και η προδοσία, όσο κι αν φέρνει ηρεμία, αφήνει πίσω της δηλητήριο: τη γνώση ότι, στην κρίσιμη στιγμή, δεν στάθηκες δίπλα στον εαυτό σου.

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί “οι περισσότεροι” το επιλέγουν. Δεν είναι μόνο ο φόβος του άμεσου κόστους· είναι και η συνήθεια της μικρής υποχώρησης. Η πρώτη παραχώρηση γίνεται “για να περάσει η μέρα”, η δεύτερη “για να μη χαλάσει η σχέση”, η τρίτη “γιατί έτσι είναι το σύστημα”. Σιγά-σιγά δεν υπάρχει μια καθαρή στιγμή προδοσίας, αλλά μια αλυσίδα από εκπτώσεις που μοιάζουν λογικές. Ο άνθρωπος σκύβει λίγο-λίγο, ώσπου ξεχνά πώς είναι να στέκεται όρθιος, και ο εξευτελισμός παριστάνει το φυσικό.

Κι όμως, πίσω από αυτή τη νηφάλια εξήγηση υπάρχει μια σκοτεινότερη πλευρά: πολλές φορές ο συμβιβασμός δεν γίνεται για να σωθεί η ζωή, αλλά για να σωθεί η εικόνα. Είναι φόβος απογύμνωσης. Ο άνθρωπος προτιμά τη μάσκα της αποδοχής από το ρίσκο της αλήθειας, γιατί η αλήθεια δεν χαϊδεύει· απαιτεί. Απαιτεί να καταρρεύσουν βολικές αυταπάτες: ότι είμαστε “καλοί” επειδή είμαστε ακίνδυνοι, ότι είμαστε “ώριμοι” επειδή δεν συγκρουόμαστε, ότι είμαστε “ευτυχισμένοι” επειδή δεν ρισκάρουμε. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται τρόπος ύπαρξης: ειρήνη με ό,τι μας μικραίνει, αρκεί να μην αναγκαστούμε να πολεμήσουμε για ό,τι μπορούμε να γίνουμε.

Τότε ο εξευτελισμός δεν είναι ατύχημα, αλλά τίμημα μιας λατρείας της άνεσης. Η ένταση που γεννά δημιουργία αντικαθίσταται από ηρεμία που γεννά αδράνεια. Ο άνθρωπος διαπραγματεύεται την αλήθεια του για λίγη κοινωνική θερμότητα, και με τον καιρό το παρουσιάζει ως “ταπεινότητα”, ενώ είναι απώλεια ισχύος: όχι ισχύος πάνω στους άλλους, αλλά ισχύος πάνω στη ζωή του, της δυνατότητας να λέει “όχι” όταν όλοι τον εκπαιδεύουν να λέει “ναι”.

Υπάρχει βέβαια κι ένας συμβιβασμός που δεν εξευτελίζει, όταν γίνεται ως συνειδητή στρατηγική για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Το κριτήριο είναι απλό: η υποχώρηση δεν πρέπει να σου στερεί την ικανότητα να ξανασηκωθείς. Αν σε κρατά ικανό να πράξεις αύριο αυτό που θεωρείς ουσιώδες, μπορεί να είναι επιλογή δύναμης. Αν όμως σε εκπαιδεύει να ζητάς άδεια για να είσαι ο εαυτός σου, γίνεται σχολείο δουλείας. Η διαφορά φαίνεται στο ίχνος που αφήνει η πράξη: η σοφή υποχώρηση αφήνει καθαρότητα· ο εξευτελιστικός συμβιβασμός αφήνει ντροπή.

Στο τέλος, το βάρος πέφτει στην πιο αμείλικτη ερώτηση: τι αξίζει περισσότερο, μια ζωή χωρίς συγκρούσεις ή μια ζωή που αντέχει να κοιτά τον εαυτό της στα μάτια; Δεν σε κρίνει το πλήθος που σε έσπρωξε στον συμβιβασμό· σε κρίνει εκείνη η μοναχική στιγμή που μένεις με τη συνείδησή σου. Το απόφθεγμα δεν καταδικάζει απλώς τους πολλούς· αποκαλύπτει το τίμημα της ευκολίας και υπαινίσσεται μια δυνατότητα: να μην είσαι “οι περισσότεροι”. Να δέχεσαι τις αναπόφευκτες απώλειες χωρίς να πουλάς την εσωτερική σου αξία, να σηκώνεις το κόστος του να είσαι αληθινός ακόμη κι όταν πονά. Γιατί ο συμβιβασμός μπορεί να κερδίζει την ημέρα, αλλά η αξιοπρέπεια κερδίζει τη ζωή.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟ

Η παλιά εκείνη στάση των σοφών που έβλεπαν τα γεγονότα ως ουδέτερες προκλήσεις, ως ευκαιρίες να δοκιμάζεται η εσωτερική αντοχή του ανθρώπου, μοιάζει σήμερα να έχει χαθεί. Η ψυχραιμία, η αυτοκυριαρχία και η εστίαση στο δικό σου μέτρο έχουν αντικατασταθεί από μια υστερική επιθυμία να ελέγχεται ο άλλος∙ να περιορίζεται, να ισοπεδώνεται, να τιμωρείται επειδή τολμά να ξεχωρίσει. Εκείνος που προχωρά μπροστά, που χτίζει, που δημιουργεί, που δεν ζητά άδεια για την ελευθερία του, αντιμετωπίζεται πλέον σαν απειλή. Όχι επειδή βλάπτει κανέναν, αλλά επειδή ορίζει τον εαυτό του.

 Το μίσος για τον επιτυχημένο είναι πάντα μίσος για τον καθρέφτη. Είναι η οργή του αδύναμου όταν δει τι θα μπορούσε να γίνει και δεν τόλμησε ποτέ. Ο φθόνος δεν γεννιέται από την ανισότητα αλλά από την ενοχή∙ από την αίσθηση πως «εκείνος έκανε, εγώ όχι». Και όσο πιο εμμονικά κάποιος κρύβει τη δική του αδράνεια κάτω από μεγάλα λόγια και δήθεν υψηλές αρχές, τόσο πιο αγριεμένος γίνεται απέναντι σε όποιον τολμά να αποδεικνύει με το παράδειγμά του ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν άλλο παρά μια βολική πρόφαση.

 Οι ιδεοληπτικοί, όσοι μετατρέπουν ένα πολιτικό σύνθημα σε υποκατάστατο χαρακτήρα, πάσχουν ακριβώς από αυτή τη διάβρωση. Δεν αντέχουν την ελευθερία του άλλου, γιατί δεν αντέχουν τη δική τους σκλαβιά. Δεν αντέχουν την επιτυχία του άλλου, γιατί δεν αντέχουν να κοιτάξουν κατάματα τη δική τους αποτυχία. Έτσι ρίχνουν λάσπη, χτίζουν μύθους, αλυχτούν για «δικαιοσύνη» ενώ το μόνο που ζητούν είναι ισότητα προς τα κάτω. Θέλουν όλοι να μειωθούν στο ύψος της δικής τους αδράνειας, για να πάψει ο κόσμος να τους θυμίζει τι θα μπορούσαν να είναι.

 Η επιτυχία ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι για αυτούς προσωπική προσβολή. Ζηλεύουν την ανεξαρτησία, όχι τα έργα. Ζηλεύουν την τόλμη, όχι τα αποτελέσματα. Θέλουν να σε δουν να αποτυγχάνεις για να καταπνίξουν μέσα τους την απόδειξη πως η ελευθερία απαιτεί ευθύνη — κάτι που ποτέ δεν θέλησαν να αναλάβουν. Γι’ αυτό και πολεμούν όχι τον άνθρωπο, αλλά το πνεύμα του. Θέλουν να κόψουν τα φτερά επειδή εκείνοι δεν πέταξαν ποτέ.

Και όμως, η μεγαλύτερη εκδίκηση του επιτυχημένου δεν είναι η ανταπόδοση του μίσους. Είναι η αδιαφορία. Η συνέχιση της πορείας χωρίς να ζητήσει απολογία, χωρίς να χαμηλώσει τον ρυθμό, χωρίς να χαριστεί σε κανέναν που λατρεύει την αδράνεια περισσότερο από την αλήθεια. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη: στο ότι προχωράς ακόμη κι όταν ουρλιάζουν πίσω σου.

 Στο τέλος, μόνο ένας νόμος επικρατεί: ο νόμος της υπέρβασης. Όποιος δεν αντέχει τη λάμψη του άλλου, ας στραφεί προς το δικό του σκοτάδι. Όποιος μισεί τον ελεύθερο, ας μείνει φυλακισμένος στις δικές του αλυσίδες. Ο ελεύθερος και δημιουργικός άνθρωπος δεν ορίζεται από τη γνώμη των μικρών, αλλά από την ορμή του δικού του γίγνεσθαι. Και κάθε φορά που ένας τέτοιος άνθρωπος προχωρά, επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τον απλό, σκληρό, αμείλικτο κανόνα: ό,τι δεν μπορεί να σε φτάσει, θα προσπαθήσει να σε καταστρέψει — κι εσύ θα προχωρήσεις κι άλλο.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η Λεωφόρος του εξανθρωπισμού

Οι ψυχές των ανθρώπων κυβερνώνται από το μίσος και οι πρακτικές των συνόλων υποτάσσονται στην Μισαλλοδοξία.
Αυτό διδάσκει η ιστορία, αυτό ζουν όλες οι γενιές από καταβολής κόσμου.

Η ζωή είναι άδικη. Αυτή ήταν και είναι η ανάγκη επινόησης του Θεού, του όποιου Θεού.
Οι άνθρωποι είναι μόνοι και στην προσπάθειά τους να εξανθρωπιστούν, επικαλούνται την Δικαιοσύνη και την επιδιώκουν, τουλάχιστον στα λεγόμενα, με ευχές και παραινέσεις.

Για να είσαι όμως δίκαιος, έστω σχετικά, θα πρέπει να μπαίνεις πρωτίστως στη θέση του άλλου. Αλλά ο άνθρωπος είναι ελλιπής σε ικανότητα για κάτι τέτοιο. Πόσο μάλλον αν υπάρχει αντιπαλότητα μεταξύ κρατών. Τότε η έννοια κάθε δικαίου εξαφανίζεται και στην θέση του μπαίνει η 
κατίσχυση, η επιβολή του συμφέροντος με δύναμη.

Οι λαοί νομίζουν πως αποφάσεις παίρνουν οι πολιτικοί, και οι πιστοί όπου γης πως καθορίζουν την μοίρα τους οι θεοί τους.
Τίποτε από όλα αυτά.
Η Μισαλλοδοξία κυβερνά.
Αυτή, που είναι ριζωμένη μέσα στα μυαλά των ανθρώπων σαν ανώτατο ένστικτο.

Το κυνήγι της αγάπης είναι ο δρόμος προς τον χαμένο παράδεισο του ανθρώπου.
Η Αγάπη είναι ανύπαρκτη για το ανθρώπινο γένος, πλην της επιλεκτικής.

Έτσι θα διαφωνούν οι πάντες με τους πάντες.


Τα υπόλοιπα στον μεγάλο Θουκυδίδη, που όποιος τον μελετήσει θα κατανοήσει πως, δεν υπάρχουν λαοί με ταυτότητα, αλλά άνθρωποι που πασχίζουν να επικρατήσουν με κάθε τρόπο και μακριά από δίκαια, διαπερνώντας την λεωφόρο του εξανθρωπισμού με μίσος.

Δημήτρης Βίκτωρ




Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκέψης και μίσους γι’ αυτήν

«Αν θέλεις να σε μισήσει κάποιος, κάνε τον να σκεφτεί»

Το απόφθεγμα μοιάζει υπερβολικό, κι όμως ακουμπά μια παλιά αλήθεια: η σκέψη δεν είναι απλώς εργαλείο, είναι δοκιμασία. Δεν κερδίζει πάντα φίλους· συχνά διαλύει τις συμβάσεις που κρατούν την καθημερινότητα ήρεμη. Και επειδή οι άνθρωποι προτιμούν την ηρεμία από την αλήθεια, όποιος τους καλεί να σκεφτούν, τους καλεί να χάσουν κάτι: μια βεβαιότητα, μια δικαιολογία, ένα καταφύγιο.

Η σκέψη, όταν είναι γνήσια, ζητά να αποσυρθείς από το πλήθος των εντυπώσεων και των επιθυμιών, να δεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως σε βολεύει να είναι. Εκείνος που σκέφτεται δεν επιδιώκει να νικήσει σε διαμάχη, αλλά να μην ηττηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Μαθαίνει να ξεχωρίζει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να μην παραχωρεί σε άλλους την κυριαρχία πάνω στη διάθεσή του, να μη θυσιάζει την εσωτερική του ισορροπία για λίγη επιδοκιμασία. Η σκέψη γίνεται άσκηση: πειθαρχία απέναντι στην παρόρμηση, καθαρότητα απέναντι στη σύγχυση, μέτρο απέναντι στην υπερβολή.

Κι εδώ βρίσκεται το πρώτο αγκάθι του ρητού. Όταν κάνεις κάποιον να σκεφτεί, του ζητάς να σταθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν κολακεύει. Η σκέψη αφαιρεί τα μαλακά περιτυλίγματα των βολικών αφηγήσεων. Αν κάποιος έχει χτίσει την αυτοεικόνα του πάνω σε έτοιμες γνώμες, σε κληρονομημένες βεβαιότητες ή σε ένα «έτσι είναι τα πράγματα», τότε η αληθινή ερώτηση λειτουργεί σαν ξύσιμο σε πληγή. Δεν μισεί εκείνον που του δίνει μια απάντηση· μισεί εκείνον που του παίρνει το άλλοθι. Διότι μέχρι να σκεφτεί, μπορούσε να ζει «αθώος» μέσα στην άγνοια. Από τη στιγμή που σκέφτηκε, είναι υποχρεωμένος να αναλάβει ευθύνη.

Η σκέψη είναι επίσης διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης. Πολλές σχέσεις στηρίζονται σε άγραφες συμφωνίες: να μην αγγίζουμε τα ιερά του άλλου, να μη φωτίζουμε υπερβολικά τις αντιφάσεις, να μην απαιτούμε λογαριασμό από τις συνήθειες. Αυτές οι συμφωνίες συχνά κάνουν τη ζωή ανεκτή. Όμως είναι εύθραυστες. Η ερώτηση «γιατί;» μπορεί να τις διαλύσει. Όποιος ωθεί έναν άνθρωπο να σκεφτεί, κλονίζει συνήθειες και σχέσεις ισχύος που κρύβονται από κάτω. Γιατί η συνήθεια δεν είναι μόνο άνεση· είναι και τάξη. Και κάθε τάξη έχει ωφελημένους.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το απόφθεγμα δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Είναι άμυνα. Είναι ο θυμός του ανθρώπου που νιώθει ότι χάνει έδαφος: χάνει την εύκολη ταυτότητα, χάνει την ασφάλεια του «ανήκειν», χάνει την άνεση της βεβαιότητας. Η σκέψη τον αναγκάζει να δει ότι ίσως είχε άδικο, ότι ίσως δεν επέλεξε ο ίδιος όσα υποστηρίζει, ότι κάποιος άλλος διάλεξε γι’ αυτόν. Και αυτή η συνειδητοποίηση πληγώνει τον εγωισμό περισσότερο από οποιαδήποτε προσβολή. Γι’ αυτό συχνά μετατρέπεται σε επίθεση προς τον φορέα της αμφιβολίας: είναι ευκολότερο να μισήσεις τον αγγελιοφόρο παρά να αναμορφώσεις τη ζωή σου.

«Κάνε τον να σκεφτεί», λοιπόν, σημαίνει: κάνε τον να αναμετρηθεί με την πιθανότητα ότι η ζωή του ήταν επανάληψη ξένων εντολών, ότι η ηθική του ήταν βολική συμμόρφωση, ότι η αλήθεια του ήταν κοινωνική συμφωνία. Αν δεν έχει τη δύναμη να αντέξει αυτή την απογύμνωση, θα μετατρέψει το σοκ σε μίσος. Γιατί το μίσος είναι μια εύκολη αναπλήρωση δύναμης: σε κάνει να νιώθεις ισχυρός τη στιγμή που εσωτερικά κλονίστηκες. Μισώντας, αποκαθιστάς μια ψεύτικη κυριαρχία: «φταίει εκείνος», άρα «εγώ δεν χρειάζεται να αλλάξω».

Κι όμως, το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί και σαν πικρός έπαινος της σκέψης. Η σκέψη δεν υπόσχεται αποδοχή. Δεν είναι κοινωνικό χάρισμα. Συχνά σε απομονώνει, όχι επειδή προκαλείς επίτηδες, αλλά επειδή δεν μπορείς πια να συμμετέχεις σε τελετουργίες αυτοεξαπάτησης. Γίνεσαι άβολος καθρέφτης. Και οι άνθρωποι σπάνια αγαπούν τους καθρέφτες που δεν τους ωραιοποιούν.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα σε μισήσουν. Είναι αν αντέχεις να μην σε αγαπούν όταν δεν χαρίζεις αυταπάτες, και αν αντέχεις να μη μισήσεις κι εσύ όσους διαλέγουν τον ύπνο. Γιατί η σκέψη έχει κι έναν δικό της πειρασμό: την αλαζονεία του «εγώ βλέπω, οι άλλοι όχι». Αν πέσεις εκεί, δεν οδηγείς τον άλλο στη σκέψη αλλά στην ταπείνωση, και τότε το μίσος του είναι φυσική ανταπόδοση.

Αν όμως η σκέψη προσφέρεται χωρίς έπαρση, σαν πρόσκληση και όχι σαν καταδίκη, τότε ακόμη κι αν γεννήσει μίσος, γεννά κάτι πιο σημαντικό: ρωγμή. Κι από μια ρωγμή μπορεί να μπει φως, αλλά και αέρας που παγώνει. Η σκέψη είναι φως και αέρας μαζί. Δεν υπόσχεται ζεστασιά. Υπόσχεται ελευθερία. Και η ελευθερία είναι ακριβή, γιατί πληρώνεται με την απώλεια της άνεσης.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το ρητό αποκαλύπτεται ως τίμημα. Όχι κάτι που πρέπει να επιδιώκεις, αλλά κάτι που πρέπει να είσαι έτοιμος να πληρώσεις, αν δεν θες να ζεις με δανεική συνείδηση. Διότι η σκέψη, στην αυστηρή της αρχή και στην άγρια της συνέχεια, δεν έχει σκοπό να σε κάνει συμπαθή. Έχει σκοπό να σε κάνει ελεύθερο.

Δημήτρης Βίκτωρ



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 "Αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο τους αναγνωρίζεις: 
Έχουν στα μάτια κάτι, στα χείλια κάτι και στο ύφος ακόμα κάτι. 
Ένα πέπλο, κάτι…"

Το παραπάνω απόφθεγμα επικεντρώνεται σε εκείνους τους ανθρώπους που, με λόγια ή πράξεις, ξεχωρίζουν από το πλήθος λόγω της φλόγας που τους κινεί να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα γύρω τους. Μας μιλάει για ένα “πέπλο”, ένα “κάτι” αόριστο, το οποίο διακρίνεται στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος τους. Τι είναι, όμως, αυτό το “κάτι” που υποδηλώνει; Και γιατί γίνεται τόσο αισθητό σε όσους έχουν μια βαθιά επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο;

Οι άνθρωποι που επιθυμούν να φέρουν αλλαγή ξεχωρίζουν από την εσωτερική τους κινητήρια δύναμη. Είναι εκείνοι που δεν αρκούνται στην πεπατημένη οδό ούτε ικανοποιούνται από τη συμβατική “τάξη πραγμάτων”. Αντί να περιμένουν παθητικά να συμβούν οι εξελίξεις, στέκονται μπροστά στις προκλήσεις και οραματίζονται νέες κατευθύνσεις.

Η ματιά τους μαρτυρά ένα μείγμα προσμονής και αποφασιστικότητας. Δεν κοιτούν απλώς τον κόσμο, αλλά φαίνεται να βλέπουν ένα πιθανό μέλλον κρυμμένο πίσω από την επιφάνεια. Είναι σαν τα μάτια τους να “αφηγούνται” μια ιστορία που για τους περισσότερους είναι αόρατη.

Το χαμόγελο ή η έκφρασή τους φανερώνει μια προσήλωση σε ιδανικά. Ακόμη κι όταν δεν μιλούν, τα χείλη τους μοιάζουν έτοιμα να προφέρουν λόγια αισιοδοξίας ή ορμής. Η “σιωπή” τους δεν είναι κενή, αλλά γεμάτη πειθαρχημένη έξαρση.

Πέρα από τα λόγια, η συνολική στάση του σώματός τους και η συμπεριφορά τους απηχεί μια αφοσίωση σε έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Σε κάθε κίνησή τους, διαβάζει κανείς ότι η αδράνεια δεν τους ταιριάζει.

Όταν γίνεται λόγος για ένα “πέπλο”, συχνά αναφερόμαστε σε κάτι που καλύπτει ή περιβάλλει κάποιον, προσδίδοντάς του ένα μυστήριο. Στην περίπτωση των ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το “πέπλο” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακτινοβολία της οραματικής τους διάθεσης.

Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε ό,τι “είναι” και σε ό,τι “θα μπορούσε να είναι”. Το “πέπλο” τους προστατεύει από τον κυνισμό του περιβάλλοντος, λειτουργώντας σαν διαχωριστική μεμβράνη ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία τους, όπου γεννιούνται νέες ιδέες.

Συχνά, όσοι επιζητούν αλλαγή θεωρούνται “ουτοπιστές”. Κι όμως, οι μεγάλες τομές στις κοινωνίες σχεδόν πάντα ξεκίνησαν από κάποιους “ουτοπιστές”. Το “πέπλο” λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από μια δεδομένη πραγματικότητα μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες άλλες, αν ακόμα δεν τις έχουμε ανακαλύψει.

Κάθε επιθυμία για αλλαγή, προτού γίνει δημόσια δράση, ξεκινά από μια εσωτερική επανάσταση. Στον πυρήνα της, βρίσκεται μια μορφή αμφισβήτησης: “Γιατί να είναι έτσι τα πράγματα;” ή “Πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά;”

Το βλέμμα τους προδίδει τη βαθιά πεποίθηση ότι η πορεία της ζωής ή της κοινωνίας δεν είναι προκαθορισμένη. Αντίθετα, θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να επανασχεδιάσει τις συνθήκες της ύπαρξής του.

Η απόφαση να αμφισβητεί κανείς το “στάτους κβο” απαιτεί θάρρος. Αυτό το βλέπουμε στην αποφασιστικότητα που καθρεφτίζεται στο ύφος τους. Ξέρουν πως η αλλαγή συχνά συναντά αντίσταση, αλλά αυτό δεν τους σταματά· τους καθοδηγεί η ιδέα ότι χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη.

Συχνά, οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν με το “πέπλο” μιας αλλαγής, αρχικά αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ειρωνεία. Το βλέμμα τους, η στάση τους, μπορεί να φαίνονται παράξενα ή υπερβολικά σε όσους έχουν συνηθίσει στη στασιμότητα. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι πολλές φορές οι “ονειροπόλοι” και οι “επαναστάτες” έχουν υπάρξει οι πραγματικοί διαμορφωτές του μέλλοντος.

Οι καινοτόμες ιδέες δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές. Το “πέπλο” που φέρουν, τους διαχωρίζει από το “παραδοσιακό” και δημιουργεί έναν αμήχανο θαυμασμό, αλλά και φόβο στους γύρω τους.

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτοί οι άνθρωποι συχνά αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει μια φυσική έλξη που βασίζεται στη διάθεση για υπέρβαση, σαν να συμμερίζονται ένα κοινό μυστικό για το πώς θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος.

Τελικά, αυτό το “κάτι” στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος αυτών που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο δεν είναι μια κενή γοητεία. Είναι ένα συναίσθημα ελπίδας, αλλά ταυτόχρονα και μια έμπρακτη ανάληψη ευθύνης απέναντι στη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά γύρω μας – ή ίσως αν κοιτάξουμε και μέσα μας – θα βρούμε εκείνους που θέλουν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο. Το “πέπλο” αυτό δεν είναι κάτι υπερφυσικό· είναι η απτή ανταύγεια του ανατρεπτικού πνεύματος, της αποφασιστικότητας και της αισιοδοξίας. Στα μάτια τους, θα δούμε τον καθρέφτη μιας πιθανότητας για ένα καλύτερο μέλλον. Στα χείλη τους, θα ακούσουμε τη βεβαιότητα ότι η ζωή μπορεί να ξαναγραφτεί από την αρχή. Και στο ύφος τους, θα διακρίνουμε ότι δεν αποδέχονται μοιρολατρικά όσα συμβαίνουν, αλλά αγωνίζονται για όσα μπορούν να συμβούν.

Είναι αυτοί, τελικά, που πυροδοτούν την ιστορία, που σπρώχνουν τα όρια και που προσδίδουν νόημα στο ανθρώπινο ταξίδι. Ένα “κάτι”· μια άφατη δύναμη· το ίδιο το όραμα της αλλαγής. Και εκεί έγκειται όλη η γοητεία τους: μας θυμίζουν ότι ο κόσμος ίσως δεν είναι παρά η προβολή του θάρρους και των ονείρων μας.

Δημήτρης Βίκτωρ



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκοπού, νοήματος, ελευθερίας

«Η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα· γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να ζει ελεύθερος.
Γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει»

Η ζωή, όταν την κοιτάξει κανείς χωρίς παραμύθια και χωρίς δεκανίκια, δεν προσφέρει εγγυήσεις. Δεν παραδίδει στον άνθρωπο ένα γραμμένο σχέδιο, ούτε μια τελική «εξήγηση» που να τον απαλλάσσει από την ευθύνη της κρίσης του. Αυτό που ονομάζουμε σκοπό και νόημα συχνά δεν είναι παρά η ανθρώπινη ανάγκη να δέσει το τυχαίο με μια κορδέλα λογικής, να μετατρέψει τη ροή σε αφήγηση και την αγωνία σε δόγμα. Όμως η απουσία προκαθορισμένου νοήματος δεν είναι μόνο έλλειμμα· είναι και άνοιγμα. Είναι η καθαρή συνθήκη μέσα στην οποία ο νους μπορεί να σταθεί όρθιος: να αναγνωρίσει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να πάψει να απαιτεί από τον κόσμο να του χρωστάει παρηγοριά, και να μάθει να ζει χωρίς να εκβιάζει το σύμπαν να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Όταν λέμε «η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα», αγγίζουμε μια αλήθεια που μπορεί να γίνει είτε δηλητήριο είτε φάρμακο. Δηλητήριο, αν την πάρουμε ως πρόσχημα για αδράνεια, κυνισμό ή αυτολύπηση: «αφού τίποτα δεν σημαίνει, τίποτα δεν αξίζει». Φάρμακο, αν τη δεχτούμε ως άσκηση διαύγειας: «αφού τίποτα δεν είναι γραμμένο, τότε η πράξη μου δεν είναι υποσημείωση, αλλά κύριο κείμενο». Η ελευθερία εδώ δεν είναι ρομαντική έκσταση· είναι πειθαρχία. Είναι η ικανότητα να μην κρέμεται ο άνθρωπος από νοήματα που του σερβίρονται, αλλά να ρυθμίζει τον εαυτό του απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν του κάνει χάρες. Να μη ζητάει από την τύχη να είναι δίκαιη, ούτε από την απώλεια να είναι «λογική». Να αποδέχεται ότι ο πόνος, η φθορά και το τέλος δεν είναι σκάνδαλο, αλλά συνθήκη. Και μέσα ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη να βρίσκει το μέτρο: να ζει με νηφαλιότητα, να επιλέγει με καθαρότητα, να αγαπά χωρίς να απαιτεί αθανασία από ό,τι αγαπά.

Έτσι η απουσία σκοπού δεν καταργεί την αξία της ζωής· καταργεί την αξίωση πως η αξία πρέπει να είναι εξωτερικά επικυρωμένη. Η ζωή δεν χρειάζεται «θεωρητική άδεια» για να βιωθεί. Το ότι δεν υπάρχει τελικός λογαριασμός όπου όλα θα ισοφαριστούν, δεν σημαίνει ότι οι πράξεις είναι ίδιες· σημαίνει ότι η κρίση τους πέφτει πάνω μας, τώρα, στον χαρακτήρα μας, στις συνέπειες, στην καθαρότητα της πρόθεσης, στην αντοχή μας όταν κανείς δεν χειροκροτεί. Η ελευθερία που γεννιέται από το «χωρίς νόημα» είναι η ελευθερία από την ανάγκη της επιβεβαίωσης: να κάνεις το σωστό όχι επειδή «γράφεται κάπου», αλλά επειδή το αναγνωρίζεις ως σωστό και επειδή μπορείς να το αντέξεις. Να επιλέγεις την αξιοπρέπεια ως στάση, όχι ως ανταμοιβή.

Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο άγρια, πιο δημιουργική, που δεν αρκείται στην ισορροπία. Εκεί το «η ζωή δεν έχει νόημα» δεν είναι απλώς διάγνωση, αλλά πρόκληση. Αν δεν υπάρχει έτοιμος σκοπός, τότε κάθε σκοπός που υιοθετεί ο άνθρωπος είναι κατασκευή. Και κάθε κατασκευή κρίνεται όχι από το αν «αντιστοιχεί» σε κάποιον ουρανό ιδεών, αλλά από το πόση δύναμη γεννά, πόση ζωή πυκνώνει, πόσο μεταμορφώνει τον φορέα της. Το κενό νοήματος δεν είναι έλλειψη που πρέπει να καλυφθεί με παρηγοριά· είναι χώρος που πρέπει να κατακτηθεί. Είναι το πεδίο όπου ο άνθρωπος δεν καλείται να βρει ένα νόημα, αλλά να γίνει ο ίδιος το γεγονός που παράγει νόημα. Όχι ως αυταπάτη, αλλά ως πράξη ισχύος: να δίνεις μορφή στο χάος χωρίς να το αρνείσαι.

Σε αυτή την οπτική, η ελευθερία δεν είναι η ήρεμη αποδέσμευση από τα εξωτερικά· είναι η επιθετική ανάληψη του βάρους. Είναι το θάρρος να ζεις χωρίς να στηρίζεσαι σε υπερβατικά δεκανίκια, και ταυτόχρονα να μην πέφτεις στον μηδενισμό της παραίτησης. Γιατί ο μηδενισμός δεν είναι απλώς η σκέψη ότι «τίποτα δεν έχει νόημα»· είναι η κόπωση που ακολουθεί αυτή τη σκέψη όταν δεν αντέχεται. Τότε ο άνθρωπος ψάχνει ναρκωτικά νοήματα: ιδεολογίες, ταυτότητες, μικρές βεβαιότητες, μίση που οργανώνουν το χάος. Η πρόταση του αποφθέγματος είναι πιο απαιτητική: ακριβώς επειδή δεν υπάρχει νόημα, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος — δηλαδή μπορείς να αρνηθείς τα υποκατάστατα και να δημιουργήσεις αξίες που δεν στηρίζονται σε φόβο, αλλά σε αφθονία ζωής.

Εδώ το «γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει» αποκτά το πιο αιχμηρό του περιεχόμενο. Αξίζει, όχι επειδή θα δικαιωθεί κάπου, αλλά επειδή η ζωή μπορεί να γίνει έργο. Μπορεί να γίνει σφυρηλάτηση ύφους, μεταστοιχείωση του πάθους, μετατροπή της πληγής σε γνώση, της απώλειας σε βάθος, της σύγκρουσης σε μορφή. Και μπορεί να συνεχίσει, όχι επειδή υπάρχει εγγύηση ότι θα είναι «καλύτερα», αλλά επειδή ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει το βάρος της ύπαρξης χωρίς μεταφυσικά άλλοθι. Μπορεί να πει ένα καθαρό «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτή δεν υπόσχεται τίποτα. Όχι ένα «ναι» αφελές, αλλά ένα «ναι» που έχει περάσει από την άρνηση, που έχει δει το κενό και δεν τρόμαξε. Ένα «ναι» που δεν ζητάει να αλλάξει το σύμπαν για να το αγαπήσει, αλλά αγαπά το σύμπαν ακριβώς όπως είναι: αδιάφορο, ανοιχτό, ανεξήγητο.

Και κάπου εκεί συναντιούνται οι δύο κινήσεις: η νηφάλια αποδοχή και η δημιουργική πρόκληση. Η πρώτη σε εκπαιδεύει να μην εξαρτάσαι από νοήματα που δεν ελέγχεις· η δεύτερη σε προκαλεί να γίνεις ο ίδιος πηγή αξίας. Η ζωή χωρίς σκοπό δεν σε καταδικάζει σε ασημαντότητα· σε απελευθερώνει από την ανάγκη να είσαι «σημαντικός» με όρους ξένους προς σένα. Σου επιτρέπει να ζήσεις ως υπεύθυνος τεχνίτης της ύπαρξής σου: να δίνεις σχήμα στις μέρες σου, να μην κρύβεσαι πίσω από «έτσι είναι τα πράγματα», να μην παζαρεύεις την ελευθερία σου για λίγη βεβαιότητα.
 
Και τελικά, να συνεχίζεις να ζεις όχι επειδή βρέθηκε ένα νόημα που σε έσωσε, αλλά επειδή έμαθες να σώζεις το νόημα από την ίδια σου την πράξη: από το πώς στέκεσαι, από το πώς δημιουργείς, από το πώς αντέχεις, από το πώς αγαπάς, ενώ ξέρεις πως τίποτα δεν ήταν υποσχόμενο.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


ΖΕΙΣ ΑΡΚΕΤΑ -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ - (Τα Λαικα Βίκτωρ)


 

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΟΥΡΓΕΛΩΝ

Είναι να απορεί κανείς πώς καταλήξαμε να δίνουμε βήμα και αξιώματα σε κάθε λογής «σούργελο» που επιπλέει στο θολό τέλμα της δημόσιας ζωής. Κατά κάποιον μαγικό τρόπο, οι πιο ανέμελοι, οι πιο ανίδεοι, οι πιο προκλητικά αστοιχείωτοι τύποι έχουν καταφέρει να φορούν τη μάσκα του σοβαρού προσώπου και να παριστάνουν τους ειδήμονες. Η τηλεόραση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι γεμάτα από φωνακλάδες «ξερόλες» που νομίζουν ότι οι ίδιες οι ανοησίες τους είναι η επιτομή της σοφίας.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν τα αμέτρητα μεγάλα λόγια δεν συνοδεύονται από κανένα ουσιαστικό έργο. Μερικοί από αυτούς, με μια αυτάρεσκη ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, διατυμπανίζουν τις «πλούσιες γνώσεις» τους κι όμως στην πράξη αποδεικνύονται ικανοί μόνο να δημιουργούν φασαρία και διχόνοια. Με πρόσχημα την «δημοκρατία» ή –ακόμα χειρότερα– την «δικαιοσύνη», εκτοξεύουν ύβρεις και ψεύδη, κατηγορώντας τους πάντες και τα πάντα εκτός από τον εαυτό τους. Δικάζουν και καταδικάζουν με την εμπάθειά τους και την βλακεία τους, ενώ συγχρόνως σκίζουν τα ιμάτιά τους για απονομή δικαιοσύνης. Έτσι, σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι προπαγάνδας, οι πραγματικοί προβληματισμοί και οι σοβαρές συζητήσεις αντικαθίστανται από κενά συνθήματα, ύβρεις και κουτσομπολιά της γειτονιάς.

Όταν δε, κάποιοι «κομπογιαννίτες της πολιτικής» βρεθούν σε θέσεις εξουσίας, παίρνουμε ένα δείγμα από το τι σημαίνει «σούργελο» που έχει και λόγο αποφασιστικό. Με περισσή αλαζονεία, παραμερίζουν ειδικούς, αγνοούν επιστήμονες και δυσφημούν όσους τολμούν να τους αμφισβητήσουν. Ξεφουρνίζουν ακατάπαυστα «σχέδια δράσης» που θυμίζουν φθηνή κωμωδία, ενώ η κοινωνία μένει να προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, πληρώνοντας τις συνέπειες της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού τους.

Η αλήθεια είναι πως η επικράτηση των σούργελων δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη. Χρόνια τώρα καλλιεργείται μια κουλτούρα στην οποία επιβραβεύονται οι φωνασκίες, οι απλοϊκές ατάκες και ο «χαβαλές» χωρίς αντίκρισμα. Κι ενώ οι σοβαρές φωνές δυσκολεύονται να ακουστούν μέσα στον θόρυβο του δήθεν εντυπωσιασμού, οι «τεχνίτες του ψεύδους και της κοροϊδίας» απλώνουν ανεμπόδιστα τα δίχτυα τους. Ίσως, τελικά, αντί να γκρινιάζουμε για την άνοδο των σούργελων, θα έπρεπε να προβληματιστούμε για το γιατί τους δώσαμε εμείς οι ίδιοι τόσα χειροκροτήματα και τόσο εύκολο έδαφος για να ριζώσουν.

Όταν δε συμβεί κάποιο έκτακτο γεγονός, δυστύχημα ή τραγωδία, τότε τα σούργελα κυριαρχούν και οι ατυχώς αδικημένοι και πενθούντες μετατρέπονται, δυστυχώς και ξανά δυστυχώς και αυτοί σε σούργελα!
Ευτυχώς όχι όλοι!

Δημήτρης Βίκτωρ

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Περί ανθρώπων Δικαιοσύνης

Η Δικαιοσύνη είναι μια προσπάθεια για κάτι καλό που χάνεται μέσα στο κακό. 

Το καλό και το κακό, είναι επινοήσεις του ανθρώπου για να συνυπάρξει με τους άλλους.

Η συνύπαρξη στηρίζεται στο αμοιβαίο συμφέρον. 

Η Δικαιοσύνη είναι μέρος αυτού του συμφέροντος. 

Επινόηση δηλαδή, για μείωση της εντροπίας μέσα στην ανισορροπία. 

Ο άνθρωπος, ως μέρος της ανισορροπίας, είναι ανίκανος να την καθορίσει με σαφήνεια. Και το συμφέρον, αδιαφορεί γι’ αυτό. 

Μένει η προσπάθεια, χρησιμοποιώντας καλοσύνη ή κακία, συμπόνια ή αναλγησία, αναλόγως  στιγμής, εποχής, συμφερόντων και οπτικής. 

Δημήτρης Βίκτωρ