Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΤΡΙΟΛΗΣΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΤΡΙΟΛΗΣΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΡΑΜΠ

 Τραμπ και παλιάνθρωποι

 Ο Τραμπ είναι ένας παλιάνθρωπος.

Ο Τραμπ έχει παντού οπαδούς!

Αυτό παραξενεύει πολλούς, αλλά είναι φυσικό να συμβαίνει.

Ο Τραμπ είναι αμόρφωτος.

Αυτό από μόνο του δεν τον κάνει βέβαια, παλιάνθρωπο αλλά σε συνδυασμό με το θυμικό του, που είναι κυνικός, αλαζόνας, ακραίος εγωϊστής και υπηρέτης μόνον του δικού του συμφέροντος, τον κάνει υπηρέτη του κακού.

Κακοί είναι πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι των ανθρώπων.

Όσοι υποστηρίζουν τον Τραμπ, είναι και αυτοί παλιάνθρωποι.

Δεν θα το παραδεχτούν βέβαια αυτό, γιατί θα προδώσουν τα βαθύτερα πιστεύω τους! Ως επιχείρημα έχουν τον προσδιορισμό της έννοιας.

Αφού και ο Σεξπηρικός Ριχάρδος ο Γ’, για παράδειγμα, είχε τους δικούς του οπαδούς, πως να αποδειχθεί πως ήταν παλιάνθρωπος;

Τί να πούμε για Χίτλερ και Στάλιν, για ακόμα ένα παράδειγμα από τα άπειρα...

Όλοι οι παλιάνθρωποι της ιστορίας των ανθρώπων είχαν και πολλούς οπαδούς.

Οι πλείστοι των ανθρώπων παλιάνθρωποι! Γνωστό αυτό και βέβαιο…

Σαν τον Τραμπ...

Ή μήπως δεν είναι παλιάνθρωποι;

........................................................

Δημήτρης Βίκτωρ



Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Το Ποίημα της ευτυχίας


Επιτέλους, εδόθη ο ορισμός της ευτυχίας!

Λέει το ποίημα, αυτό που είπε ο Τσιόδρας, που δεν είναι ποίημα:

«Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετραδάκια στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…».

Επιτέλους, εδόθη ο ορισμός της ευτυχίας!

Με τέτοιες αφέλειες είναι γεμάτη η ποίηση, στην προσπάθειά της να δείχνει τον δρόμο της ευτυχίας, καθώς και τα κείμενα των σύγχρονων φαιδρών σοφών, Horhe Bukai και Paulo Koeljo. Αλλά και ο Yosafat  και ο Yalom, τα ίδια αναμασούν!

Βέβαια, ο ποιητής εδώ, μιλάει για τα απλά, μέσα στον πολιτισμό που επέλεξε να ζει, εκεί που οι θετικές επιστήμες φρόντισαν να έχουμε ανέσεις.
Δηλαδή, ενώ ζει μέσα στην πολυπλοκότητα του πολιτισμού, απαρνείται τις ανέσεις και μπορεί να ευτυχήσει ζώντας απλά, με λίγα πράγματα, ίσως και χωρίς ηλεκτρικό!
Για να το δούμε το ζήτημα:
Το ποίημα που δεν είναι ποίημα, περιγράφει έναν άνθρωπο-αφασία, που δεν ενδιαφέρεται για το πολύπλοκο της ζωής, απέχει από τα βασανιστικά κοινά και είναι ευτυχισμένος, αραχτός με τους φίλους του! Που είναι τέσσερις. Ένας ποιητής της προκοπής, δεν θα ανέφερε ποτέ αριθμό γιατί οι τέσσερις μπορεί να είναι και πολλοί και λίγοι!
Οπότε, το νόημα χάνεται! Η ακριβής ποσότητα των φίλων δεσμεύει.
Θα έγραφε κάτι, όπως: Λίγους φίλους, ελάχιστους.

Με τα πιο απλά πράγματα τα πιο μικρά:

Τα πιο απλά πράγματα, αλήθεια, ποια είναι;
Κίνηση με το ποδήλατο; Καλά για βόλτα, αλλά για εργασία, μετακίνηση; Με τα πόδια; Πολύ κουραστικό και ανώφελο.
Στο μαγείρεμα, ας πούμε: Τα αυγά μάτια, ναι, είναι απλό φαγητό. Φωτιά, τηγάνι, λάδι, αυγά. Τα υπόλοιπα αρχίζουν να γίνονται πολύπλοκα συγκριτικά. Οπότε μένουμε στα απλά. Να ζήσουμε με αυγά τηγανητά ή ακόμη καλύτερα με βραστά και το πολύ με σαλάτα, αν και αυτή θέλει τέχνη στο κόψιμο κι αυτό δεν είναι απλό!
Και βέβαια απλά, πολύ απλά, χωρίς πλυντήριο κουζίνα ψυγείο... Γιατί αυτά κάποιοι μόχθησαν να τα εφεύρουν, με σύνθετες αγωνίες και αυτοί είναι εκτός φιλοσοφίας ποιήματος!

Με την καθημερινότητα των καθημερινών:

Με τα ίδια και τα ίδια δηλαδή. Με κάποιο βόλεμα που το έφερες στα μέτρα σου και το τηρείς πιστά, για να μην σκέφτεσαι αλλαγές και νέα βάσανα! Η απόλυτη βαρεμάρα!

Που ξέρει να ανακαλύπτει τα κρυμμένα πετραδάκια στις κρυψώνες:

Αυτή είναι ευτυχία πραγματική! Όπως κάτι απροσάρμοστα πιθανόν, που μπορεί να ψάχνουν κάτι τέτοιο όλην την ώρα!
Μάλλον εννοεί να παραμείνεις παιδί. Το παιδί όμως έχει αξία όχι όταν παίζει, αλλά όταν ρωτάει. Και εσύ θέλεις να παίζεις, μόνον.

Να σε αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι:

Το είπαμε αυτό. Γιατί τέσσερις και όχι τρεις; Ή και δυο ή και ένας;
Ένας ποιητής, δεν μπορεί να λέει τέτοια χαζά για την αγάπη!
Η αγάπη είναι σπάνια έως ανύπαρκτη και γι’ αυτό ανεκτίμητη. Κι όταν υπάρχει, είναι τεντωμένη κλωστή. Η αγάπη έχει την αμφιβολία, κρύβει την αγωνία. Είναι όμως βάλσαμο στην μοναξιά, εντάξει.
Και που να δεις το σκυλάκι πως την διώχνει. Πιο σίγουρο αυτό!

Που ξοδεύεις τις ανάσες μόνο γι’ αυτούς:

Μόνο γι’ αυτούς τους τέσσερις φίλους όλες τις ανάσες; Μόνον για τα φιλαράκια; Για τα υπόλοιπα; Για ευθύνες, καθήκοντα, θέση για τα άδικα του κόσμου; Καμία ανάσα για όλα αυτά;
Όλα για το τάβλι και τα τσίπουρα; Για τίποτε δημιουργίες, αγωνία για νέα όνειρα, καμία ανάσα;

Δεν φοβάσαι να θυμάσαι:

Μα αν είναι έτσι, θα βασανίζεσαι από τις σκέψεις, αλλά προτιμάς να μην παίρνεις θέση. Ε, βέβαια θα χαλάει η παρέα, η άνεση, ηρεμία με τα καλαμπούρια. Αλήθεια, δεν θα μιλάς για τις θλίψεις του παρελθόντος, για τα δράματα της πατρίδας, του κόσμου; Τότε τι την θέλεις τη θύμηση;

Που δεν σε νοιάζει να σε θυμούνται:

Έλα τώρα! Σαν τον Σωκράτη κι εσύ!
Αυτό δεν εξαρτάται από εσένα. Αλλά αν σε απασχολεί, μην γράφεις τίποτε και μην αφήσεις τίποτε πίσω σου. Κάψτα όλα τώρα. Αλλά και πάλι, αν έκανες ή είπες σημαντικά, θα πούνε οι άλλοι για σένα. Όπως έγινε με τον Σωκράτη, και καθότι εσύ πεθαμένος πια, θα λένε και τα καλύτερα. Οπότε, θέλεις δεν θέλεις, το κτίζεις το έργο. Και ως ποιητής, θα γνωρίζεις πως όλα αντηχούν στην αιωνιότητα. Οπότε, άστα αυτά!

Που μπορείς να κλαις ακόμα:

Μάλιστα. Προφανώς αυτό δηλώνει ευαισθησία. Το «ακόμα», σημαίνει πως κάποτε έκλαιγες πολύ, όταν δεν σου παίρναν παγωτό, αλλά παραμένεις ακόμα παιδί και μπορείς να κλαις...για ποιο πράγμα, άραγε τώρα;
Για κάτι οδυνηρό, όπως ο πόλεμος; Μα αυτό θέλει ενασχόληση σκέψης και τα απλά να τα ξεχάσεις! Η ευαισθησία μόνον με το κλάμα εκφράζεται; Όλοι οι ευαίσθητοι να γίνουμε κλαψιάρηδες!

Που τραγουδάς, που ακούς μουσικές και υπάρχουν ευωδιές που σε συναρπάζουν:

Η περιγραφή της αφασίας του ευαίσθητου τεμπέλη!
Αυτά που παρηγορούν τον άνθρωπο, εδώ μπαίνουν στην πρώτη σειρά της επιλογής!
Όλα τα άλλα, του μόχθου, μακριά. Οι αξίες της δημιουργίας, ανύπαρκτες. Η πορεία μέσα από εφευρέσεις, νέες θέσεις, νέες ιδέες, δημιουργίες αγωνίας και πολιτισμού, κόντρα στην φθορά και τον θάνατο, απούσες!

Παρ’ όλα αυτά, μπορείς να είσαι ευτυχισμένος, χωρίς να αισθάνεσαι άχρηστος, παίζοντας τάβλι με τα φιλαράκια και χαχανίζοντας, με λίγο μεζέ απλό δίπλα και φορώντας απλά ρούχα ατημέλητα και παπούτσι απλά σαγιονάρες, για άνεση!
Είναι ποίημα-μήνυμα προς όλους; Προς εσένα;
Ή μήπως το κείμενο-ποίημα του ποιητή, μιλάει για κάποιον εν αφασία συνταξιούχο;

Ωραίο ποίημα!

Αν τόγραψε ο Ελύτης, πρέπει να επιστρέψει το Νόμπελ.

Αλλά όποιος και να τόγραψε, ποιητής ή όχι, είναι για κλωτσιές!


Βιτριολήςς


Υ.Γ. «Νάχε η μύγα κώλο, θάχεζε τον κόσμο όλο!»




Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Συναλλαγή 150 ευρώ...!

«Μου δίνεις σου δίνω. Δίνεις παίρνεις»

Μεγάλη κουβέντα! Η μεγαλύτερη!

Αυτή είναι χαραγμένη στην μετόπη του παγκόσμιου μουσείου της ιστορίας των ανθρώπων και αναλύεται μέσα στις σελίδες της Μεγάλης Βίβλου της ανθρώπινης σκέψης.

Μου δίνεις-σου δίνω, λέει ο πωλητής, ό,τι κι αν πουλάει. Από προϊόντα, από σκέψη, από ευγένεια, από τέχνη.

Το ίδιο και ο ναρκέμπορος στους άλλους ναρκέμπορους.

Δίνεις-παίρνεις, λέει ο σωματέμπορος στην πόρνη. Κι εκείνη το καταλαβαίνει.

Πιστεύεις σε Μένα και Εγώ θα σου δώσω παράδεισο με παρθένες και πιλάφια, αναλόγως, λέει ο Θεός στον πιστό ή μάλλον οι εκπρόσωποι αυτού. Και ο πιστός συμφωνεί και υπογράφει.

Αυτή είναι η βάση της συναλλαγής. Η ουσία της συνύπαρξης και η ύπαρξη των σχέσεων και φυσικά της πολιτικής.

Αυτή φέρνει την ισορροπία.

Και στα ερωτικά επίσης, φανερά και απροκάλυπτα, ενώ στα αγαπησιάρικα και στα οικογενειακά, πιο κρυφά εκεί, πιο μεθοδευμένα, πιο σιωπηρά!

Από όλους και για όλα.

Πως να επιβιώσεις αλλιώς; Πως να προκόψεις επαγγελματικά; Πως να γίνεις συμπαθής στους γύρω σου;

Πως να σε αγαπήσει η σύζυγος σε διάρκεια, αν δεν προσφέρεις και πως να συνυπάρξεις με τον σύζυγο αν δεν είναι συνεπής στην προσφορά του;

Πως να σε συμπαθήσει το ανήλικο παιδί σου, εάν δεν του φέρνεις δώρα και πως να σε σεβαστεί ως ενήλικας, αν δεν ρυθμίσεις υπέρ του τα κληρονομικά;
Πως να σε αγαπήσει, αν δεν εξαγοράσεις την αγάπη του, με διάφορα τεχνάσματα; Δύσκολο...

Δύναμη η Συναλλαγή.

Πυρηνική δύναμη, που γυρίζει τον κόσμο των ανθρώπων.
Η άλλη πυρηνική δύναμη, είναι το ψέμα.
Και οι δυο δυνάμεις συνυπάρχουν και ενώνονται σε μια υπερδύναμη, αυτή της Υποκρισίας.
Κι έτσι υπάρχει ως σκοπός η ευδαιμονία, και το κυνήγι της ευτυχίας!

Φυσική εξέλιξη λοιπόν, το δωράκι των 150 ευρώ!

Άμεσο, σαν το δώρο για μια βίζιτα με μία νεαρή όμορφη. 
Τόσο στοιχίζει αυτή την εποχή η μία ώρα μαζί της, για τα κλασσικά.
Όχι σαν την πίστη στον Θεό, που περιμένεις και περιμένεις και αν θα συμβεί!...

Τώρα, για το εμβόλιο:

Σιγά το σοβαρό!

Αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνεις.

‘Ο,τι σου δόθηκε σε ζωή, πληρώνεται.

Η τελευταία συναλλαγή!

 

Βιτριολήςς - (Απαίσιος σχολιαστής)




Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

"Αιδώ ς - Πολυτεχννννείο"

 Λίγα λόγια για την κυρία "Εδώ Πολυτεχννννείο":

Την θυμάμαι καθαρά εκείνη τη βραδιά:

Εγώ δεν ήμουν μέσα στο Πολυτεχνείο αλλά έτρεχα όλη τη νύχτα πάνω κάτω στην Αλεξάνδρας μέχρι την Πατησίων, μέσα στους καπνούς και τα τάνκς.
Συγκλονιστικές αναμνήσεις που σε σημαδεύουν.

Από τα ραδιοφωνάκια ακούγονταν τα "Εδώ Πολυτεχννννείο" και όλα τα δραματικά υπόλοιπα. Όλα τα γνωστά σε όλους.

Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι ύστερα από πολλά χρόνια θα έβλεπα αυτή που έλεγε το "Εδώ Πολυτεχννννείο", αυτόν τον ζωντανό θρύλο, ζωντανό!.

Μέσα σε ένα super market του Βασιλόπουλου ήταν, στο Ψυχικό: Αυτή πήγαινε μπροστά και πίσω της έσερνε μια υπηρέτρια σε σκούρα χρώματα επιδερμίδας το καροτσάκι. 

Το καροτσάκι ήταν γεμάτο μέχρι επάνω και η "Εδώ Πολυτεχννννείο" στοίβαζε και άλλα ακόμη επάνω στο σωρό. Μάλλον αγόραζε διάφορα για όλο το μήνα, αλλά το αναφέρω έτσι, σαν θέαμα!

Ήταν η εποχή που σαν λυσσάρα άλλαζε τους γκόμενους σαν εσώρουχα. Γράφανε πολλά τότε οι εφημερίδες. Γουστάριζε τα αρσενικά σαν παλαβή. Όχι ότι με πειράζει αυτό... Εγώ ίσα- ίσα γουστάρω τις τσουλάρες και αν θα ήμουν γυναίκα θα ήμουν η μεγαλύτερη βιζιτού! Αλλά έτσι για να αναφέρω ότι ο τότε σύζυγος, όταν έμαθε ότι τον κερατώνει για μια ακόμη φορά με τον ηθοποιάρα, αγανάκτησε ο άνθρωπος και αποφάσισε να εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο, "Οι εραστές της γυναίκας μου". 

Έγινε χαμός και όλοι οι κουτσομπόληδες το περίμεναν με αγωνία, αλλά την τελευταία στιγμή κατέβηκε στο παρά πέντε επάνω από την μηχανή του τυπογραφείου! Έφαγε ο κακομοίρης τέτοια κατσάδα από την "Εδώ Πολυτεχνννείο", με μοχλό εκβιασμού τις δυό τους κόρες, ώστε υποχώρησε άτακτα.

Όλα ξεχάστηκαν γρήγορα και όλα μέλι γάλα. 

Η καριέρα στα πολιτικά πήγε ακόμη πιο καλά.
Η "σπουδαία" Αρβελέρ έλεγε και ξανάλεγε: Μα εσείς στην Ελλάδα πρέπει να είστε υπερήφανοι που έχετε ζωντανή την "Εδώ Πολυτεχνννείο"!

Τέλος πάντων... Τώρα όλα ακόμη καλύτερα από παλιά. Οι σπιταρόνες στη Φιλοθέη υπέροχες. Και η δική της και των κοριτσιών επίσης. Τον βλάκα τον ηθοποιό τον ξαπόστειλε πάλι λόγω ερωτικής λύσσας για άλλους! Κακίες!...

Τώρα ψιλοτσαπατσουλογέρασε και είναι για λακτίσματα στα ερωτικοκαυλιάρικα, αλλά τον γάιδαρο τον έδεσε για καλά, όσο αφορά την πολιτική καριέρα, την προβολή και τα φράγκα. Η Ευρώπη στα πόδια της. Μισθός του κερατά. Σύνταξη; Και γαμώ! Βόλεμα τα παιδιά της με τόση δύναμη και γνωριμίες; Και πάλι γαμώ!...

Και τώρα, μετά το Επιροπιλίκι στην Κομισιόν, εκτός των άλλων είναι και μέλος του Δ. Σ. του Ιδρύματος Πρίγκιπα Αλβέρτου του Μονακό, με ωραία ετήσια εισοδήματα.

Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο σαν την "Εξουσία Βλαχάρα" γιατί το θέμα είναι πιασιάρικο, αλλά βαριέμαι...

 

"Εδώ Πολυτεχννννείο"...  "Αιδώ ς   Πολυτεχννννείο" ! 

 

 Βιτριολήςς  –  (Άθλιος σχολιαστής)

.........................................................

*** Τα υπόλοιπα στο βιβλίο: Εξουσία Βλαχάρα

Τηλ.: 210 3600057




 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Ο ΩΝΑΣΗΣ, Ο ΤΣΙΟΔΡΑΣ, Ο ΕΛΥΤΗΣ

Ο Ωνάσης, μπορεί να μιλούσε με ευκολία με τους μεγαλόσχημους της εποχής του, προέδρους και πρωθυπουργούς, όποτε ήθελε, αλλά με την ίδια ευκολία μιλούσε και με τους υπηρέτες του, με τους εργάτες του, με τα μαστόρια.Την γούσταρε την φάση. Αυτός ήταν ο Αρίστος!
Κάποτε λοιπόν, μιλούσε με τους μπογιατζήδες του, τον Λάμπρο και τον Βαγγέλη που τελείωναν ένα βάψιμο συντήρησης πάνω στην Θαλαμηγό Χριστίνα.
- Παίδες τι γίνεται; Τελειώνουμε;
- Τελειώνουμε σε λίγο, κύριε Αριστοτέλη.
- Αυτά τα χρώματα εκεί, τι είναι για πέταμα;
- Ναι κύριε Αριστοτέλη, αυτά περισσέψανε, θα τα πετάξουμε εμείς.
Εκεί ήρθε του Αριστοτέλη η τρελή ιδέα:
Πρότεινε στους Λάμπρο και Βαγγέλη, μόλις τελειώσουν την δουλειά, με τα περισσέματα των χρωμάτων να πασαλείψουν 2-3 τελάρα ζωγραφικής σαν να είναι πίνακες.
- Μα κύριε Αριστοτέλη, εμείς δεν είμαστε ζωγράφοι...
- Ποιός το λέει αυτό; Θα ζωγραφίσατε τα τελάρα και θα υπογράψετε κι όλας με τα ονόματά σας, αλλά με αγγλικά γράμματα.
Οι μπογιατζήδες υπάκουσαν και έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Έριξαν δηλαδή, ατάκτως τα χρώματα όπως-όπως πάνω στους καμβάδες και με τα χέρια τους και με τις πινελάτζες τα ανακάτεψαν. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι σαν από ψαρόσουπες του φημισμένου ζωγράφου Pollock.
Ο Ωνάσης, τους τοποθέτησε ανάμεσα σε άλλα σπάνια έργα ζωγράφων που είχε και την επόμενη φορά που έφερε καλεσμένους στην θαλαμηγό, περίμενε να τους αποκαλύψει κάτι νέους καταπληκτικούς πίνακες που πρόσφατα απέκτησε. Ήθελε με τους φιλότεχνους φίλους του να σπάσει πολύ πλάκα.
Έτσι και έγινε. Οι καλεσμένοι εκστασιάστηκαν. Τι τέχνη ήταν αυτή; Πόσο μπροστά από την εποχή της; Και ποιοί ήταν οι μοναδικοί, μεγαλοφυείς, δημιουργοί;
Ο Ωνάσης απολάμβανε το σκηνικό και στο τέλος για να έρθει και σε οργασμό ηδονής, αποκάλυψε τα ονόματα των μεγάλων ζωγράφων, του Λάμπρου και του Βαγγέλη, που ήταν μπογιατζήδες!
Έμειναν όλοι καγκελόξυλα:
Ωραίος χοραταντζής, ο Αρίστος!
Ο συμπαθής επιστήμων Σωτήρης Τσιόδρας, αποφάσισε να κλείσει τον αποχαιρετιστήριο λόγο του με ένα ποίημα, που εσφαλμένα νόμιζε πως το έγραψε ο Ελύτης και δεν ήταν και ποίημα! Αντί να διαλέξει κάτι που δείχνει αγώνα για ζωή, κάτι που θα είχε και το μήνυμα των ημερών, αλλά και του δικού του αγώνα, επέλεξε ατυχώς, κάτι με αντίθετο μήνυμα! Κάτι με πνεύμα αφασίας και ραχατιού!
Μάλλον παγιδευμένος για να δείξει, προφανώς και μια ακόμη ευαίσθητη πλευρά της προσωπικότητάς του...
Όλοι όσοι παρακολουθούσαν ζωντανά, πληροφορούνται για τους στίχους του Ελύτη! Ναι! Αυτού του... κολοσσού της ποιήσεως!
Οπότε, το ελληνικό κοινό, στην πλειοψηφία του συγκινήθηκε και το ρούφηξε σαν μεγάλη αξία, αφού το έγραψε ο γίγαντας Ελύτης!
Έλα όμως, που αυτό δεν το έγραψε ο μεγάλος γίγαντας και δεν είναι καν ποίημα!
Όποιος ήταν εναντίον και επικριτικός με το περιεχόμενο του κειμένου αυτού, μέτραγε μούντζες.
Μα ποιος είσαι εσύ που θα κρίνεις τον Ελύτη; Όταν μιλάς για τον Τσιόδρα να πλένεις το στόμα σου. Και άλλο: Για να κρίνεις εσύ τον γίγαντα Ελύτη, θα πρέπει να είσαι σχιζοφρενής ....και άλλα τέτοια αριστουργήματα! (προς εμένα όλα αυτά!)
Κάνα-δυό δημοσιογράφοι, το πήραν είδηση και πολύ προσεχτικά είπαν, μήπως δεν είναι του Ελύτη; Σε καμμία ανθολογία του δεν υπάρχει αυτό το ποίημα, κ.λπ.
Μερικοί άρχισαν να ψάχνουν για το ποιός το έγραψε.
Τελικά, έλαβα ένα μέιλ από μια φίλη από την Ιρλανδία που μου αποκάλυπτε πως, αυτό το κείμενο είναι ένα μικρό μέρος από ένα πολύ μεγαλύτερο κείμενο πεζό, ένα κουραστικό παραλήρημα από κάποια γυναίκα άγνωστη, και κυκλοφόρησε πριν χρόνια στην Ιρλανδία, από κάτι βλαμμένους σαν προσευχή σε μαζώξεις!
Κάποιος το μετέφρασε κάποτε στα ελληνικά και συμπλήρωσε μέσα και ονόματα Χατζηδάκι και Καββαδία και κάτι άλλες ελληνικούρες και έκτοτε κυκλοφορεί ξανά εμπλουτισμένο με διάφορες σαχλαμάρες, αλλά ανώνυμο γύρω γύρω και πέρα δώθε. ‘Έγινε θρύλος!!
Πήγε το μυαλό μου στον Ωνάση! Μήπως έβαλε τον γάτο του να το γράψει για να σπάσει πλάκα; Αλλά, δεν νομίζω...
Βέβαια το γλυκανάλατο αυτό κουραστικό, μπλαμπλαδίάρικο και επικίνδυνο στην ουσία του, κείμενο, θα μπορούσε να ανήκει στον Ελύτη. Κάτι τέτοιες αισιόδοξες ξενέρωτες αηδίες, έγραφε κι αυτός πολύ συχνά!
Οπότε: Όλοι αθώοι.
Ο Ωνάσης το έκανε για την πλάκα του.
Ο Τσιόδρας ηπατήθη, γιατί νόμιζε πως μπορεί να κρατήσει τρία καρπούζια στην μασχάλη του, (επιστήμη, Χριστανική ψαλμωδία, ποίηση).
Ο Ελύτης, φυσικά αθώος, απλώς μας θύμησε τα δικά του.
Τι γνώμη να έχουν άραγε για το ζήτημα, εκείνοι οι μπογιατζήδες, Λάμπρος και Βαγγέλης;

Βιτριολήςς
.............................................................................................................
.............................................................................................................


ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΓΕΛΟΙΟ ΚΑΙ ΜΠΛΑΜΠΛΑΔΙΑΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΒΛΑΚΟΣ!
Ο ύμνος του απλού για την ζωή. Τελικά, ζητάει όχι λίγα, αλλά μέχρι σκασμού τα άντερά του! Όποιος αντέξει, να το διαβάσει όλο, ως τιμωρία για τις αμαρτίες του!
Με διακατέχει το σύνδρομο "παράθυρα χωρίς θέα".
Κάποιοι, μπορεί να τ' ονομάζουν θλίψη. Η, απογοήτευση. Η, απελπισία. Η, απαισιοδοξία, οι πιό αισιόδοξοι.
Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος.
Μπορώ να γίνω ευτυχισμένη με τα πιό απλά πράγματα. Και με τα πιό μικρά. Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών. Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους. Που τα καλοκαίρια έχουν νησιά. Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια. Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερεις άνθρωποι, πολύ. Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερεις ανθρώπους, πολύ. Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς. Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι. Που δε με νοιάζει να με θυμούνται. Που μπορώ και κλαίω ακόμα. Και που τραγουδάω, μερικές φορές. Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν. Και ευωδιές που με γοητεύουν.
Μου φτάνουν οι στίχοι του Καββαδία. Ο Μικρός Πρίγκηπας του Σαιντ Εξυπερύ. Οι μουσικές του Μάνου Χατζιδάκη. Το χρώμα στους πίνακες του Βάν Γκόνγκ. Και των πεσμένων φύλλων στο κήπο μου.
Το αναμένο τζάκι. Το χουρ-χουρ της γάτας μου. Ο καφές με άρωμα φουντούκι. Το κρασί.
Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά. Για ν' αποκαλύπτουν ορίζοντες. Για να υπόσχονται το "παραπέρα". Για να λούζουν στο αληθινό φώς τ' άδεια δωμάτια. Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στούς λευκούς τοίχους. Για να δίνουν πνοή στη φαντασία. Για να οριοθετούν το "διαφορετικό". Για να μας κάνουν να καβαλάμε περβάζια. Για όπου...
Το σπίτι που ζώ το λένε Ελλάδα και κάθε μέρα χτίζεται κι' απο μιά σειρά τούβλα στα παράθυρά του. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ψηλώσουν λίγο παραπάνω απ' τη τελευταία αράδα πόυ έχει χτιστεί. Στέκονται στις μύτες των παπουτσιών και παλεύουν για λίγη θέα. Τα μιστριά όμως, δουλεύουν γρήγορα. Το βλέμμα ποτέ δεν τα προλαβαίνει. Ο αέρας που μπαίνει στο σπίτι μυρίζει τσιμέντο και μούχλα. Κάθε πρωί, άλλη μιά σειρά απο τούβλα έχει προστεθεί πάνω στη προηγούμενη. Οι άνθρωποι τότε, παίρνουν σκαμνιά. Μέσα απο χαραμάδες βλέπουν πιά. Τα δωμάτια σκοτεινιάζουν όλο και πιό πολύ. Μπαίνουν τα όρια. Μέχρι εδώ η ζωή μας. Εκεί έξω υπάρχει το "αύριο". Οι άνθρωποι κοντεύουν να πιστέψουν πως αυτό το "εκειέξω" ονομάζεται "μή-ζωή". Χτίζουν τα παράθυρα για να μη το βλέπουμε, να μη το επιθυμούμε. Να μη το υποψιαζόμαστε. Να το ξεχάσουμε σιγά-σιγά. Να συνηθίσουμε την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων. Να βάφουμε τα όνειρά μας στις αποχρώσεις του Νεοπάλ. Χρώμα πλαστικό καλής ποιότητας. Με μεγάλη ποικιλία αποχρώσεων, για όλα τα γούστα.
Μόλις τελειώσει το χτίσιμο, οι άνθρωποι θα πάψουν να ψηλώνουν. Δεν θά'χει νόημα πιά. Αντιθέτως, θα μάθουν να ζούν σκυφτοί για να μοιάζει ψηλότερο το ταβάνι. Λίγο-λίγο, θα συνηθίσουν να περπατούν καμπουριαστοί, να κάθονται ανακούρκουδα, να καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο απ' το χώρο που τους αναλογεί μες στα δωμάτια. Θα μάθουν να έρπουν με ευκολία ανάμεσα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να προσανατολίζονται θαυμάσια προς τον τοίχο του βορά, προς την ανατολή του προσκέφαλού τους, προς τη δύση της οθόνης της τηλεόρασης, προς το νότο της πόρτας που οδηγεί σε διάδρομο τυφλό.
Θα προσαρμοστούν γρήγορα στο ν' αγκαλιάζουν τα ξύλινα πατώματα και να μετρούν τις σκλήθρες, και θα ταϊζουν το σαράκι που μοιράζεται το χώρο τους. Και το χρόνο τους.
Σιγα-σιγά θ' αποκοιμιούνται κουλουριασμένοι και το τικ-τακ των ρολογιών θα γίνει οι εποχές τους, η μέρα και η νύχτα τους, θα γίνει σύντροφος κι' εχθρός συγχρόνως, ενώ τα ξυπνητήρια θα σιγήσουν, για ν' αποδυναμώσουν τη μνήμη, να ξεχαστεί εκείνο το "εκεί έξω", να σβύσουν τα χρώματα τ' αληθινά και μαζί τους η λέξη "ελπίδα"...
Είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Που δεν αντέχει τα παράθυρα χωρίς θέα. Τη ζωή χωρίς "αύριο". Τα μαυρόασπρα όνειρα. Τα μή-όνειρα. Τα σκοτεινά δωμάτια. Τα μάτια που ξέχασαν να χαμογελούν. Τις εβδομάδες χωρίς Κυριακές. Το νεκρό χρόνο. Τα πλαστικά χρώματα. Το "μέχρι εδώ".
Θέλω να κουλουριαστώ σαν έμβρυο πάνω στο κρεβάτι μου. Να βάλω τρυφερές μουσικές να παίζουν. Να μετρήσω μέχρι τα εκατό. Να πώ "φτού και βγαίνω". Και να βγώ απ' το σπίτι που το λένε Ελλάδα, μέσα απ' τη τελευταία χαραμάδα που δε προλάβανε να χτίσουν ακόμη.
Να τρέξω έξω, στον καθαρό αέρα, να συναντήσω όλα τα "θά" που μου ανήκουν και δικαιούμαι, και κοιτώντας πίσω μου να ψιθυρίσω με ραγισμένη φωνή: Φτού ξελευθερία!