«Ο
άνθρωπος είναι το πιο τραγικό ον του πλανήτη, γιατί ξέρει ότι θα πεθάνει, και γιατί
γνωρίζει πως ο θεός που επινόησε, θα πεθάνει μαζί του»
Ο
άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που κουβαλά μέσα του τη διπλή γνώση του τέλους:
όχι μόνο του σώματος αλλά και των νοημάτων που το στήριζαν. Η τραγικότητά του
δεν βρίσκεται απλώς στη θνητότητα· όλα τα έμβια όντα πεθαίνουν. Βρίσκεται στο
ότι γνωρίζει πως θα πεθάνει. Αυτή η επίγνωση ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα στη
στιγμή και στο αναπόφευκτο τέλος της. Κάθε χαρά σκιάζεται από τη γνώση της
φθοράς, κάθε ελπίδα από τη βεβαιότητα της λήξης. Κι όμως, μέσα σε αυτό το χάσμα
γεννιέται και η δυνατότητα της αξιοπρέπειας. Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι η
φύση του είναι μέρος μιας αδιάκοπης τάξης, ότι το τέλος δεν είναι ύβρις αλλά
φυσική ολοκλήρωση, τότε η τραγικότητα μετατρέπεται σε άσκηση εσωτερικής
ελευθερίας. Η επίγνωση του θανάτου δεν τον συντρίβει· τον καθαρίζει από αυταπάτες.
Τον καλεί να ζήσει με νηφαλιότητα, με μέτρο, με μια ήρεμη συμφιλίωση με την
αναγκαιότητα.
Μέσα
σε αυτή τη θέαση, ακόμη και η ιδέα του θεού γίνεται ένα φαινόμενο του
ανθρώπινου νου. Ο άνθρωπος τον επινόησε για να απαλύνει την αγωνία της
θνητότητας, για να δώσει μορφή σε μια τάξη που ξεπερνά τις δυνάμεις του. Αλλά
αν αυτός ο θεός είναι δημιούργημα της ανθρώπινης σκέψης, τότε η μοίρα του είναι
δεμένη με τη μοίρα εκείνου που τον φαντάστηκε. Δεν πρόκειται για μια βλάσφημη
σκέψη αλλά για μια ψύχραιμη παρατήρηση: ό,τι γεννιέται μέσα στον ανθρώπινο νου
ανήκει στον κύκλο της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος πάψει να υπάρχει, οι
μορφές που δημιούργησε για να ερμηνεύσει τον κόσμο σιωπούν μαζί του. Έτσι, η
τραγικότητα γίνεται ταυτόχρονα και μια άσκηση απογύμνωσης: αν όλα όσα
θεωρούσαμε αιώνια εξαρτώνται από εμάς, τότε το μόνο που απομένει είναι η εσωτερική
στάση απέναντι στη ζωή.
Από
αυτή τη σιωπηλή αποδοχή, όμως, μπορεί να γεννηθεί και μια άλλη, πιο εκρηκτική
κατανόηση. Αν ο θεός που δημιούργησε ο άνθρωπος πεθαίνει μαζί του, τότε
αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο: ότι τα νοήματα του κόσμου δεν είναι έτοιμα, αλλά
κατασκευάζονται. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα πλάσμα που αναζητά νόημα· είναι
το ον που το επινοεί. Η τραγικότητά του μετατρέπεται έτσι σε δημιουργική
ένταση. Αν δεν υπάρχει υπερβατική εγγύηση, τότε κάθε αξία είναι έργο ανθρώπινης
δύναμης. Ο άνθρωπος γίνεται ο τόπος όπου ο κόσμος αποκτά σημασία. Η γνώση του
θανάτου παύει να είναι μόνο βάρος· γίνεται κίνητρο να δημιουργήσει κάτι που θα
λάμψει έστω και για μια στιγμή μέσα στο χάος.
Σε
αυτή την προοπτική, ο θάνατος του ανθρώπου δεν είναι απλώς το τέλος ενός
οργανισμού αλλά το σβήσιμο ενός μικρού σύμπαντος. Μαζί του σβήνουν οι θεοί που
ονειρεύτηκε, οι αξίες που ανύψωσε, οι ερμηνείες που ύφανε για να αντέξει το
σκοτάδι του κόσμου. Κι όμως, ακριβώς επειδή όλα αυτά είναι δημιουργίες του,
αποκαλύπτεται η βαθιά του δύναμη. Ο άνθρωπος είναι τραγικός όχι επειδή είναι
αδύναμος, αλλά επειδή είναι αρκετά ισχυρός ώστε να πλάθει θεούς, και αρκετά
συνειδητός ώστε να γνωρίζει ότι αυτοί οι θεοί δεν είναι παρά καθρέφτες της
ίδιας του της ύπαρξης.
Έτσι,
το απόφθεγμα δεν είναι μόνο μια διαπίστωση απελπισίας αλλά και μια υπόμνηση
μεγαλείου. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι θα πεθάνει· κι όμως συνεχίζει να δημιουργεί
νοήματα. Γνωρίζει ότι οι θεοί του είναι θνητοί· κι όμως εξακολουθεί να τους
γεννά μέσα στη φαντασία και στη σκέψη του.
Η
τραγικότητα του ανθρώπου, τελικά, δεν είναι η γνώση του θανάτου αλλά το γεγονός
ότι, παρ’ όλη αυτή τη γνώση, συνεχίζει να υψώνει νόημα απέναντι στο κενό. Και
ίσως εκεί, ακριβώς σε αυτή την πράξη δημιουργίας μέσα στην επίγνωση της φθοράς,
κρύβεται η πιο βαθιά μορφή ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Δημήτρης Βίκτωρ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου