Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΕΝΑ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟ " - Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ -- Ερμηνεία: Αβρότονον Ρηγάτου


 

Ένα αγριολούλουδο

 

Ένα αγριολούλουδο, μόνο και κανενός

ούτε αγάπης, έρωτα, φιλίας, προδοσίας

απώλειας ή χωρισμού, πένθους ή ευτυχίας

 

με ρίζες νάμουν δυνατές ν’ αντέχω τους ανέμους

να νιώθω τα σκιρτήματα της γης και τους σφυγμούς

κλέβοντας την ενέργεια των άστρων του απείρου

 

κάθε αυγή να λούζομαι ξανά μέσα στο φως

σ’ έρωτα με τις μέλισσες μ’ αρώματα ονείρου

καρτερικά να νοσταλγώ το κλάμα της βροχής

το σούρουπο σε ορίζοντα ρέμβης να ξαποσταίνω

 

μόνο να βασανίζομαι χωρίς να υπάρχει στόχος

με τέλος μου περήφανο χωρίς φόβο και θλίψη

δροσιά η ευγνωμοσύνη μου στο δώρο της ζωής

γέρνοντας με υπόκλιση στο αιώνιο αεράκι…

 

Ένα αγριολούλουδο
μόνο και κανενός…

 

 

Δημήτρης Βίκτωρ
Απρίλιος/2020

 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

"Η ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥ" ----- Ποίημα - Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ

Απόνερα της Αλώσεως – (Μάιος 1453)

Μα πόσα γράφτηκαν γι’ αυτήν την Άλωση!

Φαντάσου να επρόκειτο και για Ελληνική υπόθεση!

Θρηνούν ακόμα κάτι Έλληνες για αυτό το σκουπίδι της ιστορίας, το Βυζάντιο.

Όσο το ψάχνεις τόσο και λυπάσαι, όχι για την Άλωση καθαυτή, αλλά για τους ανθρώπους που σχετίζονται με το γεγονός και τις πράξεις τους.

Να ένα ακόμα καθοριστικό:

Οι πατριωτάρες της χρεωκοπημένης Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, (που ονομάστηκε κάποια στιγμή αργότερα Βυζαντινή), οι πιστοί ορθόδοξοι ελέω θεού χριστιανοί, οι προύχοντες που είχαν την δύναμη και το χρήμα, κατάφεραν να παίξουν τον ρόλο τους για την χρεωκοπία και την τελική πτώση.

Πολύ πριν, έβγαλαν τα χρήματά τους στην Βενετία, που την εποχή εκείνη δημιουργούνταν τράπεζες.

Εκτός αυτού γίνονταν και πολίτες του εξωτερικού με χαρτί που πλήρωναν στους Βενετούς. Έτσι κατάφερναν να μην πληρώνουν καθόλου φόρους.

Οπότε τα τελευταία χρόνια, τα δημόσια ταμεία ήταν εντελώς άδεια και δεν υπήρχε και τρόπος για εισπράξεις.

Εκείνος ο Ούγγρος, ο Ουρβανός που έφτιαξε το μεγάλο το κανόνι αργότερα για τον Μωάμεθ τον Πορθητή, πρώτα πήγε στον Κωνσταντίνο Πλαιολόγο και του πρότεινε την κατασκευή.
«Θα σου φτιάξω μία κανονάρα που με δυό βολές θα εξαφανίσεις τον στρατό του Μωάμεθ», είπε στον άφραγκο αυτοκράτορα.
Κι εκείνος ο δυστυχής του απάντησε, «Δεν έχω μία».

Πως να έχει, αφού τα φράγκα των πιστών του υπηκόων είχαν κάνει προ πολλού φτερά;

Έτσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και του είπε τα ίδια.

Κι εκείνος του απάντησε: «Και το ρωτάς; Προχώρα μεγάλε…»

Μπάμ, το κανόνι μία… Μπάμ το κανόνι δεύτερη… Μπάμ το κανόνι τρίτη… Πάει το τείχος!

 Άνοιξε μια τρυπάρα, Να!

Στην τέταρτο Μπάμ, ανατινάχτηκε και το ίδιο το κανόνι και πάει και ο Ουρβανός!
Αλλά η τρύπα είχε ανοιχτεί.

Οι πολιορκημένοι κοίταζαν και χάζεψαν και αφαιρέθηκαν.

Και, ναι! Ξέχασαν ανοιχτή την κερκόπορτα!
Μάλλον από εκεί είχαν βγάλει τα τελευταία τους λεφτά οι πιστοί χριστιανοί της Πόλης.

Έτσι, ατυχώς ….Εάλω…!

Εάλω η Πίστις και όλα τα σχετικά…!

 

Δημήτρης Βίκτωρ



 

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Περί ασχήμιας και μοναξιάς

« Όσοι σκορπούν ασχήμια γύρω τους, σκορπούν την μοναξιά »

Υπάρχει μέσα στον άνθρωπο μια αθόρυβη ευθύνη: να μην αφήνει το εσωτερικό του χάος να γίνεται κλίμα για τους άλλους. Δεν είμαστε μόνο ό,τι σκεφτόμαστε, ούτε μόνο ό,τι πράττουμε όταν μας βλέπουν· είμαστε και η ατμόσφαιρα που εκπέμπουμε, το βάρος ή η ελαφρότητα που αφήνουμε πίσω μας, το ίχνος που χαράζει η παρουσία μας στον χώρο των άλλων. Εκείνος που σκορπά ασχήμια γύρω του δεν βλάπτει απλώς την αισθητική του κόσμου· τραυματίζει την εμπιστοσύνη, διαβρώνει την τρυφερότητα, κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται μέσα τους σαν ζώα που φοβήθηκαν. Και όταν ο άνθρωπος φοβάται να ανοιχτεί, αρχίζει η μοναξιά.

Η ασχήμια εδώ δεν είναι η εξωτερική μορφή, ούτε η ατέλεια του σώματος, ούτε η φυσική φθορά που συνοδεύει κάθε ζωντανό πλάσμα. Η ασχήμια είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι ο φθόνος που μεταμφιέζεται σε κριτική, η χαιρεκακία που παρουσιάζεται ως εξυπνάδα, η αγένεια που βαφτίζεται ειλικρίνεια, η μικρότητα που ζητά να κυβερνήσει το βλέμμα. Είναι εκείνη η εσωτερική παραμόρφωση που δεν αντέχει την ομορφιά, επειδή η ομορφιά τής θυμίζει ό,τι δεν κατόρθωσε να γίνει. Όποιος δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, συχνά επιχειρεί να κάνει τον κόσμο ανυπόφορο, για να μη νιώθει μόνος μέσα στην ανυποφορία του.

Ο άνθρωπος όμως δεν εξουσιάζει πάντα τα γεγονότα· εξουσιάζει, όσο μπορεί, τη στάση του απέναντί τους. Μπορεί να πληγωθεί χωρίς να γίνει πληγή για τους άλλους. Μπορεί να αδικηθεί χωρίς να μετατρέψει την αδικία σε μόνιμη γλώσσα. Μπορεί να κουβαλά σκοτάδι χωρίς να το εκτοξεύει σαν δηλητήριο. Αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές αξιοπρέπειας: να μη μεταδίδεις το κακό που υπέστης. Να σταματάς επάνω σου την αλυσίδα της ασχήμιας. Να λες: μέχρι εδώ. Από εδώ και πέρα, δεν θα γίνω ο αγωγός του πόνου που μου παραδόθηκε.

Διότι η ασχήμια που σκορπίζεται δεν μένει ποτέ ουδέτερη. Κάνει τον άλλον να αποσυρθεί. Να μη μιλήσει. Να μην εμπιστευθεί. Να μην ανθίσει. Ένα βλέμμα περιφρόνησης μπορεί να κλείσει έναν άνθρωπο για χρόνια. Μια φράση απαξίωσης μπορεί να γίνει εσωτερικός νόμος. Μια συνεχής ατμόσφαιρα ειρωνείας μπορεί να πείσει την ψυχή ότι είναι ασφαλέστερο να σωπάσει. Έτσι γεννιέται η μοναξιά: όχι πάντοτε από την απουσία ανθρώπων, αλλά από την απουσία χώρου μέσα στους ανθρώπους. Μπορεί να στέκεσαι ανάμεσα σε πλήθος και να είσαι μόνος, επειδή κανείς γύρω σου δεν αφήνει περιθώριο να υπάρξεις αληθινά.

Και όμως, υπάρχει και μια πιο βαθιά ανάγνωση. Εκείνος που σκορπά ασχήμια, πριν απομονώσει τους άλλους, έχει ήδη απομονωθεί ο ίδιος από την πηγή της ζωής. Δεν αντέχει την υπέρβαση, δεν αντέχει την έξαρση, δεν αντέχει το βλέμμα που λέει «ναι» στην ύπαρξη. Η ψυχή του έχει γίνει υπόγειο, και επειδή δεν μπορεί να ανέβει στο φως, κατηγορεί το φως ως ψεύτικο. Έτσι ο μίζερος άνθρωπος πολεμά την ομορφιά όχι επειδή είναι δυνατός, αλλά επειδή η ομορφιά τον ξεσκεπάζει. Η ομορφιά απαιτεί γενναιοδωρία, πλεόνασμα, τόλμη· η ασχήμια απαιτεί μόνο στέρηση.

Ο δημιουργικός άνθρωπος, αντίθετα, δεν αρνείται το χάος του· το μεταπλάθει. Παίρνει την οδύνη και την κάνει μορφή, τη μοναξιά και την κάνει βάθος, την πληγή και την κάνει άνοιγμα προς έναν πιο υψηλό εαυτό. Δεν ζητά να μικρύνει τους άλλους για να φανεί· δημιουργεί ύψος. Δεν σκορπά ασχήμια, γιατί δεν θέλει να κατοικήσει σε χαμηλό κόσμο. Ξέρει πως ό,τι ρίχνει γύρω του θα γίνει τελικά το τοπίο μέσα στο οποίο θα αναγκαστεί να ζήσει. Αν πετάς αγκάθια, θα περπατήσεις σε αγκάθια. Αν σπέρνεις περιφρόνηση, θα θερίσεις απόσταση.

Το απόφθεγμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ηθική παρατήρηση· είναι νόμος της ύπαρξης. Η ασχήμια δημιουργεί ερήμους. Η ομορφιά δημιουργεί συναντήσεις. Όποιος σκορπά ασχήμια, χτίζει αόρατους τοίχους και ύστερα απορεί που δεν τον πλησιάζει κανείς. Όμως η μοναξιά που τον κυκλώνει δεν είναι τιμωρία από τον κόσμο· είναι η επιστροφή του ίδιου του δώρου που πρόσφερε. Γιατί ο κόσμος, με έναν τρόπο μυστικό αλλά αμείλικτο, μάς επιστρέφει την ποιότητα της παρουσίας μας.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

" ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΚΤΩΡ " - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ


Ποίημα για τον Βίκτωρ  (24 Μαΐου, 2045 μ.)

Πέθανε ο Βίκτωρ ξαφνικά μόνος μέσα στη νύχτα.
Πλήρης ως ήταν ημερών, δίκαιος ο χαμός του.
Μαζεύτηκαν οι φίλοι κι απομείναντες γνωστοί
σε συνοδεία να συμπράξουν στο καθήκον
μνήμης να δώσουν ύστατο χαιρετισμό.
 
Αυτός τα έγραψε όλα σε χαρτί περγαμηνής
αρνούμενος κάθε είδους τελετής
μόνο μια μάζωξη απλή και ταπεινή
χωρίς λόγους ιδιαίτερους για θλίψη περιττή.
 
Άθεος ήταν, το δήλωνε συχνά
με υπερηφάνεια, μακριά από θρησκευτικά.
Ήταν επίσης ο καλός τους ποιητής
συχνά χάριζε στίχους δείχνοντας ευτυχής.
 
Θυμάμαι πριν δυο χρόνια μέσα σ’ ανατριχίλα
απήγγειλε ένα ποίημα για τον φίλο τους Λεωνίδα.
Πριν από άλλα τρία χρόνια ακριβώς
οι συγγενείς φέρθηκαν απρεπώς
και σ’ άλλου φίλου τέλους πορεία
γιατί δεν ήταν ταιριαστό ποίημα, σε χριστιανών κηδεία.
 
Τώρα ο φίλος με τους στίχους έφυγε για πάντα
κι ζώντες νοιώθουνε κενό
που δεν υπάρχει ποίημα εδώ
ν’ απαγγελθεί, να ακουστεί
όπως αρμόζει με τιμή.
 
Ύστερα από την καύση της σορού
μαζεύτηκαν ξανά όλοι μαζί
στο κοντινό το καφενείο
να προσπαθήσουν, ποίημα για αντίο.
 
Δημήτρης Βίκτωρ
Μάιος- 2013

-------------------------------------------------------

Σχολιασμός και φιλοσοφική ανάλυση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή

Το
ποίημα («Ποίημα για τον Βίκτωρ (24 Μαΐου, 2045 μ.)», κοιτά τον θάνατο μέσα από ένα ήπιο, σχεδόν καθημερινό βλέμμα. Ο ποιητής περιγράφει την ίδια του την κηδεία, αφήνοντας τον λόγο να ρέει σαν αφήγηση. Η γραμμική αναφορά σε παρελθόντα περιστατικά –«πριν δυο χρόνια», «πριν τρία»– λειτουργεί ως χρονικά στηρίγματα που βοηθούν τον αναγνώστη να ακολουθήσει την τελετουργία και συγχρόνως να νιώσει τη ρευστότητα του χρόνου.

Η πρώτη ειρωνεία γεννιέται από την έλλειψη ποιήματος στην τελετή του ίδιου του δημιουργού. Ο Βίκτωρ, «ο καλός τους ποιητής», αρνείται οποιονδήποτε επίσημο λόγο. Οι φίλοι, συνηθισμένοι να καταφεύγουν στη δική του τέχνη για να δώσουν νόημα σε ξένους θανάτους, νιώθουν τώρα ένα άβολο κενό. Η φυγή του δείχνει ότι ακόμη και η πιο ριζοσπαστική άρνηση τελετής δεν σβήνει την ανθρώπινη ανάγκη για μια τελευταία λέξη.

Η ρητή δήλωση αθεΐας ενισχύει αυτή την άρνηση. Χωρίς θρησκευτικό πλαίσιο, ο Βίκτωρ ορίζει μόνος του τους όρους αναχώρησης: καμία ιεροπραξία, απλώς μια σεμνή συγκέντρωση. Στο ποίημα διαγράφεται η σύγκρουση ανάμεσα στην αυτονομία του ατόμου και στη συλλογική συνθήκη που απαιτεί κάποιο τελετουργικό περικάλυμμα. Το 2045, η καύση της σορού υπονοείται ως πιο συνηθισμένη, μα η ανάγκη συμβόλου παραμένει.

Οι σύντομες μνήμες παλιότερων κηδειών φωτίζουν την σχέση του ποιητή με τον λόγο: στον φίλο Λεωνίδα χάρισε ανατριχιαστικό ποίημα, σε έναν άλλο φίλο ήρθε σε ρήξη με τους συγγενείς. Οι εικόνες αυτές δείχνουν πόσο εύθραυστες είναι οι κοινωνικές συμβάσεις όταν η καλλιτεχνική φωνή παρεμβαίνει σε ιεραρχημένους χώρους, ιδίως όταν αμφισβητεί θρησκευτικά μοτίβα.

Ύστερα από την καύση, το ανθρώπινο τοπίο μεταφέρεται σε καφενείο. Εκεί, μακριά από ψαλμούς και τελετάρχες, οι ζωντανοί φίλοι ψάχνουν να συντάξουν «ποίημα για αντίο», κάτι όχι τόσο απλό!

Αναδύεται έτσι η αγωνία των φίλων: Θα το καταφέρουμε; Είναι τόσο εφικτό αυτό; Και επίσης, γεννάται το βασικό φιλοσοφικό ερώτημα: ποιος έχει τον τελικό λόγο στον αποχαιρετισμό; Ο θανών, που όρισε την απουσία λόγου, ή οι ζωντανοί, που χρειάζονται έναν συμβολικό μηχανισμό για να διαχειριστούν την απώλεια; Το ποίημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι η ελευθερία του ενός δεν ακυρώνει τις ανάγκες των πολλών, αλλά απλώς μεταθέτει το βάρος της δημιουργίας σε εκείνους που μένουν.

Η ποίηση προβάλλει τελικά ως επινοημένη κοινή γλώσσα. ακόμη κι όταν εκλείπει από την επίσημη τελετή, ξεπηδά έπειτα, στο τραπέζι του καφενείου, για να γεμίσει το κενό. Η τέχνη μπορεί να απουσιάζει κατ’ επιθυμία του δημιουργού, μπορεί όμως και να ξαναγεννηθεί ως συλλογική απάντηση στον χαμό του.

Ο χρόνος, διάσπαρτος σε σύντομες αναδρομές, τονίζει ότι οι ζωές πλέκονται συνεχώς μέχρι να διαλυθούν· Οι φίλοι, οι συγγενείς, οι παρεξηγήσεις, όλα δομούν ένα μωσαϊκό που ολοκληρώνεται μόνο με τον θάνατο. γι’ αυτό και κάθε επιθυμία, παραμένει σχετική μπροστά στη ροή των γεγονότων.

Εντέλει, το ποίημα δείχνει πως ο θάνατος είναι κοινός τόπος αλλά η διαχείρισή του πολυφωνική. Ο Βίκτωρ διεκδικεί το δικαίωμα σιωπής, οι φίλοι διεκδικούν το δικαίωμα λόγου, και το αποτέλεσμα είναι μια άτυπη, ανθρώπινη σύνθεση που συνενώνει και τις δύο στάσεις. Ο θάνατος ωθεί στην αναζήτηση νοήματος. Η τέχνη, ακόμη και όταν λείπει, παραμένει πρόθυμη να το προσφέρει εκ των υστέρων. Έτσι, στον απόηχο μιας άφωνης κηδείας, πρέπει να γεννηθεί ένα νέο ποίημα, γραμμένο όχι από τον νεκρό αλλά για χάρη του, δείχνοντας ότι μνήμη και δημιουργία προχωρούν πάντα μαζί.

Ναι, αλλά είναι εύκολο να γραφτεί ένα ποίημα για τον Ποιητή Βίκτωρ;

Αυτό το γνωρίζει ο ποιητής και σαρκάζει την σκέψη και την προσπάθεια των φίλων. Και επειδή γνωρίζει πως δεν θα τα καταφέρουν, μάλλον τους το αφήνει ο ίδιος…!

Δημήτρης Βίκτωρ

 

 

 


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ο Πόνος ως Πολιτικό Εμπόρευμα

Η Αισχρή Εκμετάλλευση της Ανθρώπινης Δυστυχίας

Η ανθρώπινη δυστυχία υπήρξε ανέκαθεν ένα φτηνό αλλά αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο. Ο πόνος, το πένθος, η απώλεια, όλα μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως εμπορεύματα στο αδηφάγο παζάρι της εξουσίας. Σαν ύαινες που σέρνονται γύρω από τα κουφάρια της καταστροφής, οι πολιτικοί—οι κυνικοί έμποροι της ανθρώπινης οδύνης—δεν διστάζουν να μετατρέψουν τη δυστυχία σε προπαγάνδα, σε ρητορικά όπλα, σε μέσα για την εδραίωση της δύναμής τους.

Ο Πόνος ως Σκηνικό για τη Φαρισαϊκή Πολιτική

Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου για την κατασκευή ενός πολιτικού αφηγήματος που εξυπηρετεί την εξουσία. Όταν μια τραγωδία συμβεί, είτε πρόκειται για φυσική καταστροφή, είτε για τρομοκρατική επίθεση, είτε για δυστύχημα, είτε για μια κοινωνική αδικία, οι πολιτικοί σπεύδουν να «οικειοποιηθούν» τον θρήνο. Τους βλέπουμε να περιφέρονται με αυστηρό ύφος, με χειρονομίες γεμάτες δήθεν ευαισθησία, να εκφωνούν λόγους υποκριτικής συμπόνιας και να υπόσχονται αλλαγές που ποτέ δεν έρχονται.
Και το χειρότερο; Ο πόνος δεν χρησιμεύει απλώς ως σκηνικό για την προβολή της πολιτικής τους περσόνας. Χρησιμοποιείται ως όπλο για τη χειραγώγηση του λαού. Τον τροφοδοτούν με οργή επιλεκτική, του δείχνουν ποιον να μισήσει, τον στρέφουν εναντίον κατασκευασμένων εχθρών. Η λογική θολώνει, το συναίσθημα γίνεται εργαλείο και, πριν το καταλάβει κανείς, ο ανθρώπινος πόνος έχει μετατραπεί σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η ουσία ξεχνιέται, καλπάζει το ψεύδος, η υπερβολή και η φήμη.

Το Άδικο Πένθος ως Πολιτική Ευκαιρία

Δεν υπάρχει τίποτα πιο βρώμικο από το να βλέπεις μια παράταξη να «πουλάει» πένθος. Οι νεκροί γίνονται σύμβολα όχι για να τιμηθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Στημένες ειδήσεις σε τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιογράφους που ενδιαφέρονται μόνον για την προβολή τους και την τηλεθέαση, αδιαφορώντας για το κακό που δημιουργούν στο κοινωνικό σύνολο. Πορείες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες της προπαγάνδας, δάκρυα που έχουν προγραμματιστεί να χυθούν μπροστά στα μικρόφωνα. Κάθε θάνατος γίνεται εργαλείο πόλωσης. Δεν έχει σημασία η πραγματική ζωή του χαμένου ανθρώπου· αυτό που μετράει είναι πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μνήμη του για πολιτικό κέρδος.

Η υποκρισία αποκαλύπτεται όταν δει κανείς πώς αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί, που κλαίνε δημοσίως για τις τραγωδίες, αδιαφορούν πλήρως για τις συστημικές αιτίες που τις προκαλούν. Δεν τους ενδιαφέρει να προλάβουν το κακό· τους ενδιαφέρει μόνο να το εκμεταλλευτούν όταν συμβεί.

Η Δύναμη του Φόβου και της Θυματοποίησης

Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου δεν περιορίζεται μόνο στο πένθος και τις τραγωδίες. Ολόκληρες κοινωνίες κρατούνται σε κατάσταση διαρκούς φόβου, με την αίσθηση ότι είναι θύματα. Οι πολιτικοί λατρεύουν τον ρόλο του σωτήρα, αλλά για να είναι σωτήρες πρέπει να υπάρχει πάντα μια διαρκής απειλή, ένας συνεχής πόνος. Έτσι, οι λαοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ψυχολογία ανασφάλειας, έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε αυταρχική πολιτική «για το καλό τους».

Όταν οι άνθρωποι πονάνε, είναι ευάλωτοι. Κυριαρχεί το θυμικό πέρα από κάθε αντίσταση για λογική σκέψη. Και τότε, είναι εύκολο να χειραγωγηθούν. Ο φόβος είναι το απόλυτο όπλο πολιτικής κυριαρχίας. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν καλά ότι ένας λαός που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση πένθους ή φόβου δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τη διαύγεια να αμφισβητήσει την εξουσία τους.

Η Αποδόμηση της Πολιτικής της Οδύνης

Το αντίδοτο σε αυτή την αηδιαστική εκμετάλλευση είναι η επίγνωση. Οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν πότε ο πόνος τους χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την αυθεντική συμπόνια από τη φαρισαϊκή εκμετάλλευση. Να αναγνωρίζουν τους ηθοποιούς της εξουσίας που παίζουν τον ρόλο του συμπονετικού ηγέτη, ενώ στην πραγματικότητα απλώς πατούν πάνω στις πληγές της κοινωνίας για να ανέβουν στην εξουσία.

Η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου πόνου πρέπει να προστατευθεί από τα χέρια των πολιτικών εμπόρων. Γιατί ο πόνος δεν είναι εργαλείο. Το πένθος δεν είναι πολιτικό σλόγκαν. Και η ανθρώπινη δυστυχία δεν πρέπει να γίνεται σκαλοπάτι για την εξουσία.

Μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση του πόνου τους, σκεπτόμενοι με λογική για την εξεύρεση της αλήθειας, αντί να γίνονται οπαδοί της προπαγάνδας, μόνο τότε ίσως θα μπορέσουν να σπάσουν τις αλυσίδες της πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτό όμως το καταφέρνουν λίγοι. Και όσο παραμένουν λίγοι, λίγο θα ακούγονται. Δυστυχώς…

Ως τότε, οι ύαινες θα συνεχίσουν να σέρνονται γύρω από τα ερείπια, έτοιμες να καταβροχθίσουν κάθε νέα τραγωδία που θα παρουσιαστεί στο δρόμο τους.
Δυστυχώς…

Δημήτρης Βίκτωρ



Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

" Θα είμαι στη θλίψη σου " -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


                                 

Θα είμαι στη θλίψη σου

 

Όταν μέσα σου το κομμάτι της νύχτας φωλιάζει
και σκιές βαραίνουν τα μάτια σου
καθώς η σιωπή σού γίνεται βουνό
κι ανάσες σε πνίγουν σαν κύμα γκρίζο
να ξέρεις — στην άκρη της λύπης σου είμαι εκεί.

Σαν ανάλαφρο φύλλο που στο χέρι ακουμπά
σαν αεράκι που γλιστρά ανάμεσα στα μαλλιά σου
δε θα σου μιλήσω, αν δε θες,
μα θα σε κοιτάξω σαν φάρος που αναβοσβήνει
σε μια θάλασσα που την στεριά της ψάχνει.

Όταν το σώμα κουράζεται από τις μάχες
και τα δάκρυα στάζουν σαν κρυφός ψίθυρος
θα γίνω αγκαλιά που δε ζητά
παρηγοριά που δεν βαραίνει.

Ακόμα όταν δε βλέπεις το φως,
κι ψυχή σου μοιάζει σαν ξεχασμένος δρόμος,
θα είμαι εκεί—
ένα βήμα πιο πέρα,
στην γωνιά που κρύβεται το επόμενο χαμόγελο.

Κι όταν θα θες να μιλήσεις ξανά,
τους κόμπους της καρδιάς σου να σπάσεις
τις λέξεις σου θα κρατώ

όπως η γη την βροχή με βουλιμία στερεύει.

Γιατί στην θλίψη σου, μόνη δεν θάσαι.
Είμαι εκεί.
Πάντα, θα είμαι...
Θα είμαι..

 

Δημήτρης Βίκτωρ
Μάρτιος-2015

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Περί εχθρών και εχθρότητος

«Οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους. Μακάρι να έχεις μια ντουζίνα, τουλάχιστον»

Οι περισσότεροι θεωρούν την εχθρότητα κάτι ξένο προς την ευημερία τους∙ ωστόσο, εκεί όπου άλλοι διακρίνουν απειλή, ο νους που επιδιώκει γαλήνη αναγνωρίζει μία άσκηση αυτογνωσίας. Ο εχθρός, ακουσίως, μας παραδίδει καθρέφτη· σε αυτόν προβάλλονται οι αδυναμίες μας πιο καθαρά απ’ ό,τι θα τολμούσε να μας τις υποδείξει ο πιο τρυφερός φίλος. Αν ο λόγος του φίλου σκεπάζεται συχνά από ευγένεια ή οίκτο, η φωνή του αντιπάλου δεν κουβαλά τέτοια επιείκεια: κόβει αιφνίδια, σαν νυστέρι, το πλεονάζον λίπος από τις αντιφάσεις μας. Μπροστά στην αυστηρή του παρουσία, ο εσωτερικός μας κόσμος διατάσσεται ξανά· ό,τι είναι φθαρμένο αποκαλύπτεται, ό,τι είναι στιβαρό μένει όρθιο. Αυτή η δοκιμασία αποτελεί, λοιπόν, άσκηση αντοχής· όχι καθόλου ευχάριστη, αλλά βαθιά ωφέλιμη.

Αν αντιληφθούμε ότι κάθε κρίση, ειρωνεία ή συκοφαντία λειτουργεί ως προτρεπτικός λόγος για να εξετάσουμε τις προθέσεις και τα έργα μας, τότε η εχθρότητα παύει να είναι βάρος και γίνεται εργαλείο. Ο εχθρός μας διδάσκει να μην είμαστε προσκολλημένοι στη γνώμη των άλλων· μας υπενθυμίζει ότι η αρετή κρίνεται από τη συνέπειά της, όχι από το χειροκρότημα των παρατηρητών. Έτσι, το δόρυ που στρέφεται εναντίον μας σφυρηλατεί τη θωράκισή μας: επιβάλλει εγκράτεια στο συναίσθημα, διαύγεια στη σκέψη, ακρίβεια στην πράξη. Η αρετή που έχει αντέξει σε μομφές λάμπει απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό.

Μα δεν αρκεί να υπομένουμε παθητικά. Εκεί όπου ο ήρεμος νους αρκέστηκε να δει τον αντίπαλο ως δάσκαλο αρετής, τώρα ας εμφανιστεί η σπίθα μιας δημιουργικής ανυποταγής. Γιατί να αρκούμαστε σε έναν αντίπαλο, όταν ένα ολόκληρο τάγμα αντιθέσεων θα μπορούσε να ανυψώσει τον πήχη; Ο εχθρός, όταν πληθαίνει, μετατρέπεται σε πηγή αδιάκοπης εγρήγορσης. Δώδεκα αντίπαλοι, δώδεκα διαφορετικά οδοφράγματα—και πίσω από κάθε οδόφραγμα ένα νέο ύψωμα που ορίζεται μόνον από τη δική μας απόφαση να το κατακτήσουμε.

Εκείνοι που σε φθονούν, εκείνοι που σε παρερμηνεύουν, εκείνοι που αποστρέφονται τη σκιά που ρίχνεις πάνω στους δικούς τους καρπούς—όλοι τους συγκροτούν τον πιο πολύτιμο θίασο. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε εξαναγκάζουν να πλαταίνεις τις επάλξεις σου, να βαθύνεις τα θεμέλιά σου, να οξύνεις τον λόγο σου. Η κάθε μομφή μεταμορφώνεται σε πυροδότηση ενέργειας, η κάθε συκοφαντία σε πρόκληση για δημιουργικό ξέσπασμα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή αυτοάμυνα· είναι επίθεση προς τα εντός όρια σου, ρίψη γέφυρας προς ανώτερες εκδοχές του εαυτού σου.

Και τότε αλλάζει ο αέρας. Η νηνεμία του πρώτου στοχασμού δίνει τη θέση της σε θυελλώδη χαρά. Ο εχθρός γίνεται προσάναμμα· η πυρά που ανάβει φωτίζει μέλλοντα μονοπάτια. Ό,τι ήταν κάποτε αγωνία, γίνεται τώρα σάλπισμα εκστρατείας. Ανασήκωσε τους ώμους απέναντι στην κακογλωσσιά· γέλα στην όψη του φθόνου· γιγάντωσε τη σκιά σου μέχρι να πάψει ο άλλος να τη φοβάται και να υποχρεωθεί να χτίσει φως μέσα του. Αυτός είναι ο πιο γόνιμος θρίαμβος: όχι ο αφανισμός του αντιπάλου, αλλά ο εξαναγκασμός του να εξελίξει τη δύναμή του, επειδή η δική σου υπερέβη τα όρια του συνηθισμένου.

Αν, λοιπόν, κάποιος σου ευχηθεί πλήθος αντιπάλων, μην το εκλάβεις ως κατάρα. Είναι ευχή να μην βαλτώσεις, να μην νυστάξεις πάνω στα βολικά μαξιλάρια της συναίνεσης. Κράτησε τους κοντά σου, όχι για να τους μοιάσεις, αλλά για να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που σε ωθεί να ξεπερνάς το χθεσινό σου ανάστημα. Γιατί στ’ αλήθεια, οι φίλοι συχνά ψιθυρίζουν: «Μείνε όπως είσαι, μας αρκεί». Οι εχθροί ωρύονται: «Δεν είσαι αρκετός, απόδειξε το αντίθετο». Αυτή η ιαχή δεν είναι απειλή—είναι η πιο ευγενής πρόσκληση για να ανακαλύψεις πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν ουρλιάζει εναντίον σου ο άνεμος, κι εσύ μαθαίνεις να τον καβαλάς.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018

 

 


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΠΕΡΙ ΣΠΟΥΔΑΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Οι σπουδαιότερες Μητέρες είναι εκείνες που, μέσω της υγιούς αγάπης, κατάφεραν να μην λείπουν στα παιδιά τους»

Η μητέρα δεν μετριέται από την ποσότητα της παρουσίας της, αλλά από την ποιότητα του ίχνους που αφήνει μέσα στην ψυχή του παιδιού. Να «μη λείπει» δεν σημαίνει να βρίσκεται αδιάκοπα δίπλα του, να το σκεπάζει με τη σκιά της, να προλαβαίνει κάθε πτώση, κάθε φόβο, κάθε ανάγκη. Σημαίνει να έχει εγκαταστήσει μέσα του μια ήρεμη βεβαιότητα: ότι η αγάπη υπάρχει χωρίς να φυλακίζει, ότι η φροντίδα στηρίζει χωρίς να ακρωτηριάζει, ότι η τρυφερότητα μπορεί να είναι δύναμη και όχι εξάρτηση.

Η υγιής αγάπη είναι τέχνη ισορροπίας. Δεν είναι ούτε ψυχρότητα ούτε λατρεία. Δεν είναι εγκατάλειψη, αλλά ούτε και κατάληψη της ζωής του άλλου. Η σπουδαία μητέρα δεν κάνει το παιδί προέκταση του εγώ της· δεν το χρησιμοποιεί για να θεραπεύσει τις ματαιώσεις της, ούτε το δένει πάνω της με ενοχές, φόβους και χρέη. Το αγαπά αρκετά ώστε να του δώσει ρίζες, αλλά και αρκετά γενναία ώστε να μην του κόψει τα φτερά.

Εδώ βρίσκεται το βάθος του αποφθέγματος: η μητέρα που πραγματικά δεν λείπει είναι εκείνη που δεν χρειάζεται να είναι παντού. Έχει γίνει εσωτερικός νόμος, μνήμη ασφάλειας, αόρατη δύναμη. Το παιδί μπορεί να απομακρυνθεί, να κινδυνεύσει, να διαψευστεί, να συγκρουστεί με τον κόσμο, και όμως μέσα του να υπάρχει ένας αρχικός τόπος όπου δεν βασιλεύει η ερήμωση. Αυτή η μητέρα δεν παράγει αδύναμα πλάσματα που ζητούν διαρκώς προστασία· γεννά ανθρώπους ικανούς να σταθούν.

Αλλά η υγιής αγάπη απαιτεί χαρακτήρα. Δεν είναι γλυκερή ευαισθησία ούτε ρομαντική αυτοθυσία. Θέλει πειθαρχία, αυτογνωσία, σκληρή ειλικρίνεια. Η μητέρα που πνίγει το παιδί της στο όνομα της αγάπης δεν αγαπά· κυριαρχεί. Εκείνη που το κρατά ανώριμο για να την έχει ανάγκη, δεν προσφέρει· απαιτεί λατρεία. Εκείνη που φοβάται την ελευθερία του παιδιού της, φοβάται την ίδια τη ζωή.

Η σπουδαία μητέρα δεν ζητά να είναι αναντικατάστατη. Αυτό είναι το μεγαλείο της. Θέλει το παιδί της να μπορεί κάποτε να ζήσει χωρίς να καταρρέει στην απουσία της. Να την κουβαλά όχι σαν αλυσίδα, αλλά σαν πυρήνα. Όχι σαν πληγή, αλλά σαν δύναμη. Όχι σαν φωνή που διατάζει, αλλά σαν εσωτερική αντοχή που του ψιθυρίζει: στάσου όρθιος.

Έτσι, η μητρότητα στην ανώτερη μορφή της δεν είναι κατοχή, αλλά δημιουργία ελευθερίας. Δεν είναι το παιδί που μένει αιώνια κοντά στη μητέρα, αλλά η μητέρα που καταφέρνει να γίνει τόσο ουσιαστική, ώστε η απουσία της να μη μετατρέπεται σε κενό. Αυτές είναι οι σπουδαιότερες μητέρες: όχι οι πιο θορυβώδεις, όχι οι πιο θυσιαστικές, όχι οι πιο πανταχού παρούσες, αλλά εκείνες που έπλασαν ψυχές ικανές να αντέχουν τον κόσμο χωρίς να προδίδουν την τρυφερότητα από την οποία γεννήθηκαν.

Δημήτρης Βίκτωρ