Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Περί ασχήμιας και μοναξιάς

« Όσοι σκορπούν ασχήμια γύρω τους, σκορπούν την μοναξιά »

Υπάρχει μέσα στον άνθρωπο μια αθόρυβη ευθύνη: να μην αφήνει το εσωτερικό του χάος να γίνεται κλίμα για τους άλλους. Δεν είμαστε μόνο ό,τι σκεφτόμαστε, ούτε μόνο ό,τι πράττουμε όταν μας βλέπουν· είμαστε και η ατμόσφαιρα που εκπέμπουμε, το βάρος ή η ελαφρότητα που αφήνουμε πίσω μας, το ίχνος που χαράζει η παρουσία μας στον χώρο των άλλων. Εκείνος που σκορπά ασχήμια γύρω του δεν βλάπτει απλώς την αισθητική του κόσμου· τραυματίζει την εμπιστοσύνη, διαβρώνει την τρυφερότητα, κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται μέσα τους σαν ζώα που φοβήθηκαν. Και όταν ο άνθρωπος φοβάται να ανοιχτεί, αρχίζει η μοναξιά.

Η ασχήμια εδώ δεν είναι η εξωτερική μορφή, ούτε η ατέλεια του σώματος, ούτε η φυσική φθορά που συνοδεύει κάθε ζωντανό πλάσμα. Η ασχήμια είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι ο φθόνος που μεταμφιέζεται σε κριτική, η χαιρεκακία που παρουσιάζεται ως εξυπνάδα, η αγένεια που βαφτίζεται ειλικρίνεια, η μικρότητα που ζητά να κυβερνήσει το βλέμμα. Είναι εκείνη η εσωτερική παραμόρφωση που δεν αντέχει την ομορφιά, επειδή η ομορφιά τής θυμίζει ό,τι δεν κατόρθωσε να γίνει. Όποιος δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, συχνά επιχειρεί να κάνει τον κόσμο ανυπόφορο, για να μη νιώθει μόνος μέσα στην ανυποφορία του.

Ο άνθρωπος όμως δεν εξουσιάζει πάντα τα γεγονότα· εξουσιάζει, όσο μπορεί, τη στάση του απέναντί τους. Μπορεί να πληγωθεί χωρίς να γίνει πληγή για τους άλλους. Μπορεί να αδικηθεί χωρίς να μετατρέψει την αδικία σε μόνιμη γλώσσα. Μπορεί να κουβαλά σκοτάδι χωρίς να το εκτοξεύει σαν δηλητήριο. Αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές αξιοπρέπειας: να μη μεταδίδεις το κακό που υπέστης. Να σταματάς επάνω σου την αλυσίδα της ασχήμιας. Να λες: μέχρι εδώ. Από εδώ και πέρα, δεν θα γίνω ο αγωγός του πόνου που μου παραδόθηκε.

Διότι η ασχήμια που σκορπίζεται δεν μένει ποτέ ουδέτερη. Κάνει τον άλλον να αποσυρθεί. Να μη μιλήσει. Να μην εμπιστευθεί. Να μην ανθίσει. Ένα βλέμμα περιφρόνησης μπορεί να κλείσει έναν άνθρωπο για χρόνια. Μια φράση απαξίωσης μπορεί να γίνει εσωτερικός νόμος. Μια συνεχής ατμόσφαιρα ειρωνείας μπορεί να πείσει την ψυχή ότι είναι ασφαλέστερο να σωπάσει. Έτσι γεννιέται η μοναξιά: όχι πάντοτε από την απουσία ανθρώπων, αλλά από την απουσία χώρου μέσα στους ανθρώπους. Μπορεί να στέκεσαι ανάμεσα σε πλήθος και να είσαι μόνος, επειδή κανείς γύρω σου δεν αφήνει περιθώριο να υπάρξεις αληθινά.

Και όμως, υπάρχει και μια πιο βαθιά ανάγνωση. Εκείνος που σκορπά ασχήμια, πριν απομονώσει τους άλλους, έχει ήδη απομονωθεί ο ίδιος από την πηγή της ζωής. Δεν αντέχει την υπέρβαση, δεν αντέχει την έξαρση, δεν αντέχει το βλέμμα που λέει «ναι» στην ύπαρξη. Η ψυχή του έχει γίνει υπόγειο, και επειδή δεν μπορεί να ανέβει στο φως, κατηγορεί το φως ως ψεύτικο. Έτσι ο μίζερος άνθρωπος πολεμά την ομορφιά όχι επειδή είναι δυνατός, αλλά επειδή η ομορφιά τον ξεσκεπάζει. Η ομορφιά απαιτεί γενναιοδωρία, πλεόνασμα, τόλμη· η ασχήμια απαιτεί μόνο στέρηση.

Ο δημιουργικός άνθρωπος, αντίθετα, δεν αρνείται το χάος του· το μεταπλάθει. Παίρνει την οδύνη και την κάνει μορφή, τη μοναξιά και την κάνει βάθος, την πληγή και την κάνει άνοιγμα προς έναν πιο υψηλό εαυτό. Δεν ζητά να μικρύνει τους άλλους για να φανεί· δημιουργεί ύψος. Δεν σκορπά ασχήμια, γιατί δεν θέλει να κατοικήσει σε χαμηλό κόσμο. Ξέρει πως ό,τι ρίχνει γύρω του θα γίνει τελικά το τοπίο μέσα στο οποίο θα αναγκαστεί να ζήσει. Αν πετάς αγκάθια, θα περπατήσεις σε αγκάθια. Αν σπέρνεις περιφρόνηση, θα θερίσεις απόσταση.

Το απόφθεγμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ηθική παρατήρηση· είναι νόμος της ύπαρξης. Η ασχήμια δημιουργεί ερήμους. Η ομορφιά δημιουργεί συναντήσεις. Όποιος σκορπά ασχήμια, χτίζει αόρατους τοίχους και ύστερα απορεί που δεν τον πλησιάζει κανείς. Όμως η μοναξιά που τον κυκλώνει δεν είναι τιμωρία από τον κόσμο· είναι η επιστροφή του ίδιου του δώρου που πρόσφερε. Γιατί ο κόσμος, με έναν τρόπο μυστικό αλλά αμείλικτο, μάς επιστρέφει την ποιότητα της παρουσίας μας.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ο Πόνος ως Πολιτικό Εμπόρευμα

Η Αισχρή Εκμετάλλευση της Ανθρώπινης Δυστυχίας

Η ανθρώπινη δυστυχία υπήρξε ανέκαθεν ένα φτηνό αλλά αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο. Ο πόνος, το πένθος, η απώλεια, όλα μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως εμπορεύματα στο αδηφάγο παζάρι της εξουσίας. Σαν ύαινες που σέρνονται γύρω από τα κουφάρια της καταστροφής, οι πολιτικοί—οι κυνικοί έμποροι της ανθρώπινης οδύνης—δεν διστάζουν να μετατρέψουν τη δυστυχία σε προπαγάνδα, σε ρητορικά όπλα, σε μέσα για την εδραίωση της δύναμής τους.

Ο Πόνος ως Σκηνικό για τη Φαρισαϊκή Πολιτική

Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου για την κατασκευή ενός πολιτικού αφηγήματος που εξυπηρετεί την εξουσία. Όταν μια τραγωδία συμβεί, είτε πρόκειται για φυσική καταστροφή, είτε για τρομοκρατική επίθεση, είτε για δυστύχημα, είτε για μια κοινωνική αδικία, οι πολιτικοί σπεύδουν να «οικειοποιηθούν» τον θρήνο. Τους βλέπουμε να περιφέρονται με αυστηρό ύφος, με χειρονομίες γεμάτες δήθεν ευαισθησία, να εκφωνούν λόγους υποκριτικής συμπόνιας και να υπόσχονται αλλαγές που ποτέ δεν έρχονται.
Και το χειρότερο; Ο πόνος δεν χρησιμεύει απλώς ως σκηνικό για την προβολή της πολιτικής τους περσόνας. Χρησιμοποιείται ως όπλο για τη χειραγώγηση του λαού. Τον τροφοδοτούν με οργή επιλεκτική, του δείχνουν ποιον να μισήσει, τον στρέφουν εναντίον κατασκευασμένων εχθρών. Η λογική θολώνει, το συναίσθημα γίνεται εργαλείο και, πριν το καταλάβει κανείς, ο ανθρώπινος πόνος έχει μετατραπεί σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η ουσία ξεχνιέται, καλπάζει το ψεύδος, η υπερβολή και η φήμη.

Το Άδικο Πένθος ως Πολιτική Ευκαιρία

Δεν υπάρχει τίποτα πιο βρώμικο από το να βλέπεις μια παράταξη να «πουλάει» πένθος. Οι νεκροί γίνονται σύμβολα όχι για να τιμηθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Στημένες ειδήσεις σε τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιογράφους που ενδιαφέρονται μόνον για την προβολή τους και την τηλεθέαση, αδιαφορώντας για το κακό που δημιουργούν στο κοινωνικό σύνολο. Πορείες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες της προπαγάνδας, δάκρυα που έχουν προγραμματιστεί να χυθούν μπροστά στα μικρόφωνα. Κάθε θάνατος γίνεται εργαλείο πόλωσης. Δεν έχει σημασία η πραγματική ζωή του χαμένου ανθρώπου· αυτό που μετράει είναι πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μνήμη του για πολιτικό κέρδος.

Η υποκρισία αποκαλύπτεται όταν δει κανείς πώς αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί, που κλαίνε δημοσίως για τις τραγωδίες, αδιαφορούν πλήρως για τις συστημικές αιτίες που τις προκαλούν. Δεν τους ενδιαφέρει να προλάβουν το κακό· τους ενδιαφέρει μόνο να το εκμεταλλευτούν όταν συμβεί.

Η Δύναμη του Φόβου και της Θυματοποίησης

Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου δεν περιορίζεται μόνο στο πένθος και τις τραγωδίες. Ολόκληρες κοινωνίες κρατούνται σε κατάσταση διαρκούς φόβου, με την αίσθηση ότι είναι θύματα. Οι πολιτικοί λατρεύουν τον ρόλο του σωτήρα, αλλά για να είναι σωτήρες πρέπει να υπάρχει πάντα μια διαρκής απειλή, ένας συνεχής πόνος. Έτσι, οι λαοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ψυχολογία ανασφάλειας, έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε αυταρχική πολιτική «για το καλό τους».

Όταν οι άνθρωποι πονάνε, είναι ευάλωτοι. Κυριαρχεί το θυμικό πέρα από κάθε αντίσταση για λογική σκέψη. Και τότε, είναι εύκολο να χειραγωγηθούν. Ο φόβος είναι το απόλυτο όπλο πολιτικής κυριαρχίας. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν καλά ότι ένας λαός που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση πένθους ή φόβου δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τη διαύγεια να αμφισβητήσει την εξουσία τους.

Η Αποδόμηση της Πολιτικής της Οδύνης

Το αντίδοτο σε αυτή την αηδιαστική εκμετάλλευση είναι η επίγνωση. Οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν πότε ο πόνος τους χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την αυθεντική συμπόνια από τη φαρισαϊκή εκμετάλλευση. Να αναγνωρίζουν τους ηθοποιούς της εξουσίας που παίζουν τον ρόλο του συμπονετικού ηγέτη, ενώ στην πραγματικότητα απλώς πατούν πάνω στις πληγές της κοινωνίας για να ανέβουν στην εξουσία.

Η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου πόνου πρέπει να προστατευθεί από τα χέρια των πολιτικών εμπόρων. Γιατί ο πόνος δεν είναι εργαλείο. Το πένθος δεν είναι πολιτικό σλόγκαν. Και η ανθρώπινη δυστυχία δεν πρέπει να γίνεται σκαλοπάτι για την εξουσία.

Μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση του πόνου τους, σκεπτόμενοι με λογική για την εξεύρεση της αλήθειας, αντί να γίνονται οπαδοί της προπαγάνδας, μόνο τότε ίσως θα μπορέσουν να σπάσουν τις αλυσίδες της πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτό όμως το καταφέρνουν λίγοι. Και όσο παραμένουν λίγοι, λίγο θα ακούγονται. Δυστυχώς…

Ως τότε, οι ύαινες θα συνεχίσουν να σέρνονται γύρω από τα ερείπια, έτοιμες να καταβροχθίσουν κάθε νέα τραγωδία που θα παρουσιαστεί στο δρόμο τους.
Δυστυχώς…

Δημήτρης Βίκτωρ



Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Βίβλος των Ελλήνων τα Ομηρικά Έπη;

Με την ύφεση, την ακρίβεια, τον πόλεμο και τις απειλές από τον Τούρκο, έχουμε και το φαινόμενο, οι αδικημένοι σύγχρονοι Έλληνες να φιλοσοφούν. Όχι να σκεφτούν αλλά να αναμασήσουν διάφορα χαριτωμένα. Πίσω-πίσω μερικοί έφτασαν και στα Ομηρικά.
Να διδαχθούμε, λέει, από την Βίβλο των προγόνων μας: Από τα Ομηρικά Έπη!

Βίβλος των Ελλήνων τα Ομηρικά Έπη;

Κάτι όπως η Τορά των εβραίων, το Κοράνι των μουσουλμάνων, την Βίβλο και τα Ευαγγέλια των χριστιανών;
Τι θα ακούσουμε ακόμα! Ποιών Ελλήνων;
Την περίοδο του τρωικού πολέμου, έπη φυσικά δεν υπήρχαν.
Δεν δημιουργήθηκαν συγχρόνως με τα γεγονότα. 

Τριακόσια χρόνια αργότερα ή και περισσότερο πρωτοακούστηκαν. Πλήρης ελευθερία λόγου και έμπνευσης. Λέτε να τα έγραψε κάποιος; Κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος; Και από τότε τα έχουμε αναλλοίωτα; Ή μήπως τα Ομηρικά έπη είναι το δημοτικό τραγούδι των αρχαίων Ελλήνων;

Αυτό ακριβώς είναι. Όμηρος δεν υπήρξε.

Τώρα Βίβλος ποιών Ελλήνων;
Των προσωκρατικών χρόνων; Μην σας ακούσουν οι προσωκρατικοί με τα υπέροχα επιστημονικά μυαλά. Αυτοί δεν έδιναν δεκάρα στα δημοτικά πανηγύρια!
 
Ήταν η Βίβλος των Ελλήνων του χρυσού αιώνα;
Μην σας ακούσει ο Πλάτωνας και ο δάσκαλός του ο Σωκράτης ή ο Αριστοτέλης αργότερα. Σπυριά βγάζανε και στο άκουσμα μόνο των Ομηρικών επών.
 
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είχε στο προσκεφάλι του την Ιλιάδα. Ξέρετε γιατί;
Για να ντοπάρεται με την υπόθεση του Αχιλλέα που ήθελε να του μοιάσει.
Πολλοί νομίζουν ότι η Ιλιάδα περιγράφει τον Τρωικό πόλεμο. Λάθος. Η Ιλιάδα περιγράφει την μήνιν, δηλαδή τη ζοχάδα του Αχιλλέως. Κάτι που πήγαινε γάντι για τα γούστα του Αλέξανδρου. Υπ' αυτήν την έννοια γι’ αυτόν ήταν ένα είδος Βίβλου.

Είναι η Βίβλος για τους σύγχρονους ονομαζόμενους Έλληνες, που ουδεμία σχέση έχουν με τους προηγούμενους; Μα, αυτοί έχουν για Βίβλο την κανονική διεστραμμένη Βίβλο των εβραίων και τα ευαγγέλια με τις αναστάσεις!

Άρα, Βίβλος, γιοκ!

Αυτά τα απλοϊκά, χιλιοειπωμένα έχουν πολύ πλάκα. Και ιδίως όταν επιχειρείται η ενδελεχής ανάλυση τότε ξεκαρδιζόμαστε.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές να διδαχθούμε, λέει, από το πνεύμα του Οδυσσέα. Να μείνουμε ψύχραιμοι, ώστε να μην γίνουμε βορρά στους σύγχρονους μνηστήρες!

Οποία ομοιότης! Οι Έλληνες , οι ονομαζόμενοι σύγχρονοι, πέρασαν μια μεγάλη Οδύσσεια μοιράζοντας τον χαβαλέ και αλληλοκλέβοντας τα φράγκα των άλλων και μεταξύ τους. Ναι! Έπρεπε να τα κάνουν όλα αυτά ώστε να φτάσουν στην Ιθάκη! Τώρα, δηλαδή, είναι εκεί επιτέλους. Και τώρα θα στριμώξουν τους μνηστήρες που περίμεναν εκεί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους. Οι μνηστήρες είναι οι ξένοι βεβαίως, που θέλουν την βασιλεία και συγχρόνως να πηδήξουν την Πηνελόπη. Αυτή τώρα, ποια είναι;

Η σύγχρονη Ελληνίδα που "έκλεισε σαν γυναίκα", περιμένοντας;
Δεν βγαίνει με γυναίκα η ιστορία. Ας την ξεχάσουμε επί του παρόντος, ίσως να την θυμηθούμε αργότερα.

Πάμε στους μνηστήρες:
Αυτοί τι θα έπρεπε να κάνουν; Στην Οδύσσεια περιμένουν είκοσι τέσσερα χρόνια χωρίς βασιλιά. Οι σύγχρονοι περιμένουν τα δανεικά. Είναι και καλοί άνθρωποι. Δεν πειράζουν την Πηνελόπη. Υποφέρουν τις παραξενιές της. Είκοσι τέσσερα χρόνια!

Πάμε πάλι στην Πηνελόπη:
Αυτή, τώρα είναι καμιά πενηνταριά. Εκείνη την εποχή ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα τριάντα πέντε χρόνια το πολύ.

Η Πηνελόπη είναι εξαίρεση και ζει ακόμα, αλλά σίγουρα θα είναι μια γριά που δεν θα βλέπεται. Ούτε δόντια θα έχει. Αφού εκείνη την εποχή, συνήθως μετά τα τριάντα, όλοι ήταν μισοφαφούτηδες.  Και ιστορία με γκόμενα γριά μισοφαφούτα, δεν στέκει.

Από τη μία ο Όμηρος μας βάζει την γκομενάρα την Ελένη για να στηρίξει την ιστορία, αλλά με την Πηνελόπη δεν μας τα λέει καλά. Αλλά και ο Οδυσσέας πρέπει να είναι κάπου τόσο γέρος. Και ενώ πάντα τα κατάφερνε με την πονηριά ή την εξυπνάδα του, εδώ ο Όμηρος μας το αλλάζει και τον κάνει τον πιο δυνατό από όλους τους εικοσιπεντάρηδες!

Ας είναι. Όμως δουλεύει μπαμπέσικα. Αφού έχει βοήθεια από την Θεά Αθηνά. Άρα δεν είναι δική του η νίκη; Αλλά και οι μνηστήρες είναι εκεί κατ’ επιταγήν άλλων θεών. Όλο το σκηνικό είναι σικέ.

Αλλά, ποιητική αδεία ας το παρακολουθήσουμε:

Ο Οδυσσέας τους ξεγελάει και καταφέρνει να τους έχει άοπλους μπροστά του. Και εκεί τους ξεκοιλιάζει χωρίς οίκτο μαζί με τον γιό του. Μακελειό. Πολύ αίμα! Σωρός τα πτώματα! Τους τελειώνει, λέει, επιλεκτικά και σοφά. Κάποιος ήταν πιο καλός από τους άλλους αλλά είχε την ίδια μοίρα. Μα τι του κάνανε του Οδυσσέα στο κάτω-κάτω; Την γυναίκα δεν του την πειράξανε. Την βασιλεία του δεν την καταχράστηκαν. Πρέπει να θυμώσουμε μόνοι μας για να απολαύσουμε το μακελειό, γιατί, ο Όμηρος δεν το καταφέρνει.

Και δεν τα καταφέρνει γιατί δεν υπήρξε.

Η ιστορία όσο ψάχνει ο Οδυσσέας την πατρίδα έχει το ενδιαφέρον, αλλά από την στιγμή που φθάνει στην Ιθάκη, ο ποιητής δεν ξέρει πως να την τελειώσει.
Γι’ αυτό και κουράζει και πλατειάζει και κάνεις μεγάλες προσπάθειες για να την θυμηθείς.

Τώρα για ομοιότητες και παραλληλισμούς με την δική μας σύγχρονη ιστορία μην ψάχνετε γιατί δεν θα βρείτε. Αλλά αν με το ζόρι το δέσετε, μην το πείτε γιατί δεν συμφέρει. Βγαίνει συνεχώς εναντίον το συμπέρασμα…
Ούτε Οδυσσέας υπάρχει στην ιστορία, ούτε Ιθάκη.
Και βέβαια ούτε θεοί, ούτε Θεός για βοήθειες.
Τώρα για μνηστήρες κάτι γίνεται. Είναι όλοι οι σύγχρονοι Έλληνες. Αυτοί και οι ξένοι. Μπερδεμένοι και στρυμωγμένοι.

Μοιάζει με ένα Ομηρικό Έπος σε εξέλιξη, χωρίς Οδυσσέα, χωρίς Αχιλλέα παρά μόνο με άθλιους μνηστήρες και χωρίς Πηνελόπη.

Ένα φτωχό, μίζερο Έπος, χωρίς Όμηρο και χωρίς ποιητή…

Χωρίς ακροατήριο...


Δημήτρης Βίκτωρ










" Θα είμαι στη θλίψη σου " -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


                                 

Θα είμαι στη θλίψη σου

 

Όταν μέσα σου το κομμάτι της νύχτας φωλιάζει
και σκιές βαραίνουν τα μάτια σου
καθώς η σιωπή σού γίνεται βουνό
κι ανάσες σε πνίγουν σαν κύμα γκρίζο
να ξέρεις — στην άκρη της λύπης σου είμαι εκεί.

Σαν ανάλαφρο φύλλο που στο χέρι ακουμπά
σαν αεράκι που γλιστρά ανάμεσα στα μαλλιά σου
δε θα σου μιλήσω, αν δε θες,
μα θα σε κοιτάξω σαν φάρος που αναβοσβήνει
σε μια θάλασσα που την στεριά της ψάχνει.

Όταν το σώμα κουράζεται από τις μάχες
και τα δάκρυα στάζουν σαν κρυφός ψίθυρος
θα γίνω αγκαλιά που δε ζητά
παρηγοριά που δεν βαραίνει.

Ακόμα όταν δε βλέπεις το φως,
κι ψυχή σου μοιάζει σαν ξεχασμένος δρόμος,
θα είμαι εκεί—
ένα βήμα πιο πέρα,
στην γωνιά που κρύβεται το επόμενο χαμόγελο.

Κι όταν θα θες να μιλήσεις ξανά,
τους κόμπους της καρδιάς σου να σπάσεις
τις λέξεις σου θα κρατώ

όπως η γη την βροχή με βουλιμία στερεύει.

Γιατί στην θλίψη σου, μόνη δεν θάσαι.
Είμαι εκεί.
Πάντα, θα είμαι...
Θα είμαι..

 

Δημήτρης Βίκτωρ
Μάρτιος-2015

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Περί εχθρών και εχθρότητος

«Οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους. Μακάρι να έχεις μια ντουζίνα, τουλάχιστον»

Οι περισσότεροι θεωρούν την εχθρότητα κάτι ξένο προς την ευημερία τους∙ ωστόσο, εκεί όπου άλλοι διακρίνουν απειλή, ο νους που επιδιώκει γαλήνη αναγνωρίζει μία άσκηση αυτογνωσίας. Ο εχθρός, ακουσίως, μας παραδίδει καθρέφτη· σε αυτόν προβάλλονται οι αδυναμίες μας πιο καθαρά απ’ ό,τι θα τολμούσε να μας τις υποδείξει ο πιο τρυφερός φίλος. Αν ο λόγος του φίλου σκεπάζεται συχνά από ευγένεια ή οίκτο, η φωνή του αντιπάλου δεν κουβαλά τέτοια επιείκεια: κόβει αιφνίδια, σαν νυστέρι, το πλεονάζον λίπος από τις αντιφάσεις μας. Μπροστά στην αυστηρή του παρουσία, ο εσωτερικός μας κόσμος διατάσσεται ξανά· ό,τι είναι φθαρμένο αποκαλύπτεται, ό,τι είναι στιβαρό μένει όρθιο. Αυτή η δοκιμασία αποτελεί, λοιπόν, άσκηση αντοχής· όχι καθόλου ευχάριστη, αλλά βαθιά ωφέλιμη.

Αν αντιληφθούμε ότι κάθε κρίση, ειρωνεία ή συκοφαντία λειτουργεί ως προτρεπτικός λόγος για να εξετάσουμε τις προθέσεις και τα έργα μας, τότε η εχθρότητα παύει να είναι βάρος και γίνεται εργαλείο. Ο εχθρός μας διδάσκει να μην είμαστε προσκολλημένοι στη γνώμη των άλλων· μας υπενθυμίζει ότι η αρετή κρίνεται από τη συνέπειά της, όχι από το χειροκρότημα των παρατηρητών. Έτσι, το δόρυ που στρέφεται εναντίον μας σφυρηλατεί τη θωράκισή μας: επιβάλλει εγκράτεια στο συναίσθημα, διαύγεια στη σκέψη, ακρίβεια στην πράξη. Η αρετή που έχει αντέξει σε μομφές λάμπει απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό.

Μα δεν αρκεί να υπομένουμε παθητικά. Εκεί όπου ο ήρεμος νους αρκέστηκε να δει τον αντίπαλο ως δάσκαλο αρετής, τώρα ας εμφανιστεί η σπίθα μιας δημιουργικής ανυποταγής. Γιατί να αρκούμαστε σε έναν αντίπαλο, όταν ένα ολόκληρο τάγμα αντιθέσεων θα μπορούσε να ανυψώσει τον πήχη; Ο εχθρός, όταν πληθαίνει, μετατρέπεται σε πηγή αδιάκοπης εγρήγορσης. Δώδεκα αντίπαλοι, δώδεκα διαφορετικά οδοφράγματα—και πίσω από κάθε οδόφραγμα ένα νέο ύψωμα που ορίζεται μόνον από τη δική μας απόφαση να το κατακτήσουμε.

Εκείνοι που σε φθονούν, εκείνοι που σε παρερμηνεύουν, εκείνοι που αποστρέφονται τη σκιά που ρίχνεις πάνω στους δικούς τους καρπούς—όλοι τους συγκροτούν τον πιο πολύτιμο θίασο. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε εξαναγκάζουν να πλαταίνεις τις επάλξεις σου, να βαθύνεις τα θεμέλιά σου, να οξύνεις τον λόγο σου. Η κάθε μομφή μεταμορφώνεται σε πυροδότηση ενέργειας, η κάθε συκοφαντία σε πρόκληση για δημιουργικό ξέσπασμα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή αυτοάμυνα· είναι επίθεση προς τα εντός όρια σου, ρίψη γέφυρας προς ανώτερες εκδοχές του εαυτού σου.

Και τότε αλλάζει ο αέρας. Η νηνεμία του πρώτου στοχασμού δίνει τη θέση της σε θυελλώδη χαρά. Ο εχθρός γίνεται προσάναμμα· η πυρά που ανάβει φωτίζει μέλλοντα μονοπάτια. Ό,τι ήταν κάποτε αγωνία, γίνεται τώρα σάλπισμα εκστρατείας. Ανασήκωσε τους ώμους απέναντι στην κακογλωσσιά· γέλα στην όψη του φθόνου· γιγάντωσε τη σκιά σου μέχρι να πάψει ο άλλος να τη φοβάται και να υποχρεωθεί να χτίσει φως μέσα του. Αυτός είναι ο πιο γόνιμος θρίαμβος: όχι ο αφανισμός του αντιπάλου, αλλά ο εξαναγκασμός του να εξελίξει τη δύναμή του, επειδή η δική σου υπερέβη τα όρια του συνηθισμένου.

Αν, λοιπόν, κάποιος σου ευχηθεί πλήθος αντιπάλων, μην το εκλάβεις ως κατάρα. Είναι ευχή να μην βαλτώσεις, να μην νυστάξεις πάνω στα βολικά μαξιλάρια της συναίνεσης. Κράτησε τους κοντά σου, όχι για να τους μοιάσεις, αλλά για να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που σε ωθεί να ξεπερνάς το χθεσινό σου ανάστημα. Γιατί στ’ αλήθεια, οι φίλοι συχνά ψιθυρίζουν: «Μείνε όπως είσαι, μας αρκεί». Οι εχθροί ωρύονται: «Δεν είσαι αρκετός, απόδειξε το αντίθετο». Αυτή η ιαχή δεν είναι απειλή—είναι η πιο ευγενής πρόσκληση για να ανακαλύψεις πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν ουρλιάζει εναντίον σου ο άνεμος, κι εσύ μαθαίνεις να τον καβαλάς.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018

 

 


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΠΕΡΙ ΣΠΟΥΔΑΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Οι σπουδαιότερες Μητέρες είναι εκείνες που, μέσω της υγιούς αγάπης, κατάφεραν να μην λείπουν στα παιδιά τους»

Η μητέρα δεν μετριέται από την ποσότητα της παρουσίας της, αλλά από την ποιότητα του ίχνους που αφήνει μέσα στην ψυχή του παιδιού. Να «μη λείπει» δεν σημαίνει να βρίσκεται αδιάκοπα δίπλα του, να το σκεπάζει με τη σκιά της, να προλαβαίνει κάθε πτώση, κάθε φόβο, κάθε ανάγκη. Σημαίνει να έχει εγκαταστήσει μέσα του μια ήρεμη βεβαιότητα: ότι η αγάπη υπάρχει χωρίς να φυλακίζει, ότι η φροντίδα στηρίζει χωρίς να ακρωτηριάζει, ότι η τρυφερότητα μπορεί να είναι δύναμη και όχι εξάρτηση.

Η υγιής αγάπη είναι τέχνη ισορροπίας. Δεν είναι ούτε ψυχρότητα ούτε λατρεία. Δεν είναι εγκατάλειψη, αλλά ούτε και κατάληψη της ζωής του άλλου. Η σπουδαία μητέρα δεν κάνει το παιδί προέκταση του εγώ της· δεν το χρησιμοποιεί για να θεραπεύσει τις ματαιώσεις της, ούτε το δένει πάνω της με ενοχές, φόβους και χρέη. Το αγαπά αρκετά ώστε να του δώσει ρίζες, αλλά και αρκετά γενναία ώστε να μην του κόψει τα φτερά.

Εδώ βρίσκεται το βάθος του αποφθέγματος: η μητέρα που πραγματικά δεν λείπει είναι εκείνη που δεν χρειάζεται να είναι παντού. Έχει γίνει εσωτερικός νόμος, μνήμη ασφάλειας, αόρατη δύναμη. Το παιδί μπορεί να απομακρυνθεί, να κινδυνεύσει, να διαψευστεί, να συγκρουστεί με τον κόσμο, και όμως μέσα του να υπάρχει ένας αρχικός τόπος όπου δεν βασιλεύει η ερήμωση. Αυτή η μητέρα δεν παράγει αδύναμα πλάσματα που ζητούν διαρκώς προστασία· γεννά ανθρώπους ικανούς να σταθούν.

Αλλά η υγιής αγάπη απαιτεί χαρακτήρα. Δεν είναι γλυκερή ευαισθησία ούτε ρομαντική αυτοθυσία. Θέλει πειθαρχία, αυτογνωσία, σκληρή ειλικρίνεια. Η μητέρα που πνίγει το παιδί της στο όνομα της αγάπης δεν αγαπά· κυριαρχεί. Εκείνη που το κρατά ανώριμο για να την έχει ανάγκη, δεν προσφέρει· απαιτεί λατρεία. Εκείνη που φοβάται την ελευθερία του παιδιού της, φοβάται την ίδια τη ζωή.

Η σπουδαία μητέρα δεν ζητά να είναι αναντικατάστατη. Αυτό είναι το μεγαλείο της. Θέλει το παιδί της να μπορεί κάποτε να ζήσει χωρίς να καταρρέει στην απουσία της. Να την κουβαλά όχι σαν αλυσίδα, αλλά σαν πυρήνα. Όχι σαν πληγή, αλλά σαν δύναμη. Όχι σαν φωνή που διατάζει, αλλά σαν εσωτερική αντοχή που του ψιθυρίζει: στάσου όρθιος.

Έτσι, η μητρότητα στην ανώτερη μορφή της δεν είναι κατοχή, αλλά δημιουργία ελευθερίας. Δεν είναι το παιδί που μένει αιώνια κοντά στη μητέρα, αλλά η μητέρα που καταφέρνει να γίνει τόσο ουσιαστική, ώστε η απουσία της να μη μετατρέπεται σε κενό. Αυτές είναι οι σπουδαιότερες μητέρες: όχι οι πιο θορυβώδεις, όχι οι πιο θυσιαστικές, όχι οι πιο πανταχού παρούσες, αλλά εκείνες που έπλασαν ψυχές ικανές να αντέχουν τον κόσμο χωρίς να προδίδουν την τρυφερότητα από την οποία γεννήθηκαν.

Δημήτρης Βίκτωρ



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΑ ΛΑΘΗ

Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους.

Ιδεοληψία, ριζοσπαστισμός, τύφλωση και η παθολογία της «ιδεολογικής συνέπειας»

Συχνά η δυσπιστία των λαών έναντι των ελίτ οδηγεί στην ανάδειξη ανίκανων και αλλοπρόσαλλων ηγεσιών — όμως, αξίζουν πράγματι οι ελίτ εμπιστοσύνη; Η εμπειρία δείχνει το αντίθετο.

Ας δεχτούμε, για τις ανάγκες ενός σύντομου άρθρου, ότι μέρος των ελίτ είναι οι «διανοούμενοι» κι ότι αυτός ο δεύτερος όρος αντιστοιχεί σε πολυπτυχιούχους ή σε ανθρώπους που ασχολούνται συστηματικά με τα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες σε τέτοιο επίπεδο ώστε να διατυπώνουν δημοσίως γνώμες τόσο στον τομέα τους όσο και έξω από αυτόν, επηρεάζοντας τους υπολοίπους. Αυτοί οι άνθρωποι, αν και πιο μορφωμένοι, σε ένα γνωστικό πεδίο τουλάχιστον, πλανώνται συχνότερα απ’ όσο έχουν δίκιο και η διορατικότητά τους έχει αποδειχθεί ελλειμματική. Η πνευματική καλλιέργεια, η ευφυΐα και η εκπαίδευση όχι μόνο δεν αποτελούν εγγύηση σοφίας, αλλά προδιάθεση για λανθασμένες εκτιμήσεις, απάνθρωπες προτροπές και κακόβουλες πράξεις. Σε πλήθος περιστάσεων στην ιστορία, ιδιαίτερα σ’ εκείνη του 20ού και 21ου αιώνα, που μας αφορά περισσότερο, οι διαμορφωτές κοινής γνώμης στήριξαν αιμοσταγή καθεστώτα, επέμειναν πεισματικά σε ξοφλημένες ιδεολογίες και προσκολλήθηκαν σε θεωρίες και σε θεωρητικούς που είχαν ήδη διαψευστεί με τον πιο κατάφωρο τρόπο. Πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας διεπράχθησαν με την πρωτοβουλία μορφωμένων ατόμων — στην Καμπότζη, ανάμεσα στους Ερυθρούς Χμερ, υπεύθυνους για τον βίαιο θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους στη δεκαετία του 1970 ήσαν οκτώ γαλλόφωνοι διανοούμενοι, πέντε εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Σορβόνη: εκεί είχαν διδαχθεί τις ανοησίες του Ζαν-Πολ Σαρτρ για την επαναστατική βία και για τον καθαγιασμό των μέσων «με καλό σκοπό».

Ο Σαρτρ, αν και σήμερα δεν έχει την επιρροή που είχε πριν από πενήντα χρόνια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα παραπλανημένου και φανατικού διανοούμενου που έγινε σύμβολο των απανταχού παραπλανημένων και φανατικών. Αλλά ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να ήταν ακόμα χειρότερος σε ακρισία και σε πολιτική (και προσωπική) εχθροπάθεια· αμφότεροι στήριξαν τις σταλινικές δίκες-φάρσες, τις εκτελέσεις διαφωνούντων ή και μη διαφωνούντων των κομμουνιστικών καθεστώτων, τους δικτάτορες και τους τυράννους. Δεν ήσαν απλώς χρήσιμοι ηλίθιοι, ήσαν ενεργά όργανα προπαγάνδας.

Μπορώ να απαριθμήσω πολλούς από μια μακρά σειρά μελών της ελίτ που προσχώρησαν στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον κομμουνισμό: Μαρινέτι, Ντ’ Ανούντσιο, Έζρα Πάουντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα, Γιάννης Ρίτσος, Καρλ Σμιτ, Λένι Ρίφενσταλ, Λουί Αλτουσέρ, Αντρέ Γκλυξμάν, Νόαμ Τσόμσκι. Σε ολόκληρες γενιές διανοουμένων, λιγοστοί ήσαν όσοι έβλεπαν τι συνέβαινε ολόγυρά τους· κι αυτοί όχι από την αρχή —απλώς, κάποιοι είχαν το στοιχειώδες θάρρος, τη στοιχειώδη εντιμότητα, να παραδεχτούν ότι σε μια περίοδο της ζωής τους έκαναν φρικτά λάθη παρασύροντας σε πλάνες και πολλούς άλλους ανθρώπους. Ο Τζορτζ Όργουελ ήταν ένας απ’ αυτούς: σήμερα, παραδόξως, τον επικαλείται η αριστερά· ίσως αυτή η συχνή αναφορά να οφείλεται σε άγνοια· ο Όργουελ υπήρξε σφοδρός επικριτής της. Όσο για τους διανοουμένους που δεν έπεσαν στην παγίδα της αγελαίας νοοτροπίας —η Άιν Ραντ, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τόμας Μαν— αν και το έργο τους αναγνωρίστηκε, οι απόψεις τους λοιδορήθηκαν.

Αν εξετάσουμε βήμα βήμα την ιστορία, θα διαπιστώσουμε πως, ακόμα και λαμπρές προσωπικότητες —ο Μπέρτραντ Ράσελ λόγου χάρη— έκαναν καταστροφικές προτάσεις στις ηγεσίες και στους λαούς. Πού θα είχε οδηγήσει τη Βρετανία η ιδέα του Ράσελ για αφοπλισμό πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Υπενθυμίζω ότι στη δεκαετία του 1930, ως πασιφιστής, πρότεινε τον αφοπλισμό της χώρας του: «Αν εισβάλουν οι στρατιώτες του Χίτλερ» έλεγε, «πρέπει να τους υποδεχτούμε φιλικά, σαν να είναι τουρίστες […] Έτσι, θα χάσουν την αυστηρότητά τους και ίσως βρουν ελκυστικό τον τρόπο της ζωής μας». Dream on…

Στο βιβλίο «Η προδοσία των διανοουμένων», που εκδόθηκε το 1927, ο Ζιλιέν Μπεντά (αναφέρομαι συχνά σ’ αυτό το δοκίμιο, όπως, αναπόφευκτα, και στο «Όπιο των διανοουμένων» του Ρεϊμόν Αρόν) τεκμηριώνει το πώς πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διανοούμενοι ήσαν τόσο έκθαμβοι μπροστά στην άνοδο των ολοκληρωτισμών ώστε πολλοί εξ αυτών εγκατέλειψαν την αναζήτηση της αλήθειας για να υπηρετήσουν ζοφερές ιδεολογίες. (Η ειρωνεία: είκοσι χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Μπεντά άρχισε να τα μασάει γύρω από τις εκτελέσεις «τροτσκιστών» στην ΕΣΣΔ: μήπως επρόκειτο για προπαγάνδα της Δύσης; Ή μήπως η εξόντωση των εσωτερικών εχθρών ήταν εντέλει «αναγκαίο κακό»;)

Εν πάση περιπτώσει, καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η τύφλωση, η αφέλεια, η κακή πίστη έναντι της δημοκρατίας και ο κυνισμός οργίαζαν: μεγάλη επιτυχία γνώρισαν ο Τσε Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι, ως ρομαντικοί επαναστάτες, δέχονταν επισκέψεις πολλών Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων. Εκτός του ότι η Ανιές Βαρντά γύρισε προπαγανδιστική ταινία όπου συνέκρινε τον Φιντέλ με τον Γκάρυ Κούπερ (ο Σολ Λάνταου επίσης), ο Σαρτρ έγραψε δεκαέξι εγκωμιαστικά άρθρα στην εφημερίδα France-Soir και η Σιμόν ντε Μποβουάρ —ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο πνεύμα— τον επαίνεσε ξανά και ξανά σε τηλεοπτικές εκπομπές και στον Nouvel Observateur. Αλλά, το αποκορύφωμα της τύφλωσης δεν ήταν η εκτίμηση για τον Φιντέλ Κάστρο, αλλά εκείνη για τον Μάο τσε Τουνγκ: ο μαοϊσμός των διανοουμένων στη δεκαετία του 1960 και 1970 υπήρξε η πιο τρομακτική διάθλαση της όρασης στον 20ό αιώνα.

Στη Γαλλία, κυρίως στους κύκλους της Ecole Normale, καθώς και στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, φούντωσε το κίνημα εναντίον της υλιστικής και φιλελεύθερης Δύσης, με παράλληλη ανάπτυξη της φιλοκινεζικής ρητορικής. Προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Αλτουσέρ, ο Αλέν Μπαντιού, ο Σιλβάν Λαζαρούς, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Μισέλ Φουκό χειροκρότησαν την Πολιτιστική Επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση στην Κίνα στηλιτεύοντας τον δυτικό «κομφορμισμό» και «ατομισμό». Οι δηλώσεις τους δεν απείχαν πολύ από την προσωπολατρία: η Μποβουάρ εξήρε την «αμίμητη φυσικότητα» του Μεγάλου Τιμονιέρη και το πώς τα πρόσωπα του Μάο και του Τσου Ενλάι «όχι μόνο σαγηνεύουν αλλά και εμπνέουν ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα, τον σεβασμό».

Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μάο ήταν υπεύθυνος για καμιά 50ριά εκατομμύρια θανάτους, κάτι που τον καθιστά τον χειρότερο κατά συρροή δολοφόνο στην ανθρώπινη ιστορία — αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για όσους στοχάζονταν στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στα campuses των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο δε Ρολάν Μπαρτ ταξίδεψε στην Κίνα, τα βρήκε όλα υπέροχα κι έγραψε, μεταξύ άλλων, για την ειρήνη που επικρατούσε στη χώρα, για τη «σύνθετη κουζίνα» της και για τα «παιδιά που δεν κουράζεσαι να κοιτάς τις εκφράσεις τους, τόσο διαφορετικές είναι» (;;;). Τσιμουδιά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Κινέζων. Αντιθέτως: «Στον δρόμο, στα εργαστήρια, στα σχολεία, στους επαρχιακούς δρόμους, ένας λαός που μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχει ήδη χτίσει ένα σημαντικό έθνος, μετακινείται, εργάζεται, πίνει το τσάι του ή κάνει τη μοναχική του γυμναστική, χωρίς θέατρο, χωρίς θόρυβο, χωρίς να ποζάρει, με λίγα λόγια χωρίς υστερίες» (Le Monde, Μάιος 1974). Αν και ο Μπαρτ δεν είδε τίποτα αρνητικό στη ζωή στην Κίνα, αγανάκτησε για το φαγητό που του σέρβιραν στην Air France στο ταξίδι της επιστροφής: «Το πρωινό της Air France είναι τόσο αηδιαστικό (λίγο μπαγιάτικο ψωμί, κοτόπουλο βουλιαγμένο στη σάλτσα, πολύχρωμη σαλάτα — και όχι σαμπάνια!)· θα γράψω στην αεροπορική εταιρεία για να διαμαρτυρηθώ!» Με λίγα λόγια, ορίστε οι δυτικές «υστερίες», οι οποίες βεβαίως εκδηλώθηκαν και με πιο δραστικές μεθόδους: το κίνημα της αριστερής τρομοκρατίας παντού στη Δύση —κυρίως στην Ιταλία και στη Γερμανία— εμπνέονταν από τον μαοϊσμό και τον παναραβισμό· οι επικεφαλής του ήσαν «διανοούμενοι».

Η αλήθεια είναι ότι στο πέρασμα του χρόνου πολλοί ακροαριστεροί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ εξελίχθηκαν και αφηγήθηκαν με κριτικό βλέμμα τις τρέλες της νιότης τους (προσφάτως, o γνωστός κοινωνιολόγος Ζαν-Πιερ Λε Γκοφ, πρώην μαοϊκός, εξέδωσε σχετικό βιβλίο)· όμως, το συνηθισμένο χαρακτηριστικό της διανόησης δεν είναι η εξέλιξη· είναι η αγκίστρωση σε οποιαδήποτε ιδεολογική παλαβομάρα, η δικαιολόγησή της κι αυτό που ονομάζουν «συνέπεια» — το να σκέφτεσαι δηλαδή με τον ίδιο ηλίθιο τρόπο όχι μόνο κατά τη διάρκεια της νιότης σου, αλλά μέχρι το πικρό σου τέλος. Πόσο θλιβερό: άνθρωποι, μορφωμένοι άνθρωποι, στα σαράντα τους, στα πενήντα τους, σκέφτονται και ενεργούν όπως όταν ήσαν δεκαεπτά ετών. Και επιπλέον υπερηφανεύονται γι’ αυτή την αναστολή της ανάπτυξης.

Το 1979, οι τιτάνες της αριστερής σκέψης χειροκρότησαν την επανάσταση των μουλάδων στο Ιράν. Ήδη πριν από την ισλαμική επανάσταση, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε στη Γαλλία ως δήθεν πιθανό θύμα του καθεστώτος του Σάχη, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αριστερών διανοουμένων: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Έτσι, ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι, το οποίο υποτίθεται ότι στο εξής θα διείπε την ενάρετη ιρανική ζωή με την αξία της εργασίας, με την κοινοκτημοσύνη των πόρων (νερό, υπέδαφος), με όρια της ελευθερίας που να τηρούνται έτσι ώστε να μη βλάπτουν τους άλλους, με σεβασμό των μειονοτήτων, με ισότητα και αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, με λογοδοσία των κυβερνώντων. Αυτά διάβαζε στο Κοράνι ο Φουκό. Σήμερα, αν και έχει μειωθεί ο αριθμός εκείνων που ξεστομίζουν τέτοιες μωρίες, στον χώρο της αριστεράς σ’ αυτές τις μωρίες στηρίζεται η ισλαμοφιλία, όπως και όλα τα φιλο-ολοκληρωτικά ιδεολογήματα. Άλλωστε, τα ινδάλματα των αριστερών διανοουμένων εξακολουθούν να είναι ο Φουκό και ο Έντουαρντ Σαΐντ· όσοι εμπότισαν την αριστερά με μεταφυσικές ιδέες, αυθαιρεσία, ψευδοεπιστήμη, αντιδυτικισμό, οικοφοβία.

Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους. Για παράδειγμα, τα ανοιχτά σύνορα και η ελεύθερη μετανάστευση ελάχιστα επηρεάζουν τους κατοίκους των «καλών» συνοικιών· άρα, ακούγεται ευχάριστα ακραίο και ριζοσπαστικό να μιλούν εναντίον των συνοριακών φραγμών. Εξάλλου, ενώ οι πολιτικοί που κάνουν γκάφες συνήθως τιμωρούνται με μη επανεκλογή ή με γελοιοποίηση, οι διανοούμενοι μπορούν να κάνουν τη μια γκάφα πάνω στην άλλη χωρίς να χάνουν το κύρος τους· πάντοτε θα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θα τους θαυμάζει και θα τους ακολουθεί. Κι εκτός αυτού, όσο πιο εξωφρενική είναι μια ιδέα, τόσο περισσότερο ερεθίζει το ενδιαφέρον του κοινού, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από περγαμηνές, τίτλους και ύφος χιλίων καρδιναλίων.

Σώτη Τριανταφύλλου

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

VictorAphorisms --- (961-970)


 

ΣΤΟ ΒΡΑΔΥΝΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ


 

                                       Στο Βραδινό ραντεβού

 

Στο βραδινό σου ραντεβού υπάρχει ένας φόβος

κυκλοφορούν τα ένστικτα, η μέθη και ο τρόμος

το σκότος δεν φωτίζεται κρύβει τα μυστικά του

ο έρωτας, μες στη σιωπή, γράφει τα δράματά του.

 

Στο βραδινό το ραντεβού, προτού να ξημερώσει

υπάρχει ένα μυστήριο, μπορεί να σε σκοτώσει

ο Χίτσκοκ τό ’ξερε αυτό, γι’ αυτό κι από συνήθεια

τους δολοφόνους έκρυβε μέσα στην άγρια νύχτα.

 

Η νύχτα, στο συνήθειο της, σε βάζει να κοιμάσαι

μα αν στο ξύπνιο βρίσκεσαι, να μην ξενοκοιμάσαι

στου Άλαν Πόε δράματα μπορεί και να μπλεχτείς

στου Στήβεν Κινγκ θρίλερ να μπεις ν’ αποκεφαλιστείς!

 

Στο βραδινό σου ραντεβού, λαχτάρα, προσμονή

κρύβεται το μυστήριο για ό,τι θα συμβεί

ο κάθε ένας συντροφιά ψάχνει μες στην σκιά του

ο έρωτας, μ’ άλλη μορφή, δείχνει και τα φριχτά του!

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Φεβρουάριος/2019

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

«Η απόρριψη του θεού, είναι άθλος του ανθρώπινου μυαλού»

Η φράση «Η απόρριψη του θεού, είναι άθλος του ανθρώπινου μυαλού» αναδεικνύει μια βαθιά πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης: την ικανότητά μας να αμφισβητούμε τα πιο σταθερά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκαν κοινωνίες, πολιτισμοί και κοσμοθεωρίες. Η πίστη ή η αμφιβολία γύρω από την ύπαρξη του θεού δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό ζήτημα· αποτελεί, παράλληλα, και φιλοσοφική διερώτηση για το τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι μέσα στο σύμπαν.

Ο «άθλος» αυτός απαιτεί θάρρος, γιατί προϋποθέτει την αποκοπή του ανθρώπου από ένα από τα αρχαιότερα συστήματα ερμηνείας της πραγματικότητας. Αν τοποθετήσουμε την έννοια του «θεού» ως την αλήθεια, την απόλυτη εξήγηση και την ύψιστη αρχή που κατευθύνει τη ζωή και τη φύση, τότε η απόρριψη αυτής της κοσμοθεωρίας σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης τού να βαδίσουμε χωρίς μεταφυσικά στηρίγματα. Το ανθρώπινο μυαλό αναλαμβάνει, σε αυτή την περίπτωση, το δύσκολο έργο να οικοδομήσει το ίδιο το νόημά του, χωρίς να αποζητά απαντήσεις υπερφυσικής προέλευσης.

Στο πέρασμα των αιώνων, πολλοί στοχαστές, από τον Επίκουρο μέχρι τον Νίτσε, επιχείρησαν να «σπάσουν» τα δεσμά του θεϊκού ορισμού της ύπαρξης. Για εκείνους, η ελευθερία του νου δεν ήταν μόνο ζήτημα διάνοιας· ήταν και μια εσωτερική ηθική-υπαρξιακή στάση, που προσέδιδε στον άνθρωπο τη δύναμη να αναζητά μόνος του την αλήθεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη και η διαρκής αμφισβήτηση αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις αρετές.

Ωστόσο, όπως κάθε άθλος, έτσι και αυτός συνεπάγεται κόπο, κινδύνους και σύγχυση. Η απουσία ενός απόλυτου νοητικού πλαισίου συχνά γεννά αγωνία, υπαρξιακό κενό, ακόμα και φόβο μπροστά στην ευθύνη της αυτοκαθοδήγησης. Το «ανθρώπινο μυαλό», όμως, διαθέτει αστείρευτη δύναμη όταν τροφοδοτείται από στοχασμό, φαντασία, και αυτογνωσία. Γι’ αυτό, η απόρριψη του θεού δεν δηλώνει απλώς την έλλειψη πίστης, αλλά τον ηρωισμό του νου να σταθεί όρθιος μέσα στο άγνωστο, αναλαμβάνοντας τη δημιουργία δικών του αξιών, δικών του δρόμων και, τελικά, τη σκυτάλη της ελευθερίας της σκέψης.

Δημήτρης Βίκτωρ



Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Το τραγούδι που δεν ζητά ακροατή

«Κι ας μην ακούει κανείς το τραγούδι σου, εσύ συνέχισε να τραγουδάς»

Υπάρχουν πράξεις που δεν γίνονται για να χειροκροτηθούν. Γίνονται επειδή ανήκουν στην τάξη της εσωτερικής αναγκαιότητας. Όπως το δέντρο δεν ρωτά ποιος θα σταθεί κάτω από τη σκιά του, όπως η πηγή δεν διαλέγει ποιος θα πιει από τα νερά της, έτσι και ο άνθρωπος που φέρει μέσα του τραγούδι δεν πρέπει να εξαρτά την ύπαρξή του από το αυτί του κόσμου.

Το απόφθεγμα «Κι ας μην ακούει κανείς το τραγούδι σου, εσύ συνέχισε να τραγουδάς» δεν μιλά απλώς για επιμονή. Μιλά για αξιοπρέπεια. Για εκείνη τη σιωπηλή υπακοή σε κάτι βαθύτερο από την κοινωνική επιβεβαίωση. Ο άνθρωπος συχνά μετρά την αξία του με ξένα βλέμματα, με ξένα νεύματα, με επαίνους που έρχονται ή δεν έρχονται. Όμως ό,τι εξαρτάται από τους άλλους είναι ήδη μισοχαμένο. Το μόνο που πραγματικά του ανήκει είναι η στάση του απέναντι στο πεπρωμένο του.

Αν το τραγούδι σου δεν ακούγεται, αυτό δεν σημαίνει πως είναι άχρηστο. Σημαίνει μόνο πως ο κόσμος γύρω σου ίσως είναι κουφός, θορυβώδης, απασχολημένος με μικρότερες μουσικές. Η σιωπή των άλλων δεν είναι απόδειξη της δικής σου ανυπαρξίας. Είναι απλώς ένα γεγονός. Και τα γεγονότα δεν πρέπει να τα λατρεύουμε ούτε να τα μισούμε· πρέπει να τα αντέχουμε.

Το να συνεχίζεις να τραγουδάς σημαίνει να μην παραδίδεις την ψυχή σου στην αγορά της αποδοχής. Σημαίνει να μη μετατρέπεις το δώρο σου σε εμπόρευμα, την έκφρασή σου σε επαιτεία, τη φωνή σου σε παζάρι. Γιατί τότε δεν τραγουδάς πια· ζητιανεύεις ήχο. Και όποιος ζητιανεύει να ακουστεί, έχει ήδη προδώσει την πρώτη του μελωδία.

Ο αληθινός δημιουργός δεν δημιουργεί επειδή τον περιμένουν. Δημιουργεί επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το τραγούδι του είναι μορφή αναπνοής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιστέκεται στη φθορά, στη λήθη, στην κοινοτοπία. Ακόμη κι αν κανείς δεν ακούει, εκείνος ακούει τον εαυτό του. Και αυτό αρκεί — όχι ως παρηγοριά, αλλά ως δοκιμασία.

Διότι εδώ βρίσκεται η σκληρή αλήθεια: ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να είναι μάρτυρας του ίδιου του εαυτού του. Να στέκεται μόνος απέναντι στην έρημο και να μην απαιτεί από την έρημο να γίνει θέατρο. Να τραγουδά όχι για να γεμίσει την αίθουσα, αλλά για να επιβεβαιώσει πως μέσα του δεν πέθανε ακόμη η δύναμη που λέει «ναι» στην ύπαρξη.

Και αν το τραγούδι σου ενοχλεί, ακόμη καλύτερα. Αν δεν ταιριάζει με τα αυτιά των πολλών, ίσως δεν γεννήθηκε για τους πολλούς. Δεν είναι κάθε φωνή προορισμένη για χορωδία. Κάποιες φωνές υπάρχουν για να σπάνε την ομοφωνία, να πληγώνουν την άνεση, να θυμίζουν πως η ζωή δεν είναι ασφάλεια, αλλά υπέρβαση.

Μη ζητάς λοιπόν να σε ακούσουν. Γίνε τέτοια φωνή που να μη χρειάζεται άδεια για να υπάρξει. Τραγούδα ακόμη κι όταν σε περιβάλλει περιφρόνηση. Τραγούδα ακόμη κι όταν η σιωπή επιστρέφει σαν πέτρα. Γιατί όποιος τραγουδά μόνο όταν τον ακούνε είναι υπηρέτης. Όποιος τραγουδά μέσα στην εγκατάλειψη είναι δημιουργός.

Και ο δημιουργός δεν ικετεύει τον κόσμο. Τον ξεπερνά.

Δημήτρης Βίκτωρ