"Ο
Θεός του καθενός, είναι η αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο
εγωισμός του"
Ο
άνθρωπος, όταν κοιτάζει κατάματα την ύπαρξη, συναντά πρώτα το βάρος της.
Συναντά τον χρόνο που φεύγει, την απώλεια που δεν διαπραγματεύεται, την
αρρώστια, την αδικία, το τυχαίο χτύπημα της τύχης. Και τότε γεννιέται μέσα του
μια ακατανίκητη ανάγκη: να δώσει σχήμα στο άμορφο, να βάλει τάξη στο
απρόβλεπτο, να επινοήσει ένα σταθερό σημείο εκεί όπου όλα είναι ρευστά. Από
αυτήν την ανάγκη ξεπηδά και το απόφθεγμα: «Ο Θεός του καθενός, είναι η
αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο εγωισμός του». Δεν μιλά
απλώς για θρησκεία· μιλά για τον μηχανισμό με τον οποίο ο νους κατασκευάζει το
απαραίτητο στήριγμα, ακόμη κι αν αυτό το στήριγμα είναι φτιαγμένο από φόβο,
ευκολία ή ματαιοδοξία.
Αν το
δούμε με ψυχραιμία, “θεός” εδώ δεν είναι μόνο μια υπερβατική μορφή, αλλά το
κέντρο βάρους της ψυχής: αυτό που κάποιος υπηρετεί όταν όλα δοκιμάζονται. Εκεί
φαίνεται η αδυναμία. Γιατί, συχνά, δεν θεοποιούμε το δυνατότερο μέσα μας, αλλά
αυτό που μας λείπει. Όταν δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα, επινοούμε μια
βεβαιότητα που δεν χρειάζεται αποδείξεις. Όταν δεν αντέχουμε την ευθύνη,
αναζητούμε μια ανώτερη βούληση που θα τη σηκώσει. Όταν δεν αντέχουμε την
εσωτερική μας διάσπαση, ονειρευόμαστε μια τελική δικαίωση που θα μας ενώσει. Ο
“θεός” γίνεται τότε το ψυχολογικό αντίβαρο της ρωγμής μας: ένα όνομα που
κολλάμε πάνω στο κενό, για να μοιάζει πλήρες.
Κι
έπειτα έρχεται η παρηγορία, όχι ως μικρό δώρο, αλλά ως ανταλλαγή. Η παρηγορία
υπόσχεται νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει εμφανές νόημα, υπόσχεται αποζημίωση εκεί
όπου η ζωή δεν δίνει αποζημιώσεις, υπόσχεται ότι ο πόνος “κάπου” καταγράφεται
και “κάποτε” θα ισοφαριστεί. Αυτό ανακουφίζει, όμως συχνά μας υπνωτίζει. Γιατί
αντί να δουλέψουμε πάνω σε ό,τι περνά από το χέρι μας, μαθαίνουμε να
περιμένουμε. Αντί να μετατρέψουμε την απώλεια σε νηφαλιότητα και τον φόβο σε
φρόνηση, μετατρέπουμε τη ζωή σε αίθουσα αναμονής μιας αόρατης δικαιοσύνης.
Έτσι, η παρηγορία μπορεί να γίνει μια γλυκιά παραίτηση, μια τέχνη του να μην
αγγίζεις την πληγή, απλώς να τη σκεπάζεις με ύμνους.
Το
απόφθεγμα χτυπά και πιο σκληρά όταν μιλά για ανοησία. Όχι με την έννοια της
απουσίας ευφυΐας, αλλά με την έννοια της πνευματικής οκνηρίας: την προτίμηση
του έτοιμου αντί του εξετασμένου. Ο άνθρωπος αγαπά τις απλές απαντήσεις, γιατί
οι σύνθετες απαιτούν κόπο, αμφιβολία και ταπείνωση. Κι εδώ ο “θεός” μπορεί να
γίνει άλλοθι για να μη σκεφτούμε: να κλειδώσουμε την πραγματικότητα σε ένα
σύνθημα και να βαφτίσουμε την άγνοια “πίστη”. Όπου η σκέψη πονά, ο δογματισμός
προσφέρει αναισθητικό. Όπου η συνείδηση δυσκολεύεται, μια ιερή βεβαιότητα την
απαλλάσσει από την εργασία της κρίσης. Έτσι, η ανοησία δεν είναι απλώς λάθος·
είναι επιλογή ευκολίας ντυμένη με κύρος.
Και
τέλος, ο εγωισμός. Εδώ το απόφθεγμα αποκαλύπτει το πιο αμήχανο: πως ο “θεός του
καθενός” συχνά έχει το πρόσωπο του ίδιου του καθενός, μόνο που φορεί μάσκα
ουρανού. Πόσες φορές η “θεία βούληση” ταυτίζεται ύποπτα με τις προσωπικές μας
επιθυμίες; Πόσες φορές ο “θεός” μισεί ό,τι μισούμε, τιμωρεί ό,τι φοβόμαστε,
ευλογεί ό,τι μας συμφέρει; Ο εγωισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως αλαζονεία, αλλά
και ως ανάγκη να βρούμε το σύμπαν σύμμαχο. Να πιστέψουμε πως υπάρχει μια
κοσμική επιβεβαίωση των δικών μας αξιών, πως το “εγώ” μας είναι τόσο σημαντικό
ώστε να διαθέτει μεταφυσικό υποστηρικτικό προσωπικό. Ο “θεός” γίνεται τότε
καθρέφτης που δεν παραμορφώνει προς την αλήθεια, αλλά προς την αυτάρεσκη
εικόνα.
Ωστόσο,
η πιο απαιτητική ανάγνωση δεν σταματά στην κατηγορία. Ρωτά: τι αποκαλύπτει αυτή
η κατασκευή για τη ζωή; Αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα να είναι
μόνος απέναντι στο γίγνεσθαι. Θέλει να πιστέψει πως υπάρχει ένα “γιατί” έξω από
την πράξη του, μια εγγύηση έξω από τη φρόνησή του. Κι όμως, αν υπάρχει
αξιοπρέπεια, βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κίνηση: να παραδεχτείς ότι δεν
έχεις εγγυήσεις, να μετρήσεις τι εξαρτάται από εσένα, να αποδεχτείς ό,τι δεν
εξαρτάται, και να ζήσεις χωρίς να εκβιάζεις το σύμπαν να γίνει δίκαιο. Εδώ η
ελευθερία αρχίζει ως πειθαρχία του νου: να μη βαφτίζεις επιθυμία “νόμο”, να μη
βαφτίζεις φόβο “αποκάλυψη”, να μη βαφτίζεις τεμπελιά “μοίρα”.
Αλλά
η σκέψη μπορεί να σκληρύνει κι άλλο, να γίνει σφυρί. Να πει: ο “θεός” δεν είναι
μόνο παρηγοριά, είναι και σύμπτωμα παρακμής, μια κρυφή αρρώστια της θέλησης που
προτιμά να γονατίζει παρά να δημιουργεί. Γιατί τι είναι ένας “θεός” που τον
επικαλούμαστε όταν δεν τολμάμε; Είναι η μεταφυσική μορφή της δειλίας. Τι είναι
ένας “θεός” που εγγυάται ανταμοιβές; Είναι η ηθική λογιστική της αδυναμίας. Τι
είναι ένας “θεός” που επιβάλλει έτοιμες αξίες; Είναι ο αστυνόμος της ζωής, που
κόβει πρόστιμο σε κάθε ορμή, σε κάθε πάθος, σε κάθε έκρηξη δημιουργίας. Κι
έτσι, αντί να ρωτάμε “τι μπορώ να γίνω;”, ρωτάμε “τι επιτρέπεται να είμαι;”.
Αντί να στήνουμε το νόημα, το ζητιανεύουμε.
Σ’
αυτή την οπτική, το απόφθεγμα μοιάζει με διάγνωση: ο άνθρωπος φτιάχνει “θεούς”
για να μη δει την αλήθεια της δύναμής του και της ευθύνης του. Γιατί αν δεν
υπάρχει υπερβατικός κηδεμόνας, τότε το βάρος της αξίας πέφτει πάνω μας. Εμείς
ορίζουμε το “καλό” με τη ζωή μας, όχι με διατάγματα. Εμείς δίνουμε νόημα στον
πόνο, όχι επειδή “κάπου” δικαιώνεται, αλλά επειδή τον μετατρέπουμε σε γνώση, σε
έργο, σε βάθος. Εμείς φτιάχνουμε την αξιοπρέπειά μας, χωρίς να περιμένουμε
χειροκρότημα από τον ουρανό. Και αυτό είναι τρομακτικό, γιατί απαιτεί
δημιουργική σκληρότητα: να αποδεχτείς την απουσία τελικού εγγυητή και παρ’ όλα
αυτά να πεις “ναι” στη ζωή.
Τότε
“ο θεός του καθενός” φαίνεται ξεκάθαρα ως το ανώτατο σύμβολό του: ό,τι φοβάται
να χάσει, ό,τι δεν αντέχει να σκεφτεί, ό,τι κρυφά απαιτεί να αναγνωριστεί. Για
κάποιον είναι η ασφάλεια· για άλλον η εκδίκηση· για άλλον η δικαίωση· για άλλον
η ακινησία. Κι αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, η πρόκληση δεν είναι να γελάσουμε
με τους θεούς των άλλων, αλλά να εντοπίσουμε τον δικό μας: εκείνο το σημείο
όπου σταματά η ελευθερία μας και αρχίζει η λατρεία μας. Γιατί “θεός” μπορεί να
γίνει και η ιδεολογία, και ο έρωτας, και το χρήμα, και η εικόνα μας, και η
ανάγκη να έχουμε πάντα δίκιο. Το απόφθεγμα απλώνει το δίχτυ του παντού: κάθε
ύψιστη αξία που δεν αντέχει έλεγχο, κάθε πίστη που ζητά τυφλότητα, κάθε
παρηγοριά που απαιτεί παραίτηση, είναι ύποπτη.
Και
κάπου εδώ η σκέψη γίνεται καθαρή σαν κρύο νερό: όσο πιο πολύ χρειάζεσαι έναν
“θεό” για να σταθείς, τόσο πιο πολύ πρέπει να εξετάσεις τι είναι αυτό που δεν
μπορείς να σταθείς μόνος σου να αντιμετωπίσεις. Όχι για να αυτομαστιγωθείς,
αλλά για να δυναμώσεις. Γιατί η ωριμότητα δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να μη
χτίζεις θρόνους πάνω στον φόβο σου. Δεν είναι να μην πονάς, αλλά να μη
μετατρέπεις τον πόνο σε νόμισμα μεταφυσικών συναλλαγών. Δεν είναι να είσαι
“σωστός”, αλλά να είσαι αληθινός: να αναλαμβάνεις τη ζωή ως έργο, όχι ως
δικαιολογία.
Έτσι,
το απόφθεγμα δεν καταλήγει σε απλή άρνηση. Καταλήγει σε ένα αίτημα ανδρείας: να
κατεβάσεις από τον ουρανό ό,τι λέγεται “θεός” και να το εξετάσεις ως ανθρώπινο
υλικό. Να δεις την αδυναμία σου χωρίς να την αγιοποιείς, να πάρεις την
παρηγορία σου χωρίς να πουλάς την ελευθερία σου, να νικήσεις την ανοησία σου με
κόπο και αμφιβολία, να δαμάσεις τον εγωισμό σου χωρίς να τον μεταμφιέζεις σε
απόλυτο. Κι αν, στο τέλος, χρειάζεσαι κάτι “ιερό”, ας είναι η ίδια η ευθύνη σου
απέναντι στη ζωή: όχι ως δόγμα, αλλά ως πράξη.
Δημήτρης
Βίκτωρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου