Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Μνήμη Μάνας – (Λόγω της ημέρας)

 «Διαμορφωνόμαστε από αυτά που αγαπάμε»

και μας διαμόρφωσαν αυτά που μας αγαπήσανε.

Η Μάνα μου Ευδοξία, έννοια πια, είναι πάντα δίπλα και μέσα μου και με εμπνέει.

Τα καλά της χρόνια ήταν πέτρινα.
Παντρεύτηκε παρά την θέλησή της, ξενιτεύτηκε παρά την θέλησή της, γέννησε επτά φορές παρά την θέλησή της.
Την κυρίευσε το καθήκον και μεγάλωσε μέσα στην σιωπή, την απελπισία, την έσχατη φτώχεια και την αγωνία της για αξιοπρέπεια.

Χρειάστηκε να κυλήσω μέσα στον χρόνο αρκετά, να ζήσω απώλειες και να βιώσω απογοητεύσεις για να την κατανοήσω, να ξενιτευτώ για να την τιμήσω και να γίνω ποιητής για να την τραγουδήσω.

... Στις Μάνες άλλων εποχών...
… Στις Μάνες που αξίζουν να φέρουν τον τίτλο…
… Στις Μάνες όλου του κόσμου...

Δημήτρης Βίκτωρ
31 Ιανουαρίου


 -----------------------------------------------------------

Το Ποίημα

-----------------------------


Ευχές που ταξιδεύουν

 

Η Μάνα φεύγει και οι ακριβές ευχές μαζί της ταξιδεύουν,

αφήνουνε κενά σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα.

Όλα συνομιλούν και σε καθοδηγούν σ’ απλά κι αγαπημένα,

ναρκώνουνε το νου χωρίς ρυθμό χορού, κενά, παρατημένα.

 

Οι ευχές σαν ζωντανές μοιάζαν αγγελικές, μικρές νεράιδες,

που ήταν πάντα εκεί, σαν μία προσταγή, σαν μια γλυκιά φροντίδα.

Με τα φτερά ανοιχτά κρατούσαν συντροφιά στον κάθε πόνο,

δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά, στο χρόνο.

 

Τώρα που πολεμώ τον γκρίζο τον καιρό, πίσω ξαναγυρίζω,

πάλιωσα πια κι εγώ και θέλω να πιαστώ κάπου πριν φύγω.

Θυμάμαι τις ευχές, αυτές τις ακριβές, χρυσό και μάλαμα!

Θέλω ν’ αφουγκραστώ, αν είναι δυνατό, ξανά τη Μάνα:

 

Καθώς αδημονεί σε κάθε μου φυγή γερός να επιστρέψω

κάνοντας την ευχή για κάθε προσοχή, για κάθε καλό δρόμο.

Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο

και πάλι με ευχή, σύντροφο φιλική για ήσυχο κι ονειρεμένο ύπνο.

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 -------------------------------------------------------------------------------

Σκέψεις - Ανάλυση από τον ποιητή

Το ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν» πραγματεύεται τη βαθιά και πολυσχιδή σχέση με τη μητέρα, καθώς και τη δύναμη των ευχών της, οι οποίες λειτουργούν σαν άυλη κληρονομιά και συνοδοιπόρος σε όλη τη ζωή του ανθρώπου. Διακρίνουμε έντονα συναισθήματα νοσταλγίας, αγάπης, πόνου, αλλά και ελπίδας που αναδύονται από την απώλεια ή την απόσταση της μητρικής φιγούρας.

Μητρική Φιγούρα και Απώλεια

Στο πρώτο κιόλας δίστιχο, γίνεται αντιληπτή η φυγή της Μάνας – και μαζί της «ταξιδεύουν» οι ευχές. Αυτό το κενό “αφήνει” σταδιακά ένα αίσθημα έλλειψης, που εκτείνεται σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητας («σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα»).

Οι “ακριβές ευχές” της Μάνας παίρνουν συμβολική μορφή, σφραγίζοντας την ουσία τους ως κάτι ιερό, προστατευτικό και διαχρονικό. Στην ελληνική παράδοση, η ευχή της μητέρας έχει βαρύνουσα σημασία· θεωρείται δύναμη που συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή, ακόμα και μετά τον θάνατό της.

Οι Ευχές ως Άυλη Κληρονομιά

 Οι ευχές παρουσιάζονται ποιητικά «σαν ζωντανές, αγγελικές, μικρές νεράιδες». Αυτή η προσωποποίηση/παρομοίωση ενισχύει την αίσθηση ότι η αγάπη της μητέρας εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε αόρατη μορφή, παρέχοντας φροντίδα και προστασία. Οι ευχές έχουν θεραπευτική χροιά («δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά»), λειτουργώντας παρηγορητικά. Εδώ ανιχνεύεται μια υπαρξιακή διάσταση: ο άνθρωπος όταν έχει μια βαθιά ρίζα αγάπης και στοργής, μπορεί να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες του χρόνου και του πόνου με περισσότερη αντοχή.

Η Διαχείριση του Χρόνου και της Μνήμης

Ο χρόνος που “πάλιωσα”: Στο ποίημα συναντούμε τον αφηγητή να παραδέχεται ότι πια έχει μεγαλώσει («πάλιωσα πια κι εγώ»). Μέσα από αυτή τη διαπίστωση, αναδύεται η ανάγκη να ανατρέξει στις παλιές, “χρυσές” αναμνήσεις, για να βρει στήριγμα.

Η νοσταλγική επιστροφή: Ο ποιητικός λόγος φέρνει στο προσκήνιο τη στιγμή που το “εγώ” θέλει να «ξαναγυρίσει» κάπου, πριν φύγει κι εκείνο οριστικά. Έτσι αναδεικνύεται μια διαχρονική συνθήκη: όταν αισθανόμαστε το βάρος του χρόνου ή προαισθανόμαστε το τέλος, αναζητούμε τις ρίζες μας, τον γνώριμο χώρο της μητρικής αγάπης.

Μητρική ευχή ως “ιερό” στοιχείο: Στο λαϊκό αίσθημα, η ευχή της μητέρας ανυψώνεται σε μεταφυσικό σύμβολο – είναι κάτι περισσότερο από απλή κουβέντα ή επιθυμία, προσεγγίζει τα όρια του ιερού. Συνδέεται με την ελπίδα, τη θεία προστασία και τη βαθιά κατανόηση. Όταν χάνεται το υλικό στήριγμα (η φυσική παρουσία της μητέρας), παραμένουν οι λέξεις και τα αισθήματα. Αυτά γίνονται ο “τόπος” στον οποίο επιστρέφουμε υπαρξιακά, για να αναζητήσουμε νόημα και παρηγοριά.

Η ελπίδα της επανένωσης: Στη στροφή «Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο…», ο ποιητής εκφράζει την ευχή (ή την ψευδαίσθηση) πως ίσως υπάρξει μια ακόμη ευκαιρία κοινής ζωής. Αυτή η εικόνα του “τραπεζιού” συμβολίζει τη συντροφικότητα, τη φροντίδα και την οικογενειακή εστία. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα θέτει εμπόδια (φθορά, θάνατος, απόσταση), η ανθρώπινη ψυχή επιμένει να αναζητά την παρηγοριά μιας ευχής που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο· μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.

Η φράση «οι ευχές σαν ζωντανές… μικρές νεράιδες» ενισχύει τον ονειρικό τόνο του ποιήματος, δίνοντας στις ευχές χαρακτηριστικά έμψυχων όντων.

Ο ποιητής χτίζει ατμόσφαιρα οικεία – το “ωραίο δείπνο”, ο “ήσυχος ύπνος” – έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώσει πως οι ευχές αυτές είναι δεμένες με στιγμές απλές αλλά απόλυτα ουσιώδεις.

Η λέξη “ευχή” και η έννοια του “ταξιδιού” αναδύονται συχνά, εστιάζοντας τη σκέψη στην κεντρική ιδέα: την αδιάλειπτη παρουσία (ή έστω θύμηση) της μητρικής στήριξης.

Στο ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν»  παρουσιάζεται η παντοτινή αξία της μητρικής αγάπης και των λόγων της (ευχών) ως μυστικού στηρίγματος σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Παρότι η μητέρα “φεύγει” ή δεν βρίσκεται πια κοντά, η στοργή της δεν εκλείπει· μεταμορφώνεται σε άυλες, προστατευτικές δυνάμεις που “ταξιδεύουν” μαζί με το παιδί σε κάθε φάση της ζωής του.

Φιλοσοφικά, το ποίημα αναδεικνύει τη δύναμη της ανάμνησης και του εσωτερικού δεσμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία του να φέρουμε μέσα μας τα λόγια και τις ευχές όσων μάς αγάπησαν. Σε ένα πιο υπαρξιακό επίπεδο, τονίζει πως, ενώ η φυσική παρουσία μπορεί να χαθεί, η ηθική και πνευματική ενίσχυση παραμένει· έτσι, ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο μόνος απέναντι στον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια.

Εν τέλει, οι “ευχές που ταξιδεύουν” δεν είναι απλώς ευχολόγια, αλλά ενέργεια και πίστη· ένα είδος αόρατου νήματος που μας ενώνει με το παρελθόν μας, δίνοντάς μας θάρρος και παρηγοριά για το παρόν και το μέλλον.

Δημήτρης Βίκτωρ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου