«Όσο περισσότερο ζεις τόσα περισσότερα χάνεις»
Το ρητό μοιάζει απαισιόδοξο: κάθε επιπλέον ανάσα προσθέτει και μια απώλεια. Ωστόσο, αν το κοιτάξουμε προσεκτικά, φωτίζει το βαθύτατο παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης: ο χρόνος που επιτρέπει τη συσσώρευση εμπειριών είναι ο ίδιος που διαβρώνει τα σώματα, τις δυνατότητες και τα νοήματά μας. Η σκέψη αυτή μας προσκαλεί να επανεξετάσουμε πώς ορίζουμε το «κερδίζω» και το «χάνω».
Ο Ηράκλειτος
θύμιζε ότι «τα πάντα ρει». Η διάρκεια της ζωής δεν είναι στατικό κέρδος
αλλά ροή όπου κάθε στιγμή προϋποθέτει την εξαφάνιση της προηγούμενης. Στο
οντολογικό επίπεδο, λοιπόν, η απώλεια είναι απλώς το τίμημα της ύπαρξης μέσα
στον χρόνο: εφόσον είμαστε εν χρόνω όντα, δεν μπορούμε παρά να φθείρουμε και να
φθειρόμαστε.
Κάθε φορά που
επιλέγουμε ένα μονοπάτι, απορρίπτουμε άπειρα εναλλακτικά. Επομένως, όσο
περισσότερο ζούμε —και άρα επιλέγουμε— τόσο περισσότερες εκδοχές του εαυτού μας
σβήνουν οριστικά. Η απώλεια εδώ δεν είναι μόνο βιολογική· είναι και υπαρξιακή,
γιατί οι ανεκπλήρωτες δυνατότητες στοιχειώνουν τις πραγματοποιημένες.
Παρά την αίσθηση
κόστους, η απώλεια γίνεται σχολείο αυτογνωσίας. Τα πρόσωπα που «φεύγουν», οι
σωματικές δυνάμεις που υποχωρούν, ακόμη και τα λάθη που διογκώνονται,
λειτουργούν ως καθρέφτες: απογυμνώνουν τις ψευδαισθήσεις μας και αφήνουν, συχνά
οδυνηρά, τον πυρήνα όσων έχουν αξία. Η εμπειρία πένθους, διαπαιδαγωγεί στην
αγάπη δίχως κατοχή.
Οι Στωϊκοί μάς
παροτρύνουν να ξεχωρίζουμε ό,τι ελέγχουμε από ό,τι δεν ελέγχουμε. Η
συνειδητοποίηση ότι «θα χάσω» προτού καν αποκτήσω γεννά αταραξία: σε κάθε
ευεργεσία της τύχης, προτάσσεται η ευγνωμοσύνη αντί του άγχους διατήρησης.
Φαντάσου τη ζωή
σαν χειρόγραφο γραμμένο επάνω σε παλαιότερα ίχνη· κάθε καινούρια μελάνη
καλύπτει, αλλά δεν εξαφανίζει, το προηγούμενο κείμενο. Έτσι, η συστοιχία
απωλειών δεν είναι απόλυτο κενό· σχηματίζει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο
καθίσταται δυνατή η νέα γραφή. Χωρίς αυτήν την «εκδοχή βυθού», ορατή μόνο σε
ευαίσθητα μάτια, δεν θα υπήρχαν πολυτονίες νοήματος.
«Όσο περισσότερο
ζεις τόσα περισσότερα χάνεις» μπορεί να ακουστεί είτε ως μεμψιμοιρία είτε ως
κάλεσμα να ζήσεις πιο ελαφρά. Εάν η απώλεια είναι βεβαιότητα, τότε η αξία
μετατοπίζεται από την κτητικότητα στην ποιότητα βίωσης της στιγμής, από την
αποθήκευση στη διαφάνεια. Το ερώτημα δεν είναι πώς θα σταματήσουμε να χάνουμε,
αλλά πώς θα μεταβολίσουμε την αναπόφευκτη φθορά σε σοφία, συμπόνια και
δημιουργία.
Δημήτρης Βίκτωρ
