Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025
"ΤΟ ΤΕΣΣΕΡΑ, ΤΟ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑ" : Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ
Το Τέσσερα, το δύο και το τρία Στην Ακροκόρινθο μοναχικός ταξιδευτής με ψάθινο καπέλο ψάχνει να βρει της μοίρας του τα βήματα. Στης Σφίγγας τη βαριά σκιά στέκει αποφασισμένος να κάνει αρχή για τη μοναδική του ιστορία. Ο τραγωδός προσμένει μ’ αγωνία την απάντηση χωρίς ακόμη να ’χει γεννηθεί στον κόσμο. Πώς γίνεται αυτό, είναι πολύ παράξενο, πώς παίρνει αρχή, μέση και τέλος η πλοκή! Τραχιά η φωνή περίεργη ηχώ απόκοσμη προσφέρει το αίνιγμα παγκόσμια κληρονομιά. Εδώ ο κόσμος συντονίζει όλα τα ραδιόφωνα κι ο χορός επιχειρεί την τελευταία αρίστη πρόβα. Ο ποιητής παίρνει την πένα ανοίγει το χαρτί βαριανασαίνει με αγωνία τι θ’ ακούσει. Ξέρει πως όταν θα ’χει πλέον γεννηθεί θα έχει γράψει μια μοναδική παγκόσμια ωδή. Ήρθε η καθοριστική στιγμή που περιμένουν όλοι, ανασηκώνονται ν’ ακούσουν καθαρά. Ο ποιητής επιχειρεί το πρώτο του σημάδι κι ο χορός κάνει δειλά το βήμα του μπροστά. Λέγε μου, ξένε, να ρωτήσω ή να φύγεις; Αν μείνεις στη σκιά, θα κινδυνεύσεις με αφανισμό, αν τη σωστή απάντηση μου δώσεις, στο φως θα βγεις, θα περπατήσεις της ζωής άλλο ρυθμό... «Άνθρωπος!» Αυτή είναι η σωστή απάντηση στο τέσσερα, το δύο και το τρία! Ορώ το μέλλον τώρα, είναι όλο εμπρός μου, περνώ στη γνώση ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Παράσιτα γεμίζουν τα ραδιόφωνα, παραφωνίες στου χορού την αρμονία, ο άνθρωπος ξεφεύγει απ’ τη βαριά σκιά της άγνοιας κάνει στο φως της γνώσης σταθερά το πρώτο βήμα. Ήρθε η στιγμή του τραγωδού του ποιητή αυτού που επιτέλους εγεννήθη προορισμένος για να φέρει στην παγκόσμια κερκίδα την πράξη και το νόημα και την ελπίδα. Η Σφίγγα επιστρέφει αίφνης μες στη γη, το άγονο τοπίο μένει έρημο και πάλι. Ο ταξιδιώτης εγκαταλειμμένος, μόνος πάνω στη σκηνή, προσεκτικά προσμένει τώρα νέες οδηγίες. Μακριά στο βάθος μοίρα μ’ ανοιχτές αγκάλες προσμένει με παιχνίδια άκρως ζοφερά. Όλα χρεώνονται εδώ, όλα θα πληρωθούν, απάντηση σωστή, γνώση και κίνηση, ανάγκη, φαντασία. Τώρα αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια, όλα θα πρέπει να γραφτούν με τάξη. Έφθασε η ώρα για την πρώτη ανατροπή, ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί η Ιοκάστη… Δημήτρης Βίκτωρ Μάιος - 2013
Παρασκευή 25 Ιουλίου 2025
Τα Αποκαΐδια της Αλήθειας
Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025
Για τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου
Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» επιβιώνει στον λογοτεχνικό χώρο περισσότερο ως φετίχ αρχαιότητας παρά ως ζωντανό δραματουργικό σώμα. H φήμη του τρέφεται από τον θρύλο του «ευγενούς επαναστάτη» και από την ευκολία με την οποία οι σύγχρονες ιδεολογίες προβάλλουν πάνω του τις δικές τους αγωνίες. Αν, όμως, απαγκιστρωθούμε από τον θαυμασμό της πατίνας και εξετάσουμε το ίδιο το κείμενο, αναδύεται ένα έργο στατικό, μονότονο και φιλοσοφικά ρηχό.
Δραματουργική ακινησία
Ο κεντρικός ήρωας αλυσοδένεται στην πρώτη
σκηνή και… μένει εκεί ώς το τέλος. Η έλλειψη κινητικής εξέλιξης καταλήγει σε
μακροσκελείς μονολόγους‐λιτανείες που μετατρέπουν τη σκηνή σε ιερό κήρυγμα, όχι σε δράμα. Ο Αριστοτέλης απαιτούσε περίληψη συμβάντων που να κορυφώνουν σε κάθαρση· εδώ κυριαρχεί ένα κουραστικό status quo. Η υποτυπώδης «ανατροπή» αναγγέλλεται, αλλά δεν πραγματώνεται – αναβάλλεται για τα χαμένα μέρη της τριλογίας. Η πολυθρύλητη «τραγική ένταση» είναι τελικά μια μορφή βασανιστικής στασιμότητας.
Σχηματικός ψυχολογισμός
Ο Προμηθέας παρουσιάζεται ως κρυστάλλινα
βέβαιος για τη δική του ανωτερότητα· ποιο το δραματικό ρίσκο όταν ο ήρωας δεν
αμφιβάλλει ποτέ; Ο Ζεύς, απών από τη σκηνή, υποβιβάζεται σε εξ αποστάσεως
δεσποτικό καρικατούρα. Ηθική μονοκονδυλιά: από τη μία ο απόλυτος δυνάστης, από
την άλλη ο άμωμος αντιστασιακός. Καμία γκρίζα ζώνη, κανένα υπαρξιακό
δίλημμα—άρα και καμία αληθινά τραγική σύγκρουση.
Ρηχός φιλοσοφικός ορίζοντας
Το έργο συχνά εξυμνείται ως «πρώιμη
ύμνηση του ανθρωπισμού». Στην πραγματικότητα, παραμένει προσκολλημένο σε έναν,
σχεδόν ομηρικό, θεολογικό δυϊσμό: οι θεοί καβγαδίζουν, και ο άνθρωπος οδηγείται
διά της τεχνικής σε πρόσκαιρη παρηγοριά. Τίποτα δεν σπάει τον φαύλο κύκλο
εξάρτησης από το θείο. Η «προμηθεϊκή πρόγνωση»—πλέον ένα κεντρικό μοτίβο της
μεταγενέστερης φιλοσοφίας περί ελευθερίας—εδώ περιορίζεται σε ασαφείς απειλές: «Ξέρω
το μυστικό που θα ρίξει τον Δία», αλλά ο ποιητής δεν τολμά να το
ξεδιπλώσει. Η οντολογική δυνατότητα ριζικής ρήξης με τη θεϊκή τυραννία
παραμένει, ειρωνικά, αλυσοδεμένη.
Γλωσσικός φόρτος χωρίς νόημα
Ναι, οι εικόνες είναι βροντερές («φλόγα
δὲ κρύψας ἐν κοίλᾳ νάρθηκι»), αλλά η
υπερφόρτωση μεταφορών δημιουργεί ένα νεφέλωμα πομπωδίας. Συχνά οι στίχοι
λειτουργούν ως αίνιγμα επί αινίγματι, χωρίς την καθαρτική δύναμη που έχει η
αληθινή ποιητική συμπύκνωση. Η «πυκνότητα» του Αισχύλου δεν είναι πάντα
αρετή—ενίοτε κρύβει το κενό επιχειρημάτων πίσω από βαρύγδουπη ρητορική.
Πολιτική ανάγνωση με χάρτινη
επαναστατικότητα
Στοχαστές από τον Σέλλεϋ ώς τον Μαρξ
επαίνεσαν τον Προμηθέα ως πρόδρομο της ανθρώπινης χειραφέτησης. Ωστόσο, ο ήρωας
δεν επιθυμεί να γκρεμίσει την ιεραρχία, αλλά να αλλάξει η διανομή εξουσίας
εντός της—ο νέος Δίας θα είναι απλώς λιγότερο αυταρχικός. Ο Προμηθέας δεν
οραματίζεται ἰσότητα, αλλά ζητά ανταμοιβή. Εδώ η «επανάστασή» του μοιάζει περισσότερο με συντεχνιακό παζάρι παρά με κοσμογονική εξέγερση.
Ιστορική υπερεκτίμηση
Πολύς από τον θαυμασμό προέρχεται από τη
μεσαιωνική και νεοκλασική θεοποίηση του «πρώτου» μεγάλου τραγικού. Από την
στιγμή που ο Σοφοκλής εισήγαγε πολυεπίπεδους χαρακτήρες και ο Ευριπίδης έσπασε
τον θεοκεντρισμό, ο Αισχύλος μοιάζει να ανήκει σε πρωτοβρεφικό στάδιο του
δράματος. Η αξία του είναι κυρίως αρχαιολογική, όχι αισθητική. Το να τον
εκθειάζουμε με κριτήρια που ίδιος δεν ικανοποιεί ισοδυναμεί με μουσειακό
φολκλόρ.
Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι περισσότερο
σύμβολο παρά έργο. Η δραματουργική του στατικότητα, η ηθική του μονοτονία και ο
ομιχλώδης γλωσσικός του κόσμος τον καθιστούν κείμενο μάλλον κουραστικό για τον
σύγχρονο αναγνώστη που αναζητά πολυσημία, υπαρξιακό ρίσκο και φιλοσοφικό βάθος.
Αντί να τον αντιμετωπίζουμε ως «προφητικό οδηγό» του ανθρώπινου πνεύματος, ίσως
να τον αφήσουμε εκεί όπου ανήκει: σε ένα αξιοσέβαστο, αλλά εξαντλημένο, σημείο
εκκίνησης της τραγικής παράδοσης—όχι στο αποκορύφωμά της.
Δημήτρης Βίκτωρ
Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025
Τετάρτη 16 Ιουλίου 2025
Τρίτη 8 Ιουλίου 2025
Σάββατο 5 Ιουλίου 2025
Τραμπ και Μασκ. Ο Νάρκισσος και ο Νάρκισσος
Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό στο θέαμα δύο πλούσιων,
ισχυρών και φαινομενικά ανίκητων ανδρών να τσακώνονται δημοσίως με την υστερία
δεκάχρονων στην αυλή του σχολείου. Ο ένας, χρυσόψαρο με κομμωτήριο. Ο άλλος,
μεγιστάνας-ινφλουένσερ που ονειρεύεται να μεταναστεύσει στον Άρη επειδή η Γη
δεν του αρκεί για να χωρέσει τον ναρκισσισμό του. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Έλον
Μασκ. Δύο υπερεκτεθειμένοι, παθολογικά εγωπαθείς άνθρωποι που έχουν αναγάγει
τον εαυτό τους σε μοναδικό σημείο αναφοράς του κόσμου.
Αν αναλύσει κανείς τη διαμάχη τους, δεν θα βρει πολιτική
ή ιδεολογική ουσία· είναι απλώς μια σύγκρουση δύο καθρεφτών που δεν αντέχουν να
δουν άλλο πρόσωπο εκτός απ’ το δικό τους. Δεν διαφωνούν επί της αρχής·
διαφωνούν επί της ματαιοδοξίας: ποιος είναι ο πιο μεγάλος θεός στο timeline του Twitter; Ποιος
δικαιούται περισσότερο να καπηλευτεί τη βλακεία των μαζών;
Ο Τραμπ, που δεν διάβασε ποτέ βιβλίο εκτός αν είχε το
όνομά του στο εξώφυλλο με χρυσά γράμματα, πιστεύει πως η Ιστορία ξεκινά και
τελειώνει με την προεδρία του. Και ο Μασκ, που μιλά σαν παιδί που έμαθε σήμερα
το ChatGPT, παριστάνει τον
Προμηθέα με χρήματα που τρολλάρει την ανθρωπότητα για να νιώσει ζωντανός. Ο
ένας έκανε την ψευδοπολιτική reality show, ο άλλος έκανε
την τεχνολογία μεταμοντέρνο cult.
Αλλά ας μην ξεχνάμε – και είναι σημαντικό να το θυμόμαστε
αυτό: και οι δύο είναι απελπιστικά μικροί. Όχι μόνο πνευματικά, μα κυρίως
υπαρξιακά. Κάτω απ’ τις τα likes και τα πυραυλικά
τους όνειρα, υπάρχει σάρκα που θα σαπίσει, νεφρά που θα γονατίσουν, ανάσες που
θα στερέψουν. Ξεχνούν, όπως όλοι οι αλαζόνες, πως κι αυτοί θα αρρωστήσουν. Θα
γεράσουν. Θα πεθάνουν. Και το timeline τους δεν θα τους
θυμάται – παρά μόνο ως καρικατούρες ενός κόσμου που μπέρδεψε το κενό με την
ιδιοφυΐα και τη μεγαλομανία με το μεγαλείο.
Η μεταξύ τους διαμάχη δεν είναι ιδεολογική· είναι καυγάς
για την πρώτη θέση στο νηπιαγωγείο του Twitter. O ένας φωνάζει
«είμαι ο βασιλιάς», ο άλλος «είμαι ο Μεσσίας», κι εμείς παρακολουθούμε δυο
φουσκωμένα μπαλόνια που προσπαθούν να σκάσουν το ένα το άλλο με καυτή ρητορική.
Δεν υπάρχει αντιπαράθεση θέσεων· μόνο ηθών. Και τι ήθος να περιμένεις από
ανθρώπους που επενδύουν τα πάντα στο ίδιο τους το είδωλο;
Οι δύο νάρκισσοι επιπλέουν σε μια λεκτική λίμνη
σκουριασμένων καθρεφτών. Εκεί οι αλήθειες παραμορφώνονται· αναδύονται μόνοι
τους, χωρίς ιστορία, χωρίς μέλλον, χωρίς ανθρώπινη μέριμνα, αλλά με τα πιο
φωναχτά κεφαλαία ΕΓΩ που γέννησε ο εικοστός πρώτος αιώνας. Την ώρα που γράφεται
αυτή η πρόταση, ίσως ήδη ετοιμάζουν άλλη μια μήνυση – πάντα για να
υπερασπιστούν το μοναδικό πράγμα που αγαπούν: την παραμυθένια εκδοχή του εαυτού
τους.
Μα το πιο τραγικά κωμικό στοιχείο είναι η λήθη του
θανάτου. Ξεχνούν ότι, όπως κι αν μετονομάσουν την πλατφόρμα τους, όπως κι αν
επαναχρηματοδοτήσουν τις χρεοκοπημένες ματαιοδοξίες τους, η βιολογία επιμένει:
το δέρμα θα σακουλιάσει, το συκώτι θα διαμαρτυρηθεί, οι φλέβες θα γεμίσουν
σιωπηλά. Όταν οι νεφροί τους, βαριοί από προεδρική κόλα αποφασίσουν να δηλώσουν
παραίτηση, κανένα tweet και κανένας
πύραυλος δεν θα εκτοξευθεί για λογαριασμό τους.
Η Ιστορία θα τους θυμηθεί όσο διαρκεί ένα scroll· ύστερα θα
επανέλθει η λήθη που επιφυλάσσεται σε κάθε θορυβώδη προσωρινότητα. Γιατί, όπως
παρατηρεί ο Επίκτητος, «ό,τι υψώνεται χωρίς αρετή είναι σαν φούσκα στη
θάλασσα· μοιάζει θεόρατο μέχρι να σκάσει».
Και όσο αυτοί παίζουν, επί του παρόντος, το γελοίο
παιχνίδι του ποιος είναι ο πιο σημαντικός, η Ιστορία ετοιμάζει το πιο δίκαιό
της γέλιο: εκείνο που ξεσπά μπροστά στον θάνατο όσων νόμιζαν πως ήταν αθάνατοι.
Και θα ’ρθει η μέρα που κάποιος νοσηλευτής, αδιάφορος και
ευγενικός, θα τους ρωτήσει:
«Ονοματεπώνυμο, παρακαλώ;»
Τότε οι τίτλοι, τα δισεκατομμύρια και τα retweets θα λειώσουν· θα μείνει μόνο η άβολη
παύση ανάμεσα στο μικρό τους όνομα και στο άγνωστο επόμενο βήμα.
Εκείνος ο ήχος –το κλικ της γραφίδας στο πρόχειρο χαρτί του θαλάμου– θα
σηματοδοτεί την κατάρρευση ενός ολόκληρου σύμπαντος αυτοθαυμασμού.
Τελικά, ο μόνος πραγματικός αγώνας τους είναι ποιος θα
ξεχαστεί πρώτος.
Κι αυτόν τον αγώνα, ειρωνικά, τον κερδίζει πάντα το χώμα.
Δημήτρης
Βίκτωρ



