Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκέψης και μίσους γι’ αυτήν

«Αν θέλεις να σε μισήσει κάποιος, κάνε τον να σκεφτεί»

Το απόφθεγμα μοιάζει υπερβολικό, κι όμως ακουμπά μια παλιά αλήθεια: η σκέψη δεν είναι απλώς εργαλείο, είναι δοκιμασία. Δεν κερδίζει πάντα φίλους· συχνά διαλύει τις συμβάσεις που κρατούν την καθημερινότητα ήρεμη. Και επειδή οι άνθρωποι προτιμούν την ηρεμία από την αλήθεια, όποιος τους καλεί να σκεφτούν, τους καλεί να χάσουν κάτι: μια βεβαιότητα, μια δικαιολογία, ένα καταφύγιο.

Η σκέψη, όταν είναι γνήσια, ζητά να αποσυρθείς από το πλήθος των εντυπώσεων και των επιθυμιών, να δεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως σε βολεύει να είναι. Εκείνος που σκέφτεται δεν επιδιώκει να νικήσει σε διαμάχη, αλλά να μην ηττηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Μαθαίνει να ξεχωρίζει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να μην παραχωρεί σε άλλους την κυριαρχία πάνω στη διάθεσή του, να μη θυσιάζει την εσωτερική του ισορροπία για λίγη επιδοκιμασία. Η σκέψη γίνεται άσκηση: πειθαρχία απέναντι στην παρόρμηση, καθαρότητα απέναντι στη σύγχυση, μέτρο απέναντι στην υπερβολή.

Κι εδώ βρίσκεται το πρώτο αγκάθι του ρητού. Όταν κάνεις κάποιον να σκεφτεί, του ζητάς να σταθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν κολακεύει. Η σκέψη αφαιρεί τα μαλακά περιτυλίγματα των βολικών αφηγήσεων. Αν κάποιος έχει χτίσει την αυτοεικόνα του πάνω σε έτοιμες γνώμες, σε κληρονομημένες βεβαιότητες ή σε ένα «έτσι είναι τα πράγματα», τότε η αληθινή ερώτηση λειτουργεί σαν ξύσιμο σε πληγή. Δεν μισεί εκείνον που του δίνει μια απάντηση· μισεί εκείνον που του παίρνει το άλλοθι. Διότι μέχρι να σκεφτεί, μπορούσε να ζει «αθώος» μέσα στην άγνοια. Από τη στιγμή που σκέφτηκε, είναι υποχρεωμένος να αναλάβει ευθύνη.

Η σκέψη είναι επίσης διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης. Πολλές σχέσεις στηρίζονται σε άγραφες συμφωνίες: να μην αγγίζουμε τα ιερά του άλλου, να μη φωτίζουμε υπερβολικά τις αντιφάσεις, να μην απαιτούμε λογαριασμό από τις συνήθειες. Αυτές οι συμφωνίες συχνά κάνουν τη ζωή ανεκτή. Όμως είναι εύθραυστες. Η ερώτηση «γιατί;» μπορεί να τις διαλύσει. Όποιος ωθεί έναν άνθρωπο να σκεφτεί, κλονίζει συνήθειες και σχέσεις ισχύος που κρύβονται από κάτω. Γιατί η συνήθεια δεν είναι μόνο άνεση· είναι και τάξη. Και κάθε τάξη έχει ωφελημένους.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το απόφθεγμα δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Είναι άμυνα. Είναι ο θυμός του ανθρώπου που νιώθει ότι χάνει έδαφος: χάνει την εύκολη ταυτότητα, χάνει την ασφάλεια του «ανήκειν», χάνει την άνεση της βεβαιότητας. Η σκέψη τον αναγκάζει να δει ότι ίσως είχε άδικο, ότι ίσως δεν επέλεξε ο ίδιος όσα υποστηρίζει, ότι κάποιος άλλος διάλεξε γι’ αυτόν. Και αυτή η συνειδητοποίηση πληγώνει τον εγωισμό περισσότερο από οποιαδήποτε προσβολή. Γι’ αυτό συχνά μετατρέπεται σε επίθεση προς τον φορέα της αμφιβολίας: είναι ευκολότερο να μισήσεις τον αγγελιοφόρο παρά να αναμορφώσεις τη ζωή σου.

«Κάνε τον να σκεφτεί», λοιπόν, σημαίνει: κάνε τον να αναμετρηθεί με την πιθανότητα ότι η ζωή του ήταν επανάληψη ξένων εντολών, ότι η ηθική του ήταν βολική συμμόρφωση, ότι η αλήθεια του ήταν κοινωνική συμφωνία. Αν δεν έχει τη δύναμη να αντέξει αυτή την απογύμνωση, θα μετατρέψει το σοκ σε μίσος. Γιατί το μίσος είναι μια εύκολη αναπλήρωση δύναμης: σε κάνει να νιώθεις ισχυρός τη στιγμή που εσωτερικά κλονίστηκες. Μισώντας, αποκαθιστάς μια ψεύτικη κυριαρχία: «φταίει εκείνος», άρα «εγώ δεν χρειάζεται να αλλάξω».

Κι όμως, το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί και σαν πικρός έπαινος της σκέψης. Η σκέψη δεν υπόσχεται αποδοχή. Δεν είναι κοινωνικό χάρισμα. Συχνά σε απομονώνει, όχι επειδή προκαλείς επίτηδες, αλλά επειδή δεν μπορείς πια να συμμετέχεις σε τελετουργίες αυτοεξαπάτησης. Γίνεσαι άβολος καθρέφτης. Και οι άνθρωποι σπάνια αγαπούν τους καθρέφτες που δεν τους ωραιοποιούν.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα σε μισήσουν. Είναι αν αντέχεις να μην σε αγαπούν όταν δεν χαρίζεις αυταπάτες, και αν αντέχεις να μη μισήσεις κι εσύ όσους διαλέγουν τον ύπνο. Γιατί η σκέψη έχει κι έναν δικό της πειρασμό: την αλαζονεία του «εγώ βλέπω, οι άλλοι όχι». Αν πέσεις εκεί, δεν οδηγείς τον άλλο στη σκέψη αλλά στην ταπείνωση, και τότε το μίσος του είναι φυσική ανταπόδοση.

Αν όμως η σκέψη προσφέρεται χωρίς έπαρση, σαν πρόσκληση και όχι σαν καταδίκη, τότε ακόμη κι αν γεννήσει μίσος, γεννά κάτι πιο σημαντικό: ρωγμή. Κι από μια ρωγμή μπορεί να μπει φως, αλλά και αέρας που παγώνει. Η σκέψη είναι φως και αέρας μαζί. Δεν υπόσχεται ζεστασιά. Υπόσχεται ελευθερία. Και η ελευθερία είναι ακριβή, γιατί πληρώνεται με την απώλεια της άνεσης.

Έτσι, το μίσος που περιγράφει το ρητό αποκαλύπτεται ως τίμημα. Όχι κάτι που πρέπει να επιδιώκεις, αλλά κάτι που πρέπει να είσαι έτοιμος να πληρώσεις, αν δεν θες να ζεις με δανεική συνείδηση. Διότι η σκέψη, στην αυστηρή της αρχή και στην άγρια της συνέχεια, δεν έχει σκοπό να σε κάνει συμπαθή. Έχει σκοπό να σε κάνει ελεύθερο.

Δημήτρης Βίκτωρ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου