Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκοπού, νοήματος, ελευθερίας

«Η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα· γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να ζει ελεύθερος.
Γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει»

Η ζωή, όταν την κοιτάξει κανείς χωρίς παραμύθια και χωρίς δεκανίκια, δεν προσφέρει εγγυήσεις. Δεν παραδίδει στον άνθρωπο ένα γραμμένο σχέδιο, ούτε μια τελική «εξήγηση» που να τον απαλλάσσει από την ευθύνη της κρίσης του. Αυτό που ονομάζουμε σκοπό και νόημα συχνά δεν είναι παρά η ανθρώπινη ανάγκη να δέσει το τυχαίο με μια κορδέλα λογικής, να μετατρέψει τη ροή σε αφήγηση και την αγωνία σε δόγμα. Όμως η απουσία προκαθορισμένου νοήματος δεν είναι μόνο έλλειμμα· είναι και άνοιγμα. Είναι η καθαρή συνθήκη μέσα στην οποία ο νους μπορεί να σταθεί όρθιος: να αναγνωρίσει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να πάψει να απαιτεί από τον κόσμο να του χρωστάει παρηγοριά, και να μάθει να ζει χωρίς να εκβιάζει το σύμπαν να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Όταν λέμε «η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα», αγγίζουμε μια αλήθεια που μπορεί να γίνει είτε δηλητήριο είτε φάρμακο. Δηλητήριο, αν την πάρουμε ως πρόσχημα για αδράνεια, κυνισμό ή αυτολύπηση: «αφού τίποτα δεν σημαίνει, τίποτα δεν αξίζει». Φάρμακο, αν τη δεχτούμε ως άσκηση διαύγειας: «αφού τίποτα δεν είναι γραμμένο, τότε η πράξη μου δεν είναι υποσημείωση, αλλά κύριο κείμενο». Η ελευθερία εδώ δεν είναι ρομαντική έκσταση· είναι πειθαρχία. Είναι η ικανότητα να μην κρέμεται ο άνθρωπος από νοήματα που του σερβίρονται, αλλά να ρυθμίζει τον εαυτό του απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν του κάνει χάρες. Να μη ζητάει από την τύχη να είναι δίκαιη, ούτε από την απώλεια να είναι «λογική». Να αποδέχεται ότι ο πόνος, η φθορά και το τέλος δεν είναι σκάνδαλο, αλλά συνθήκη. Και μέσα ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη να βρίσκει το μέτρο: να ζει με νηφαλιότητα, να επιλέγει με καθαρότητα, να αγαπά χωρίς να απαιτεί αθανασία από ό,τι αγαπά.

Έτσι η απουσία σκοπού δεν καταργεί την αξία της ζωής· καταργεί την αξίωση πως η αξία πρέπει να είναι εξωτερικά επικυρωμένη. Η ζωή δεν χρειάζεται «θεωρητική άδεια» για να βιωθεί. Το ότι δεν υπάρχει τελικός λογαριασμός όπου όλα θα ισοφαριστούν, δεν σημαίνει ότι οι πράξεις είναι ίδιες· σημαίνει ότι η κρίση τους πέφτει πάνω μας, τώρα, στον χαρακτήρα μας, στις συνέπειες, στην καθαρότητα της πρόθεσης, στην αντοχή μας όταν κανείς δεν χειροκροτεί. Η ελευθερία που γεννιέται από το «χωρίς νόημα» είναι η ελευθερία από την ανάγκη της επιβεβαίωσης: να κάνεις το σωστό όχι επειδή «γράφεται κάπου», αλλά επειδή το αναγνωρίζεις ως σωστό και επειδή μπορείς να το αντέξεις. Να επιλέγεις την αξιοπρέπεια ως στάση, όχι ως ανταμοιβή.

Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο άγρια, πιο δημιουργική, που δεν αρκείται στην ισορροπία. Εκεί το «η ζωή δεν έχει νόημα» δεν είναι απλώς διάγνωση, αλλά πρόκληση. Αν δεν υπάρχει έτοιμος σκοπός, τότε κάθε σκοπός που υιοθετεί ο άνθρωπος είναι κατασκευή. Και κάθε κατασκευή κρίνεται όχι από το αν «αντιστοιχεί» σε κάποιον ουρανό ιδεών, αλλά από το πόση δύναμη γεννά, πόση ζωή πυκνώνει, πόσο μεταμορφώνει τον φορέα της. Το κενό νοήματος δεν είναι έλλειψη που πρέπει να καλυφθεί με παρηγοριά· είναι χώρος που πρέπει να κατακτηθεί. Είναι το πεδίο όπου ο άνθρωπος δεν καλείται να βρει ένα νόημα, αλλά να γίνει ο ίδιος το γεγονός που παράγει νόημα. Όχι ως αυταπάτη, αλλά ως πράξη ισχύος: να δίνεις μορφή στο χάος χωρίς να το αρνείσαι.

Σε αυτή την οπτική, η ελευθερία δεν είναι η ήρεμη αποδέσμευση από τα εξωτερικά· είναι η επιθετική ανάληψη του βάρους. Είναι το θάρρος να ζεις χωρίς να στηρίζεσαι σε υπερβατικά δεκανίκια, και ταυτόχρονα να μην πέφτεις στον μηδενισμό της παραίτησης. Γιατί ο μηδενισμός δεν είναι απλώς η σκέψη ότι «τίποτα δεν έχει νόημα»· είναι η κόπωση που ακολουθεί αυτή τη σκέψη όταν δεν αντέχεται. Τότε ο άνθρωπος ψάχνει ναρκωτικά νοήματα: ιδεολογίες, ταυτότητες, μικρές βεβαιότητες, μίση που οργανώνουν το χάος. Η πρόταση του αποφθέγματος είναι πιο απαιτητική: ακριβώς επειδή δεν υπάρχει νόημα, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος — δηλαδή μπορείς να αρνηθείς τα υποκατάστατα και να δημιουργήσεις αξίες που δεν στηρίζονται σε φόβο, αλλά σε αφθονία ζωής.

Εδώ το «γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει» αποκτά το πιο αιχμηρό του περιεχόμενο. Αξίζει, όχι επειδή θα δικαιωθεί κάπου, αλλά επειδή η ζωή μπορεί να γίνει έργο. Μπορεί να γίνει σφυρηλάτηση ύφους, μεταστοιχείωση του πάθους, μετατροπή της πληγής σε γνώση, της απώλειας σε βάθος, της σύγκρουσης σε μορφή. Και μπορεί να συνεχίσει, όχι επειδή υπάρχει εγγύηση ότι θα είναι «καλύτερα», αλλά επειδή ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει το βάρος της ύπαρξης χωρίς μεταφυσικά άλλοθι. Μπορεί να πει ένα καθαρό «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτή δεν υπόσχεται τίποτα. Όχι ένα «ναι» αφελές, αλλά ένα «ναι» που έχει περάσει από την άρνηση, που έχει δει το κενό και δεν τρόμαξε. Ένα «ναι» που δεν ζητάει να αλλάξει το σύμπαν για να το αγαπήσει, αλλά αγαπά το σύμπαν ακριβώς όπως είναι: αδιάφορο, ανοιχτό, ανεξήγητο.

Και κάπου εκεί συναντιούνται οι δύο κινήσεις: η νηφάλια αποδοχή και η δημιουργική πρόκληση. Η πρώτη σε εκπαιδεύει να μην εξαρτάσαι από νοήματα που δεν ελέγχεις· η δεύτερη σε προκαλεί να γίνεις ο ίδιος πηγή αξίας. Η ζωή χωρίς σκοπό δεν σε καταδικάζει σε ασημαντότητα· σε απελευθερώνει από την ανάγκη να είσαι «σημαντικός» με όρους ξένους προς σένα. Σου επιτρέπει να ζήσεις ως υπεύθυνος τεχνίτης της ύπαρξής σου: να δίνεις σχήμα στις μέρες σου, να μην κρύβεσαι πίσω από «έτσι είναι τα πράγματα», να μην παζαρεύεις την ελευθερία σου για λίγη βεβαιότητα.
 
Και τελικά, να συνεχίζεις να ζεις όχι επειδή βρέθηκε ένα νόημα που σε έσωσε, αλλά επειδή έμαθες να σώζεις το νόημα από την ίδια σου την πράξη: από το πώς στέκεσαι, από το πώς δημιουργείς, από το πώς αντέχεις, από το πώς αγαπάς, ενώ ξέρεις πως τίποτα δεν ήταν υποσχόμενο.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου