«Οι περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό κι ας εξευτελίζονται»
Οι
περισσότεροι προτιμούν τον συμβιβασμό, κι ας εξευτελίζονται, γιατί ο
συμβιβασμός μοιάζει με ήρεμο λιμάνι: υπόσχεται ασφάλεια, προβλεψιμότητα, ένα
τέλος στη σύγκρουση. Κι όμως, ο εξευτελισμός δεν είναι πάντα θόρυβος και
σκάνδαλο· συχνά είναι σιωπή, η ανεπαίσθητη υποχώρηση της αξιοπρέπειας μπροστά
σε μια μικρή ευκολία. Όταν ο άνθρωπος φοβάται τον πόνο, σπεύδει να τον
εξαγοράσει: δίνει λίγο από τον εαυτό του για να αγοράσει λίγη ησυχία, λίγο
χρόνο, λίγη αποδοχή. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται νόμισμα της καθημερινής
ειρήνης, αλλά και τίμημα μιας αργής εσωτερικής διάβρωσης.
Αν το
δει κανείς νηφάλια, η προτίμηση στον συμβιβασμό είναι σε μεγάλο βαθμό
μηχανισμός αυτοσυντήρησης. Ο νους μαθαίνει να αποφεύγει ό,τι απειλεί: απόρριψη,
φτώχεια, μοναξιά, τιμωρία, αβεβαιότητα. Ο “ανεκτός” εξευτελισμός φαίνεται
μικρότερος κίνδυνος από την απώλεια μιας θέσης ή μιας συνήθειας. Κι επειδή οι
άνθρωποι συχνά συγχέουν το χρήσιμο με το καλό, βαφτίζουν τη φυγή “ρεαλισμό”,
την υποχώρηση “ωριμότητα”, τη σιωπή “σύνεση”. Έτσι μια πράξη που πηγάζει από
φόβο μπορεί να φορέσει το ένδυμα της αρετής και να περάσει ως ισορροπία.
Υπάρχει
όμως μια σκληρή διάκριση που καθαρίζει το τοπίο: άλλα πράγματα εξαρτώνται από
εμάς κι άλλα όχι. Δεν εξαρτάται από εμάς η διάθεση του πλήθους, η κρίση των
ισχυρών, η φορά των γεγονότων. Εξαρτάται όμως από εμάς η στάση μας, η πρόθεση,
το κριτήριο του σωστού. Ο εξευτελισμός δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό συμβάν·
είναι κυρίως εσωτερική συγκατάθεση. Μπορεί να ηττηθείς χωρίς να εξευτελιστείς,
αν δεν παραδώσεις την εσωτερική σου πυξίδα. Και μπορεί να νικήσεις, αλλά να
είσαι ήδη ταπεινωμένος, αν κέρδισες πουλώντας αυτό που σε κρατά όρθιο.
Γι’
αυτό η αξιοπρέπεια δεν είναι πείσμα ούτε φιλοδοξία· είναι άσκηση ελευθερίας.
Δεν είναι “να μη σε πατούν”, αλλά να μην πατάς εσύ τον εαυτό σου για να
περάσεις. Κάθε συμβιβασμός πρέπει να ζυγίζεται με ένα ερώτημα που δεν σηκώνει
ωραιοποιήσεις: αυτό που δίνω τώρα είναι κάτι εξωτερικό και πρόσκαιρο ή είναι
κομμάτι της εσωτερικής μου ραχοκοκαλιάς; Αν είναι το πρώτο, ίσως η υποχώρηση να
είναι σοφή. Αν είναι το δεύτερο, ο συμβιβασμός δεν είναι συμφωνία με τον κόσμο,
είναι προδοσία μιας αρχής. Και η προδοσία, όσο κι αν φέρνει ηρεμία, αφήνει πίσω
της δηλητήριο: τη γνώση ότι, στην κρίσιμη στιγμή, δεν στάθηκες δίπλα στον εαυτό
σου.
Έτσι
γίνεται κατανοητό γιατί “οι περισσότεροι” το επιλέγουν. Δεν είναι μόνο ο φόβος
του άμεσου κόστους· είναι και η συνήθεια της μικρής υποχώρησης. Η πρώτη
παραχώρηση γίνεται “για να περάσει η μέρα”, η δεύτερη “για να μη χαλάσει η
σχέση”, η τρίτη “γιατί έτσι είναι το σύστημα”. Σιγά-σιγά δεν υπάρχει μια καθαρή
στιγμή προδοσίας, αλλά μια αλυσίδα από εκπτώσεις που μοιάζουν λογικές. Ο
άνθρωπος σκύβει λίγο-λίγο, ώσπου ξεχνά πώς είναι να στέκεται όρθιος, και ο
εξευτελισμός παριστάνει το φυσικό.
Κι
όμως, πίσω από αυτή τη νηφάλια εξήγηση υπάρχει μια σκοτεινότερη πλευρά: πολλές
φορές ο συμβιβασμός δεν γίνεται για να σωθεί η ζωή, αλλά για να σωθεί η εικόνα.
Είναι φόβος απογύμνωσης. Ο άνθρωπος προτιμά τη μάσκα της αποδοχής από το ρίσκο
της αλήθειας, γιατί η αλήθεια δεν χαϊδεύει· απαιτεί. Απαιτεί να καταρρεύσουν
βολικές αυταπάτες: ότι είμαστε “καλοί” επειδή είμαστε ακίνδυνοι, ότι είμαστε
“ώριμοι” επειδή δεν συγκρουόμαστε, ότι είμαστε “ευτυχισμένοι” επειδή δεν
ρισκάρουμε. Έτσι ο συμβιβασμός γίνεται τρόπος ύπαρξης: ειρήνη με ό,τι μας
μικραίνει, αρκεί να μην αναγκαστούμε να πολεμήσουμε για ό,τι μπορούμε να
γίνουμε.
Τότε
ο εξευτελισμός δεν είναι ατύχημα, αλλά τίμημα μιας λατρείας της άνεσης. Η
ένταση που γεννά δημιουργία αντικαθίσταται από ηρεμία που γεννά αδράνεια. Ο
άνθρωπος διαπραγματεύεται την αλήθεια του για λίγη κοινωνική θερμότητα, και με
τον καιρό το παρουσιάζει ως “ταπεινότητα”, ενώ είναι απώλεια ισχύος: όχι ισχύος
πάνω στους άλλους, αλλά ισχύος πάνω στη ζωή του, της δυνατότητας να λέει “όχι”
όταν όλοι τον εκπαιδεύουν να λέει “ναι”.
Υπάρχει
βέβαια κι ένας συμβιβασμός που δεν εξευτελίζει, όταν γίνεται ως συνειδητή
στρατηγική για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Το κριτήριο είναι απλό: η υποχώρηση δεν
πρέπει να σου στερεί την ικανότητα να ξανασηκωθείς. Αν σε κρατά ικανό να
πράξεις αύριο αυτό που θεωρείς ουσιώδες, μπορεί να είναι επιλογή δύναμης. Αν
όμως σε εκπαιδεύει να ζητάς άδεια για να είσαι ο εαυτός σου, γίνεται σχολείο
δουλείας. Η διαφορά φαίνεται στο ίχνος που αφήνει η πράξη: η σοφή υποχώρηση
αφήνει καθαρότητα· ο εξευτελιστικός συμβιβασμός αφήνει ντροπή.
Στο
τέλος, το βάρος πέφτει στην πιο αμείλικτη ερώτηση: τι αξίζει περισσότερο, μια
ζωή χωρίς συγκρούσεις ή μια ζωή που αντέχει να κοιτά τον εαυτό της στα μάτια;
Δεν σε κρίνει το πλήθος που σε έσπρωξε στον συμβιβασμό· σε κρίνει εκείνη η
μοναχική στιγμή που μένεις με τη συνείδησή σου. Το απόφθεγμα δεν καταδικάζει
απλώς τους πολλούς· αποκαλύπτει το τίμημα της ευκολίας και υπαινίσσεται μια
δυνατότητα: να μην είσαι “οι περισσότεροι”. Να δέχεσαι τις αναπόφευκτες
απώλειες χωρίς να πουλάς την εσωτερική σου αξία, να σηκώνεις το κόστος του να
είσαι αληθινός ακόμη κι όταν πονά. Γιατί ο συμβιβασμός μπορεί να κερδίζει την
ημέρα, αλλά η αξιοπρέπεια κερδίζει τη ζωή.
Δημήτρης Βίκτωρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου