«Αυτοί που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον, ποτέ δεν το πεθύμησαν»
Δεν
υπάρχει τίποτε πιο ταπεινό από τον άνθρωπο που, ενώ του δόθηκε ζωή, στέκεται
μπροστά στο τέλος και ζητιανεύει συνέχεια. Σαν να μην του έφτασε ο ήλιος, το
αίμα, ο έρωτας, η σκέψη, η πληγή, η δημιουργία, η ήττα, η μικρή του νίκη μέσα
στο χάος. Σαν να ήταν η ύπαρξη προκαταβολή και ο θάνατος απάτη. Μα η ζωή δεν
υπογράφει συμβόλαια με κανέναν. Δεν υπόσχεται δεύτερη φορά, δεν απολογείται για
την οριστικότητά της, δεν συγκινείται από τον φόβο μας. Έρχεται, καίει,
απαιτεί, και φεύγει. Όποιος το κατάλαβε αυτό, έπαψε να παρακαλεί. Έπαψε να ζητά
από το σύμπαν να γίνει μητέρα, δικαστής ή νοσοκόμα.
Αυτοί
που αξίζει να ξαναζήσουν μετά θάνατον είναι ακριβώς εκείνοι που δεν το
πεθύμησαν, γιατί δεν έζησαν σαν ελλείμματα. Δεν θεώρησαν τη ζωή πρόβα για
κάποια μεταφυσική αποκατάσταση. Δεν έκαναν το καλό με το μάτι στραμμένο σε
ουράνια ταμεία. Δεν αγάπησαν για να ασφαλίσουν την ψυχή τους. Δεν πόνεσαν με
την κρυφή ελπίδα ότι κάποιος αόρατος λογιστής θα τους αποζημιώσει. Έζησαν χωρίς
παζάρι. Κι αυτό είναι σπάνιο. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν·
επενδύουν. Δεν αγαπούν· καταθέτουν. Δεν αντέχουν· περιμένουν τόκο. Θέλουν να
εξαργυρώσουν τα δάκρυά τους σε αιωνιότητα.
Ο
πόθος της μεταθανάτιας ζωής συχνά δεν είναι μεγαλείο· είναι προσβολή προς τη
μοναδική ζωή που υπήρξε. Είναι η ομολογία ότι δεν την άντεξες, δεν την ξόδεψες,
δεν τη δάγκωσες μέχρι κόκαλο. Είναι η κραυγή του φοβισμένου που θέλει παράταση
επειδή σπατάλησε τον χρόνο του σε υπακοές, ενοχές, μικρές αρετές και
προσεκτικές δειλίες. Θέλει να γυρίσει, όχι από πληρότητα, αλλά από πείνα. Θέλει
κι άλλο, γιατί δεν έγινε ποτέ αρκετός. Και μετά ντύνει αυτή την πείνα με ιερά
ονόματα. Τη λέει ελπίδα. Τη λέει πίστη. Τη λέει αθανασία. Μα κάτω από τα μεγάλα
λόγια τρέμει ένα μικρό ζώο που δεν θέλει να χαθεί.
Ο
άνθρωπος που άξιζε ίσως να επιστρέψει είναι αυτός που δεν θα γύριζε το κεφάλι
πίσω. Που θα έλεγε: έζησα όσο μου αναλογούσε, έπεσα όπου έπρεπε, στάθηκα όπου
μπόρεσα, δεν χρωστώ ικεσίες σε κανέναν. Αυτός δεν χρειάζεται δεύτερη ζωή, γιατί
δεν εξευτέλισε την πρώτη. Δεν ζητά επανάληψη, γιατί η ύπαρξή του δεν υπήρξε
μισή. Το τέλος δεν τον κάνει ζητιάνο. Τον κάνει καθαρό. Και αν κάποια σκληρή
δικαιοσύνη της φύσης διάλεγε ποιους να ξαναφέρει, δεν θα διάλεγε τους
γονατισμένους που έκλαιγαν για αιωνιότητα. Θα διάλεγε τους αγέρωχους που την
αρνήθηκαν.
Γιατί
η αθανασία, όταν τη ζητάς, μυρίζει φόβο. Όταν δεν τη χρειάζεσαι, μπορεί να
μοιάζει με αξία. Ο θάνατος ξεσκεπάζει τους ανθρώπους. Άλλοι φαίνονται γυμνοί,
άλλοι μικροί, άλλοι γελοίοι μέσα στις ελπίδες τους. Και λίγοι, ελάχιστοι,
στέκονται χωρίς απαίτηση. Αυτοί είναι οι μόνοι που δεν προσβάλλουν τη ζωή
ζητώντας της να επαναληφθεί. Αυτοί είναι οι μόνοι που, επειδή δεν παρακάλεσαν
να ξαναζήσουν, ίσως θα άξιζαν να τους καλέσει πίσω η ίδια η ζωή.
Δημήτρης Βίκτωρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου