Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Ελληνικόν Έθνος και κάθε έθνος σημαίνει:

«Ελληνικόν Έθνος και κάθε έθνος σημαίνει:

Ομάδα ανθρώπων με εσφαλμένη αντίληψη για την καταγωγή τους και απέχθεια για τους γείτονές τους»

 Σύμφωνα με τη φράση αυτή, οι εθνικές ταυτότητες βασίζονται σε εσφαλμένες ή εξιδανικευμένες αντιλήψεις περί κοινής καταγωγής, ενώ ταυτόχρονα τρέφουν αρνητικά συναισθήματα προς τους “γείτονες”, δηλαδή άλλα έθνη. Αυτή η προσέγγιση ανοίγει την συζήτηση για το κατά πόσο η έννοια του έθνους είναι «φυσική» ή «κατασκευασμένη», και με ποιον τρόπο τείνει να δημιουργεί διαχωρισμούς και ανταγωνισμούς μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων.

Το έθνος δεν είναι ένα “φυσικό” δεδομένο, αλλά μια «φαντασιακή κοινότητα» που διαμορφώνεται ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά. Ειδικά στη νεωτερική εποχή (18ος-19ος αιώνας), η έννοια του έθνους συνδέθηκε με την ανάδυση εθνικών κρατών, την διάδοση τυπογραφίας και τη συσπείρωση των λαών μέσα από κοινούς συμβολισμούς, μύθους και αφηγήσεις.

Οι εθνικές κοινότητες αναζητούν συχνά στο παρελθόν τους μια “αψεγάδιαστη” γραμμή καταγωγής – έναν ή πολλούς ηρωικούς προγόνους, σπουδαία κατορθώματα, γενετική ή πολιτισμική «καθαρότητα». Όμως, οι ιστορικές έρευνες συχνά δείχνουν πόσο σύνθετες και ποικιλόμορφες είναι οι ρίζες των λαών. Στην πραγματικότητα, σχεδόν καμία ανθρώπινη ομάδα δεν έχει «καθαρή», μονολιθική προέλευση.

Παρά τα αδύναμα σημεία και τις υπερβολές, η κοινή αφήγηση περί καταγωγής συσπειρώνει τα μέλη ενός έθνους, προσφέροντάς τους αίσθηση συνέχειας και ταυτότητας. Είναι, λοιπόν, φυσικό πολλοί άνθρωποι να “υπερβάλλουν” ως προς την καταγωγή και τον ηρωισμό του έθνους τους, καθώς μέσα από αυτήν την πεποίθηση αντλούν υπερηφάνεια ή συνοχή.

Η φράση μιλά για «απέχθεια προς τους γείτονες» ως σύμφυτο γνώρισμα κάθε έθνους. Στην πράξη, είναι αλήθεια ότι τα εθνικά αφηγήματα συχνά περιλαμβάνουν κάποια μορφή αντιδιαστολής ή ακόμα και αντιπαλότητας προς τις γειτονικές κοινότητες. Αυτός ο μηχανισμός της «ταυτότητας μέσα από την διαφορά» λειτουργεί ιστορικά ως εξής:

Η συγκρότηση ενός έθνους βασίζεται σε πολλά διχοτομικά σχήματα, π.χ. «εμείς οι πολιτισμένοι / εκείνοι οι βάρβαροι», «εμείς οι δίκαιοι / εκείνοι οι επιθετικοί» κ.ο.κ. Οι εθνικές ιστοριογραφίες συχνά παρουσιάζουν μεροληπτικά τις συγκρούσεις με τους “άλλους”, ενισχύοντας δυσμενείς στερεοτυπικές απεικονίσεις των γειτονικών λαών.

Παράλληλα, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι λαοί να τείνουν να προβάλλουν τον εαυτό τους ως θύμα (ήρωες που αδικήθηκαν από τους ξένους) και τους άλλους ως θύτες. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας και εθνικιστικών παθών.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η ρητορική του μίσους ή της ξενοφοβίας μπορεί να καλλιεργηθεί ευκολότερα, ιδίως σε περιόδους πολιτικών ή κοινωνικών εντάσεων. Η «απέχθεια» προς τους γείτονες δεν είναι, βέβαια, προδιαγεγραμμένη· αποτελεί, ωστόσο, ένα ιστορικό μοτίβο που, δυστυχώς, αναβιώνει σε διάφορες στιγμές.

Το απόφθεγμα χαρακτηρίζει την αντίληψη για την καταγωγή ως «εσφαλμένη», αλλά θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και «μυθοποιημένη». Στην περίπτωση του Ελληνικού έθνους, η αναγωγή στην κλασική αρχαιότητα και στους “αιώνιους” δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα λειτουργεί συχνά ως ιδεολογικό θεμέλιο για τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα. Όπως και σε κάθε άλλο έθνος, όμως, ο μύθος μπλέκει με την πραγματική ιστορία και διαμορφώνει ένα σύνθετο πολιτισμικό αφήγημα.

Από φιλοσοφικής άποψης, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε πώς αυτές οι «εσφαλμένες» ή ατελώς ιστορικές πεποιθήσεις σχηματίζουν την «κοινή συνείδηση» ενός λαού. Ενδέχεται να είναι αναγκαίες για την κοινωνική συνοχή, αλλά ταυτόχρονα μπορούν να γίνουν πηγή παρεξηγήσεων, φανατισμού και εσωστρέφειας.

Απέναντι στην απέχθεια ή τον ανταγωνισμό μεταξύ των λαών, πάντα υπήρξαν και ρεύματα που τόνισαν την αλληλεξάρτηση. Οι πολιτισμοί δεν διαμορφώθηκαν ποτέ σε απομόνωση· κάθε έθνος υποδέχτηκε επιρροές από τους γείτονές του, άλλοτε μέσω ειρηνικών επαφών κι άλλοτε μέσω συγκρούσεων. Η ανάδειξη αυτής της διάδρασης μπορεί να αποδομήσει την απλοϊκή εικόνα της “καθαρής” καταγωγής και να αναδείξει μια πιο ανοιχτή, “πολυεπίπεδη” εθνική ταυτότητα.

Η γλωσσική επιρροή, οι τέχνες, τα έθιμα και η διατροφή δείχνουν ότι οι λαοί μετέχουν σε μια αέναη αλληλοτροφοδότηση. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι οθωμανικές, βυζαντινές, βαλκανικές και μεσογειακές επιρροές μαρτυρούν το “πολύχρωμο” ψηφιδωτό της πολιτισμικής της κληρονομιάς.

Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, το να μένουμε στα παλιά μοτίβα εθνικού ανταγωνισμού και απέχθειας είναι αναχρονιστικό και επιζήμιο. Η διεθνής συνεργασία, η πολυπολιτισμικότητα και οι κοινές προκλήσεις (π.χ. περιβάλλον, οικονομία) ωθούν τα έθνη να βρουν νέους τρόπους συνύπαρξης. Ωστόσο, η προδιάθεση για σύγκρουση ή καχυποψία δεν εξαφανίζεται εύκολα, εφόσον στηρίζεται σε πανάρχαιες ανθρώπινες φοβίες και μύθους.
Τα εθνικά αφηγήματα βασίζονται σε έναν βαθμό μυθοποίησης της καταγωγής, ενώ συχνά καλλιεργούν αρνητικά ή έστω ανταγωνιστικά αισθήματα απέναντι σε άλλες εθνικές κοινότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έθνος, ως συλλογική ταυτότητα, στερείται σπουδαιότητας. Σημαίνει, όμως, πως απαιτείται κριτική σκέψη και ιστορική επίγνωση, ώστε να μην εγκλωβιζόμαστε σε στερεότυπα και προκαταλήψεις που άλλοτε δηλητηριάζουν τις διακρατικές σχέσεις ή και τη σύγχρονη πολυπολιτισμική συμβίωση.

Η συνειδητοποίηση ότι πολλά από όσα θεωρούμε “αυτονόητα” στον εθνικό μας μύθο είναι κατασκευασμένα ή υπερβολικά, μπορεί να μας βοηθήσει να χτίσουμε μια πιο ουσιαστική και ανοιχτή εθνική ταυτότητα. Μία ταυτότητα που, αντί να στηρίζεται στην απόρριψη του διαφορετικού, αναγνωρίζει τη βαθύτερη ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και κατανοεί πως τα “σύνορα” δεν είναι παρά τοπικές χαράξεις μέσα στον απέραντο γεωγραφικό και πολιτισμικό χάρτη.

Δημήτρης Βίκτωρ



"ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ" ----- Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ

Παρέλαση μελλοντικών ηρώων της Μητέρας Πατρίδος

Πίσω από κάθε φωτογραφία υπάρχει και μια ιστορία.

Έτσι κι εδώ. Προσέξτε:
Ο Βίκτωρ είναι στα δεξιά, τσολιαδάκι στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου, τότε.
Αριστερά είναι ο Γιάννης, νυν αντιστράτηγος.
Στη μέση είναι ο Κώστας.

Η κυρία δασκάλα, μαμά του Κώστα, επέβαλε τον γιό της, αν και ήταν από τους τελευταίους μαθητές, να γίνει σημαιοφόρος!
Βούιξε όλο το 6ο Δημοτικό σχολείο τότε από την αδικία.

Αυτά έκανε η κυρά δασκάλα και οι άλλοι δάσκαλοι το δέχτηκαν χωρίς ντροπή!
Θα μου πείτε ότι είναι μικρή ιστορία.
Δεν είναι, αν το καλοσκεφθείτε... Δεν είναι καθόλου μικρή!
(Αυτή είναι η αρχή των δεινών μας, σαν πολιτεία, σαν κράτος, σαν κοινωνία...)

…………………………………………………………………………………………

Ευκαιρία πάντως, δεν δόθηκε να πέσουμε υπέρ βωμών και εστιών.
Ο Κώστας έφυγε πριν πέντε χρόνια από μίζερο έμφραγμα και ο Γιάννης, ο υποστράτηγος, βγήκε στη σύνταξη χωρίς να πολεμήσει. Μάλλον θα πεθάνει άκαπνος.
Εγώ ζω ακόμη από περιέργεια και αν θα γίνει πόλεμος, δεν θα με καλέσουν να πάω λόγω ηλικίας.
Στο μεταξύ όμως, μεγαλώνοντας έγινα αρκετά σοφός για να καταλάβω πως:

« Ο πόλεμος είναι κάποιων πλούσιων που προσπαθούν να προστατέψουν την περιουσία τους, στέλνοντας μεσαίας και χαμηλής κοινωνικής τάξης νέους ανθρώπους να πεθάνουν»

*** Άλλωστε ως συγγραφέας και ποιητής, προσφέρω με μόχθο, πολύ περισσότερα από το να σκοτώνω. Αυτό κι αν είναι ηρωισμός! 

Επιτέλους, ένας ήρωας!

(Τα περί του άλλου ηρωισμού και υπέρ πατρίδος.... ναι......Χμ....Χμ.......)

Δημήτρης Βίκτωρ





ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΗΜΩΝ......


 

ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΣΑΜΕ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ…

Οι αφελείς πιστεύουν πως το παρελθόν ήταν πάντα όπως το βλέπουμε σήμερα. Δεν είναι έτσι όμως, οι άνθρωποι κάθε εποχής βλέπουν το παρελθόν με τα χρωματιστά και παραμορφωτικά γυαλιά του καιρού τους...

Ο πλέον χρήσιμος τρόπος να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται μια κοινωνία το παρελθόν της είναι αυτός που θα την φέρει σε πλεονεκτική θέση στο μέλλον έναντι των ανταγωνιστών της.

Υπό την έννοια αυτή δεν πρέπει να καλλιεργούμε ψευδαισθήσεις για το ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε. Αντιθέτως πρέπει να γνωρίζουμε καλά ποια ήταν και είναι τα μειονεκτήματά μας και ποια τα πλεονεκτήματα σε κάθε περίοδο και κυρίως ποια είναι σήμερα.

Το πρόβλημα με τους περισσότερους ανθρώπους ξεκινά από το γεγονός πως βλέπουν στους εαυτούς τους περισσότερα πλεονεκτήματα απ’ όσα διαθέτουν και αντίστοιχα λιγότερα μειονεκτήματα.

Οι περισσότεροι αρέσκονται να ταυτίζουν την ελληνική επανάσταση που ξεκίνησε πριν 200 χρόνια με τις μεγάλες της νίκες.

Κάθε  αγώνας όμως  απαρτίζεται από νίκες αλλά και ήττες και από τις ήττες μπορείς να μάθεις περισσότερα για το πώς θα τις αποφύγεις και θα εξασφαλίσεις τις νίκες στο μέλλον.

Οι άνθρωποι και οι λαοί που επιβιώνουν στον χρόνο είναι αυτοί που αξιοποιούν καλύτερα τις ήττες από τις νίκες.

Υπό την έννοια αυτή υπάρχουν τρείς ήττες της ελληνικής επανάστασης από τις οποίες μπορεί κάποιος να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για τον ελλαδικό και απανταχού ελληνισμό.

Ο ανθός στο Δραγατσάνι...

Η ελληνική επανάσταση τυπικά ξεκίνησε με τη δημιουργία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη του Ιερού Λόχου στη Φωξάνη, μια κωμόπολη κάπου στα σύνορα της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821.

Ο Ιερός Λόχος συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών διαφόρων πόλεων της Ευρώπης.

Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της Ελληνικής Επανάστασης και του ελληνικού στρατού στην ιστορία.

Ο Ιερός Λόχος συνετρίβη λίγους μήνες αργότερα  στις 7 Ιουνίου του 1821 στο Δραγατσάνι όταν βιάστηκε να ξεκινήσει αψιμαχίες με τους Τούρκους πριν φτάσει ολόκληρο το στράτευμα.

"Την επόμενη ημέρα, 7 Ιουνίου 1821, θα ξεκινήσουν οι αψιμαχίες, προτού καταφτάσει όλο το στράτευμα, με την αποτυχημένη επίθεση του ελληνικού ιππικού του Βασιλείου Καραβία.

Ο Ιερός Λόχος, με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, έσπευσε προς βοήθεια με 375 αξιωματικούς και οπλίτες, αλλά η φυγή του τμήματος του Καραβία ανάγκασε τους Ιερολοχίτες να πολεμήσουν μόνοι τους χωρίς την υποστήριξη ιππικού.

Πριν προφτάσει ο Ιερός Λόχος να σχηματίσει τετράγωνα, επιτέθηκε το τουρκικό ιππικό με αρχηγό τον Καρά Φέιζ και χώρισε το Λόχο στα δύο.

Οι απώλειες ήταν σημαντικές, οι εκατόνταρχοι, ο σημαιοφόρος του Λόχου, 25 αξιωματικοί και 180 στρατιώτες έπεσαν νεκροί, ενώ 37 Ιερολοχίτες αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στο Βουκουρέστι κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποκεφαλίστηκαν. …Ο Νικόλαος Υψηλάντης σώθηκε τυχαία από έναν φιλέλληνα Γάλλο αξιωματικό, που τον ανέβασε στο άλογό του…"

Η μάχη του Πέτα...

Η μάχη του Πέτα έλαβε χώρα κατά το δεύτερο έτος της επανάστασης, στις 4 Ιουλίου του 1822, στο χωριό Πέτα κοντά στην Άρτα.

Εμπλεκόμενες πλευρές ήταν οι Έλληνες αγωνιστές, συνεπικουρούμενοι από το "Τάγμα των Φιλελλήνων", και ο οθωμανικός τακτικός στρατός συνεπικουρούμενος από σώματα ατάκτων μισθοφόρων Τουρκαλβανών.

Κάποιοι αποδίδουν την ήττα στην άρνηση των Ευρωπαίων Φιλελλήνων, οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί και στρατιώτες να προσαρμοστούν στις τακτικές των ατάκτων που χρησιμοποιούσαν οι  Έλληνες οπλαρχηγοί.

Λέγεται πως όταν οι Έλληνες οπλαρχηγοί συμβούλεψαν τους Φιλέλληνες να κάνουν ταμπούρια αυτοί απάντησαν πως "έχουν τα στήθη τους για ταμπούρια και πως ξέρουν και αυτοί να πολεμούν"

Μετά από αυτό πολλοί οπλαρχηγοί όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Γ. Κολοκοτρώνης αποχώρησαν από το Πέτα.

Κάποιοι άλλοι αποδίδουν την ήττα σε πιθανή προδοσία του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα ο οποίος φέρεται να εγκατέλειψε τη θέση του.

"Οι Έλληνες ερμήνευσαν αυτό το περιστατικό ως προδοσία του Μπακόλα και οπισθοχώρησαν, και καθώς άργησε η διαταγή της οπισθοχώρησης οι Φιλέλληνες που έμειναν στη μάχη περικυκλώθηκαν από τους εχθρούς...

Από το Σώμα των Φιλελλήνων (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι, Ελβετοί, Βέλγοι, Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί, Πολωνοί) 68 σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και ο διοικητής του τακτικού στρατεύματος συνταγματάρχης Πιέτρο Ταρέλλα, όπως και ο διοικητής της διλοχίας 120 φιλελλήνων αξιωματικών, Ιταλός συνταγματάρχης Αντρέα Δάνια.

Ηρωικό θάνατο βρήκε και ο Γάλλος λοχαγός Μονιάκ, παλεύοντας μόνος και κυκλωμένος από τον εχθρό, ενώ ο βαριά πληγωμένος Γερμανός στρατηγός Νόρμαν είπε στον Μαυροκορδάτο: "πρίγκηπα, όλα τα χάσαμε, εκτός από την τιμή"*…

Στο Μανιάκι...

Με το που απέκτησαν κράτος οι Έλληνες άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους για το ποιος θα το ελέγξει, για να καρπωθεί η φατρία του έστω και λιγοστούς πόρους.  Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Πετρόμπεης κλπ. βρέθηκαν στις φυλακές.

Το 1825 η Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο καθώς οι εμφύλιες διαμάχες την είχαν αποδυναμώσει.

Ο Παπαφλέσσας υπουργός των στρατιωτικών εκείνη την περίοδο  απελπισμένος, και σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τους Έλληνες, αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος. Στη τοποθεσία Μανιάκι συνετρίβη από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ ο οποίος στη συνέχεια κατέλαβε την Τριπολιτσά και σχεδόν ολόκληρη τη Πελοπόννησο βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην Επανάσταση.

Η μάχη στο Μανιάκι είχε χαθεί πολύ πριν λάβει χώρα.

Αργότερα, στη  ναυμαχία στο Ναβαρίνο στις 20 Οκτωβρίου του 1827  οι στόλοι των μεγάλων δυνάμεων της εποχής  συνέτριψαν τον Οθωμανικό, αποκόπτοντας τις δυνάμεις του Ιμπραήμ που κατείχε την Πελοπόννησο. Το 1828 έστειλαν στο Μοριά τον Γάλλο στρατηγό Νικολά Μεζόν με σκοπό να απελευθερωθεί η περιοχή από τις τουρκικές-αιγυπτιακές κατοχικές δυνάμεις και ο οποίος και το πέτυχε.

Εν κατακλείδι...

Η ήττα στο Δραγατσάνι μας διδάσκει πως δεν αρκούν οι καλύτερες προθέσεις και τα αγνότερα αισθήματα για να νικήσει κάποιος. Στο Δραγατσάνι θυσιάστηκε ο ανθός του απανταχού ελληνισμού της εποχής αλλά το γεγονός ότι παρασύρθηκε και ενεπλάκη στη μάχη νωρίτερα από ό,τι έπρεπε τους οδήγησε σε μια ήττα.

Σε αντίθεση με τον ανθό του ελληνισμού που εγκατέλειψε μια ασφαλή και πλούσια ζωή για να πέσει στις λάσπες του Δραγατσανίου, νίκες επί των Τούρκων πέτυχαν δυνάμεις στις οποίες ηγούνταν Μπέηδες, Αρματολοί και Κλέφτες με ιδανικά θολά και συμφέροντα συχνά επαμφοτερίζοντα. Ετούτοι όμως ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι...

Η μάχη του Πέτα μας έδειξε πως κάποιοι επειδή διαπρέπουν στην πολιτική και τη διπλωματία δεν σημαίνει πως είναι και καλοί στρατηγοί. Το ίδιο ισχύει και για του στρατηγούς που αρέσκονται να παριστάνουν πολιτικούς ή τους διπλωμάτες.

Επιπλέον, μας διδάσκει πως οι Φιλέλληνες δεν νικούν πάντα και πως πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο αμυντικό δόγμα το οποίο ακολουθούν όλοι και καλό είναι να το ορίζουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.

Το Μανιάκι μας περιγράφει τα δεινά του εμφυλίου και πως μια μάχη χάνεται πριν λάβει χώρα.

Τέλος, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως η ελληνική επανάσταση θα είχε τελειώσει άδοξα χωρίς τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Τούτο είναι αλήθεια. Εν  μέρει όμως... Αν δεν είχαν προϋπάρξει οι θυσίες και οι νίκες των Ελλήνων, οι μεγάλες δυνάμεις ίσως να μην έβλεπαν σαν λύση της αστάθειας που δημιουργούσε η Οθωμανική παρακμή τη δημιουργία ελληνικού κράτους.

Όπως και να έχει η ελληνική επανάσταση πέτυχε και η Ελλάδα ήταν η πρώτη επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε.

Στα 200 χρόνια η Ελλάδα κατάφερε να αναδειχτεί μεταξύ των 30 πλουσιότερων χωρών στο κόσμο  πολύ νωρίτερα από όλες τις άλλες επαρχίες της "Οθωμανίας" και της ίδιας της Τουρκίας.

Η μικρή Ελλάδα στον πρώτο μεγάλο πόλεμο επέκτεινε τα όρια του ελληνικού κράτους και στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας πέτυχε την πρώτη μεγάλη νίκη των Συμμάχων στις δυνάμεις του Άξονα.

Στα πρώτα διακόσια χρόνια ο δυτικόστροφος προσανατολισμός της ελληνικής ελίτ εμφανίζεται ισχυρότερος από την περίοδο του ύστερου Βυζαντίου όταν ηττήθηκε από την παράταξη που προτιμούσε το... τούρκικο φέσι. Τούτο ίσως συμβαίνει γιατί εν τω μεταξύ η εξουσία των Παπών και των Πατριαρχών μετά τον διαφωτισμό έχει περιοριστεί και οι διαφορές τους δεν ορίζουν τις εθνικές επιλογές.

Πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης οι αυλές της Ευρώπης ελάμβαναν αποφάσεις για την Ελλάδα χωρίς την παρουσία της Ελλάδας.  Σήμερα η Ελλάδα αποφασίζει ισότιμα με τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. για τα ζητήματα που αφορούν την ίδια και τις άλλες χώρες της ένωσης. Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα.

Όλα τα χάσαμε εκτός από την τιμή, είπε στον Υψηλάντη ο Γερμανός Φιλέλληνας που έπεσε στη μάχη του Πέτα. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που κερδίσαμε τον πόλεμο.

Για τα παιδιά στο Δραγατσάνι και τους φιλελεύθερους επί το πλείστον Φιλέλληνες που έπεσαν για την Ελλάδα και δεν πρόλαβαν να αφήσουν γραμμές απογόνων, αλλά και για όλους όσους μετείχαν στην επανάσταση και βοήθησαν στη δημιουργία του ελληνικού κράτους οφείλουμε σεβασμό. Ο καλύτερος τρόπος να τον δείξουμε είναι στα επόμενα 200 χρόνια να πάμε ακόμη καλύτερα, ακόμη μακρύτερα...

Κώστας Στούπας



Ο Κολοκοτρώνης, ο Δήμαρχος – κλητήρας και η «Εξουσία Βλαχάρα»


Τα νεράντζια είναι έτοιμα ανά χείρας για να πέσουν σαν βροχή...

Το πλήθος ουρλιάζει καθώς περιμένει να φανεί ο κλητήρας που πριν ήταν δήμαρχος. Είναι όλοι στριμωγμένοι στο σταυροδρόμι απέναντι από τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Η αστυνομία έκλεισε τους γύρω δρόμους για να αποφύγει τα επεισόδια. Αλλά που να συγκρατηθεί τόσο πλήθος. Εκείνο που κατάφερε είναι να τοποθετήσει τα μεγάλα κάγκελα δεξιά και αριστερά του δρόμου ώστε να μην πλησιάσει κανείς τον πρώην αθληταρά και στη συνέχεια πρώην δήμαρχο, αγαπημένο της Νέας Σουμάδας και του πρωθυπουργού Αντώνη Καραμαρά.

Τους εκπροσώπους της εκκλησίας τους άφησαν ελεύθερους γιατί αυτοί είναι οι πιστοί υποστηρικτές του. Μάλιστα κάποιος από αυτούς φώναξε ότι, και τον Κολοκοτρώνη τον έστειλαν άδικα στη φυλακή!...

Έτσι, όλοι οι αγανακτισμένοι στριμώχτηκαν στο επόμενο σταυροδρόμι και περιμένουν με τα νεράντζια στα χέρια για να τα ρίξουν συγχρονισμένοι, μόλις θα ξεμυτίσει ο ...μεγάλος.

Δεν θα καταφέρουν βέβαια να τον πλησιάσουν για να τον ακουμπήσουν, αλλά είναι σίγουρο ότι τα νεράντζια θα κάνουν την δουλειά τους...
Ο χρόνος κυλάει αργά, όλοι είναι ανυπόμονοι.
Βγαίνουν και κάτι συνθήματα:
«Γεωργόπουλε παπά, Γεωργόπουλε παπά, τα έφαγες όλα τα λεφτά!».

 Ξαφνικά γίνεται μια αλλόκοτη αναταραχή, σημάδι ότι έφτασε η πολυπόθητη στιγμή και ότι ο κλητήρας και πρώην δήμαρχος θα καταφθάσει δεμένος και σκυφτός. Όλοι καρφώνουν το βλέμμα τους στη γωνία από όπου θα φανεί.

Τα χέρια με τα νεράντζια παίρνουν θέση. Θέλουν όλοι να συγχρονιστούν ώστε το πασάλειμμα να είναι ξαφνικό και γιγάντιο. Όλων τα μάτια εστιάζουν στη γωνία και νά, επιτέλους, φαίνονται οι πρώτοι της συνοδείας και σε λίγο φαίνεται και ο... Κολοκοτρώνης!!!

Ναι! Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο ήρωας, με την στολή του, τα φυσεκλίκια και τις κουμπούρες στη μέση! Φοράει και την ωραία κόκκινη περικεφαλαία με τον μεγάλο άσπρο σταυρό! Είναι αλήθεια!! Τι μοναδικό θέαμα είναι αυτό!!

Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης εδώ;

Και καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται, τον ξαναπηγαίνουν πάλι στη φυλακή; Μα είναι δυνατόν; Δεν μπορεί να επιτραπεί να ξανασυμβεί αυτό! Δεν είναι δυνατόν να ξαναπάει αυτός ο γίγαντας αδίκως, ξανά μέσα στη φυλακή...

Όλοι μένουν παγωμένοι με τα νεράντζια στα χέρια τους. Νοιώθουν ένα δέος και μία ανατριχίλα διαπερνάει τα σώματά τους. Τα μάτια βουρκώνουν, οι ενοχές είναι μεγάλες και ανυπόφορες. Μα πως έγινε αυτό; Ποιος παγίδευσε όλον αυτό τον συνειδητοποιημένο πληθυσμό και παρ' ολίγον να διαπράξει ένα τόσο εξευτελιστικό και απεχθές έγκλημα κατά του Μεγάλου Έλληνα και ήρωα, και μάλιστα για μία ακόμη φορά μέσα στην ιστορία;

 Το παράξενο σκηνικό διαρκεί και ο χρόνος κυλάει βασανιστικά αργά...

Ο Κολοκοτρώνης, με βήμα αγέρωχο, περνάει από μπροστά τους και η απογοήτευση, η ανείπωτη θλίψη είναι ζωγραφισμένη στο ολύμπιο πρόσωπό του και διακρίνεται κάτω από τα πολλά γένια και τα αρειμάνια μουστάκια του. Η άσπρη φούντα ανεμίζει πίσω από την περικεφαλαία στο λιγοστό αεράκι, κάνοντας την όλη παρουσία ένα έργο τέχνης, από τα σπάνια!

Τα σώματα του πλήθους τρέμουν από την συγκίνηση και από τα χέρια τους αρχίζουν να ξεφεύγουν τα νεράντζια κάτω στο έδαφος και να κατρακυλούν εδώ και εκεί. Γεμίζει το έδαφος από τα νεράντζια αλλά ποιος να δώσει σημασία σε αυτό;

Όλοι βουβοί, ακολουθούν με την κίνηση του κεφαλιού τους, την συγκλονιστική σιλουέτα που κατευθύνεται προς την μπλε κλούβα, που έχει τα πυκνά σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα. Όλοι θέλουν να φωνάξουν, να κραυγάσουν ενάντια στην φοβερή αδικία που συντελείται μπροστά στα μάτια τους. Κανείς όμως δεν κάνει την αρχή. Δεν υπάρχει η δύναμη ακόμα!

Η έκσταση κυριαρχεί. Η σιωπή είναι η ανώτατη έκφραση του σεβασμού.

Ο Κολοκοτρώνης περπατάει αργά, σταθερά και κατευθύνεται προς την πόρτα της κλούβας. Μετράει τα βήματά του με ακρίβεια. Γνωρίζει πως γράφει ιστορία. Ανεβαίνει το πρώτο σκαλί, το δεύτερο και προχωράει στο εσωτερικό της κλούβας.

Τα συγκλονισμένα βλέμματα ακολουθούν την κάθε κίνηση του μεγάλου ήρωα. Οι καυτοί κόμποι των δακρύων γεμίζουν τα ορθάνοικτα μάτια. Όλοι τα αφήνουν να τρέξουν ελεύθερα και να πυρωθούν τα μάγουλα…

Κυριαρχεί η απόλυτη σιωπή! Μια απέραντη, πρωτόγνωρη σιωπή!

Ο Κολοκοτρώνης κάθεται με αργή κίνηση στο δεύτερο κάθισμα, κοντά στο παράθυρο με τα σίδερα. Το θέαμα είναι αποκρουστικό! Ο Γέρος του Μωριά με την περικεφαλαία, μέσα στην κλούβα με τα σιδερένια κάγκελα στο παράθυρο, σαν κοινός εγκληματίας!

Σαν κανένας πολιτικός, πρωθυπουργός ή υπουργός ή γραμματέας ή διευθυντής εφορίας και πολεοδομίας ή δήμαρχος ή εκπρόσωπος με κατάχρηση εξουσίας, από εκείνους που κλέβουν τα χρήματα που τους εμπιστεύεται η πολιτεία!

Τι τραγωδία είναι αυτή! Πότε θα τελειώσει αυτή η αρχαία ελληνική τραγωδία;

 Το αυτοκίνητο παίρνει εμπρός και ο θόρυβος μαζί με τον καπνό που βγαίνει από την εξάτμιση είναι αυτό που κάνει το σκηνικό να αλλάξει έστω για λίγο. Τα μάτια όλων είναι σταθερά καρφωμένα στον γίγαντα ήρωα. Όλοι συνωστίζονται όπως-όπως στα πλάγια της κλούβας για να αντικρίσουν για τελευταία φορά την μεγαλειώδη μορφή.
Να χαραχτεί στην μνήμη η σπάνια σκηνή, η μοναδική!

Το αυτοκίνητο ξεκινάει με μεγάλη δυσκολία καθώς ο οδηγός προσέχει ώστε να το οδηγήσει μέσα από το πυκνό πλήθος. Τα καταφέρνει με προσοχή και το μπροστινό μέρος της κλούβας επιτέλους ξεκολλάει από τον ανθρώπινο κλοιό. Η συγκίνηση είναι στην κορύφωσή της τώρα! Τα δάκρυα τρέχουν ποτάμια.
Οι ανάσες βαριές!...

Ο Κολοκοτρώνης, πάντα σιωπηλός και ανέκφραστος, κοιτάζει εμπρός του. Ξέρει ότι όλων τα βλέμματα τον καρφώνουν.

Μόλις η κλούβα απελευθερώνεται από το ανθρώπινο τείχος και ο οδηγός βάζει την δεύτερη ταχύτητα, αυτός ξαφνικά, με μία κίνηση βγάζει την περικεφαλαία από το κεφάλι του και την πετάει με νεύρα στο δίπλα κάθισμα! 

Αμέσως, με μία δεύτερη κίνηση τραβάει από το πρόσωπό του και ξεκολλάει τις πυκνές γκρίζες τρίχες και τα μουστάκια!! Γυρίζει δεξιά του και κοιτάζει έξω τον εκστασιασμένο λαό. Σκάει και ένα μικρό, γλοιώδες χαμόγελο!

Όλοι παρακολουθούν παγωμένοι!

Ξαφνικά ακούγεται μια δυνατή, διαπεραστική, στεντόρεια κραυγή:

«Αυτός είναι! Ο Παπαγεωργόπουλος! Αυτός είναι!».

Η αφύπνιση έρχεται σαν αστραπή! Ηλεκτρίζεται η ατμόσφαιρα!

 Φωνές μπερδεμένες κυριαρχούν:

«Αυτός είναι! Αυτός! Αυτός! Ο δήμαρχος! Μασκαρεύτηκε για να γλυτώσει!»

«Α! Τον μασκαρά!».

Πανικός! Παντζουρλισμός! Ο ένας αρχίζει να σπρώχνει τον άλλον σκύβοντας ώστε να προλάβει να πάρει από κάτω τα νεράντζια! Όσο πιο πολλά νεράντζια! Η κλούβα μουγκρίζει και προσπαθεί να αναπτύξει ταχύτητα. Τα καταφέρνει με δυσκολία.

Όλοι σκύβουν όπως-όπως και μέσα στις φωνές και τις κραυγές της αγανάκτησης, αρχίζουν να εκσφενδονίζουν με μανία τα νεράντζια.

Ο Παπαγεωργόπουλος συνεχίζει να γελάει και κουνάει και το αριστερό του χέρι τώρα, χαιρετώντας!!

Τα νεράντζια πολλά μαζί, όλα μαζί, πέφτουν επάνω στην κλούβα και σκάζοντας κολλούν παντού, στα παράθυρα, στα πλάγια, σε όλο το μήκος. Σκαλώνουν στα κάγκελα. Τρέχουν τα πηκτά ζουμιά! Άλλοι πατούν τα νεράντζια που είναι κάτω, άλλοι γλιστρούν, πέφτουν και γίνονται σωρός και ύστερα άλλοι από πάνω τους. Νεράντζια και άνθρωποι όλα μαζί!...

Το αυτοκίνητο μουγκρίζει και απομακρύνεται, πλήθος συνεχίζει να τρέχει πίσω του χρωματίζοντάς το από μπλε χρώμα σε… νεραντζί!

Καταφέρνει να στρίψει στην γωνία, ύστερα στην άλλη και χάνεται στο βάθος του δρόμου, ενώ ξωπίσω οι τελευταίοι λαχανιασμένοι εγκαταλείπουν την προσπάθεια βρίζοντας και αγκομαχώντας.

Εκεί, στην επόμενη πλατεία, μια παρέα τουριστών βλέπει το παράξενο χρωματιστό όχημα, καθώς κάνει τον κύκλο πριν βγει στον ανοικτό δρόμο. Όλοι τους ο ένας μετά τον άλλον, μέσα σε πανικό ενθουσιασμού, βγάζουν τα κινητά και αρχίζουν να το φωτογραφίζουν... Γράφουν την ιστορία...

 Από μακριά ακούγεται ο ήχος μιας παλιάς γνήσιας ελληνικής λατέρνας…

Το τραγούδι είναι, όπως πάντα, το μακρύ ζεϊμπέκικο της
«Εξουσίας Βλαχάρας».

Γυρίζει τον γλυκό της ήχο ξανά και ξανά, επαναλαμβάνοντας την δική της ιστορία… και την ιστορία όλων… Όλων μας!...

 Δημήτρης Βίκτωρ


( Τα υπόλοιπα στο βιβλίο μου «Εξουσία Βλαχάρα»).




Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Το Ψέκασμα στην Ποίηση!

Συγκρατήστε την θλίψη σας, για την κατάντια της ποιήσεως, από τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και από τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, όταν τους πέθανε ο Πατερούλης Στάλιν!


Τάσος Λειβαδίτης

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

Ο Στάλιν πέθανε.

Ο ήσκιος απ' το μεγάλο φέρετρο του χαράζει

ένα πελώριο πένθος στα μανίκια των προλετάριων.

Από το φέρετρο που σήμερα το σηκώνουνε στους ώμους τους οι λαοί.

Ο Στάλιν ζει.

Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει

Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ' ατσάλι και η Ειρήνη.

Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

Κοιτάχτε τον.

Νάτος

Πελώριος

Σαν ένα βουνό.

Όπου κι' αν γυρίσετε θα δείτε το πλατύ του χέρι να σας γνέφει.

Κι' οι εργάτες ανεβασμένοι στην πελώρια σκαλωσιά του ήλιου.

Με τα σφυριά τους σκαλίζουν τη μορφή του στην είσοδο της Ιστορίας.

Ο Στάλιν ζει.

Ακούστε, ακούστε λοιπόν

Μες στο γιγάντιο βήμα των λαών ακούστε τη μεγάλη καρδιά του να χτυπάει.

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

 

Γιάννης Ρίτσος

Όχι, δεν είναι αλήθεια.

Δεν είναι αλήθεια.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.

Σταματήστε τις.

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.

Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.

Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.

Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου

Ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.

Όσο κι αν μονόφθαλμα κανόνια στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους ίσα κατά την υψικάμινο των ελπίδων μας ο Στάλιν αγρυπνεί στο παγκόσμιο πόστο του.

Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.

Όταν σβήνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου

Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν' ανάψει.

Όταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί κι από το στρώμα μας τ' όνειρο κι απ' το δώμα μας το λυχνάρι είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.

Γιατί ο Στάλιν είναι ο πρωτογιός των προλετάριων κι ο Στάλιν είναι ο πατέρας τους.

Για τούτο κι ο πιο μαύρος τοίχος της πιο μαύρης νύχτας.

Είναι γιομάτος απ' τους σωλήνες του φωτός.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες

Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν' ανασάνουν μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε.

Κοιτάχτε.

Κάθε ήλιος και σελίδα - μέρα με την ημέρα - με τους ήλιους των 74 χρόνων του έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ' ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

Με τ' όνομά του ανοίγει η Ιστορία τις πύλες της στον Άνθρωπο.

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.

 

(Από εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φύλ. 153 1-15- Μάρτη 2003)



"ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ" ---- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ - Απαγγελία: Κατερί...

POET SUPPLIES


 

"Σαν αστραπές" - (Ποιήσεως ορισμός) - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ - Απαγγε...

Ποιητές, μικρότητες και υπερεκτιμήσεις

“Οι νεκροί προηγούνται”


Ο Μανόλης Πρατικάκης διηγείται το παρακάτω περιστατικό για τον Τάσο Λειβαδίτη:

Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε.
O στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε.
Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, ο  ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν…σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα…κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός.
Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν.
 Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι.
Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.


Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη.
Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται…είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.


Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.).
Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός ποιητή, που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.