«Όσο περισσότερο ζεις, τόσα περισσότερα χάνεις»
Υπάρχει
μια σχεδόν υποχρεωτική ευγένεια όταν μιλάμε για τα γηρατειά. Τα ντύνουμε με
λέξεις όπως «σοφία», «γαλήνη», «ωριμότητα», λες και φοβόμαστε πως, αν τα
ονομάσουμε όπως πραγματικά είναι, θα προσβάλουμε όχι τους ηλικιωμένους αλλά το
ίδιο μας το μέλλον. Όμως ο χρόνος δεν χαρίζει χωρίς να αφαιρεί. Και όσο τα
χρόνια βαθαίνουν, ο λογαριασμός γίνεται ορατός.
Το
γήρας δεν είναι ιδέα. Είναι ύλη. Είναι το σώμα που αρχίζει να αρνείται εντολές
τις οποίες κάποτε εκτελούσε χωρίς σκέψη. Η κίνηση χάνει την αθωότητά της. Το
σκαλοπάτι γίνεται υπολογισμός, η απόσταση μέτρο αντοχής, η νύχτα μεγαλύτερη, η
ανάσα πιο συνειδητή. Κάποτε κατοικούσες το σώμα σου χωρίς να το προσέχεις·
αργότερα αναγκάζεσαι να διαπραγματεύεσαι καθημερινά μαζί του. Η ηλικία δεν
είναι ένας ξαφνικός γκρεμός. Είναι μια αργή μετατόπιση των ορίων.
Αλλά
ούτε αυτό είναι το χειρότερο. Το σώμα φθείρεται μπροστά σου. Ο κόσμος σου,
όμως, φθείρεται γύρω σου.
Οι
άνθρωποι αρχίζουν να λείπουν. Όχι αφηρημένα. Συγκεκριμένα πρόσωπα. Εκείνοι που
γνώριζαν ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτός που είσαι. Που θυμούνταν τα ίδια
δωμάτια, τους ίδιους δρόμους, τα ίδια αστεία. Φίλοι, σύντροφοι, αδέλφια,
άνθρωποι που δεν χρειαζόταν να τους εξηγήσεις το παρελθόν σου, γιατί το
κουβαλούσαν μαζί σου. Κάθε θάνατος δεν παίρνει μόνο έναν άνθρωπο· παίρνει και
έναν μάρτυρα της ζωής σου. Και κάποτε μένεις ο τελευταίος κάτοικος μιας χώρας
που δεν υπάρχει πια.
Ίσως
γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι επιστρέφουν τόσο συχνά στις ίδιες ιστορίες. Όχι πάντα
επειδή ξεχνούν, αλλά επειδή θυμούνται. Η ανάμνηση γίνεται τόπος κατοικίας όταν
το παρόν στενεύει. Εκεί περπατούν ακόμη γρήγορα, ερωτεύονται, ταξιδεύουν,
γελούν χωρίς πόνο, έχουν ανθρώπους που τους περιμένουν. Κάθε παλιά ιστορία
λέει, κατά βάθος: «Υπήρξα. Αγάπησα. Με χρειάστηκαν. Ήμουν κάποτε μέσα στο
κέντρο των πραγμάτων».
Η
κοινωνία αγαπά τη νεότητα επειδή αγαπά την ταχύτητα: ό,τι παράγει, προλαβαίνει,
μεταμορφώνεται. Ο ηλικιωμένος κινείται αντίθετα από αυτή τη λατρεία. Είναι πιο
αργός, κουράζεται, απαιτεί χρόνο. Κι έτσι κινδυνεύει να γίνει αόρατος, όχι
επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν προλαβαίνει πια τον ρυθμό των άλλων.
Το
γήρας αφαιρεί και κάτι ακόμη: τη βεβαιότητα ότι είσαι αναγκαίος. Για δεκαετίες
κάποιος σε χρειαζόταν: μια οικογένεια, μια δουλειά, ένας έρωτας, ένα παιδί,
ένας φίλος. Ώσπου μια μέρα αντιλαμβάνεσαι ότι η ζωή των άλλων οργανώνεται χωρίς
τη συμμετοχή σου. Δεν σε απορρίπτουν κατ’ ανάγκη. Απλώς δεν σε χρειάζονται όπως
κάποτε.
Και
μαζί έρχεται η απώλεια της αυτονομίας. Η αξιοπρέπεια δοκιμάζεται σε ταπεινές
πράξεις: στο μπάνιο, στο ντύσιμο, στο περπάτημα, σε μια πόρτα που δεν μπορείς
να ανοίξεις μόνος. Τότε καταλαβαίνεις πόσο βαθιά είχαμε ταυτίσει την
αξιοπρέπειά μας με την ανεξαρτησία. Το δύσκολο δεν είναι μόνο να χρειάζεσαι
τους άλλους· είναι να μη διαβάσεις στο βλέμμα τους πως έγινες βάρος.
Και
κάποια βράδια, μέσα στην ησυχία που έχει περισσέψει, αναρωτιέσαι τι ήταν τελικά
η ευτυχία.
Ίσως
τότε καταλαβαίνεις κάτι που η νεότητα αδυνατεί να γνωρίζει: η ευτυχία σπάνια
αναγνωρίζεται τη στιγμή που συμβαίνει. Συνήθως τη βαφτίζουμε ευτυχία αργότερα,
όταν έχει ήδη χαθεί. Μια αυλή από τα παιδικά χρόνια. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα.
Ένα πρόσωπο που θεωρούσες δεδομένο. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που σήμερα
λείπουν. Μια ασήμαντη στιγμή που τώρα μοιάζει ανεκτίμητη, επειδή δεν μπορεί να
επιστρέψει. Το παιχνίδι σου που έπαιζες ανέμελα. Ίσως η ευτυχία να είναι, σε
μεγάλο βαθμό, μνήμη: η καθυστερημένη συνείδηση ότι κάποτε είχες αυτό που σήμερα
θα ήθελες να ξαναζήσεις.
Αυτό
είναι το παράδοξο της μακροζωίας: όσο περισσότερο χρόνο κερδίζεις, τόσο
μεγαλώνει και το νεκροταφείο που κουβαλάς μέσα σου. Δεν υπάρχει τίποτε
ρομαντικό σ’ αυτό. Υπάρχει όμως μια καθαρότητα.
Ο
χρόνος, στο τέλος, αφαιρεί σχεδόν όλα όσα χρησιμοποιήσαμε για να ορίσουμε τον
εαυτό μας: ομορφιά, λόγο, δύναμη,
ρόλους, ιδιότητες, κοινωνική σημασία, ανθρώπους, βεβαιότητες. Και όσο
αφαιρούνται τα περιττά, απομένει κάτι που δεν μπορεί πια να προσποιηθεί. Το
ουσιώδες. Δεν έχεις άπειρο χρόνο για να εντυπωσιάσεις ή να κρυφτείς πίσω από
ρόλους. Η ζωή μικραίνει και γι’ αυτό βαραίνει περισσότερο. Μια κουβέντα, ένα
άγγιγμα, μια παρουσία, μια πραγματική ακρόαση γίνονται σημαντικότερα από πολλά
πράγματα για τα οποία κάποτε αγωνίστηκες.
Το
τραγικό των γηρατειών δεν είναι ότι πλησιάζει ο θάνατος. Ο θάνατος πλησίαζε
πάντοτε. Το τραγικό είναι ότι, πριν έρθει, ο άνθρωπος έχει ήδη αποχαιρετήσει
πολλές φορές. Κάθε δεκαετία τού πήρε κάτι. Κι όμως εξακολουθεί να βρίσκεται
εδώ.
Ίσως
αυτή να είναι η τελευταία αλήθεια του γήρατος. Όχι ότι στο τέλος βρίσκεις
απαντήσεις, αλλά ότι δεν σου μένει πια αρκετός χρόνος για να κρύβεσαι από τις
ερωτήσεις.
Όταν
σου αφαιρεθούν όλα όσα νόμιζες ότι ήσουν, τι απομένει από εσένα;
«Όσο
περισσότερο ζεις, τόσο περισσότερο γερνάς, τόσα περισσότερα χάνεις, τόσο γίνεσαι
φτωχός…».
Αλλά
όσο ακόμη αισθάνεσαι την απώλεια, σημαίνει ότι κάτι μέσα σου εξακολουθεί να
είναι ζωντανό.
Δημήτρης Βίκτωρ
Νοέμβριος/2023
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου