Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Θαύμα! Θαύμα! Ανεργία τέλος!...

Η χαρμόσυνη είδηση έπεσε σαν κεραυνός!...
Ανεργία τέλος για 4160 Έλληνες που τρέξανε να μαζέψουνε φράουλες στην Ηλεία!...
Τρομερή είδηση! Το γράψανε όλες οι εφημερίδες και ο ξένος τύπος. Οι Γερμαναράδες τρέμουνε μήπως αποδειχθεί ότι οι Έλληνες είναι εργατικοί.
Να μάθουν οι Ευρωπαίοι να αποκαλούν τους Έλληνες τεμπελχανάδες!...

Πρωί πρωί κινήσανε από όλα τα μέρη χώρας, με τραγούδια που είχαν ίδιο χαρούμενο σκοπό με εκείνον του Ζαλόγγου, αλλά με μήνυμα διαφορετικό... Αντί να αποχαιρετούν τον κόσμο, τον χαιρετούσαν!.
Φθάσανε μπουλούκια όλοι μαζί και οι επιστάτες δεν είχαν που να τους βάλουν. Όσοι περίσσεψαν, πάνω από τους 4160, έφυγαν λυπημένοι αλλά πάλι τραγουδώντας!..
Οι υπόλοιποι ανυπομονούσαν, έτοιμοι να στρωθούν στη δουλειά. Πληροφορήθηκαν ότι πρέπει να ξυπνήσουν την επόμενη στις πέντε και μισή τι πρωί!.
Πέσανε τα πρώτα καντήλια, αλλά συνέβη...

 Άρχισαν να μαζεύουν τις φράουλες και έπρεπε να σκύψουν γι’ αυτό.
Ωχ! Ο ένας... Αμάν, πιάστηκα, ο άλλος! Νέα καντήλια πέσανε. Περνούσε η ώρα και άρχισε η γκρίνια και τα μουρμουρητά:

«Είναι δουλειά αυτή; Πιάστηκα γαμώτη μου! Αυτή είναι δουλειά για Αλβανούς, θα κάνω εμετό από το σκύψιμο!...Και για Πακιστανούς, ζαλίζομαι!... Και για Ινδούς... Και για Μπαγκλαντές... Για μετανάστες μας περάσανε, οι καραγκιόζηδες; Αυτή είναι δουλειά για σκλαβωμένους σκλάβους!...»
Και διάφορα τέτοια...

Πάνω στον ενθουσιασμό για την πρόσληψη δεν είχαν ρωτήσει και για το μεροκάματο. Στο τέλος της ημέρας ένας ρώτησε το, πόσο. Μόλις άκουσε ο επιστάτης, απάντησε με αδιαφορία:
«Δεν φτάνει που βρήκατε δουλειά θέλετε και λεφτά από πάνω; Τέλος πάντων είκοσι πέντε ευρώ είναι το μεροκάματο...».
«Είκοσι πέντε μόνον;».
Όλοι έκπληκτοι άρχισαν τις φωνές. Ο επιστάτης φώναξε δυνατά:
«Και είναι και μαύρα! Δεν συμφέρει αλλιώς! Θα μπούμε μέσα!»
Όλοι άρχισαν να φωνάζουν αγανακτισμένοι. Χαμός!...
Ο επιστάτης φώναξε τον εργοδότη και εκείνος πήρε την ντουντούκα για να ακούγεται καλύτερα.

«Στους μετανάστες δίναμε τα μισά. Δεν γίνεται να δώσουμε περισσότερα. Θα μπούμε μέσα. Δεν βγαίνουμε... Ακούστε όμως, οι μετανάστες δουλεύανε για την πάρτη τους, ενώ εσείς... Εσείς δουλεύετε για την ανεργία, για το καλό παράδειγμα! Να μην επαναληφθεί αυτό της Ημαθίας και της Πέλλας που για το μάζεμα των ροδάκινων εμφανίστηκαν μόνο τριάντα Έλληνες και 4485 αλλοδαποί και πήραν τη δουλειά.  Για να αποδείξετε στους Γερμαναράδες ότι δεν είστε τεμπέληδες! Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!...».

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, όλοι μείνανε βουβοί. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στις παρειές. Ένας άρχισε να ψιθυρίζει τον εθνικό ύμνο και έσκυψε να μαζέψει τις φράουλες εμπρός του. Δεν έβλεπε από τα δάκρυα! Το ίδιο και οι υπόλοιποι μέσα σε ρίγος συγκίνησης.
Όλοι σκυμμένοι να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο, μαζεύοντας φράουλες!
Τι σκηνικό!... Το Θέαμα μοναδικό!

Πιο πέρα στο καφενείο τρεις αλλοδαποί έπιναν το καφεδάκι τους, διαβάζοντας το βιβλίο, "Εξουσία Βλαχάρα".
Είναι λυπημένοι που χάσανε τα μεροκάματα από τους δουλευταράδες Έλληνες.
Λέει ο ένας:
«Τρομερή φυλή! Έχουν ρίζες δυνατές, όχι σαν εμάς! Όταν ενωθούν, κάνουν θαύματα!...»
Λέει ο άλλος:
«Κοίτα τι σκαρφίστηκε ο μπαγάσας ο εργοδότης για να γλυτώσει το ΙΚΑ!...»
Λέει ο τρίτος:
«Περιμένετε μέχρι μεθαύριο που θα μας φωνάξουν να συνεχίσουμε εμείς.... Τα θαύματα διαρκούν τρεις μέρες το πολύ!
Ύστερα πέφτει ξύλο!...»

Συνεχίζεται

Δημήτρης Βίκτωρ



 



Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Πένθος και Εκδίκηση

«Το πένθος θρηνεί τον χαμό∙ η εκδίκηση θρηνεί το κενό»

Όταν το πένθος ζητά εκδίκηση, παύει να είναι πένθος. Μεταμορφώνεται σε κάτι σκοτεινό και νοσηρό: μια ύπουλη μετάλλαξη της λύπης σε μίσος, του δικαίου σε νέα αδικία. Ο άνθρωπος που υποφέρει από την απώλεια είναι αξιολύπητος· μα όταν ο ίδιος επιλέγει συνειδητά να πονέσει άλλους στο όνομα της «δικαιοσύνης» του, γίνεται αξιοκατάκριτος.

Η εκδίκηση δεν δικαιώνει τη μνήμη αυτού που χάθηκε—την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Δεν επιστρέφει τη ζωή, δεν απαλύνει τη θλίψη, δεν εξαγνίζει τη μνήμη· την υποβιβάζει σε όχημα προσωπικής ικανοποίησης και φθηνής εκτόνωσης. Εκείνος που επιλέγει να γίνει τιμωρός εγκαταλείπει κάθε τιμή που θα μπορούσε να συνοδεύσει τον πόνο του. Γίνεται δειλός, ένας κοινός δήμιος, που βαφτίζει τον εγωισμό και την ανικανότητά του να διαχειριστεί την οδύνη ως «δίκαιο χρέος».

Εδώ βρίσκεται το πιο ύπουλο προσωπείο της εκδίκησης: η μεταμφίεσή της σε δικαίωση. Ο πενθών πείθει τον εαυτό του ότι δεν ζητά αίμα για τον εαυτό του αλλά «αποκατάσταση» για τον νεκρό. Όμως αυτό δεν είναι δικαιοσύνη· είναι το πιο πονηρό ψεύδος. Η εκδίκηση τρέφεται με τη φαντασίωση πως εκπληρώνει ένα ηθικό καθήκον, ενώ στην πραγματικότητα θρέφει μόνο την αδυναμία. Στην επιθυμία να χύσει νέο αίμα, ο εκδικητής ισχυρίζεται ότι τιμά τον χαμένο—μα δεν τον τιμά, τον εργαλειοποιεί. Μετατρέπει τη μνήμη του σε σημαία, σε άλλοθι, σε πρόσχημα.

Έτσι ο πενθών—που υπήρξε θύμα αδικίας ή απώλειας—σκαρφαλώνει σε θρόνο εγωισμού και φαντάζεται πως του χρωστούν όλα. Με τη μάσκα του ριγμένου ζητά όλεθρο αντί για γιατρειά, απαιτεί να γίνει δυνάστης των άλλων για να ισορροπήσει το δικό του βάρος. Δεν ζητά λύση ή σοφία· απολαμβάνει τη θέση του «αδικημένου εκδικητή» και χτίζει ψευδαίσθηση παντοδυναμίας πάνω στα ερείπια άλλων ψυχών.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το πένθος που γίνεται κάρβουνο στην καρδιά και φωτιά στο μυαλό. Το παράπονο γίνεται μίσος, το μίσος συνήθεια· κι εκεί που θα έπρεπε να μεγαλώσει η ενσυναίσθηση, αφανίζεται κάθε ικμάδα ανθρωπιάς. Να ψάχνεις διέξοδο από τον πόνο μέσω της εξόντωσης άλλων είναι σαν να πίνεις δηλητήριο ελπίζοντας πως θα πεθάνει ο εχθρός—πρώτος πεθαίνεις εσύ. Έτσι ο πενθών γίνεται ο ίδιος φονιάς της λύτρωσής του, διαιωνίζοντας την αδικία που τον πλήγωσε.

Η πραγματική τραγωδία έγκειται εδώ: ο θρηνών πιστεύει ότι τιμά τον νεκρό, ενώ τον προσβάλλει βαθύτατα. Γιατί η εκδίκηση δεν είναι μνημόσυνο· είναι προδοσία. Αντί να καλλιεργήσει τη μνήμη του αδικοχαμένου, τη δηλητηριάζει και τη μετατρέπει σε πρόσχημα για κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν αξίζει οίκτου αλλά αυστηρής κρίσης, διότι ενώ γνώρισε την απώλεια, επιλέγει συνειδητά να την πολλαπλασιάσει.

Το αληθινό πένθος δεν είναι ποτέ εκδικητικό. Είναι σιωπηλό, ευγενές, βαθιά ανθρώπινο. Δεν κραυγάζει, δεν απαιτεί, δεν φορά την παρωδία της δικαιοσύνης. Αν υπάρχει έξοδος, βρίσκεται στην αποδοχή της απώλειας και στο σθένος να σηκώσεις το βάρος της χωρίς να το μεταμορφώσεις σε νέες αλυσίδες μίσους. Όποιος εκδικείται δεν μεγαλώνει—μικραίνει. Γίνεται θεατής της ίδιας του της καταστροφής, σκλάβος της σκληρότητας που νόμισε πως θα τον ελευθερώσει.

Η υπέρβαση δεν σημαίνει λήθη· σημαίνει δύναμη να μεταπλάθεις τον πόνο. Τιμάς τον νεκρό όχι όταν προσθέτεις νεκρούς, αλλά όταν κάνεις το τραύμα σφυρί που πλάθει χαρακτήρα, αξίες, μια ζωή ανώτερη από τον θάνατο. Η «θέληση για δύναμη» εδώ δεν είναι η δύναμη να συντρίβεις τους άλλους, αλλά να μην παραδοθείς στο ευτελές μένος που ζητιανεύει μέσα σου.

Κλείνοντας: η εκδίκηση είναι το ακατέργαστο είδωλο του θυμού, μια κραυγή αυτολύπησης που μεταμφιέζεται σε δικαίωση. Το καθαρό πένθος, αντίθετα, γίνεται δημιουργική άσκηση ύψους: μαθαίνει να αντέχει, να σιωπά, να μεταμορφώνει. Εκεί βρίσκεται η μόνη τιμή στη μνήμη—και η μόνη λύτρωση για τον ζωντανό.

Δημήτρης Βίκτωρ







Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Η πλειοψηφία δεν είχε ποτέ δίκιο

«Η πλειονότητα και η πλειοψηφία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία δεν είχε ποτέ δίκιο»

Η ιστορία, ως πεδίο καταγραφής και μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας, μαρτυρά αμέτρητες περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία παρασύρθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα και πράξεις, με δυσμενέστατες συνέπειες για ολόκληρες κοινωνίες. Η αντίληψη πως “οι πολλοί” δεν σημαίνει απαραιτήτως “οι σωστοί” δεν είναι καινούρια. Αντιθέτως, συναντάμε ήδη από την αρχαιότητα προβληματισμούς σχετικά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας που προσφέρει η μαζική αποδοχή και τη δυνατότητα του όχλου να χειραγωγείται από συναισθήματα, φήμες και λαϊκισμό.

Ο όχλος και η ευρύτερη μάζα συχνά λειτουργούν καθοδηγούμενοι από το θυμικό και όχι από τη λογική. Η τάση να συμμορφώνονται με κοινωνικές νόρμες ή κραυγαλέες ιδεολογίες δεν γεννάται πάντα από βαθιά κατανόηση ή αληθινή συναίνεση, αλλά από τον φόβο του αποκλεισμού και τη δίψα για αποδοχή. Έτσι, η πλειοψηφία μπορεί να οδηγηθεί σε συλλογικές πλάνες, παρανοήσεις και υπερβολές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διασπορά φημών και η υιοθέτηση τους σχεδόν στιγμιαία, προτού προλάβουν να ελεγχθούν ή να αποδειχθούν. Οι ψεύτικες ειδήσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν ιστορικό παρελθόν: από την εποχή της αρχαίας Ρώμης μέχρι τον Μεσαίωνα και τη σύγχρονη εποχή, βλέπουμε πώς ο φόβος και η ανασφάλεια μετατρέπονται σε γόνιμο έδαφος για τη διάδοση παραποιημένων πληροφοριών. Γεννιέται έτσι ένας επικίνδυνος κύκλος: ο λαϊκισμός εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία, υπόσχεται “εύκολες λύσεις” σε σύνθετα προβλήματα και συσπειρώνει γύρω του τους πολλούς, που συχνά επιζητούν μια πρόχειρη λύση αντί για μια θεμελιωμένη αλήθεια.

Το πλήθος, υπό την επήρεια του θυμικού, έχει την τάση να καταφεύγει σε υπερβολές· οι μεμονωμένες φωνές λογικής παρασύρονται, σκεπάζονται από τη “βιασύνη” της φωνής του όχλου. Η εξεγερμένη μάζα δεν δρα πάντα ορθολογικά, αντίθετα εύκολα κυριεύεται από οργή, μίσος ή πανικό. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις σύγχρονες κοινωνικές ταραχές, το συλλογικό θυμικό και η έλλειψη ψύχραιμης ανάλυσης έχουν συχνά οδηγήσει σε πράξεις βίας, αδικίες, ακόμα και σε περιόδους τρόμου.

Οι άνθρωποι, μέσα στο πλήθος, υφίστανται ένα είδος “υπνωτισμού”, χάνουν την ατομική τους βούληση και οδηγούνται σε πράξεις που δεν θα τολμούσαν ποτέ μόνοι τους. Αυτή η ομαδοποιημένη παραφροσύνη έχει επανειλημμένα καταγράψει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, από διωγμούς εθνικών και θρησκευτικών ομάδων μέχρι τον μιλιταρισμό και τις γενοκτονίες.

Μέσα στο “καταπιεστικό βάρος” της κοινής γνώμης, υπήρξαν πάντα λίγοι που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια σε ό,τι, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ήταν λάθος. Η Σωκρατική ειρωνεία και η κριτική του στον αθηναϊκό δήμο τον οδήγησε στο κώνειο, αν και οι διαχρονικές του ιδέες αναγνώστηκαν αιώνες αργότερα ως βάθρα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Γαλιλαίος, επίσης, αντιστάθηκε στην πλειοψηφική, θεολογικά “επιβεβλημένη” άποψη για το γεωκεντρικό σύστημα και έσπειρε τον σπόρο για την αποδοχή του ηλιοκεντρικού μοντέλου, αλλά πλήρωσε ακριβά την τόλμη του.

Σύγχρονα παραδείγματα αφθονούν, με διανοητές, επιστήμονες, ακτιβιστές και καλλιτέχνες που αψήφησαν τις αυταρχικές πλειοψηφίες και κατάφεραν τελικά να αλλάξουν την πνευματική ή κοινωνική πορεία των λαών τους. Και ενώ συχνά αντιμετώπισαν διώξεις, αγνοήθηκαν ή ακόμα και χλευάστηκαν, εντέλει η ιστορία τούς δικαίωσε.

Το κλειδί για την υπέρβαση της παρανόησης και του μαζικού φανατισμού βρίσκεται στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Όταν οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογιστική, εντοπίζουν ψεύδη και αδιέξοδους συλλογισμούς που τους οδηγούν στη θυματοποίησή τους από ρήτορες, δημαγωγούς ή μέσα που προπαγανδίζουν. Η λογική, σε συνδυασμό με την αυτογνωσία, λειτουργεί ως “ασπίδα” ενάντια στα κύματα του μαζικού θυμικού.

Κατά την πορεία της ανθρωπότητας, χρειάζονται εκείνοι που θα σταθούν απέναντι στο ρεύμα των πολλών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και για τον πιθανό στιγματισμό. Αυτοί οι “σπουδαίοι”, είτε είναι φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες ή απλοί καθημερινοί άνθρωποι, φέρουν το βάρος να υπερασπιστούν τον λόγο, το δίκαιο και την ηθική.

Η πεποίθηση ότι η πλειονότητα —ή η κρατούσα πλειοψηφία— είναι και ο κάτοχος της αλήθειας έχει πολλαπλώς καταρριφθεί από τα ιστορικά γεγονότα. Η εύκολη χειραγώγηση που βασίζεται στις φήμες και στον λαϊκισμό, η αναζωπύρωση των ενστίκτων μέσω του θυμικού, και η έλλειψη κριτικής σκέψης αποτελούν τους λόγους που συχνά οι πολλοί σφάλλουν.

Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι πάντα υπάρχουν οι λίγοι που, μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, βλέπουν καθαρότερα, αντιστέκονται στη “μέθη” του πλήθους και πολεμούν για την αλήθεια και το δίκαιο. Αυτοί είναι οι σπουδαίοι: οι δημιουργικοί, οι καινοτόμοι, οι ηθικοί. Η ιστορία τελικά στέκεται αρωγός σε εκείνους, αναγνωρίζοντας —έστω και αργά— τη σωφροσύνη και την αλήθεια πίσω από τον αγώνα τους. Και αυτό το παράδειγμα μάς υπενθυμίζει πως ο δρόμος της αρετής και του δίκαιου δεν είναι ποτέ ο εύκολος ή ο μαζικά αποδεκτός, μα αποτελεί το μοναδικό εφόδιο για μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία.

 Δημήτρης Βίκτωρ

  


Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Περί ψέματος και Αλήθειας

«Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου»

Η φράση αυτή φωτίζει ένα παράδοξο που διατρέχει τις ανθρώπινες κοινωνίες και την πορεία του ανθρώπου στον χρόνο: η λεπτή και συχνά αδιαφανής γραμμή ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια δεν αποτυπώνεται μόνο σε αφηρημένες θεωρήσεις, αλλά ριζώνει στον πυρήνα της εμπειρίας, της γνώσης και της αφήγησης.

Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιδίωκε να κατανοήσει τον κόσμο μέσα από λογικά και συμβολικά σχήματα. Ωστόσο, ό,τι ονομάζουμε «πραγματικότητα» συχνά εμφανίζεται ως μωσαϊκό εντυπώσεων και ιστορικών παραδόσεων, οι οποίες υφαίνονται μέσα από αφηγήσεις – κάποιες αληθινές, κάποιες ψευδείς, κάποιες μετέωρες ανάμεσα στα δύο. Ένα «αληθινό ψέμα» μπορεί να είναι κάτι που, ενώ στη βάση του δεν ισχύει, εμφανίζεται πειστικό λόγω της βαθιάς αποδοχής του από την κοινωνία. Αντίστοιχα, μια «ψεύτικη αλήθεια» αποκτά ισχύ και νομιμοποίηση μέσα από τη συνεχή αναπαραγωγή της. Έτσι, η “αφηρημένη” αλήθεια κι ένα “ψεύτικο” γεγονός με επαρκή στήριξη μετατρέπονται σε κινητήριους μοχλούς της κοινωνικής ζωής.

Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, θρησκείες, φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρήσεις οικοδομήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αφηγήσεις∙ κάποιες βασισμένες σε αναμφισβήτητες παρατηρήσεις και κάποιες σε μυθοπλασίες που ρίζωσαν τόσο βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων, ώστε έγιναν «αποδεκτές αλήθειες». Κάθε λαός, κάθε εποχή, υπήρξε δέσμιος μιας ή πολλών ιστοριών που τον καθόρισαν. Η Ιστορία δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά και μια διήγηση∙ και σε αυτήν τη διήγηση παρεισφρέουν τόσο οι “αληθινές” όσο και οι “πλαστές” πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν ένα ψέμα συμφωνεί με τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες ή τους φόβους μιας κοινωνίας, ενσωματώνεται σχεδόν αθόρυβα στον συλλογικό νου. Τότε, αυτό το ψέμα γίνεται «αληθινό» στην αντίληψη εκείνων που το αποδέχονται. Έτσι, επηρεάζει συμπεριφορές, νοοτροπίες, και κατευθύνει την ιστορική πορεία. Από την άλλη, μια αλήθεια που δεν έχει αποδείξεις ή προσκρούει σε ισχυρές πεποιθήσεις του κοινού, μπορεί να μοιάζει με ψέμα και να απορριφθεί. Το κριτήριο, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά η “αντικειμενική εγκυρότητα”, αλλά και η κοινωνική αποδοχή.

Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ιδεολογιών που κατάφεραν να επικρατήσουν, παρότι στηρίζονταν σε αμφισβητήσιμα ή κατάφωρα ψευδή δεδομένα. Από τους μύθους της αρχαιότητας μέχρι τα σύγχρονα αφηγήματα πολιτικής ή οικονομικής προπαγάνδας, η αλήθεια διαπλέκεται με το ψέμα, και κάθε ιδέα που αποκτά δύναμη μπορεί να εδραιώσει μια νέα εκδοχή “πραγματικότητας”. Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται κοσμοθεωρίες, ιδεώδη, ακόμα και ο καθημερινός τρόπος σκέψης των ανθρώπων.

Μολονότι το «αληθινό ψέμα» μπορεί να επηρεάσει ριζικά την κοινωνία, η επαγρύπνηση του ατόμου απέναντι στην πληροφορία και στα φαινόμενα είναι το βασικό αντίδοτο στον κίνδυνο του “χειρισμού” ή της εξαπάτησης. Η κριτική σκέψη, η αμφισβήτηση και ο διάλογος μάς επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τις διάφορες στρώσεις πραγματικότητας, πίσω από τις οποίες κρύβεται συχνά μια εξουσιαστική ή ιδιοτελής σκοπιμότητα. Η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να παραμείνει αέναη, όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας να διακρίνουμε το βάσιμο και το ψευδές.

Σε τελική ανάλυση, ο τίτλος του κειμένου, «Αληθινό ψέμα και ψεύτικη αλήθεια ορίζουν την ιστορία του ανθρώπου» εκφράζει μια διαχρονική πραγματικότητα για την αμφίθυμη φύση μας. Μεταφέρει την ιδέα πως η Ιστορία δεν είναι απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά και το παλίμψηστο των πεποιθήσεων, των ερμηνειών και των μύθων που αιχμαλωτίζουν τη συλλογική φαντασία. Η φιλοσοφική και κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας δεν απαιτεί την απόλυτη κατάκτηση της “αντικειμενικής αλήθειας”, μα την άοκνη προσπάθεια να διακρίνουμε το αληθινά ουσιώδες από την ψευδαίσθηση—να κρατήσουμε ζωντανή την εγρήγορση για ό,τι συχνά παρουσιάζεται ως οριστικό και ακλόνητο, αλλά ίσως κρύβει μέσα του την πιο βαθιά πλάνη.

Δημήτρης Βίκτωρ





Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Περί αθλίων των φημών

Η ανευθυνότητα όσων διασπείρουν φήμες μοιάζει με έναν ασκό γεμάτο τοξικό δηλητήριο. Αυτοί οι άθλιοι τύποι, χωρίς καμία τύψη ή σεβασμό, σκορπίζουν ψεύδη στις μάζες και πυροδοτούν μια απάνθρωπη οχλοποίηση. Η μάζα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από την πλάνη, απεμπολεί κάθε ίχνος περί δικαίου και πνίγεται σ’ ένα σύνολο υστερίας που τρέφεται από κακοήθεια και μίσος. Το άδικο επικρατεί με τρομακτική ευκολία, γιατί η συλλογική κρίση θολώνει μπροστά στην ορμή του συγκινησιακού παραληρήματος.

Η αλήθεια, μέσα σ’ αυτό το χάος, καταλήγει να μοιάζει με φτερό στον άνεμο—ανύμπορη να σταθεί απέναντι στον όχλο που λειτουργεί σαν τυφλή χιονοστιβάδα, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά της. Οι πρώτοι που ενέσπειραν τη διαβολή, εκείνοι που κρατούν τα νήματα της παραπληροφόρησης, παραμένουν στο απυρόβλητο: Ελεύθεροι να συνεχίζουν την αθλιότητά τους, να γεννούν νέους μύθους που χτίζονται πάνω στον φόβο και την απόγνωση. Όσο αυτοί οι αλαζόνες διακινητές ψεύδους δεν λογοδοτούν, η κοινωνική ισορροπία στέκει κλονισμένη, με τα θύματα να αδυνατούν να βρουν δικαιοσύνη και αποκατάσταση του ονόματός τους.

Σ’ αυτό το σκοτεινό τοπίο, η πνευματική διαύγεια και η κριτική ικανότητα γίνονται ζωτικές σαν τελευταίες γραμμές άμυνας. Η οχλοποίηση μπορεί να ξεκληρίσει τα πάντα αν δεν μπει φρένο στη μετατροπή του συλλογικού αισθήματος σε βάναυση δύναμη καταστροφής. Και για να υπάρξει δικαιοσύνη, είναι απαραίτητο να ξεσκεπαστούν όσοι σκοπίμως επιδιώκουν την πνευματική αφυδάτωση της κοινωνίας. Μόνον έτσι ίσως να μπορεί να γίνει εφικτή κάποια κάθαρση, να σπάσουν οι αλυσίδες της συλλογικής παράνοιας και να επιστρέψει η λογική σκέψη και το δίκαιο στην πραγματική του θέση.
Αφού δεν τιμωρούνται, (κάτι βέβαιο), αυτοί οι θρασύτατοι διακινητές ψευδών θα συνεχίσουν να οπλίζουν το πλήθος με ψεύτικη οργή, σκορπώντας καταστροφή και αφήνοντας το σκοτάδι να κυριαρχεί.

Δημήτρης Βίκτωρ