Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Περί πένθους και θορύβου

Η θλίψη, ως βαθιά εσωτερική διαδικασία, μοιάζει με μια ερμητική σιωπή που απλώνεται μέσα μας, αναδεικνύοντας τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ύπαρξής μας. Στον απροσπέλαστο αυτό χώρο, ο άνθρωπος αναμετριέται με την απώλειά του· όχι με φωνασκίες ή μεγαλοστομίες, αλλά με μια βουβή περισυλλογή που γεννά σεβασμό τόσο απέναντι σε εκείνον που θρηνεί, όσο και απέναντι στο ίδιο το γεγονός της απουσίας. Με τη σιωπή, ο νους επιτρέπει στον πόνο να εκδηλωθεί καθαρά και αληθινά, δίχως τις παραμορφώσεις που επιφέρει ο θόρυβος της επίδειξης.

Όταν το πένθος επιζητεί δημοσιότητα, χάνει την αληθινή του υπόσταση. Μοιάζει τότε σαν να χρησιμοποιείται η οδύνη ως βήμα αυτοπροβολής, διεκδικώντας εύκολα βλέμματα και επιδερμική συμπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση, ο οδυρόμενος δεν βρίσκεται μόνος με τον πόνο του· αντιθέτως, επιλέγει την εξωστρέφεια του θορύβου, επιτρέποντας στον εγωισμό του να κυριαρχήσει και να απαλείψει την εσωτερική ενδοσκόπηση. Όμως ο αυθεντικός πόνος αρνείται να γίνει φανταχτερό θέαμα· δεν θέλει να προσφέρει υλικό στις επιπόλαιες ματιές του κόσμου, ούτε να μεταβληθεί σε εργαλείο εντυπωσιασμού.

Η αληθινή λύπη δεν έχει ανάγκη από εξωτερική επιβεβαίωση ή εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Αντιθέτως, μέσα από την ησυχία και την ενδοσκόπηση, φανερώνεται η πιο καθαρή μορφή αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον εαυτό μας, προς τον χαμένο άνθρωπο και προς το ίδιο το νόημα της ζωής.

Όσο μεγαλύτερο είναι το πένθος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σιωπή, γιατί η ψυχή αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας και αποζητά την ευπρέπεια και τη σεμνότητα. Στην ουσία, η σιωπηλή διαδικασία του θρήνου επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώσει την απουσία και, σταδιακά, να την ενσωματώσει στο βίωμα της ζωής του. Αυτή η σεμνή σιωπή απελευθερώνει την εσωτερική κατανόηση πως είμαστε όλοι φθαρτοί και πεπερασμένοι.

Η ουσία της απώλειας βρίσκεται στο βίωμα και στη σιωπηλή επεξεργασία της. Εκεί, όπου η ψυχή αφουγκράζεται την έλλειψη, συγκατοικεί με την ανάμνηση και πορεύεται με την επίγνωση της θνητότητας. Μέσα από μια τέτοια σιωπηλή διαδικασία, ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανασυγκροτηθεί και να αντικρίσει τη ζωή με νέα ματιά. Σε τελική ανάλυση, το αληθινό πένθος δεν χρειάζεται περιττές διακηρύξεις – αρκεί η ήρεμη, εσωτερική αποδοχή για να το κάνει βαθιά ανθρώπινο.

Το βαθύ πένθος δεν χρειάζεται κοινό· δεν απαιτεί επιβεβαίωση ούτε κολακείες. Αντιθέτως, η γνήσια οδύνη θέλει χώρο και σιωπή, ώστε να αποτυπωθεί αληθινά στην ύπαρξη. Όσο πιο απροσπέλαστη γίνεται η πληγή, τόσο πιο αληθινή η αναμέτρηση με την απώλεια. Και αυτή η ειλικρινής ενδοσκόπηση είναι η μόνη που επιτρέπει στην ψυχή να προχωρήσει, αναγνωρίζοντας με σεβασμό τόσο τη δική της θνητότητα όσο και την πραγματικότητα του κενού που αφήνει πίσω του ο χαμένος άνθρωπος.

Δημήτρης Βίκτωρ




Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Περί Παραδείσου

"Αν υπήρχε ο Παράδεισος θα ήταν για τους ηλιθίους και θα ήταν πολύ κουραστικός"

Αν υπάρχει Παράδεισος, το πρώτο πράγμα που τον προδίδει είναι ότι τον ονειρευόμαστε σαν μόνιμη λύση. Μια αιωνιότητα χωρίς κίνδυνο, χωρίς απώλεια, χωρίς τέλος. Δηλαδή χωρίς το υλικό που κάνει την εμπειρία να έχει βάρος. Γιατί η χαρά, όταν δεν κινδυνεύει να χαθεί, χάνει την οξύτητά της· και η γαλήνη, όταν δεν κατακτάται μέσα από τριβή, γίνεται αναισθησία. Η τελειότητα που δεν χρειάζεται κόπο δεν είναι κορυφή· είναι επίπεδο πάτωμα. Κι ένα πάτωμα, όσο γυαλισμένο κι αν είναι, παραμένει χώρος όπου δεν ανεβαίνεις—μόνο στέκεσαι.

Γι’ αυτό ο «κουραστικός Παράδεισος» είναι λογικό συμπέρασμα, όχι αστείο. Η αιώνια ευτυχία, για να αντέχεται, πρέπει να είναι ήπια, προβλέψιμη, ακίνδυνη—μια χαρά σε χαμηλή ένταση, για να μην τρελαίνεσαι από την υπερβολή της. Μα τότε τι μένει; Ένα άπειρο σαλόνι χωρίς πόρτες, όπου όλα είναι “καλά” με τον τρόπο που είναι “καλά” τα πράγματα σε μια διαφήμιση: κανένα ρίσκο, κανένα κόστος, άρα και κανένα κατόρθωμα. Η ύπαρξη μετατρέπεται σε παρατεταμένο χειροκρότημα χωρίς παράσταση.

Η μεταθανάτια ανταμοιβή λειτουργεί σαν το πιο κομψό σύστημα αναβολής. Σου δίνει μια μεγάλη επιταγή για αργότερα, ώστε να αποδέχεσαι μικρές ταπεινώσεις τώρα. Σου λέει: κράτα την όρεξή σου, χαμήλωσε το βλέμμα, κατάπιε την αδικία—θα τακτοποιηθούν όλα «εκεί». Έτσι η ζωή εδώ υποβιβάζεται σε διάδρομο αναμονής, και κάθε αληθινή απαίτηση του παρόντος βαφτίζεται πειρασμός. Το τώρα παρουσιάζεται ως ύποπτο, ενώ το μετά ως καθαρό. Σαν να είναι η πραγματικότητα ένα κακό αντίγραφο, και η φαντασία το πρωτότυπο.

Και πάνω σ’ αυτή την αναβολή πατάει η συναλλαγή. Η ηθική μετατρέπεται σε οικονομικό σύστημα: κάνε το “σωστό” για να πληρωθείς αιώνια. Δεν είναι αρετή· είναι επένδυση. Δεν είναι εγκράτεια· είναι ασφάλεια ζωής. Κι αν η καλοσύνη χρειάζεται μεταφυσικό μπόνους για να σταθεί, τότε η καλοσύνη δεν είναι χαρακτήρας—είναι τιμολόγιο. Η «πίστη» εδώ δεν μοιάζει με φλόγα, αλλά με λογιστική: καταγράφει αμαρτίες, αφαιρεί τύψεις, προσθέτει πόντους σωτηρίας. Ένα ηθικό πρόγραμμα επιβράβευσης, με ουράνια δώρα για όσους αντέχουν να ζήσουν μισή ζωή.

Το πιο σατιρικό είναι ότι ο Παράδεισος παρουσιάζεται ως θρίαμβος του νοήματος, ενώ στην πράξη είναι η παραίτηση από τη δυσκολία του να το φτιάξεις. Είναι η λύση που σε απαλλάσσει από την ευθύνη της δημιουργίας: δεν χρειάζεται να μεταμορφώσεις τον κόσμο, αρκεί να “περάσεις”. Δεν χρειάζεται να γίνεις δυνατός, αρκεί να είσαι υπάκουος. Και κάπως έτσι, η υπακοή βαφτίζεται βάθος, η παραίτηση ταπεινότητα, και ο φόβος σοφία.

Αν υπήρχε Παράδεισος, ίσως πράγματι θα ήταν για τους πιο βολικούς οραματιστές του: για όσους θέλουν ένα σύμπαν που τους χρωστά. Για όσους δεν αντέχουν την ιδέα ότι η ζωή δεν έχει εγγυήσεις και ότι η αξία δεν μοιράζεται ως έπαθλο, αλλά γεννιέται ως πράξη. Και τότε η αιωνιότητα θα ήταν όντως κουραστική: ένα ατέλειωτο “όλα καλά”, όπου δεν υπάρχει τίποτα να κατακτηθεί—άρα τίποτα να δικαιολογεί ότι υπάρχεις. 

Δημήτρης Βίκτωρ




"ΕΠΙΜΥΘΙΟ του ΧΡΟΝΟΥ" - Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ

"ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ" - Ποίημα και Απαγγελία: Δημήτρης Βίκτωρ

ΑΝ ΔΕΝ........................!

 

«Αν δεν αγαπήσεις δεν γράφεις.
Αν δεν κλάψεις δεν γράφεις.
Αν δεν αμφισβητήσεις μην γράψεις»

 

Η γραφή δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική δεξιότητα ή έναν τρόπο έκφρασης· είναι, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά ψυχική διαδικασία που γεννιέται από τα πιο αληθινά και τα πιο οδυνηρά βιώματά μας. Στον λόγο αυτό, ενυπάρχει η αλήθεια: «Αν δεν αγαπήσεις, δεν γράφεις· αν δεν κλάψεις, δεν γράφεις· αν δεν αμφισβητήσεις, μην γράψεις». Οι τρεις αυτές συνθήκες ορίζουν μια αόρατη πυξίδα που καθοδηγεί τον δημιουργό σε μονοπάτια όπου η σκέψη συναντά το συναίσθημα, και η αμφιβολία γίνεται κινητήριος δύναμη για τη γέννηση της έμπνευσης.

«Αν δεν αγαπήσεις, δεν γράφεις»

Η αγάπη, σε οποιαδήποτε μορφή της – έρωτας, φιλία, στοργή προς την ανθρωπότητα – είναι η πρωταρχική πηγή ζεστασιάς που τρέφει τις λέξεις και τις κάνει να πάλλονται. Χωρίς αγάπη, η γραφή παραμένει κενή· μοιάζει με καλοφτιαγμένο σκεύος χωρίς περιεχόμενο. Η αγάπη καθιστά τον συγγραφέα ευάλωτο και ταυτόχρονα τον οπλίζει με τη δύναμη να δώσει υπόσταση στις πιο αφηρημένες έννοιες. Μέσα από την αγάπη γεννιέται η βαθιά κατανόηση του κόσμου, η πίστη πως υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο από τον ίδιο μας τον εαυτό, κι αυτή η πίστη αγκαλιάζει κάθε λέξη στο χαρτί.

«Αν δεν κλάψεις, δεν γράφεις»

Τα δάκρυα δεν είναι μόνο ένδειξη πόνου ή συγκίνησης· είναι και μια καθαρτική διαδικασία, μια στιγμή εσωτερικής αποκάλυψης. Όταν το συναίσθημα ξεχειλίζει και μετατρέπεται σε δάκρυ, ανοίγει τον δρόμο για να γράψεις αληθινά, χωρίς αναστολές, χωρίς φόβο μήπως εκτεθείς. Οι λέξεις που αναδύονται ύστερα από ένα ξέσπασμα θλίψης κουβαλούν βαθύτερα νοήματα, γιατί είναι μπολιασμένες με την αλήθεια της ψυχής. Η θλίψη, ο πόνος και η έντονη συγκίνηση μάς θυμίζουν ότι είμαστε άνθρωποι, φθαρτοί αλλά και ικανοί να βρούμε μέσα από την τραγικότητα της ζωής την ομορφιά της έκφρασης.

«Αν δεν αμφισβητήσεις, μην γράψεις»

Η αμφισβήτηση είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αναζήτηση της γνώσης και της αυτογνωσίας. Ο συγγραφέας που δεν αμφισβητεί αποδέχεται την πραγματικότητα ως έχει, χωρίς να δίνει χώρο σε νέες ιδέες, νέες οπτικές. Μα, η δημιουργική διαδικασία προϋποθέτει την τάση να κοιτάς πίσω από ό,τι φαίνεται δεδομένο, να ρωτάς «γιατί;» και «πώς;». Με την αμφισβήτηση, δεν αποδομείς απλώς τον κόσμο γύρω σου, αλλά και τον ίδιο σου τον εαυτό· η κριτική ματιά σε ωθεί να ανακαλύψεις κρυμμένες αλήθειες, θέτοντας υπό δοκιμασία κάθε βεβαιότητα. Κι έτσι, οι λέξεις γίνονται φορείς νέου νοήματος, αντικαθρεφτίζοντας το θαρραλέο πνεύμα ενός ανθρώπου που δεν βολεύεται στο «είναι» αλλά αναζητά το «γίνεται».

Στην εσωτερική αυτή πορεία της γραφής, οι λέξεις αποκαλύπτονται ως ζωντανοί οργανισμοί, που πάλλονται και εξελίσσονται ανάλογα με τη δύναμη των συναισθημάτων μας. Η αγάπη, τα δάκρυα και η αμφισβήτηση συνθέτουν τη βάση ενός πνευματικού και ψυχικού οικοδομήματος το οποίο είναι ισχυρό αρκετά για να αντέξει τα πάντα – αλλά και ευάλωτο, προκειμένου να αγκαλιάσει την αλήθεια. Κι έτσι, η γραφή παύει να είναι μια εξωτερική περιγραφή ή μια επιφανειακή αφήγηση. Γίνεται μια διαρκής πορεία επιστροφής στον ίδιο μας τον εαυτό· μια κατάδυση στο πιο εσωτερικό “εγώ”, που ανοίγει ορίζοντες επικοινωνίας και κατανόησης, τόσο με τον κόσμο γύρω μας όσο και με τις μύχιες πτυχές της ύπαρξής μας.

Ίσως, τελικά, γι’ αυτό να είναι τόσο σημαντικό να αγαπάμε, να κλαίμε και να αμφισβητούμε. Διότι, μέσα στη δίνη αυτών των συναισθημάτων και ερωτημάτων, χτίζουμε μια αλήθεια τόσο δυνατή, που αντέχει στο χαρτί και στον χρόνο – αφήνοντας το αποτύπωμα της ανθρώπινης ψυχής που δεν έπαψε ποτέ να παλεύει για να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό της.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


 

Η ρίζα της ανθρώπινης συμπεριφοράς

«Η ρίζα της ανθρώπινης συμπεριφοράς βρίσκεται στην πίστη και στην επιλεκτική αγάπη που δημιουργεί και το επιλεκτικό μίσος»

Η ανθρώπινη συμπεριφορά μοιάζει συχνά με ρεύμα που αναβλύζει από τις πιο κρυφές και αθέατες προσκολλήσεις μας. Ό,τι αποκαλούμε “πίστη” —είτε αφορά ιδέες, πρόσωπα, αξίες ή συστήματα— λειτουργεί σαν έδαφος πάνω στο οποίο χτίζουμε την εικόνα του κόσμου. Μέσα σε αυτή τη σιγουριά που μας προσφέρει, συχνά επιλέγουμε ποιον θα πλησιάσουμε και ποιον θα απομακρύνουμε. Η αγάπη μας γίνεται προνόμιο για όσους ταιριάζουν στο σχήμα που ήδη έχουμε μέσα μας, κι έτσι αρχίζει να παίρνει μορφή μια αθώα μεν, αλλά βαθιά περιοριστική μεροληψία.

 Αν ο κύκλος αυτός στενέψει, τότε η αγάπη παύει να λειτουργεί σαν γέφυρα και μετατρέπεται σε όριο. Όποιος βρίσκεται έξω από τα μέτρα που έχουμε θέσει γίνεται ξένος, συχνά αδιάφορος, και όχι σπάνια απειλητικός. Έτσι ξεκινά ο μηχανισμός που γεννά το επιλεκτικό μίσος: μια αντιστροφή της ίδιας ανάγκης μας να προστατεύουμε αυτό στο οποίο έχουμε επενδύσει. Όσο περισσότερο προσκολλούμαστε σε μια πίστη ή σε μια ιδεολογική ταυτότητα, τόσο περισσότερο αρνούμαστε να δούμε τι υπάρχει έξω από αυτή. Οι θρησκείες και οι ιδεοληψίες, αντί να ανυψώσουν, καταλήγουν να μασκαρεύουν αυτή την αδυναμία σε “αλήθεια”. Δεν φωτίζουν· παγιδεύουν. Και κάθε δήθεν υπέρτατη βεβαιότητα λειτουργεί σαν καταφύγιο για όποιον δεν αντέχει την αμφισβήτηση — ένας τρόπος να βαφτιστεί η πνευματική νωθρότητα ως “πίστη”.

 Η αγάπη τότε δεν είναι αρετή, αλλά συμφέρον. Και το μίσος δεν εμφανίζεται ως πάθος, αλλά ως άμυνα απέναντι σε ό,τι μας ξεβολεύει. Η διάκριση ανάμεσα σε “δικούς μας” και “ξένους” δεν γεννιέται από την πραγματικότητα, αλλά από την ανάγκη να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στην ίδια μας τη στενωπό. Όταν η πίστη μας γίνεται κλειστό σύστημα, κάθε εναλλακτική οπτική μοιάζει επικίνδυνη. Η εχθρότητα δεν είναι παρά η συνέπεια του ότι φοβόμαστε πως κάτι μπορεί να μας κλονίσει.

 Αν όμως ο άνθρωπος θελήσει πραγματικά να σταθεί όρθιος, οφείλει να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι η ταυτότητά του χρειάζεται φράχτες για να διατηρηθεί. Η πίστη που δεν αμφισβητείται νεκρώνει. Η αγάπη που δεν χωράει το διαφορετικό ευτελίζεται. Και το μίσος που προκύπτει από όλα αυτά δεν είναι παρά κραυγή αδυναμίας. Το να διευρύνουμε τον κύκλο μας δεν σημαίνει να τον καταργήσουμε· σημαίνει να διακρίνουμε ότι τα όριά του δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά επιλογή.

 Ο δρόμος της υπέρβασης ανοίγεται όταν ο άνθρωπος παύει να ζητά εξωτερικά άλλοθι για το πώς νιώθει και πώς δρα. Όταν κατανοήσει πως πίσω από κάθε επιλεκτική αγάπη κρύβεται φόβος, και πίσω από κάθε επιλεκτικό μίσος κρύβεται η αδυναμία να αντέξουμε τον καθρέφτη του “άλλου”. Τότε η ρίζα της συμπεριφοράς του παύει να στηρίζεται στην ανάγκη και αρχίζει να τρέφεται από τη δημιουργική του βούληση. Η αγάπη γίνεται δοκιμασία του χαρακτήρα, όχι επιβράβευση της ομοιότητας. Και το μίσος μετατρέπεται σε πρώτη ύλη προς μεταμόρφωση.

 Έτσι, ο άνθρωπος που δεν επαναπαύεται σε έτοιμες βεβαιότητες ούτε κρύβεται πίσω από δογματικές ταυτότητες, είναι ο μόνος που μπορεί να σφυρηλατήσει τη δική του μορφή. Δεν δανείζεται τον κόσμο· τον αναδημιουργεί. Δεν αναπαράγει συμπεριφορές που του επιβλήθηκαν· τις υπερβαίνει. Κι εκεί η πίστη παύει να είναι πατερίτσα και γίνεται πράξη εσωτερικής δύναμης. Η αγάπη παύει να είναι εύνοια και γίνεται άνοιγμα. Και ο ίδιος ο άνθρωπος παύει να είναι προϊόν των φόβων του· γίνεται ο δημιουργός του εαυτού του.

Δημήτρης Βίκτωρ 



Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

" Η ΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΜΟΥ " -- Στίχοι - Μελοποίηση - Σύνθεση - Ερμηνεία...

"ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ" - Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ

" ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ " --- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ ---- Απαγγελία μαζί με την...

Η Αγία καθημερινότης.
Οι καθημερινές συνήθειες.
Αυτές που ο καθένας επινοεί με τον δικό του τρόπο, για να υποφέρει λιγότερο.
Και όταν περνούν τα χρόνια τη θέση τους παίρνουν τα τεχνάσματα.
Να μείνουν ζωντανές οι επιθυμίες.
Να μείνουμε ζωντανοί.
Να διατηρήσουμε λίγο ακόμη την επιθυμία για ζωή.


 

Τεχνάσματα

 

Τεχνάσματα σοφίζομαι με κόπο ασταμάτητα

να παρατείνω ό,τι ξέρω, ό,τι επιθυμώ

το άλγος ν’ απαλύνω απ’ την απουσία έρωτα

με όσα θαυμαστά οδυνηρά αυτόν ορίζουν.

 

Περνούν οι ώρες, το άγχος τους μετρώ

βήματα σέρνονται αργά στο φως και το σκοτάδι

φθάνουν μηνύματα παλιά και βασανιστικά

θυμίζοντας ανεμελιές, πόθους και προσδοκίες.

 

Τώρα πού να ’ναι οι φίλοι μου οι παιδικοί

όσοι ακόμη ανασαίνουν και τριγύρω φέρνουν την ζωή

καλώντας και παρακαλώντας να τους συμπαθήσει

να αναβάλει το μαρτύριο και να τους ευνοήσει.

 

Εγώ θα συνεχίσω τα τεχνάσματα μ’ αδιαφορία

για να πιστέψω και να δείξω πως ακόμη προχωρώ

μα ο κτύπος ρυθμικός μ’ εμποδίζει να συγκεντρωθώ

να παίξω ρόλο ηθοποιού, για να πειστώ και για να πείσω.

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Σεπτέμβριος 2013


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο Θεός του καθενός

"Ο Θεός του καθενός, είναι η αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο εγωισμός του"

Ο άνθρωπος, όταν κοιτάζει κατάματα την ύπαρξη, συναντά πρώτα το βάρος της. Συναντά τον χρόνο που φεύγει, την απώλεια που δεν διαπραγματεύεται, την αρρώστια, την αδικία, το τυχαίο χτύπημα της τύχης. Και τότε γεννιέται μέσα του μια ακατανίκητη ανάγκη: να δώσει σχήμα στο άμορφο, να βάλει τάξη στο απρόβλεπτο, να επινοήσει ένα σταθερό σημείο εκεί όπου όλα είναι ρευστά. Από αυτήν την ανάγκη ξεπηδά και το απόφθεγμα: «Ο Θεός του καθενός, είναι η αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο εγωισμός του». Δεν μιλά απλώς για θρησκεία· μιλά για τον μηχανισμό με τον οποίο ο νους κατασκευάζει το απαραίτητο στήριγμα, ακόμη κι αν αυτό το στήριγμα είναι φτιαγμένο από φόβο, ευκολία ή ματαιοδοξία.

Αν το δούμε με ψυχραιμία, “θεός” εδώ δεν είναι μόνο μια υπερβατική μορφή, αλλά το κέντρο βάρους της ψυχής: αυτό που κάποιος υπηρετεί όταν όλα δοκιμάζονται. Εκεί φαίνεται η αδυναμία. Γιατί, συχνά, δεν θεοποιούμε το δυνατότερο μέσα μας, αλλά αυτό που μας λείπει. Όταν δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα, επινοούμε μια βεβαιότητα που δεν χρειάζεται αποδείξεις. Όταν δεν αντέχουμε την ευθύνη, αναζητούμε μια ανώτερη βούληση που θα τη σηκώσει. Όταν δεν αντέχουμε την εσωτερική μας διάσπαση, ονειρευόμαστε μια τελική δικαίωση που θα μας ενώσει. Ο “θεός” γίνεται τότε το ψυχολογικό αντίβαρο της ρωγμής μας: ένα όνομα που κολλάμε πάνω στο κενό, για να μοιάζει πλήρες.

Κι έπειτα έρχεται η παρηγορία, όχι ως μικρό δώρο, αλλά ως ανταλλαγή. Η παρηγορία υπόσχεται νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει εμφανές νόημα, υπόσχεται αποζημίωση εκεί όπου η ζωή δεν δίνει αποζημιώσεις, υπόσχεται ότι ο πόνος “κάπου” καταγράφεται και “κάποτε” θα ισοφαριστεί. Αυτό ανακουφίζει, όμως συχνά μας υπνωτίζει. Γιατί αντί να δουλέψουμε πάνω σε ό,τι περνά από το χέρι μας, μαθαίνουμε να περιμένουμε. Αντί να μετατρέψουμε την απώλεια σε νηφαλιότητα και τον φόβο σε φρόνηση, μετατρέπουμε τη ζωή σε αίθουσα αναμονής μιας αόρατης δικαιοσύνης. Έτσι, η παρηγορία μπορεί να γίνει μια γλυκιά παραίτηση, μια τέχνη του να μην αγγίζεις την πληγή, απλώς να τη σκεπάζεις με ύμνους.

Το απόφθεγμα χτυπά και πιο σκληρά όταν μιλά για ανοησία. Όχι με την έννοια της απουσίας ευφυΐας, αλλά με την έννοια της πνευματικής οκνηρίας: την προτίμηση του έτοιμου αντί του εξετασμένου. Ο άνθρωπος αγαπά τις απλές απαντήσεις, γιατί οι σύνθετες απαιτούν κόπο, αμφιβολία και ταπείνωση. Κι εδώ ο “θεός” μπορεί να γίνει άλλοθι για να μη σκεφτούμε: να κλειδώσουμε την πραγματικότητα σε ένα σύνθημα και να βαφτίσουμε την άγνοια “πίστη”. Όπου η σκέψη πονά, ο δογματισμός προσφέρει αναισθητικό. Όπου η συνείδηση δυσκολεύεται, μια ιερή βεβαιότητα την απαλλάσσει από την εργασία της κρίσης. Έτσι, η ανοησία δεν είναι απλώς λάθος· είναι επιλογή ευκολίας ντυμένη με κύρος.

Και τέλος, ο εγωισμός. Εδώ το απόφθεγμα αποκαλύπτει το πιο αμήχανο: πως ο “θεός του καθενός” συχνά έχει το πρόσωπο του ίδιου του καθενός, μόνο που φορεί μάσκα ουρανού. Πόσες φορές η “θεία βούληση” ταυτίζεται ύποπτα με τις προσωπικές μας επιθυμίες; Πόσες φορές ο “θεός” μισεί ό,τι μισούμε, τιμωρεί ό,τι φοβόμαστε, ευλογεί ό,τι μας συμφέρει; Ο εγωισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως αλαζονεία, αλλά και ως ανάγκη να βρούμε το σύμπαν σύμμαχο. Να πιστέψουμε πως υπάρχει μια κοσμική επιβεβαίωση των δικών μας αξιών, πως το “εγώ” μας είναι τόσο σημαντικό ώστε να διαθέτει μεταφυσικό υποστηρικτικό προσωπικό. Ο “θεός” γίνεται τότε καθρέφτης που δεν παραμορφώνει προς την αλήθεια, αλλά προς την αυτάρεσκη εικόνα.

Ωστόσο, η πιο απαιτητική ανάγνωση δεν σταματά στην κατηγορία. Ρωτά: τι αποκαλύπτει αυτή η κατασκευή για τη ζωή; Αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα να είναι μόνος απέναντι στο γίγνεσθαι. Θέλει να πιστέψει πως υπάρχει ένα “γιατί” έξω από την πράξη του, μια εγγύηση έξω από τη φρόνησή του. Κι όμως, αν υπάρχει αξιοπρέπεια, βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κίνηση: να παραδεχτείς ότι δεν έχεις εγγυήσεις, να μετρήσεις τι εξαρτάται από εσένα, να αποδεχτείς ό,τι δεν εξαρτάται, και να ζήσεις χωρίς να εκβιάζεις το σύμπαν να γίνει δίκαιο. Εδώ η ελευθερία αρχίζει ως πειθαρχία του νου: να μη βαφτίζεις επιθυμία “νόμο”, να μη βαφτίζεις φόβο “αποκάλυψη”, να μη βαφτίζεις τεμπελιά “μοίρα”.

Αλλά η σκέψη μπορεί να σκληρύνει κι άλλο, να γίνει σφυρί. Να πει: ο “θεός” δεν είναι μόνο παρηγοριά, είναι και σύμπτωμα παρακμής, μια κρυφή αρρώστια της θέλησης που προτιμά να γονατίζει παρά να δημιουργεί. Γιατί τι είναι ένας “θεός” που τον επικαλούμαστε όταν δεν τολμάμε; Είναι η μεταφυσική μορφή της δειλίας. Τι είναι ένας “θεός” που εγγυάται ανταμοιβές; Είναι η ηθική λογιστική της αδυναμίας. Τι είναι ένας “θεός” που επιβάλλει έτοιμες αξίες; Είναι ο αστυνόμος της ζωής, που κόβει πρόστιμο σε κάθε ορμή, σε κάθε πάθος, σε κάθε έκρηξη δημιουργίας. Κι έτσι, αντί να ρωτάμε “τι μπορώ να γίνω;”, ρωτάμε “τι επιτρέπεται να είμαι;”. Αντί να στήνουμε το νόημα, το ζητιανεύουμε.

Σ’ αυτή την οπτική, το απόφθεγμα μοιάζει με διάγνωση: ο άνθρωπος φτιάχνει “θεούς” για να μη δει την αλήθεια της δύναμής του και της ευθύνης του. Γιατί αν δεν υπάρχει υπερβατικός κηδεμόνας, τότε το βάρος της αξίας πέφτει πάνω μας. Εμείς ορίζουμε το “καλό” με τη ζωή μας, όχι με διατάγματα. Εμείς δίνουμε νόημα στον πόνο, όχι επειδή “κάπου” δικαιώνεται, αλλά επειδή τον μετατρέπουμε σε γνώση, σε έργο, σε βάθος. Εμείς φτιάχνουμε την αξιοπρέπειά μας, χωρίς να περιμένουμε χειροκρότημα από τον ουρανό. Και αυτό είναι τρομακτικό, γιατί απαιτεί δημιουργική σκληρότητα: να αποδεχτείς την απουσία τελικού εγγυητή και παρ’ όλα αυτά να πεις “ναι” στη ζωή.

Τότε “ο θεός του καθενός” φαίνεται ξεκάθαρα ως το ανώτατο σύμβολό του: ό,τι φοβάται να χάσει, ό,τι δεν αντέχει να σκεφτεί, ό,τι κρυφά απαιτεί να αναγνωριστεί. Για κάποιον είναι η ασφάλεια· για άλλον η εκδίκηση· για άλλον η δικαίωση· για άλλον η ακινησία. Κι αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, η πρόκληση δεν είναι να γελάσουμε με τους θεούς των άλλων, αλλά να εντοπίσουμε τον δικό μας: εκείνο το σημείο όπου σταματά η ελευθερία μας και αρχίζει η λατρεία μας. Γιατί “θεός” μπορεί να γίνει και η ιδεολογία, και ο έρωτας, και το χρήμα, και η εικόνα μας, και η ανάγκη να έχουμε πάντα δίκιο. Το απόφθεγμα απλώνει το δίχτυ του παντού: κάθε ύψιστη αξία που δεν αντέχει έλεγχο, κάθε πίστη που ζητά τυφλότητα, κάθε παρηγοριά που απαιτεί παραίτηση, είναι ύποπτη.

Και κάπου εδώ η σκέψη γίνεται καθαρή σαν κρύο νερό: όσο πιο πολύ χρειάζεσαι έναν “θεό” για να σταθείς, τόσο πιο πολύ πρέπει να εξετάσεις τι είναι αυτό που δεν μπορείς να σταθείς μόνος σου να αντιμετωπίσεις. Όχι για να αυτομαστιγωθείς, αλλά για να δυναμώσεις. Γιατί η ωριμότητα δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να μη χτίζεις θρόνους πάνω στον φόβο σου. Δεν είναι να μην πονάς, αλλά να μη μετατρέπεις τον πόνο σε νόμισμα μεταφυσικών συναλλαγών. Δεν είναι να είσαι “σωστός”, αλλά να είσαι αληθινός: να αναλαμβάνεις τη ζωή ως έργο, όχι ως δικαιολογία.

Έτσι, το απόφθεγμα δεν καταλήγει σε απλή άρνηση. Καταλήγει σε ένα αίτημα ανδρείας: να κατεβάσεις από τον ουρανό ό,τι λέγεται “θεός” και να το εξετάσεις ως ανθρώπινο υλικό. Να δεις την αδυναμία σου χωρίς να την αγιοποιείς, να πάρεις την παρηγορία σου χωρίς να πουλάς την ελευθερία σου, να νικήσεις την ανοησία σου με κόπο και αμφιβολία, να δαμάσεις τον εγωισμό σου χωρίς να τον μεταμφιέζεις σε απόλυτο. Κι αν, στο τέλος, χρειάζεσαι κάτι “ιερό”, ας είναι η ίδια η ευθύνη σου απέναντι στη ζωή: όχι ως δόγμα, αλλά ως πράξη.

Δημήτρης Βίκτωρ




  

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

 «Αν ψάχνεις τον Θεό πήγαινε μέσα σε έναν πόλεμο για να τον βρεις. Εκεί, Θεός είναι ο ίδιος ο Πόλεμος»

 Η ζωή του ανθρώπου αρχίζει πάντα με έναν πόλεμο: εκείνον της γέννησης. Από τη μήτρα του σκοταδιού στην έκθεση του φωτός, από την ασφάλεια στην αναμέτρηση, ο πρώτος μας αναστεναγμός είναι ήδη μια κραυγή μάχης. Δεν γνωρίσαμε ποτέ τον κόσμο παρά μόνο μέσα από τη σύγκρουση — πρώτα με το σώμα, μετά με τους άλλους, έπειτα με τον ίδιο μας τον εαυτό.

 Η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μακρύς κατάλογος συγκρούσεων. Πίσω από κάθε πρόοδο, κάθε τέχνη, κάθε νόμο και κάθε λέξη, κρύβεται ένας πόλεμος – υλικός ή πνευματικός. Οι αυτοκρατορίες χτίστηκαν επάνω σε κραυγές και κατέρρευσαν μέσα σε ουρλιαχτά. Οι θρησκείες, οι επιστήμες, οι πολιτισμοί δεν γεννήθηκαν από τη γαλήνη αλλά από την ένταση, τον ανταγωνισμό, την ανάγκη για κυριαρχία ή σωτηρία. Αν απογυμνώσεις τον άνθρωπο από το ένστικτο της σύγκρουσης, δεν απομένει παρά μια άδεια μορφή, ένα είδος που ζει από φόβο και όχι από βούληση.

 Ο άνθρωπος, στην αληθινή του φύση, δεν είναι ειρηνοποιός· είναι δημιουργός μέσα από την καταστροφή. Ο πόλεμος δεν είναι μια παρένθεση στη φυσική του κατάσταση — είναι το καμίνι που σφυρηλατεί την ελευθερία, την ταυτότητα, το μεγαλείο. Ό,τι αξίζει να ονομαστεί αληθινό έχει δοκιμαστεί πρώτα στη φωτιά του αγώνα.

 Αν ψάχνεις τον Θεό, μην κοιτάς στα ιερά των ναών· εκεί ζει το είδωλο της προσδοκίας, όχι η αλήθεια. Ο Θεός, αν υπάρχει, ανασαίνει μέσα στις εκρήξεις. Είναι παρών στον πυρετό της μάχης, στις πληγές, στον ιδρώτα, στον πανικό της ύπαρξης που κινδυνεύει. Δεν είναι παρηγορία, είναι πρόκληση. Δεν προστατεύει, απαιτεί.

 Στην αληθινή σύγκρουση, ο άνθρωπος γνωρίζει το βάθος του. Εκεί, μπροστά στην πιθανότητα του θανάτου, πέφτουν οι προσωπίδες της καθημερινότητας. Όταν δεν υπάρχει τίποτα να προσποιηθείς και όλα να υπερασπιστείς, τότε συναντάς το απόλυτο — αυτό που άλλοι ονόμασαν Θεό. Αλλά δεν είναι πρόσωπο. Δεν έχει όνομα. Είναι η ίδια η ένταση της ύπαρξης, η βούληση να είσαι, να σταθείς, να συνεχίσεις.

 Ο πόλεμος, φυσικά, δεν περιορίζεται στο πεδίο μάχης. Είναι παρών σε κάθε μας απόφαση, σε κάθε στιγμή που το “ναι” μας αντιστέκεται στο “όχι” των άλλων. Είναι παρών στην ποίηση που διεκδικεί λέξεις από το χάος, στην τέχνη που προκαλεί το βλέμμα, στην αγάπη που διαπραγματεύεται την υποταγή και την ελευθερία. Ο πόλεμος είναι παντού. Δεν τελειώνει όταν σιγούν τα όπλα — απλώς αλλάζει μορφή.

 Όσοι θέλουν να χτίσουν δίχως να γκρεμίσουν, να ζήσουν δίχως να χάσουν, να εξελιχθούν δίχως να συγκρουστούν, επιθυμούν έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει. Η ειρήνη δεν είναι το αντίθετο του πολέμου — είναι η παύση ανάμεσα στις αναμετρήσεις. Είναι η σιωπή πριν το επόμενο βήμα στο σκοτάδι.

 Η ιστορία των ανθρώπων είναι ο πόλεμος — γιατί ο άνθρωπος είναι κίνηση, πάθος, υπέρβαση. Όσο επιθυμεί, όσο δημιουργεί, όσο διεκδικεί το απρόσιτο, θα πολεμά. Όχι για να καταστρέψει, αλλά για να γεννήσει. Και σ’ αυτό το πεδίο, ο πόλεμος είναι ιερός: όχι ως λατρεία της βίας, αλλά ως αλήθεια της φύσης.

 Ο Θεός εκεί δεν έρχεται να σώσει κανέναν. Εμφανίζεται μόνον όταν Τον αξίζεις. Και τότε δεν λέει τίποτα. Απλώς στέκεται δίπλα σου, ματωμένος κι Αυτός — ο ίδιος ο Πόλεμος.

Δημήτρης Βίκτωρ

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

" ΕΜΦΥΛΙΟΣ " - ( Ελλάς 1949 ) " - Σχολιασμός και ανάλυση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή

---------------------------------------

Εμφύλιος - ( Ελλάς 1949 )

Μέσα απ’ τη γη ξεχύθηκα σε σκοτεινούς καιρούς
σε ύπνο οι πολιτισμοί δήλωναν απουσία
άφηναν στίγματα οι πόλεμοι παντού                               
κι αδελφοί επέστρεφαν να ξαναγνωριστούν.

 Στέγη, αγάπη και τροφή η αγία μου τριάς
σιτάρι και ζεστό ψωμί ο άγνωστος θεός μου
φίλη μητέρα σύντροφος, λάμποντας μες στο φως
πότιζε τον βασιλικό, το δυόσμο και τη μέντα.

Η χώρα μου τον πόνο της φέρει κληρονομιά
κομμάτι που απόμεινε από ωδές Ομήρου
ο Θουκυδίδης ρεπορτάζ στέλνει από μακριά
θυμίζοντας, αυτά έχουν γραφτεί ξανά.

Είμαι βαριά κληρονομιά με την βαριά σκιά της
στους ώμους κουβαλώ αυτά που λίγοι καταφέρνουν
σ’ ένα καθήκον κάθαρσης γυρίζει η τραγωδία
και γίνεται ξανά ωδή, για φάρσα – κωμωδία.

Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος/2014

-------------------------------------------------------------

Σχολιασμός και ανάλυση του ποιήματος

Το ποίημα "Εμφύλιος - (Ελλάς 1949)" αναφέρεται σε μια από τις πιο τραγικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα από τις τέσσερις στροφές εξερευνώνται θέματα όπως ο πόνος, η κληρονομιά, η ταυτότητα και η επανάληψη της ιστορίας.

Στην αρχή, παρουσιάζεται ένα σκοτεινό σκηνικό, όπου οι "σκοτεινοί καιροί" αντιπροσωπεύουν την ταραγμένη περίοδο του εμφυλίου. Η φράση "μέσα απ’ τη γη ξεχύθηκα" συμβολίζει την ανάδυση των παλιών πληγών ή την επανεμφάνιση καταπιεσμένων συναισθημάτων. Οι "πολιτισμοί" που "δήλωναν απουσία" υποδηλώνουν την παρακμή των αξιών και την έλλειψη ανθρωπιάς. Οι "αδελφοί" που "επέστρεφαν να ξαναγνωριστούν" αναφέρονται στην τραγική αντιπαράθεση μεταξύ συμπατριωτών.

Στην συνέχεια, επικεντρώνεται στις βασικές ανθρώπινες ανάγκες και αξίες. Η "αγία μου τριάς" αποτελείται από "στέγη, αγάπη και τροφή", υπογραμμίζοντας την σημασία των θεμελιωδών στοιχείων της ζωής. Ο "άγνωστος θεός" που είναι "σιτάρι και ζεστό ψωμί" συμβολίζει την απλότητα και την ουσία της επιβίωσης. Η μορφή της "φίλης μητέρας συντρόφου" που "λάμποντας μες στο φως" φροντίζει τα φυτά, αντιπροσωπεύει την ελπίδα, την αναγέννηση και τη συνέχεια της ζωής παρά τις δυσκολίες.

Στην τρίτη στροφή, ο ποιητής συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Η Ελλάδα φέρει "τον πόνο της κληρονομιά", υποδηλώνοντας ότι οι πληγές του παρελθόντος εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν. Οι αναφορές στον Όμηρο και τον Θουκυδίδη δημιουργούν μια ιστορική συνέχεια, δείχνοντας ότι οι συγκρούσεις και οι τραγωδίες είναι διαχρονικές. Ο Θουκυδίδης, ως ιστορικός του Πελοποννησιακού Πολέμου, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Στο τέλος, ο ποιητής αναγνωρίζει το βάρος της κληρονομιάς που κουβαλά. Η "βαριά σκιά" αντιπροσωπεύει τις προκλήσεις και τις ευθύνες που συνοδεύουν αυτήν την κληρονομιά. Η "τραγωδία" που "γυρίζει σε καθήκον κάθαρσης" αναφέρεται στην αρχαία έννοια της κάθαρσης μέσω της τέχνης και της αυτογνωσίας. Η μετατροπή της σε "ωδή, για φάρσα – κωμωδία" υποδηλώνει την ειρωνεία της ιστορίας ή την αδυναμία να μάθουμε από τα λάθη μας.

Χρησιμοποιώντας μεταφορές και ιστορικές αναφορές εξερευνάται η ανθρώπινη φύση και η κοινωνική πραγματικότητα, συνδυάζοντας το προσωπικό με το συλλογικό. Η χρήση των μορφών του Ομήρου και του Θουκυδίδη ενισχύει το μήνυμα ότι οι ανθρώπινες συγκρούσεις και οι τραγωδίες είναι επαναλαμβανόμενες και ότι η ιστορία μπορεί να μας διδάξει, αν είμαστε πρόθυμοι να μάθουμε.

Η μετάβαση από την τραγωδία στην κωμωδία στην τελευταία στροφή μπορεί να ερμηνευθεί ως σχόλιο για την ανθρώπινη τάση να υποβιβάζουμε τα σοβαρά ζητήματα ή να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Εδώ επισημαίνεται η ανάγκη για αυτογνωσία και κάθαρση, προκειμένου να σπάσουμε τον κύκλο της βίας και του πόνου.

Δημήτρης Βίκτωρ

 

  

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Περί Θανάτου...

«Όλα έχουν να κάνουν με τον Θάνατο. Τί προλαβαίνουμε»

Η φράση «Όλα έχουν να κάνουν με τον Θάνατο. Τί προλαβαίνουμε» εγείρει μια βαθιά υπαρξιακή ανησυχία: εάν η ζωή τελικά καθορίζεται από τον θάνατο και τη συνείδηση της περατότητάς μας, τότε ποια είναι η ουσία και η αξία όσων πράττουμε; Πόσο σημαντικό είναι να ορίσουμε τις επιλογές, τις προτεραιότητες και τη δράση μας με γνώμονα ότι ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος;

Πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές έχουν υποστηρίξει ότι η επίγνωση του θανάτου είναι μια από τις πιο καταλυτικές δυνάμεις που καθορίζουν τη ζωή του ανθρώπου. Από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία έως τη σύγχρονη υπαρξιστική σκέψη, η συνειδητοποίηση ότι «η ζωή έχει τέλος» δίνει νέο νόημα στην κάθε στιγμή. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, έβλεπε τον θάνατο ως την «απελευθέρωση» της ψυχής, καλώντας τον φιλόσοφο να μελετά και να προετοιμάζεται για εκείνον. Ο Σωκράτης εστίαζε στη γνώση του εαυτού και στην ηθική στάση μπροστά στο τέλος, ενώ μεταγενέστεροι υπαρξιστές, όπως ο Χάιντεγκερ, μίλησαν για την «προ-οπτική του θανάτου» ως την ανώτερη αυθεντική στάση του ανθρώπου έναντι του κόσμου.

Η φράση «Τί προλαβαίνουμε» εκφράζει την αίσθηση ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος. Δεν αρκεί να συνειδητοποιήσουμε μόνο ότι πεθαίνουμε· οφείλουμε και να αναρωτηθούμε πώς αξιοποιούμε τον χρόνο που μας απομένει. Ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα που προκύπτουν από αυτήν την προοπτική είναι: Τί έχει, τελικά, σημασία για μας; Στον δυτικό πολιτισμό, συχνά η έννοια του «προλαβαίνω» σχετίζεται με την επίτευξη στόχων (εργασία, κοινωνική καταξίωση, αναγνώριση). Ωστόσο, όταν ο θάνατος καθίσταται ορισμένος παράγοντας στη σκέψη μας, ίσως να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας: οι σχέσεις μας, η αγάπη, η αυτοπραγμάτωση, η εσωτερική αρμονία αναδεικνύονται πιο σημαντικές από κάθε επιφανειακή επιδίωξη.

Οι άνθρωποι αναζητούν το νόημα μέσα από πράξεις, έργα, δημιουργία, επικοινωνία και, φυσικά, μέσω του ίδιου του αναστοχασμού για τον θάνατο. Αν όλα τελειώνουν με τον θάνατο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ύπαρξή μας είναι κενή· αντίθετα, επιτείνει την αξία της στιγμής. Σε αυτήν την προσέγγιση, μπορούμε να δούμε τον θάνατο ως κίνητρο για να ζήσουμε πιο έντονα και αυθεντικά. Ο Καμύ, για παράδειγμα, μίλησε για το «παράλογο» της ζωής, ωστόσο επέμεινε πως η συναίσθηση της περατότητας οδηγεί σε μια βαθύτερη επανάσταση του πνεύματος και σε μια εξύψωση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μπροστά στον θάνατο, διακυβεύεται και η ηθική μας στάση. Τί επιλέγουμε να κάνουμε με τον χρόνο που διαθέτουμε; Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις πράξεις μας, αναγνωρίζουμε την επίδρασή τους στους άλλους, και δίνουμε μεγαλύτερη σημασία σε ό,τι ορίζει την αξία μας ως ανθρώπων. Σε αυτήν τη βάση, η περατότητα μπορεί να λειτουργήσει ως πυξίδα, που μας οδηγεί στην επίγνωση ότι δεν έχουμε το «για πάντα» για να επανορθώσουμε, να συγχωρήσουμε ή να αγαπήσουμε. Άρα, το ερώτημα «Τί προλαβαίνουμε;» γίνεται ηθικός κανόνας: Πώς μεταχειριζόμαστε τον εαυτό μας και τους γύρω μας, γνωρίζοντας ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος;

Ένας ουσιαστικός κίνδυνος που ελλοχεύει στην επίγνωση του θανάτου είναι η βιασύνη.. Όταν νιώθουμε ότι «πρέπει να τα προλάβουμε όλα», μπορεί να φτάσουμε σε μια αγχώδη κατάσταση, όπου τελικά χάνεται η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα θα προλάβουμε, αλλά πώς θα ζήσουμε όσα προλαβαίνουμε. Η ποιότητα των επιλογών μας υπερισχύει της ποσότητάς τους. Μπορεί να μην προλάβουμε να κατακτήσουμε τον κόσμο· μπορούμε όμως να βιώσουμε την αγάπη, να δημιουργήσουμε, να φιλοσοφήσουμε, να μοιραστούμε στιγμές γενναιοδωρίας και κατανόησης.

Το απόφθεγμα «Όλα έχουν να κάνουν με τον Θάνατο. Τί προλαβαίνουμε» φωτίζει την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και παρακινεί σε ένα πιο στοχαστικό βίωμα της ζωής. Αν βλέπουμε τον θάνατο όχι ως απαισιόδοξη κατάληξη, αλλά ως μια διαρκή υπενθύμιση της αξίας και του νοήματος του τώρα, τότε μπορούμε να αξιοποιήσουμε το πέρασμά μας από αυτόν τον κόσμο με τρόπο πιο γεμάτο, αυθεντικό και βαθύ. Στο φως της περατότητας, το «Τί προλαβαίνουμε» γίνεται η εσωτερική μας φωνή που μας παροτρύνει να αποζητούμε αληθινές σχέσεις, να επιδιώκουμε την αυτογνωσία και να δρούμε με ευθύνη, συμπόνια και αγάπη. Κάπως έτσι, ο θάνατος παύει να είναι ο απόλυτος φόβος και γίνεται ο απώτερος οδηγός για μια ζωή με νόημα.

Δημήτρης Βίκτωρ



Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Περί φόβου του Θανάτου

«Μόνο η επιστημονική σκέψη μπορεί να απομακρύνει τον φόβο του θανάτου»

Ο άνθρωπος ζει με μια σκιά που δεν τον ακολουθεί απλώς, τον διαμορφώνει: την επίγνωση ότι κάποτε θα παύσει. Ο φόβος του θανάτου γεννιέται λιγότερο από το ίδιο το γεγονός και περισσότερο από όσα ο νους προσθέτει πάνω του: εικόνες, μύθους, απειλές, ενοχές, «μετά» που δεν γνωρίζει αλλά το φαντάζεται. Η σκέψη που εκπαιδεύεται να ξεχωρίζει το δεδομένο από το επινοημένο μπορεί να αφαιρέσει αυτό το περίσσευμα τρόμου. Μια τέτοια σκέψη δεν υπόσχεται παρηγοριά, υπόσχεται καθαρότητα: να βλέπεις το τέλος χωρίς φαντάσματα. Και μόνο αυτό, ήδη, ελαφραίνει την ψυχή.

Η επιστημονική στάση δεν είναι σωρός γνώσεων· είναι άσκηση πειθαρχίας. Μαθαίνει τον άνθρωπο να ζητά τεκμήριο, να αντέχει την αβεβαιότητα, να μην παραδίδεται σε βολικές βεβαιότητες. Έτσι μετατοπίζει τον φόβο: από την άγρια φαντασίωση στο πραγματικό μέτρο. Ο θάνατος δεν είναι προσωπική προσβολή της φύσης, είναι όρος της φύσης. Όπως δεν θυμώνεις με τη νύχτα επειδή πέφτει, έτσι σταδιακά παύεις να διαπληκτίζεσαι με το αναπόφευκτο. Δεν εξαφανίζεται η λύπη, αλλά μειώνεται η ταραχή που γεννά η άγνοια και η υπερβολή.

Όμως η λέξη «μόνο» είναι απαιτητική. Γιατί ο φόβος δεν τρέφεται μόνο από δεισιδαιμονίες· τρέφεται κι από προσκόλληση. Μπορείς να γνωρίζεις άριστα τους μηχανισμούς της ζωής και παρ’ όλα αυτά να τρέμεις, επειδή δεν θέλεις να αποχωριστείς όσα αγαπάς ή επειδή δεν αντέχεις την ιδέα ότι χάνεις τον έλεγχο. Εκεί η γνώση, από μόνη της, περιγράφει αλλά δεν μεταμορφώνει. Χρειάζεται και μια εσωτερική εργασία: να μάθεις να επενδύεις την αξιοπρέπεια σε όσα εξαρτώνται από σένα—στις επιλογές, στον χαρακτήρα, στην πράξη—και να μη ζητάς από τον κόσμο εγγυήσεις που δεν δίνει.

Κι ύστερα έρχεται η πιο σκληρή διαπίστωση: ο φόβος του θανάτου συχνά δεν είναι φόβος της παύσης, αλλά φόβος ότι δεν έζησες αρκετά δικά σου. Ότι ανέβαλες, ότι συμβιβάστηκες, ότι άφησες τη ζωή σου να περάσει σαν ξένη υπόθεση. Τότε ο θάνατος γίνεται καθρέφτης που δεν τρομάζει επειδή δείχνει το τέλος, αλλά επειδή δείχνει το ανεκπλήρωτο. Η επιστημονική σκέψη μπορεί να σου κόψει τις αυταπάτες, αλλά δεν μπορεί να σου χαρίσει νόημα· το νόημα είναι δημιουργία, όχι εύρημα.

Έτσι, το απόφθεγμα στέκει και δεν στέκει. Ναι, η επιστημονική σκέψη έχει τη δύναμη να απομακρύνει τον φόβο που γεννά η πλάνη: να ξεγυμνώσει το τέλος από μεταφυσικές απειλές και από νοητικές υπερβολές. Αλλά ο πιο βαθύς φόβος υποχωρεί όταν η γνώση γίνει στάση ζωής: όταν, χωρίς παρηγορητικά παραμύθια, αποφασίζεις να ζήσεις με ένταση, ευθύνη και τόλμη, ώστε το τέλος να μη μοιάζει κλοπή, αλλά σφραγίδα. Τότε ο θάνατος δεν χάνει τη σοβαρότητά του· χάνει την εξουσία του.

Κι αν τελικά η επιστήμη δεν μπορεί να σου υποσχεθεί αθανασία, μπορεί να σου προσφέρει κάτι πιο τίμιο: να σου αφαιρέσει την ανάγκη της. Να σου δείξει ότι δεν είσαι το κέντρο, αλλά ένα πέρασμα. Να σε αναγκάσει να εγκαταλείψεις τον εγωκεντρικό μύθο, όχι για να μικρύνεις, αλλά για να ελευθερωθείς. Από εκεί και πέρα, η τελευταία κίνηση είναι δική σου: είτε θα ζητήσεις από την αλήθεια να σε νανουρίσει, είτε θα την κάνεις λεπίδα που κόβει τις αναβολές. Όταν η ζωή γίνει πράξη έντασης, δημιουργίας και αυτοϋπέρβασης, τότε ο θάνατος παύει να είναι ο μεγάλος τρομοκράτης. Γίνεται ο ορίζοντας που σε αναγκάζει να βαδίσεις όρθιος.

Δημήτρης Βίκτωρ




 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Δημήτρης Βίκτωρ


 

" ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ " -- Ποίημα -Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ

Ο Πόνος ως Πολιτικό Εμπόρευμα

Η Αισχρή Εκμετάλλευση της Ανθρώπινης Δυστυχίας

Η ανθρώπινη δυστυχία υπήρξε ανέκαθεν ένα φτηνό αλλά αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο. Ο πόνος, το πένθος, η απώλεια, όλα μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως εμπορεύματα στο αδηφάγο παζάρι της εξουσίας. Σαν ύαινες που σέρνονται γύρω από τα κουφάρια της καταστροφής, οι πολιτικοί—οι κυνικοί έμποροι της ανθρώπινης οδύνης—δεν διστάζουν να μετατρέψουν τη δυστυχία σε προπαγάνδα, σε ρητορικά όπλα, σε μέσα για την εδραίωση της δύναμής τους.

Ο Πόνος ως Σκηνικό για τη Φαρισαϊκή Πολιτική

Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου για την κατασκευή ενός πολιτικού αφηγήματος που εξυπηρετεί την εξουσία. Όταν μια τραγωδία συμβεί, είτε πρόκειται για φυσική καταστροφή, είτε για τρομοκρατική επίθεση, είτε για δυστύχημα, είτε για μια κοινωνική αδικία, οι πολιτικοί σπεύδουν να «οικειοποιηθούν» τον θρήνο. Τους βλέπουμε να περιφέρονται με αυστηρό ύφος, με χειρονομίες γεμάτες δήθεν ευαισθησία, να εκφωνούν λόγους υποκριτικής συμπόνιας και να υπόσχονται αλλαγές που ποτέ δεν έρχονται.
Και το χειρότερο; Ο πόνος δεν χρησιμεύει απλώς ως σκηνικό για την προβολή της πολιτικής τους περσόνας. Χρησιμοποιείται ως όπλο για τη χειραγώγηση του λαού. Τον τροφοδοτούν με οργή επιλεκτική, του δείχνουν ποιον να μισήσει, τον στρέφουν εναντίον κατασκευασμένων εχθρών. Η λογική θολώνει, το συναίσθημα γίνεται εργαλείο και, πριν το καταλάβει κανείς, ο ανθρώπινος πόνος έχει μετατραπεί σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η ουσία ξεχνιέται, καλπάζει το ψεύδος, η υπερβολή και η φήμη.

Το Άδικο Πένθος ως Πολιτική Ευκαιρία

Δεν υπάρχει τίποτα πιο βρώμικο από το να βλέπεις μια παράταξη να «πουλάει» πένθος. Οι νεκροί γίνονται σύμβολα όχι για να τιμηθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. Στημένες ειδήσεις σε τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιογράφους που ενδιαφέρονται μόνον για την προβολή τους και την τηλεθέαση, αδιαφορώντας για το κακό που δημιουργούν στο κοινωνικό σύνολο. Πορείες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες της προπαγάνδας, δάκρυα που έχουν προγραμματιστεί να χυθούν μπροστά στα μικρόφωνα. Κάθε θάνατος γίνεται εργαλείο πόλωσης. Δεν έχει σημασία η πραγματική ζωή του χαμένου ανθρώπου· αυτό που μετράει είναι πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μνήμη του για πολιτικό κέρδος.

Η υποκρισία αποκαλύπτεται όταν δει κανείς πώς αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί, που κλαίνε δημοσίως για τις τραγωδίες, αδιαφορούν πλήρως για τις συστημικές αιτίες που τις προκαλούν. Δεν τους ενδιαφέρει να προλάβουν το κακό· τους ενδιαφέρει μόνο να το εκμεταλλευτούν όταν συμβεί.

Η Δύναμη του Φόβου και της Θυματοποίησης

Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου δεν περιορίζεται μόνο στο πένθος και τις τραγωδίες. Ολόκληρες κοινωνίες κρατούνται σε κατάσταση διαρκούς φόβου, με την αίσθηση ότι είναι θύματα. Οι πολιτικοί λατρεύουν τον ρόλο του σωτήρα, αλλά για να είναι σωτήρες πρέπει να υπάρχει πάντα μια διαρκής απειλή, ένας συνεχής πόνος. Έτσι, οι λαοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ψυχολογία ανασφάλειας, έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε αυταρχική πολιτική «για το καλό τους».

Όταν οι άνθρωποι πονάνε, είναι ευάλωτοι. Κυριαρχεί το θυμικό πέρα από κάθε αντίσταση για λογική σκέψη. Και τότε, είναι εύκολο να χειραγωγηθούν. Ο φόβος είναι το απόλυτο όπλο πολιτικής κυριαρχίας. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν καλά ότι ένας λαός που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση πένθους ή φόβου δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τη διαύγεια να αμφισβητήσει την εξουσία τους.

Η Αποδόμηση της Πολιτικής της Οδύνης

Το αντίδοτο σε αυτή την αηδιαστική εκμετάλλευση είναι η επίγνωση. Οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν πότε ο πόνος τους χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την αυθεντική συμπόνια από τη φαρισαϊκή εκμετάλλευση. Να αναγνωρίζουν τους ηθοποιούς της εξουσίας που παίζουν τον ρόλο του συμπονετικού ηγέτη, ενώ στην πραγματικότητα απλώς πατούν πάνω στις πληγές της κοινωνίας για να ανέβουν στην εξουσία.

Η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου πόνου πρέπει να προστατευθεί από τα χέρια των πολιτικών εμπόρων. Γιατί ο πόνος δεν είναι εργαλείο. Το πένθος δεν είναι πολιτικό σλόγκαν. Και η ανθρώπινη δυστυχία δεν πρέπει να γίνεται σκαλοπάτι για την εξουσία.

Μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση του πόνου τους, σκεπτόμενοι με λογική για την εξεύρεση της αλήθειας, αντί να γίνονται οπαδοί της προπαγάνδας, μόνο τότε ίσως θα μπορέσουν να σπάσουν τις αλυσίδες της πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτό όμως το καταφέρνουν λίγοι. Και όσο παραμένουν λίγοι, λίγο θα ακούγονται. Δυστυχώς…

Ως τότε, οι ύαινες θα συνεχίσουν να σέρνονται γύρω από τα ερείπια, έτοιμες να καταβροχθίσουν κάθε νέα τραγωδία που θα παρουσιαστεί στο δρόμο τους.
Δυστυχώς…

Δημήτρης Βίκτωρ



Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ΠΕΡΙ ΘΑΥΜΑΣΤΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΤΙΚΟΥ

«Όσο πιο ψεύτικο είναι κάτι, τόσο περισσότερους οπαδούς και θαυμαστές έχει»

Όσο πιο ψεύτικο είναι κάτι, τόσο πιο τέλεια προσαρμόζεται στα γούστα της μάζας. Το ψεύτικο είναι εύκαμπτο: κόβεται και ράβεται πάνω στις πιο πρόχειρες επιθυμίες, στις πιο χονδροκομμένες φαντασιώσεις. Η αλήθεια αντιστέκεται, δεν δέχεται εύκολα να παραμορφωθεί για να γίνει αρεστή. Γι’ αυτό και συχνά μένει χωρίς κοινό.
Το ψεύτικο, αντίθετα, γεννιέται ήδη ως προϊόν: υπολογίζει εντυπώσεις, συναισθήματα, ανάγκη ταύτισης. Όσο πιο πλήρως υπηρετεί αυτή τη λογική, τόσο πιο πολύ πληθαίνουν οι οπαδοί και οι θαυμαστές του.
Το ψεύτικο λειτουργεί ως παρακαμπτήριος της ευθύνης. Η αλήθεια απαιτεί από τον άνθρωπο να δει τον εαυτό του χωρίς μακιγιάζ, να αναγνωρίσει ενοχές, μικρότητες, δειλίες. Το ψεύτικο του προσφέρει χάρη χωρίς κρίση: του λέει ότι είναι ήδη αρκετός, ότι φταίνε πάντα οι άλλοι, ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει, μόνο να πιστέψει. Αυτή η απαλλαγή από την αυτοκριτική είναι αφόρητα ελκυστική.
Οι άνθρωποι δεν γίνονται οπαδοί επειδή πείστηκαν από επιχειρήματα, αλλά επειδή βρήκαν μια ιδέα που τους δικαιώνει εκ των προτέρων. Όσο πιο ψεύτικη η ιδέα, τόσο πιο γενναιόδωρα μοιράζει αυτή τη φτηνή δικαίωση.
Κάθε ψεύτικο κατασκεύασμα υπόσχεται απλότητα εκεί όπου η πραγματικότητα είναι σύνθετη. Προσφέρει καθαρές εξηγήσεις, μονοδιάστατους ενόχους, συνταγές για σωτηρία.
Η αλήθεια είναι γεμάτη αποχρώσεις, αντιφάσεις, γκρίζες ζώνες. Η μάζα δεν έχει υπομονή για αυτή την πολυπλοκότητα· θέλει γρήγορα σχήματα που να χωρούν σε συνθήματα, σε εικόνες, σε «μικρές δόσεις» νοήματος.
Το ψεύτικο θριαμβεύει επειδή μπορεί να συμπυκνωθεί χωρίς να χάσει τίποτε – διότι δεν είχε από την αρχή βάθος. Όσο πιο επίπεδο είναι το περιεχόμενο, τόσο πιο εύκολα διαδίδεται.
Το ψεύτικο είναι από τη φύση του θεατρικό. Χρειάζεται σκηνή, φώτα, εντυπωσιασμό. Τρέφεται από ρόλους, σύμβολα, αφηγήματα που αγγίζουν το ένστικτο και παρακάμπτουν τη σκέψη.
Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη το θέαμα· συχνά εμφανίζεται άχαρη, ασκητική, χωρίς στολισμούς. Η μάζα εκπαιδεύεται να πιστεύει μόνο ό,τι λάμπει, το ψεύτικο αποκτά προβάδισμα. Μετατρέπεται σε παράσταση, σε μάρκα, σε ταυτότητα. Ο θαυμαστής δεν προσκυνά ένα περιεχόμενο, αλλά ένα στιλιζαρισμένο είδωλο. Όσο πιο ψεύτικο το είδωλο, τόσο πιο ελεύθερο είναι να φορέσει πάνω του τις προβολές όλων.
Το ψεύτικο, τέλος, προσφέρει αυτό που η αλήθεια σπάνια υπόσχεται: αίσθηση συμμετοχής σε κάτι μεγάλο. Ο οπαδός δεν αντέχει τη μοναξιά της ατομικής κρίσης· ζητά να ανήκει σε πλήθος, να μοιράζεται συνθήματα, να χάνεται σε μια κοινή πίστη.
Η αλήθεια ζητά από τον άνθρωπο να σταθεί μόνος απέναντι στον εαυτό του και στον κόσμο. Το ψεύτικο του λέει, «έλα μαζί μας, εδώ δεν θα χρειαστεί να σκεφτείς, μόνο να χειροκροτείς».
Όσο πιο ψεύτικο είναι κάτι, τόσο πιο εύκολα μετατρέπεται σε καταφύγιο για όσους τρέμουν την ελευθερία τους.
Γι’ αυτό και μετρά τους θιασώτες του όχι σε βάθος, αλλά σε αριθμούς.

Δημήτρης Βίκτωρ




" ΚΑΝΝΑΒΙΣ " --- Στίχοι - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018