Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 "Αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο τους αναγνωρίζεις: 
Έχουν στα μάτια κάτι, στα χείλια κάτι και στο ύφος ακόμα κάτι. 
Ένα πέπλο, κάτι…"

Το παραπάνω απόφθεγμα επικεντρώνεται σε εκείνους τους ανθρώπους που, με λόγια ή πράξεις, ξεχωρίζουν από το πλήθος λόγω της φλόγας που τους κινεί να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα γύρω τους. Μας μιλάει για ένα “πέπλο”, ένα “κάτι” αόριστο, το οποίο διακρίνεται στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος τους. Τι είναι, όμως, αυτό το “κάτι” που υποδηλώνει; Και γιατί γίνεται τόσο αισθητό σε όσους έχουν μια βαθιά επιθυμία να αλλάξουν τον κόσμο;

Οι άνθρωποι που επιθυμούν να φέρουν αλλαγή ξεχωρίζουν από την εσωτερική τους κινητήρια δύναμη. Είναι εκείνοι που δεν αρκούνται στην πεπατημένη οδό ούτε ικανοποιούνται από τη συμβατική “τάξη πραγμάτων”. Αντί να περιμένουν παθητικά να συμβούν οι εξελίξεις, στέκονται μπροστά στις προκλήσεις και οραματίζονται νέες κατευθύνσεις.

Η ματιά τους μαρτυρά ένα μείγμα προσμονής και αποφασιστικότητας. Δεν κοιτούν απλώς τον κόσμο, αλλά φαίνεται να βλέπουν ένα πιθανό μέλλον κρυμμένο πίσω από την επιφάνεια. Είναι σαν τα μάτια τους να “αφηγούνται” μια ιστορία που για τους περισσότερους είναι αόρατη.

Το χαμόγελο ή η έκφρασή τους φανερώνει μια προσήλωση σε ιδανικά. Ακόμη κι όταν δεν μιλούν, τα χείλη τους μοιάζουν έτοιμα να προφέρουν λόγια αισιοδοξίας ή ορμής. Η “σιωπή” τους δεν είναι κενή, αλλά γεμάτη πειθαρχημένη έξαρση.

Πέρα από τα λόγια, η συνολική στάση του σώματός τους και η συμπεριφορά τους απηχεί μια αφοσίωση σε έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Σε κάθε κίνησή τους, διαβάζει κανείς ότι η αδράνεια δεν τους ταιριάζει.

Όταν γίνεται λόγος για ένα “πέπλο”, συχνά αναφερόμαστε σε κάτι που καλύπτει ή περιβάλλει κάποιον, προσδίδοντάς του ένα μυστήριο. Στην περίπτωση των ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το “πέπλο” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακτινοβολία της οραματικής τους διάθεσης.

Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε ό,τι “είναι” και σε ό,τι “θα μπορούσε να είναι”. Το “πέπλο” τους προστατεύει από τον κυνισμό του περιβάλλοντος, λειτουργώντας σαν διαχωριστική μεμβράνη ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία τους, όπου γεννιούνται νέες ιδέες.

Συχνά, όσοι επιζητούν αλλαγή θεωρούνται “ουτοπιστές”. Κι όμως, οι μεγάλες τομές στις κοινωνίες σχεδόν πάντα ξεκίνησαν από κάποιους “ουτοπιστές”. Το “πέπλο” λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από μια δεδομένη πραγματικότητα μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες άλλες, αν ακόμα δεν τις έχουμε ανακαλύψει.

Κάθε επιθυμία για αλλαγή, προτού γίνει δημόσια δράση, ξεκινά από μια εσωτερική επανάσταση. Στον πυρήνα της, βρίσκεται μια μορφή αμφισβήτησης: “Γιατί να είναι έτσι τα πράγματα;” ή “Πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά;”

Το βλέμμα τους προδίδει τη βαθιά πεποίθηση ότι η πορεία της ζωής ή της κοινωνίας δεν είναι προκαθορισμένη. Αντίθετα, θεωρούν ότι ο άνθρωπος μπορεί να επανασχεδιάσει τις συνθήκες της ύπαρξής του.

Η απόφαση να αμφισβητεί κανείς το “στάτους κβο” απαιτεί θάρρος. Αυτό το βλέπουμε στην αποφασιστικότητα που καθρεφτίζεται στο ύφος τους. Ξέρουν πως η αλλαγή συχνά συναντά αντίσταση, αλλά αυτό δεν τους σταματά· τους καθοδηγεί η ιδέα ότι χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη.

Συχνά, οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν με το “πέπλο” μιας αλλαγής, αρχικά αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ειρωνεία. Το βλέμμα τους, η στάση τους, μπορεί να φαίνονται παράξενα ή υπερβολικά σε όσους έχουν συνηθίσει στη στασιμότητα. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι πολλές φορές οι “ονειροπόλοι” και οι “επαναστάτες” έχουν υπάρξει οι πραγματικοί διαμορφωτές του μέλλοντος.

Οι καινοτόμες ιδέες δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές. Το “πέπλο” που φέρουν, τους διαχωρίζει από το “παραδοσιακό” και δημιουργεί έναν αμήχανο θαυμασμό, αλλά και φόβο στους γύρω τους.

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτοί οι άνθρωποι συχνά αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει μια φυσική έλξη που βασίζεται στη διάθεση για υπέρβαση, σαν να συμμερίζονται ένα κοινό μυστικό για το πώς θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος.

Τελικά, αυτό το “κάτι” στα μάτια, στα χείλη και στο ύφος αυτών που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο δεν είναι μια κενή γοητεία. Είναι ένα συναίσθημα ελπίδας, αλλά ταυτόχρονα και μια έμπρακτη ανάληψη ευθύνης απέναντι στη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά γύρω μας – ή ίσως αν κοιτάξουμε και μέσα μας – θα βρούμε εκείνους που θέλουν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο. Το “πέπλο” αυτό δεν είναι κάτι υπερφυσικό· είναι η απτή ανταύγεια του ανατρεπτικού πνεύματος, της αποφασιστικότητας και της αισιοδοξίας. Στα μάτια τους, θα δούμε τον καθρέφτη μιας πιθανότητας για ένα καλύτερο μέλλον. Στα χείλη τους, θα ακούσουμε τη βεβαιότητα ότι η ζωή μπορεί να ξαναγραφτεί από την αρχή. Και στο ύφος τους, θα διακρίνουμε ότι δεν αποδέχονται μοιρολατρικά όσα συμβαίνουν, αλλά αγωνίζονται για όσα μπορούν να συμβούν.

Είναι αυτοί, τελικά, που πυροδοτούν την ιστορία, που σπρώχνουν τα όρια και που προσδίδουν νόημα στο ανθρώπινο ταξίδι. Ένα “κάτι”· μια άφατη δύναμη· το ίδιο το όραμα της αλλαγής. Και εκεί έγκειται όλη η γοητεία τους: μας θυμίζουν ότι ο κόσμος ίσως δεν είναι παρά η προβολή του θάρρους και των ονείρων μας.

Δημήτρης Βίκτωρ



Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Περί εχθρών και εχθρότητος

«Οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους. Μακάρι να έχεις μια ντουζίνα, τουλάχιστον»

Οι περισσότεροι θεωρούν την εχθρότητα κάτι ξένο προς την ευημερία τους∙ ωστόσο, εκεί όπου άλλοι διακρίνουν απειλή, ο νους που επιδιώκει γαλήνη αναγνωρίζει μία άσκηση αυτογνωσίας. Ο εχθρός, ακουσίως, μας παραδίδει καθρέφτη· σε αυτόν προβάλλονται οι αδυναμίες μας πιο καθαρά απ’ ό,τι θα τολμούσε να μας τις υποδείξει ο πιο τρυφερός φίλος. Αν ο λόγος του φίλου σκεπάζεται συχνά από ευγένεια ή οίκτο, η φωνή του αντιπάλου δεν κουβαλά τέτοια επιείκεια: κόβει αιφνίδια, σαν νυστέρι, το πλεονάζον λίπος από τις αντιφάσεις μας. Μπροστά στην αυστηρή του παρουσία, ο εσωτερικός μας κόσμος διατάσσεται ξανά· ό,τι είναι φθαρμένο αποκαλύπτεται, ό,τι είναι στιβαρό μένει όρθιο. Αυτή η δοκιμασία αποτελεί, λοιπόν, άσκηση αντοχής· όχι καθόλου ευχάριστη, αλλά βαθιά ωφέλιμη.

Αν αντιληφθούμε ότι κάθε κρίση, ειρωνεία ή συκοφαντία λειτουργεί ως προτρεπτικός λόγος για να εξετάσουμε τις προθέσεις και τα έργα μας, τότε η εχθρότητα παύει να είναι βάρος και γίνεται εργαλείο. Ο εχθρός μας διδάσκει να μην είμαστε προσκολλημένοι στη γνώμη των άλλων· μας υπενθυμίζει ότι η αρετή κρίνεται από τη συνέπειά της, όχι από το χειροκρότημα των παρατηρητών. Έτσι, το δόρυ που στρέφεται εναντίον μας σφυρηλατεί τη θωράκισή μας: επιβάλλει εγκράτεια στο συναίσθημα, διαύγεια στη σκέψη, ακρίβεια στην πράξη. Η αρετή που έχει αντέξει σε μομφές λάμπει απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό.

Μα δεν αρκεί να υπομένουμε παθητικά. Εκεί όπου ο ήρεμος νους αρκέστηκε να δει τον αντίπαλο ως δάσκαλο αρετής, τώρα ας εμφανιστεί η σπίθα μιας δημιουργικής ανυποταγής. Γιατί να αρκούμαστε σε έναν αντίπαλο, όταν ένα ολόκληρο τάγμα αντιθέσεων θα μπορούσε να ανυψώσει τον πήχη; Ο εχθρός, όταν πληθαίνει, μετατρέπεται σε πηγή αδιάκοπης εγρήγορσης. Δώδεκα αντίπαλοι, δώδεκα διαφορετικά οδοφράγματα—και πίσω από κάθε οδόφραγμα ένα νέο ύψωμα που ορίζεται μόνον από τη δική μας απόφαση να το κατακτήσουμε.

Εκείνοι που σε φθονούν, εκείνοι που σε παρερμηνεύουν, εκείνοι που αποστρέφονται τη σκιά που ρίχνεις πάνω στους δικούς τους καρπούς—όλοι τους συγκροτούν τον πιο πολύτιμο θίασο. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε εξαναγκάζουν να πλαταίνεις τις επάλξεις σου, να βαθύνεις τα θεμέλιά σου, να οξύνεις τον λόγο σου. Η κάθε μομφή μεταμορφώνεται σε πυροδότηση ενέργειας, η κάθε συκοφαντία σε πρόκληση για δημιουργικό ξέσπασμα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή αυτοάμυνα· είναι επίθεση προς τα εντός όρια σου, ρίψη γέφυρας προς ανώτερες εκδοχές του εαυτού σου.

Και τότε αλλάζει ο αέρας. Η νηνεμία του πρώτου στοχασμού δίνει τη θέση της σε θυελλώδη χαρά. Ο εχθρός γίνεται προσάναμμα· η πυρά που ανάβει φωτίζει μέλλοντα μονοπάτια. Ό,τι ήταν κάποτε αγωνία, γίνεται τώρα σάλπισμα εκστρατείας. Ανασήκωσε τους ώμους απέναντι στην κακογλωσσιά· γέλα στην όψη του φθόνου· γιγάντωσε τη σκιά σου μέχρι να πάψει ο άλλος να τη φοβάται και να υποχρεωθεί να χτίσει φως μέσα του. Αυτός είναι ο πιο γόνιμος θρίαμβος: όχι ο αφανισμός του αντιπάλου, αλλά ο εξαναγκασμός του να εξελίξει τη δύναμή του, επειδή η δική σου υπερέβη τα όρια του συνηθισμένου.

Αν, λοιπόν, κάποιος σου ευχηθεί πλήθος αντιπάλων, μην το εκλάβεις ως κατάρα. Είναι ευχή να μην βαλτώσεις, να μην νυστάξεις πάνω στα βολικά μαξιλάρια της συναίνεσης. Κράτησε τους κοντά σου, όχι για να τους μοιάσεις, αλλά για να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που σε ωθεί να ξεπερνάς το χθεσινό σου ανάστημα. Γιατί στ’ αλήθεια, οι φίλοι συχνά ψιθυρίζουν: «Μείνε όπως είσαι, μας αρκεί». Οι εχθροί ωρύονται: «Δεν είσαι αρκετός, απόδειξε το αντίθετο». Αυτή η ιαχή δεν είναι απειλή—είναι η πιο ευγενής πρόσκληση για να ανακαλύψεις πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις όταν ουρλιάζει εναντίον σου ο άνεμος, κι εσύ μαθαίνεις να τον καβαλάς.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Όσα μας δανείζει η ζωή

"Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε"

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή· κι όπως κάθε αγαθό που παραμένει για λίγο στα χέρια μας, έτσι κι αυτά δεν είναι ποτέ αποκλειστικά κτήμα αλλά πρόσκαιρη εναπόθεση. Ο κόσμος δεν μας ανήκει· μόνον η χρήση του περνά για μια στιγμή από το πεδίο της προαίρεσής μας. Άρα το πρώτο καθήκον είναι η νηφάλια επίγνωση: να μην ταυτίζουμε την αξία μας μ’ εκείνο που μπορεί αύριο να ανακληθεί.
 Ό,τι έρχεται, έρχεται ως δάνειο· ό,τι φεύγει, φεύγει ως φυσική εκκαθάριση. Μέσα σ’ αυτή την σιωπηλή λογιστική του Κόσμου δεν απομένει παρά να ασκηθούμε στην ελευθερία από τα εξωτερικά, να χτίσουμε τον εσωτερικό χαρακτήρα ώστε, όταν η ζωή ζητήσει πίσω τα χρήματά της, να μην παραδώσουμε κι εμείς τον εαυτό μας μαζί.

Το μόνο λοιπόν που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε τα δανεισμένα αγαθά με αρετή: να μην αφήσουμε τον φόβο τής απώλειας να ακρωτηριάσει την λογική· να μην επιτρέψουμε στον πλούτο ή στην φτώχεια να παρεισφρήσουν στο κέντρο της ψυχής μας. Εκεί όπου η θέληση αρκείται στην αρετή, η απώλεια μεταμορφώνεται σε φυσικό συμβάν, όπως ο άνεμος που σβήνει ένα φως το οποίο δεν άναψα εγώ ο ίδιος. Αυτή η γαλήνη — όχι αδράνεια, αλλά πράξη συμφιλίωσης — είναι η ύψιστη ανθρώπινη δυνατή απάντηση στην παροδικότητα.

Κι όμως, κάποια στιγμή η γαλήνη αυτή συγκρούεται μ’ ένα άλλο κάλεσμα — το πάθος της δημιουργίας, την δίψα να χαράξουμε παραπανίσια σημάδια πάνω στο αντίγραφο που λάβαμε. Ο Νίτσε θα γελούσε με την ιδέα ότι είμαστε απλοί λογιστές ενός κοσμικού δανείου∙ θα μας καλούσε να γίνουμε σπάταλοι, όχι με τα πράγματα αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε», θα έλεγε, «είναι να ανατρέψουμε τον πίνακα ισολογισμού, να μετατρέψουμε το χρέος σε χορό». Αν ο Στωικός προτάσσει την αυτάρκεια, ο Νιτσεϊκός άνθρωπος προτάσσει τη μεταμόρφωση: την θέληση να πλάσει νέες αξίες απ’ αυτό το ίδιο το δανεικό υλικό.

Ό,τι μας παραχωρεί η ζωή δεν είναι πια απλώς ενέχυρο άνευ συναισθημάτων· είναι άμορφη ύλη που αναμένει την σφραγίδα της δημιουργικής μας βούλησης. Να λοιπόν η δεύτερη ανάγνωση του αποσπάσματος: παίρνουμε τα δάνεια, αλλά το μόνο που μπορούμε — και οφείλουμε — είναι να τα υπερχειλίσουμε, να τα κάνουμε γιορτή, να τα μεταστρέψουμε σε προσωπικούς μύθους. Ο κόσμος μάς διαθέτει λίγες στιγμές, λίγη σάρκα, λίγη φωνή· εμείς τις πολλαπλασιάζουμε μέσα από την ποίηση, το γέλιο, τον έρωτα και την τραγική χαρά. Δεν επιστρέφουμε το κεφάλαιο ανέπαφο· το επιστρέφουμε φλεγόμενο από υπεραξία, σαν ακριβό κρασί που ζύμωσε η φωτιά του πνεύματος.

Έτσι το αρχικό στωϊκό «δέξου» συναντά το νιτσεϊκό «γίνε»· κι η ζωή, που εμφανίστηκε με τη μορφή ανελέητου τραπεζικού ιδρύματος, γίνεται στο τέλος συνένοχος και εραστής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε το δάνειο — είτε με την νηφάλια αρετή είτε με την διονυσιακή ακρότητα — έτσι ώστε, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού, να μη μας μετρήσουν σε νομίσματα αλλά σε λάμψεις.

Δημήτρης Βίκτωρ

……………………………………………………………………………

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δάνειο ζωής

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
σταγόνες χρόνου, σκιές, πλεούμενα όνειρα
τ
 απλώνουμε σε πάγκους ταπεινής λογιστικής·
με ήσυχους κόμπους δαχτύλων μετρ
άμε
πόσο φως χωρά στον κόκκο ενός ρολογιού.

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
δεν έφυγε—απλώς
επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε ανήκε».

Τίποτε δεν γράφεται στο όνομά μας
κάτω απ’ το τεφρό χαμόγελο
το δάνειο τρεμοπαίζει σαν κέρμα
στο χέρι ενός παιδιού:
θα γυρίσει στον τραπεζίτη
ή θα γίνει σφεντόνα
τραγούδι, θραύσμα παρ
άθυρου.

Τότε ο Νίτσε γελά και λογαριάζει.
Το ποσοτικό γίνεται ουρλιαχτό
μηδενικά πετούν σαν σπίθες
από σφυρήλατο αμόνι.
«Ξόδεψε τον εαυτό σου», κραυγάζει·
«μετέτρεψε τον τόκο σε γιορτή».

Μονάχα τότε ο θάνατος σκύβει
τα νομίσματά σου μετρ
ώντας
τα βρ
ίσκει χρυσόσκονη
ανέφικτη να δεθεί σε πουγκί.

Παίρνουμε όσα μας δανείζει η ζωή·
κι εμείς, το μόνο που μπορούμε
είναι να τα σπαταλήσουμε εμπρηστικά
ώσπου ν’ αφήσουμε στη νύχτα
κάτι που καίει σαν άστρο
απόδειξη 
για την αιώνια πληρωμή..

«Μην πενθείς ό,τι φεύγει
επέστρεψε εκεί ...»

Δημήτρης Βίκτωρ
Αύγουστος - 2018

 

 


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Περί σκοπού, νοήματος, ελευθερίας

«Η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα· γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να ζει ελεύθερος.
Γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει»

Η ζωή, όταν την κοιτάξει κανείς χωρίς παραμύθια και χωρίς δεκανίκια, δεν προσφέρει εγγυήσεις. Δεν παραδίδει στον άνθρωπο ένα γραμμένο σχέδιο, ούτε μια τελική «εξήγηση» που να τον απαλλάσσει από την ευθύνη της κρίσης του. Αυτό που ονομάζουμε σκοπό και νόημα συχνά δεν είναι παρά η ανθρώπινη ανάγκη να δέσει το τυχαίο με μια κορδέλα λογικής, να μετατρέψει τη ροή σε αφήγηση και την αγωνία σε δόγμα. Όμως η απουσία προκαθορισμένου νοήματος δεν είναι μόνο έλλειμμα· είναι και άνοιγμα. Είναι η καθαρή συνθήκη μέσα στην οποία ο νους μπορεί να σταθεί όρθιος: να αναγνωρίσει τι εξαρτάται από αυτόν και τι όχι, να πάψει να απαιτεί από τον κόσμο να του χρωστάει παρηγοριά, και να μάθει να ζει χωρίς να εκβιάζει το σύμπαν να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Όταν λέμε «η ζωή δεν έχει σκοπό ούτε νόημα», αγγίζουμε μια αλήθεια που μπορεί να γίνει είτε δηλητήριο είτε φάρμακο. Δηλητήριο, αν την πάρουμε ως πρόσχημα για αδράνεια, κυνισμό ή αυτολύπηση: «αφού τίποτα δεν σημαίνει, τίποτα δεν αξίζει». Φάρμακο, αν τη δεχτούμε ως άσκηση διαύγειας: «αφού τίποτα δεν είναι γραμμένο, τότε η πράξη μου δεν είναι υποσημείωση, αλλά κύριο κείμενο». Η ελευθερία εδώ δεν είναι ρομαντική έκσταση· είναι πειθαρχία. Είναι η ικανότητα να μην κρέμεται ο άνθρωπος από νοήματα που του σερβίρονται, αλλά να ρυθμίζει τον εαυτό του απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν του κάνει χάρες. Να μη ζητάει από την τύχη να είναι δίκαιη, ούτε από την απώλεια να είναι «λογική». Να αποδέχεται ότι ο πόνος, η φθορά και το τέλος δεν είναι σκάνδαλο, αλλά συνθήκη. Και μέσα ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη να βρίσκει το μέτρο: να ζει με νηφαλιότητα, να επιλέγει με καθαρότητα, να αγαπά χωρίς να απαιτεί αθανασία από ό,τι αγαπά.

Έτσι η απουσία σκοπού δεν καταργεί την αξία της ζωής· καταργεί την αξίωση πως η αξία πρέπει να είναι εξωτερικά επικυρωμένη. Η ζωή δεν χρειάζεται «θεωρητική άδεια» για να βιωθεί. Το ότι δεν υπάρχει τελικός λογαριασμός όπου όλα θα ισοφαριστούν, δεν σημαίνει ότι οι πράξεις είναι ίδιες· σημαίνει ότι η κρίση τους πέφτει πάνω μας, τώρα, στον χαρακτήρα μας, στις συνέπειες, στην καθαρότητα της πρόθεσης, στην αντοχή μας όταν κανείς δεν χειροκροτεί. Η ελευθερία που γεννιέται από το «χωρίς νόημα» είναι η ελευθερία από την ανάγκη της επιβεβαίωσης: να κάνεις το σωστό όχι επειδή «γράφεται κάπου», αλλά επειδή το αναγνωρίζεις ως σωστό και επειδή μπορείς να το αντέξεις. Να επιλέγεις την αξιοπρέπεια ως στάση, όχι ως ανταμοιβή.

Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο άγρια, πιο δημιουργική, που δεν αρκείται στην ισορροπία. Εκεί το «η ζωή δεν έχει νόημα» δεν είναι απλώς διάγνωση, αλλά πρόκληση. Αν δεν υπάρχει έτοιμος σκοπός, τότε κάθε σκοπός που υιοθετεί ο άνθρωπος είναι κατασκευή. Και κάθε κατασκευή κρίνεται όχι από το αν «αντιστοιχεί» σε κάποιον ουρανό ιδεών, αλλά από το πόση δύναμη γεννά, πόση ζωή πυκνώνει, πόσο μεταμορφώνει τον φορέα της. Το κενό νοήματος δεν είναι έλλειψη που πρέπει να καλυφθεί με παρηγοριά· είναι χώρος που πρέπει να κατακτηθεί. Είναι το πεδίο όπου ο άνθρωπος δεν καλείται να βρει ένα νόημα, αλλά να γίνει ο ίδιος το γεγονός που παράγει νόημα. Όχι ως αυταπάτη, αλλά ως πράξη ισχύος: να δίνεις μορφή στο χάος χωρίς να το αρνείσαι.

Σε αυτή την οπτική, η ελευθερία δεν είναι η ήρεμη αποδέσμευση από τα εξωτερικά· είναι η επιθετική ανάληψη του βάρους. Είναι το θάρρος να ζεις χωρίς να στηρίζεσαι σε υπερβατικά δεκανίκια, και ταυτόχρονα να μην πέφτεις στον μηδενισμό της παραίτησης. Γιατί ο μηδενισμός δεν είναι απλώς η σκέψη ότι «τίποτα δεν έχει νόημα»· είναι η κόπωση που ακολουθεί αυτή τη σκέψη όταν δεν αντέχεται. Τότε ο άνθρωπος ψάχνει ναρκωτικά νοήματα: ιδεολογίες, ταυτότητες, μικρές βεβαιότητες, μίση που οργανώνουν το χάος. Η πρόταση του αποφθέγματος είναι πιο απαιτητική: ακριβώς επειδή δεν υπάρχει νόημα, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος — δηλαδή μπορείς να αρνηθείς τα υποκατάστατα και να δημιουργήσεις αξίες που δεν στηρίζονται σε φόβο, αλλά σε αφθονία ζωής.

Εδώ το «γι’ αυτό αξίζει και μπορεί να συνεχίσει να ζει» αποκτά το πιο αιχμηρό του περιεχόμενο. Αξίζει, όχι επειδή θα δικαιωθεί κάπου, αλλά επειδή η ζωή μπορεί να γίνει έργο. Μπορεί να γίνει σφυρηλάτηση ύφους, μεταστοιχείωση του πάθους, μετατροπή της πληγής σε γνώση, της απώλειας σε βάθος, της σύγκρουσης σε μορφή. Και μπορεί να συνεχίσει, όχι επειδή υπάρχει εγγύηση ότι θα είναι «καλύτερα», αλλά επειδή ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει το βάρος της ύπαρξης χωρίς μεταφυσικά άλλοθι. Μπορεί να πει ένα καθαρό «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτή δεν υπόσχεται τίποτα. Όχι ένα «ναι» αφελές, αλλά ένα «ναι» που έχει περάσει από την άρνηση, που έχει δει το κενό και δεν τρόμαξε. Ένα «ναι» που δεν ζητάει να αλλάξει το σύμπαν για να το αγαπήσει, αλλά αγαπά το σύμπαν ακριβώς όπως είναι: αδιάφορο, ανοιχτό, ανεξήγητο.

Και κάπου εκεί συναντιούνται οι δύο κινήσεις: η νηφάλια αποδοχή και η δημιουργική πρόκληση. Η πρώτη σε εκπαιδεύει να μην εξαρτάσαι από νοήματα που δεν ελέγχεις· η δεύτερη σε προκαλεί να γίνεις ο ίδιος πηγή αξίας. Η ζωή χωρίς σκοπό δεν σε καταδικάζει σε ασημαντότητα· σε απελευθερώνει από την ανάγκη να είσαι «σημαντικός» με όρους ξένους προς σένα. Σου επιτρέπει να ζήσεις ως υπεύθυνος τεχνίτης της ύπαρξής σου: να δίνεις σχήμα στις μέρες σου, να μην κρύβεσαι πίσω από «έτσι είναι τα πράγματα», να μην παζαρεύεις την ελευθερία σου για λίγη βεβαιότητα.
 
Και τελικά, να συνεχίζεις να ζεις όχι επειδή βρέθηκε ένα νόημα που σε έσωσε, αλλά επειδή έμαθες να σώζεις το νόημα από την ίδια σου την πράξη: από το πώς στέκεσαι, από το πώς δημιουργείς, από το πώς αντέχεις, από το πώς αγαπάς, ενώ ξέρεις πως τίποτα δεν ήταν υποσχόμενο.

Δημήτρης Βίκτωρ

 


ΖΕΙΣ ΑΡΚΕΤΑ -- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ - (Τα Λαικα Βίκτωρ)


 

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΟΥΡΓΕΛΩΝ

Είναι να απορεί κανείς πώς καταλήξαμε να δίνουμε βήμα και αξιώματα σε κάθε λογής «σούργελο» που επιπλέει στο θολό τέλμα της δημόσιας ζωής. Κατά κάποιον μαγικό τρόπο, οι πιο ανέμελοι, οι πιο ανίδεοι, οι πιο προκλητικά αστοιχείωτοι τύποι έχουν καταφέρει να φορούν τη μάσκα του σοβαρού προσώπου και να παριστάνουν τους ειδήμονες. Η τηλεόραση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι γεμάτα από φωνακλάδες «ξερόλες» που νομίζουν ότι οι ίδιες οι ανοησίες τους είναι η επιτομή της σοφίας.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν τα αμέτρητα μεγάλα λόγια δεν συνοδεύονται από κανένα ουσιαστικό έργο. Μερικοί από αυτούς, με μια αυτάρεσκη ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, διατυμπανίζουν τις «πλούσιες γνώσεις» τους κι όμως στην πράξη αποδεικνύονται ικανοί μόνο να δημιουργούν φασαρία και διχόνοια. Με πρόσχημα την «δημοκρατία» ή –ακόμα χειρότερα– την «δικαιοσύνη», εκτοξεύουν ύβρεις και ψεύδη, κατηγορώντας τους πάντες και τα πάντα εκτός από τον εαυτό τους. Δικάζουν και καταδικάζουν με την εμπάθειά τους και την βλακεία τους, ενώ συγχρόνως σκίζουν τα ιμάτιά τους για απονομή δικαιοσύνης. Έτσι, σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι προπαγάνδας, οι πραγματικοί προβληματισμοί και οι σοβαρές συζητήσεις αντικαθίστανται από κενά συνθήματα, ύβρεις και κουτσομπολιά της γειτονιάς.

Όταν δε, κάποιοι «κομπογιαννίτες της πολιτικής» βρεθούν σε θέσεις εξουσίας, παίρνουμε ένα δείγμα από το τι σημαίνει «σούργελο» που έχει και λόγο αποφασιστικό. Με περισσή αλαζονεία, παραμερίζουν ειδικούς, αγνοούν επιστήμονες και δυσφημούν όσους τολμούν να τους αμφισβητήσουν. Ξεφουρνίζουν ακατάπαυστα «σχέδια δράσης» που θυμίζουν φθηνή κωμωδία, ενώ η κοινωνία μένει να προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, πληρώνοντας τις συνέπειες της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού τους.

Η αλήθεια είναι πως η επικράτηση των σούργελων δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη. Χρόνια τώρα καλλιεργείται μια κουλτούρα στην οποία επιβραβεύονται οι φωνασκίες, οι απλοϊκές ατάκες και ο «χαβαλές» χωρίς αντίκρισμα. Κι ενώ οι σοβαρές φωνές δυσκολεύονται να ακουστούν μέσα στον θόρυβο του δήθεν εντυπωσιασμού, οι «τεχνίτες του ψεύδους και της κοροϊδίας» απλώνουν ανεμπόδιστα τα δίχτυα τους. Ίσως, τελικά, αντί να γκρινιάζουμε για την άνοδο των σούργελων, θα έπρεπε να προβληματιστούμε για το γιατί τους δώσαμε εμείς οι ίδιοι τόσα χειροκροτήματα και τόσο εύκολο έδαφος για να ριζώσουν.

Όταν δε συμβεί κάποιο έκτακτο γεγονός, δυστύχημα ή τραγωδία, τότε τα σούργελα κυριαρχούν και οι ατυχώς αδικημένοι και πενθούντες μετατρέπονται, δυστυχώς και ξανά δυστυχώς και αυτοί σε σούργελα!
Ευτυχώς όχι όλοι!

Δημήτρης Βίκτωρ

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Περί ανθρώπων Δικαιοσύνης

Η Δικαιοσύνη είναι μια προσπάθεια για κάτι καλό που χάνεται μέσα στο κακό. 

Το καλό και το κακό, είναι επινοήσεις του ανθρώπου για να συνυπάρξει με τους άλλους.

Η συνύπαρξη στηρίζεται στο αμοιβαίο συμφέρον. 

Η Δικαιοσύνη είναι μέρος αυτού του συμφέροντος. 

Επινόηση δηλαδή, για μείωση της εντροπίας μέσα στην ανισορροπία. 

Ο άνθρωπος, ως μέρος της ανισορροπίας, είναι ανίκανος να την καθορίσει με σαφήνεια. Και το συμφέρον, αδιαφορεί γι’ αυτό. 

Μένει η προσπάθεια, χρησιμοποιώντας καλοσύνη ή κακία, συμπόνια ή αναλγησία, αναλόγως  στιγμής, εποχής, συμφερόντων και οπτικής. 

Δημήτρης Βίκτωρ





Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

" ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ' --- Ποίημα - Σύνθεση: Δημήτρης Βίκτωρ

Μνήμη Μάνας – (Λόγω της ημέρας)

 «Διαμορφωνόμαστε από αυτά που αγαπάμε»

και μας διαμόρφωσαν αυτά που μας αγαπήσανε.

Η Μάνα μου Ευδοξία, έννοια πια, είναι πάντα δίπλα και μέσα μου και με εμπνέει.

Τα καλά της χρόνια ήταν πέτρινα.
Παντρεύτηκε παρά την θέλησή της, ξενιτεύτηκε παρά την θέλησή της, γέννησε επτά φορές παρά την θέλησή της.
Την κυρίευσε το καθήκον και μεγάλωσε μέσα στην σιωπή, την απελπισία, την έσχατη φτώχεια και την αγωνία της για αξιοπρέπεια.

Χρειάστηκε να κυλήσω μέσα στον χρόνο αρκετά, να ζήσω απώλειες και να βιώσω απογοητεύσεις για να την κατανοήσω, να ξενιτευτώ για να την τιμήσω και να γίνω ποιητής για να την τραγουδήσω.

... Στις Μάνες άλλων εποχών...
… Στις Μάνες που αξίζουν να φέρουν τον τίτλο…
… Στις Μάνες όλου του κόσμου...

Δημήτρης Βίκτωρ
31 Ιανουαρίου


 -----------------------------------------------------------

Το Ποίημα

-----------------------------


Ευχές που ταξιδεύουν

 

Η Μάνα φεύγει και οι ακριβές ευχές μαζί της ταξιδεύουν,

αφήνουνε κενά σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα.

Όλα συνομιλούν και σε καθοδηγούν σ’ απλά κι αγαπημένα,

ναρκώνουνε το νου χωρίς ρυθμό χορού, κενά, παρατημένα.

 

Οι ευχές σαν ζωντανές μοιάζαν αγγελικές, μικρές νεράιδες,

που ήταν πάντα εκεί, σαν μία προσταγή, σαν μια γλυκιά φροντίδα.

Με τα φτερά ανοιχτά κρατούσαν συντροφιά στον κάθε πόνο,

δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά, στο χρόνο.

 

Τώρα που πολεμώ τον γκρίζο τον καιρό, πίσω ξαναγυρίζω,

πάλιωσα πια κι εγώ και θέλω να πιαστώ κάπου πριν φύγω.

Θυμάμαι τις ευχές, αυτές τις ακριβές, χρυσό και μάλαμα!

Θέλω ν’ αφουγκραστώ, αν είναι δυνατό, ξανά τη Μάνα:

 

Καθώς αδημονεί σε κάθε μου φυγή γερός να επιστρέψω

κάνοντας την ευχή για κάθε προσοχή, για κάθε καλό δρόμο.

Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο

και πάλι με ευχή, σύντροφο φιλική για ήσυχο κι ονειρεμένο ύπνο.

 

Δημήτρης Βίκτωρ

Ιούλιος - 2013

 -------------------------------------------------------------------------------

Σκέψεις - Ανάλυση από τον ποιητή

Το ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν» πραγματεύεται τη βαθιά και πολυσχιδή σχέση με τη μητέρα, καθώς και τη δύναμη των ευχών της, οι οποίες λειτουργούν σαν άυλη κληρονομιά και συνοδοιπόρος σε όλη τη ζωή του ανθρώπου. Διακρίνουμε έντονα συναισθήματα νοσταλγίας, αγάπης, πόνου, αλλά και ελπίδας που αναδύονται από την απώλεια ή την απόσταση της μητρικής φιγούρας.

Μητρική Φιγούρα και Απώλεια

Στο πρώτο κιόλας δίστιχο, γίνεται αντιληπτή η φυγή της Μάνας – και μαζί της «ταξιδεύουν» οι ευχές. Αυτό το κενό “αφήνει” σταδιακά ένα αίσθημα έλλειψης, που εκτείνεται σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητας («σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα»).

Οι “ακριβές ευχές” της Μάνας παίρνουν συμβολική μορφή, σφραγίζοντας την ουσία τους ως κάτι ιερό, προστατευτικό και διαχρονικό. Στην ελληνική παράδοση, η ευχή της μητέρας έχει βαρύνουσα σημασία· θεωρείται δύναμη που συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή, ακόμα και μετά τον θάνατό της.

Οι Ευχές ως Άυλη Κληρονομιά

 Οι ευχές παρουσιάζονται ποιητικά «σαν ζωντανές, αγγελικές, μικρές νεράιδες». Αυτή η προσωποποίηση/παρομοίωση ενισχύει την αίσθηση ότι η αγάπη της μητέρας εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε αόρατη μορφή, παρέχοντας φροντίδα και προστασία. Οι ευχές έχουν θεραπευτική χροιά («δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά»), λειτουργώντας παρηγορητικά. Εδώ ανιχνεύεται μια υπαρξιακή διάσταση: ο άνθρωπος όταν έχει μια βαθιά ρίζα αγάπης και στοργής, μπορεί να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες του χρόνου και του πόνου με περισσότερη αντοχή.

Η Διαχείριση του Χρόνου και της Μνήμης

Ο χρόνος που “πάλιωσα”: Στο ποίημα συναντούμε τον αφηγητή να παραδέχεται ότι πια έχει μεγαλώσει («πάλιωσα πια κι εγώ»). Μέσα από αυτή τη διαπίστωση, αναδύεται η ανάγκη να ανατρέξει στις παλιές, “χρυσές” αναμνήσεις, για να βρει στήριγμα.

Η νοσταλγική επιστροφή: Ο ποιητικός λόγος φέρνει στο προσκήνιο τη στιγμή που το “εγώ” θέλει να «ξαναγυρίσει» κάπου, πριν φύγει κι εκείνο οριστικά. Έτσι αναδεικνύεται μια διαχρονική συνθήκη: όταν αισθανόμαστε το βάρος του χρόνου ή προαισθανόμαστε το τέλος, αναζητούμε τις ρίζες μας, τον γνώριμο χώρο της μητρικής αγάπης.

Μητρική ευχή ως “ιερό” στοιχείο: Στο λαϊκό αίσθημα, η ευχή της μητέρας ανυψώνεται σε μεταφυσικό σύμβολο – είναι κάτι περισσότερο από απλή κουβέντα ή επιθυμία, προσεγγίζει τα όρια του ιερού. Συνδέεται με την ελπίδα, τη θεία προστασία και τη βαθιά κατανόηση. Όταν χάνεται το υλικό στήριγμα (η φυσική παρουσία της μητέρας), παραμένουν οι λέξεις και τα αισθήματα. Αυτά γίνονται ο “τόπος” στον οποίο επιστρέφουμε υπαρξιακά, για να αναζητήσουμε νόημα και παρηγοριά.

Η ελπίδα της επανένωσης: Στη στροφή «Να ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο…», ο ποιητής εκφράζει την ευχή (ή την ψευδαίσθηση) πως ίσως υπάρξει μια ακόμη ευκαιρία κοινής ζωής. Αυτή η εικόνα του “τραπεζιού” συμβολίζει τη συντροφικότητα, τη φροντίδα και την οικογενειακή εστία. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα θέτει εμπόδια (φθορά, θάνατος, απόσταση), η ανθρώπινη ψυχή επιμένει να αναζητά την παρηγοριά μιας ευχής που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο· μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.

Η φράση «οι ευχές σαν ζωντανές… μικρές νεράιδες» ενισχύει τον ονειρικό τόνο του ποιήματος, δίνοντας στις ευχές χαρακτηριστικά έμψυχων όντων.

Ο ποιητής χτίζει ατμόσφαιρα οικεία – το “ωραίο δείπνο”, ο “ήσυχος ύπνος” – έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώσει πως οι ευχές αυτές είναι δεμένες με στιγμές απλές αλλά απόλυτα ουσιώδεις.

Η λέξη “ευχή” και η έννοια του “ταξιδιού” αναδύονται συχνά, εστιάζοντας τη σκέψη στην κεντρική ιδέα: την αδιάλειπτη παρουσία (ή έστω θύμηση) της μητρικής στήριξης.

Στο ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν»  παρουσιάζεται η παντοτινή αξία της μητρικής αγάπης και των λόγων της (ευχών) ως μυστικού στηρίγματος σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Παρότι η μητέρα “φεύγει” ή δεν βρίσκεται πια κοντά, η στοργή της δεν εκλείπει· μεταμορφώνεται σε άυλες, προστατευτικές δυνάμεις που “ταξιδεύουν” μαζί με το παιδί σε κάθε φάση της ζωής του.

Φιλοσοφικά, το ποίημα αναδεικνύει τη δύναμη της ανάμνησης και του εσωτερικού δεσμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία του να φέρουμε μέσα μας τα λόγια και τις ευχές όσων μάς αγάπησαν. Σε ένα πιο υπαρξιακό επίπεδο, τονίζει πως, ενώ η φυσική παρουσία μπορεί να χαθεί, η ηθική και πνευματική ενίσχυση παραμένει· έτσι, ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο μόνος απέναντι στον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια.

Εν τέλει, οι “ευχές που ταξιδεύουν” δεν είναι απλώς ευχολόγια, αλλά ενέργεια και πίστη· ένα είδος αόρατου νήματος που μας ενώνει με το παρελθόν μας, δίνοντάς μας θάρρος και παρηγοριά για το παρόν και το μέλλον.

Δημήτρης Βίκτωρ


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Βικτωρ Αφορισμοι 941 - 950

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΟΣ

                              «Ο αριστερός πιστεύει πως είναι ηθικά ανώτερος.
                               Ο δεξιός πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος.                                                                     Όποιος πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών»

 Το παραπάνω απόφθεγμα εκφράζει με αιχμηρό και προκλητικό τρόπο μια κριτική για τις πολιτικές “ταυτότητες” – ή για την ακρίβεια, για τους ανθρώπους που τις ασπάζονται τυφλά. Ταυτόχρονα, θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την έννοια της πίστης σε μια πεποίθηση, υπονοώντας ότι ο ισχυρός δογματισμός μπορεί είτε να προδίδει αφέλεια (ηλιθιότητα) είτε να εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς (απατεωνιά).

Η φράση «Ο αριστερός πιστεύει πως είναι ηθικά ανώτερος» στηλιτεύει την τάση πολλών ανθρώπων με αριστερές αντιλήψεις να θεωρούν ότι η βάση των πεποιθήσεών τους (δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ισότητα) καθιστά αυτομάτως τον χαρακτήρα τους “ανώτερο” σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Στον αντίποδα, «Ο δεξιός πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος» θίγει ένα άλλο κλασικό στερεότυπο: ότι η συντηρητική ή φιλελεύθερη σκέψη αντανακλά, δήθεν, μεγαλύτερη ορθολογικότητα ή “ρεαλισμό” σε σχέση με τον ιδεαλισμό της Αριστεράς.

Κάθε πολιτικός χώρος, μέσα από την ιστορική του εξέλιξη και τα κείμενά του, τείνει να υπερτονίζει τις αρετές του και να υποτιμά τις αδυναμίες του. Έτσι, ο αριστερός προβάλλει πως νοιάζεται περισσότερο για τον άνθρωπο και την κοινωνική δικαιοσύνη (άρα, ηθική ανωτερότητα), ενώ ο δεξιός θεωρεί πως ο ρεαλισμός και η έμφαση στην ατομική ευθύνη και την ελευθερία (ή τη “φυσική τάξη”) δείχνουν περισσότερη “εξυπνάδα” ή τετράγωνη λογική (άρα, διανοητική ανωτερότητα).

Η αντίληψη περί “ανωτερότητας” είτε ηθικής, είτε διανοητικής, είναι συχνά προϊόν ρητορικών απλουστεύσεων, σχεδιασμένων να τονώσουν την αυτο-εκτίμηση της ομάδας και να αυξήσουν τη συσπείρωση των οπαδών της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κάθε παράταξη βλέπει την άλλη υπό το φως της “κατωτερότητας”.

Το τρίτο μέρος του αποφθέγματος, «Όποιος πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών», σηκώνει μεγάλο βάρος ερμηνείας. Εδώ, η λέξη “πιστεύει” δεν αφορά απλά μια ελπίδα ή μια προτίμηση, αλλά δείχνει το δογματικό στοιχείο: την άκαμπτη, τυφλή πεποίθηση.

Αν κάποιος αποδέχεται ανεπιφύλακτα τη δήθεν ηθική ανωτερότητα της μίας πλευράς ή τη δήθεν διανοητική ανωτερότητα της άλλης, χωρίς να τη θέτει υπό κριτική, ενδέχεται να παραβλέπει αντιφάσεις, λάθη ή ιστορικές αποτυχίες. Μια τέτοια αφέλεια μπορεί να ερμηνευτεί ως “ηλιθιότητα” ή, πιο ήπια, ως πλάνη ή άγνοια.

Υπάρχει όμως και η πιθανότητα της συνειδητής εκμετάλλευσης του δογματισμού. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο προβάλλει τη μία “ανωτερότητα” ή την άλλη, προκειμένου να χειραγωγήσει τους άλλους, να κερδίσει πολιτικό ή κοινωνικό κύρος, ή απλώς να διατηρήσει την κυριαρχία του. Αυτή η συνειδητή κατάχρηση της πίστης δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό “απατεώνας”.

Αυτό το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί ως κυνικό – στο όριο της απαξίωσης κάθε ιδεολογίας. Μερικοί θα πουν ότι “πέφτει στην παγίδα” ενός μηδενισμού, όπου τίποτα δεν αξίζει και όλα είναι ψεύτικα. Ωστόσο, ίσως η ουσία βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε μια μετρημένη, κριτική πίστη και σε μια δογματική, αδιάλλακτη πίστη.

Ναι, αρκεί η ιδεολογία (είτε αριστερή, είτε δεξιά, είτε άλλη) να μην αντιμετωπίζεται ως απόλυτο “πιστεύω”· πρέπει να υπόκειται σε διαρκή έλεγχο από τη λογική, την εμπειρία και τον διάλογο. Άλλωστε, οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ξεκινάνε από ιδέες που προκαλούν ρήξη με την κατεστημένη τάξη. Όταν όμως οι ιδέες γίνονται δόγμα, παύει η γόνιμη αμφισβήτηση και γεννιέται η αυταρχική βεβαιότητα.

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε ορισμένες αξίες για να δώσει νόημα στη ζωή του. Η ρήση φαίνεται να καταδικάζει όχι τόσο την ύπαρξη αξιών και ιδεών, όσο την τυφλή, δογματική προσκόλληση σε αυτές.

Η αίσθηση ότι “ανήκουμε” σε μια παράταξη και πιστεύουμε στη μοναδική της “ανωτερότητα” προσφέρει ασφάλεια και ταυτότητα. Μας τοποθετεί σε ένα πλαίσιο, μας δίνει “εχθρούς” και “φίλους” με σχετική ευκολία. Ωστόσο:

Όταν μια κοινωνική ομάδα θεωρεί εαυτήν “ανώτερη” (στην ηθική ή τη διανόηση), συχνά καταλήγει σε αλαζονικές συμπεριφορές, περιθωριοποιεί τους εκτός ομάδας και δεν μπορεί να δει τα δικά της λάθη. Αυτός είναι ο “κλειστός ναρκισσισμός” της ομάδας, είτε αριστερής είτε δεξιάς.

Η πεποίθηση “εμείς είμαστε οι καλοί” ή “εμείς είμαστε οι έξυπνοι” ακυρώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής ανταλλαγής επιχειρημάτων. Ο διάλογος γίνεται ανταγωνισμός για το ποιος θα επικρατήσει, αντί για αναζήτηση κοινής αλήθειας. Τα συμπεράσματα είναι προειλημμένα, καθώς ο “άλλος” είναι είτε ανήθικος, είτε “λιγότερο ικανός”.

Το αποφθεγματικό ύφος συχνά παρακάμπτει τις αποχρώσεις για να προκαλέσει σκέψη ή και ενόχληση. Η προκλητική διατύπωση «είναι ή ηλίθιος ή απατεών» στοχεύει να ταρακουνήσει όποιον διαβάζει, ώστε να διερωτηθεί: “Μήπως έχουμε υπεραπλουστεύσει τις απόψεις μας; Μήπως βρίσκουμε ‘παρηγοριά’ σε μια δήθεν ανωτερότητα;”

Η αξία του αποφθέγματος είναι ότι μάς ζητάει να σκεφτούμε κριτικά τις ίδιες μας τις πεποιθήσεις. Πριν υιοθετήσουμε κάποιο σχήμα “ανωτερότητας” (ηθικής, πνευματικής, πολιτισμικής κ.λπ.), καλούμαστε να ελέγξουμε αν βασίζεται σε ουσιαστικά επιχειρήματα ή απλώς σε μια αυτοαναφορική δικαίωση.

Ίσως η πιο δημιουργική ερμηνεία της τελευταίας φράσης είναι ότι δεν πρέπει να παγιδευόμαστε στο τυφλό “πιστεύω”, αλλά να διατηρούμε ανοιχτή τη δυνατότητα αμφιβολίας και έρευνας. Όταν κάποιος εγκαταλείπει την κριτική σκέψη και αποδέχεται μια πεποίθηση σαν απόλυτο δόγμα, χάνει ουσιαστικά την επαφή με την πραγματικότητα, γλιστρώντας είτε στην αφέλεια, είτε στην εκμετάλλευση.

Το απόφθεγμα αυτό είναι, αναμφίβολα, σκληρό και διατυπωμένο με πρόθεση να σοκάρει. Στην ουσία, όμως, έρχεται να κρίνει την αλαζονεία που μπορεί να εμφανιστεί τόσο στην αριστερή, όσο και στη δεξιά σκέψη. Όταν η ιδεολογία μετατρέπεται σε δόγμα ηθικής ή διανοητικής υπεροχής, διαστρέφεται και οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών, στον οποίο το πραγματικό περιεχόμενο των ιδεών πάει περίπατο.

 Δημήτρης Βίκτωρ

 


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

«Όταν μια ψεύτικη ιστορία αντέξει για χίλια χρόνια, γίνεται αληθινή θρησκεία» 

Η αμφιλεγόμενη αυτή ρήση εγείρει μια σειρά από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την αλήθεια, την πίστη, και τη συλλογική αντίληψη της πραγματικότητας. Σε πρώτο επίπεδο, φαίνεται να αμφισβητεί την εγκυρότητα θρησκευτικών αφηγήσεων που άντεξαν στο πέρασμα των αιώνων, υπονοώντας ότι η διάρκεια και η επίδρασή τους δεν συνιστούν απαραιτήτως απόδειξη αλήθειας. Ας αναλύσουμε όμως βαθύτερα την ουσία του αποφθέγματος, αποφεύγοντας να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στη θρησκευτική διάσταση και εστιάζοντας στη γενικότερη επίδραση των αφηγήσεων – θρησκευτικών ή μη – στη συγκρότηση του ανθρώπινου πολιτισμού.

Οι ιστορίες – αληθινές ή ψεύτικες – αποτελούν θεμέλιο λίθο του πολιτισμού. Μέσω της αφήγησης, οι άνθρωποι μοιράζονται αξίες, κανόνες, έθιμα και μύθους που συνθέτουν τη συλλογική ταυτότητα μιας κοινότητας. Μια αφήγηση που καταφέρνει να επιβιώσει επί μακρόν, ενσωματώνεται στο ψυχικό υπόβαθρο των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου, η διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και στον συμβολισμό θολώνει, με αποτέλεσμα η κοινότητα να αποδέχεται την ιστορία αυτή ως αυτονόητη αλήθεια. Το πέρασμα των γενεών παίζει καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση του «ψεύδους» ως «αλήθειας»· η συνήθεια, η παράδοση και ο φόβος της αμφισβήτησης καθιστούν το αφήγημα ακλόνητο στους αιώνες.

Δεν είναι λίγα τα ιστορικά παραδείγματα όπου ιδέες αρχικά περιθωριακές ή ακόμη και εξωφρενικές κατόρθωσαν, μέσω συγκυριών, εξουσίας και κοινωνικών αναγκών, να μετατραπούν σε κεντρικά δόγματα. Όταν μια ψεύτικη ιστορία – ή οποιαδήποτε ιστορία με αμφισβητή προέλευση – βρει πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία που έχει ανάγκη νοήματος, προσαρμόζεται ώστε να εξυπηρετεί ιδεολογικούς σκοπούς, να επιλύει υπαρξιακές αγωνίες και να εδραιώνει ιεραρχίες. Η “ιεροποίηση” της ιστορίας αυτής έρχεται σταδιακά, καθώς οι κοινωνικοί και πνευματικοί θεσμοί την ενσωματώνουν και τη μετατρέπουν σε αδιαμφισβήτητο αξίωμα.

Η θρησκευτικότητα, σε κάθε εποχή, δεν είναι απλώς ένα σύστημα δοξασιών, αλλά και μια υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να βρει σκοπό και εξήγηση για το άγνωστο. Ακόμη και μια “ψεύτικη” ιστορία, εάν γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη αβεβαιότητα και την ανάγκη για απόλυτες απαντήσεις, μπορεί να γίνει αποδεκτή με πίστη και αφοσίωση. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη μιας κοινωνίας για πνευματικές απαντήσεις, τόσο πιο ισχυρή και ανθεκτική γίνεται η αφήγηση που τις προσφέρει.

Το αποφθεγματικό αυτό σχόλιο μάς υπενθυμίζει τη σημασία της κριτικής σκέψης και της ιστορικής διερεύνησης. Η ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα, να συγκρίνουμε πηγές, να αμφισβητούμε το κατεστημένο, είναι το αντίδοτο στη μονιμοποίηση μιας ψεύτικης ιστορίας ως “αλήθειας”. Η φιλοσοφική και επιστημονική έρευνα δείχνουν πως ο ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύσσεται όταν η αμφιβολία γίνεται γόνιμη αφορμή εξερεύνησης. Μπορούμε να σεβόμαστε τις διαφορετικές ιστορίες και τα σύμβολά τους, αλλά ταυτόχρονα να επιμένουμε στη συνεχή αναζήτηση και στη δυνατότητα να επανερμηνεύουμε ή να αναθεωρούμε αφηγήσεις αιώνων.

Τα ανθρώπινα “πιστεύω” είναι πάντα ανοιχτά σε δοκιμασία και ενδεχόμενη κατάρριψη. Έτσι και με τις «μεγάλες αφηγήσεις»: η αλήθεια τους δοκιμάζεται στον χρόνο, αλλά ο χρόνος από μόνος του δεν είναι εγγύηση εγκυρότητας. Πολλές φορές η ιστορία μετατρέπεται σε “θρησκεία” επειδή εξυπηρετεί βαθύτερες ανθρώπινες επιθυμίες και όχι απαραίτητα επειδή ανταποκρίνεται σε γεγονότα ή σε λογική συνέπεια. Το ψεύτικο και το αληθινό παύουν να είναι δίπολα εντελώς ξεκάθαρα όταν η συλλογική συνείδηση υφαίνει νέες μορφές νοήματος γύρω από έναν αρχικό μύθο.

Δημήτρης Βίκτωρ


Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Περί οχλοποίησης

«Η οχλοποίηση του όχλου βασίζεται στην εντροπία του θυμικού»

Η έννοια της «οχλοποίησης» του πλήθους εκφράζει μια διαδικασία όπου η ατομική σκέψη και ευθύνη αναδιπλώνονται ή συνθλίβονται από μια μαζική, ασυλλόγιστη παρόρμηση. Όταν το πλήθος μετατρέπεται σε όχλο – όχι απλώς ομάδα ή σύνολο ανθρώπων με κοινό σκοπό, αλλά ένα σώμα που χάνει κάθε κριτική σκέψη και ατομικότητα – τότε συχνά γινόμαστε μάρτυρες ιστορικών πράξεων βίας, καταπίεσης ή αδικίας. Το απόφθεγμα επισημαίνει ακριβώς τη ζοφερή πλευρά αυτής της κατάστασης: «Η οχλοποίηση του όχλου μέσα στην ιστορία έφερε ολέθρια αποτελέσματα με το συλλογικό άδικο να κυριαρχεί χωρίς τιμωρία των υπεύθυνων».

Σε μια κλασική θεώρηση, ο όχλος δεν λειτουργεί απλώς ως σύνολο ανθρώπων, αλλά ως αόριστη δύναμη που παρασύρει. Ο κάθε άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον όχλο χάνει σταδιακά την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης. Η έννοια του “απρόσωπου” ευθύνεται για το φαινόμενο όπου κανείς δεν νιώθει πως «πρέπει να λογοδοτήσει»∙ η μάζα απορροφά την ατομική ηθική. Στην ουσία, το άτομο δεν νιώθει ότι οι πράξεις του είναι καρπός δικής του βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας ανώνυμης, συλλογικής παρόρμησης.

Στην ιστορία έχουν καταγραφεί άφθονα παραδείγματα όπου η κυριαρχία του όχλου οδήγησε σε φρικαλεότητες, όπως λιντσαρίσματα, διωγμούς ή ομαδικές πράξεις βίας. Το κακό συχνά εκδηλώνεται με όρους «συλλογικής τιμωρίας» ή «συλλογικής βίας». Εδώ γεννάται ένα οξύμωρο: ενώ μια δημοκρατική κοινωνία βασίζεται στη φωνή του πολίτη, αυτή η φωνή μετατρέπεται σε κραυγή της μάζας, όταν η ατομική κριτική στάση απουσιάζει. Το συλλογικό άδικο, αφού ενισχύεται από το ομαδικό πάθος, μένει πολλές φορές ατιμώρητο, καθώς δεν διακρίνονται σαφή όρια ευθύνης ούτε καθορίζονται ξεκάθαρα “αρχηγοί”.

Η Ψυχολογία του Όχλου
Η “αποπροσωποποίηση” και η “αποκτήνωση” του άλλου ευνοούνται ιδιαίτερα μέσα στον φανατισμό της μάζας. Όταν κάποιος δρα μέσα σε ένα σύνολο που χαρακτηρίζεται από ένταση, από άγνοια ή και από μίσος, αποκτά μια ψευδαίσθηση ότι «όλα επιτρέπονται». Σε τέτοιες στιγμές, η λογική ή η συμπόνια θεωρείται αδυναμία, και το συναίσθημα της ευθύνης θυσιάζεται στον βωμό του “κοινού πάθους”.

Ατιμωρησία: Το Παράλογο Αποτέλεσμα
Η «ατιμωρησία» προκύπτει εν μέρει διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί ένας κεντρικός υπεύθυνος μέσα στη ρευστότητα του όχλου. Η δυσκολία να διακριθεί “ποιος έφταιξε πρώτος” επιτρέπει το αθώωση πολλών. Η συλλογική επίκληση της αυτοδικαίωσης («όλοι το έκαναν») επιδεινώνει το φαινόμενο: ένα κράμα φόβου και συνενοχής “νεκρώνει” κάθε προσπάθεια έρευνας της αλήθειας ή της απόδοσης ευθυνών.

Διέξοδος

Η παιδεία που αναπτύσσει τον κριτικό λόγο και τη φιλοσοφική σκέψη είναι το βασικό αντίδοτο στον όχλο. Το άτομο που έχει μάθει να ρωτάει “γιατί;” και “πώς;” δύσκολα παρασύρεται σε μαζικές παρακρούσεις.

Ατομική Ευθύνη: Προϋποθέτει ότι ο καθένας μας θα κρίνεται και θα κρίνει με βάση τις πράξεις του. Η ιδέα της «ατομικής ηθικής» μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην τυφλή ταύτιση με την ομάδα.

Δημοκρατικοί Θεσμοί και Έλεγχος: Όταν οι θεσμοί λειτουργούν ορθά, μπορούν να θέτουν φραγμούς στην ανεξέλεγκτη ισχύ της μάζας. Η δικαιοσύνη οφείλει να τιμωρεί τα άτομα ή τις ομάδες που διαπράττουν αδικήματα, ανεξαρτήτως του πόσο «δημοφιλείς» ή μαζικές είναι οι απόψεις τους. Μόνον έτσι αποτρέπεται η ατιμωρησία και θέτονται ηθικά όρια στην εξουσία του πλήθους.

Η «οχλοποίηση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα επικίνδυνο σημείο καμπής στην κοινωνία, όπου οι ενστικτώδεις ορμές υπερισχύουν της λογικής και η βία λειτουργεί ως πρόσχημα δικαίωσης. Όταν το αίσθημα του δικαίου, του μέτρου και της ηθικής ξεθωριάζει μπροστά στη “σύγκλιση των φωνών” του πλήθους, τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχτούν ολέθρια, όπως μαρτυρά η ιστορία. Για να αποφευχθεί αυτό, απαιτείται παιδεία, κριτική σκέψη, αυστηρή τήρηση των δημοκρατικών αρχών και μια αρετή που συχνά ξεχνιέται: το θάρρος να μη συμμετέχουμε σε άδικες συλλογικές πράξεις, ακόμη κι αν είμαστε η πλειοψηφία. Μόνον έτσι παύει η τυφλή υποταγή στους μηχανισμούς του όχλου και καλλιεργείται μια κοινωνία περισσότερο δίκαιη, στοχαστική και ανθρώπινη.

Δημήτρης Βίκτωρ