Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Μνήμη Μάνας – (Λόγω της ημέρας)
«Διαμορφωνόμαστε από αυτά που αγαπάμε»
και μας διαμόρφωσαν αυτά που μας αγαπήσανε.
Η Μάνα μου Ευδοξία, έννοια πια, είναι πάντα δίπλα και μέσα μου και με
εμπνέει.
Τα καλά της χρόνια ήταν πέτρινα.
Παντρεύτηκε παρά την θέλησή της,
ξενιτεύτηκε παρά την θέλησή της, γέννησε επτά φορές παρά την θέλησή της.
Την κυρίευσε το καθήκον και μεγάλωσε μέσα στην σιωπή, την απελπισία, την έσχατη
φτώχεια και την αγωνία της για αξιοπρέπεια.
Χρειάστηκε να κυλήσω μέσα στον χρόνο αρκετά, να ζήσω απώλειες και να βιώσω
απογοητεύσεις για να την κατανοήσω, να ξενιτευτώ για να την τιμήσω και να γίνω
ποιητής για να την τραγουδήσω.
... Στις Μάνες άλλων εποχών...
… Στις Μάνες που αξίζουν να φέρουν τον τίτλο…
… Στις Μάνες όλου του κόσμου...
Δημήτρης Βίκτωρ
31 Ιανουαρίου
-----------------------------------------------------------
Το Ποίημα
-----------------------------
Ευχές που ταξιδεύουν
Η Μάνα φεύγει και οι ακριβές ευχές μαζί της ταξιδεύουν,
αφήνουνε
κενά σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα.
Όλα
συνομιλούν και σε καθοδηγούν σ’ απλά κι αγαπημένα,
ναρκώνουνε
το νου χωρίς ρυθμό χορού, κενά, παρατημένα.
Οι ευχές σαν
ζωντανές μοιάζαν αγγελικές, μικρές νεράιδες,
που ήταν πάντα εκεί, σαν μία προσταγή, σαν μια γλυκιά φροντίδα.
Με τα φτερά
ανοιχτά κρατούσαν συντροφιά στον κάθε πόνο,
δύναμη στη
φθορά, γιατρειά στη συμφορά, στο χρόνο.
Τώρα που
πολεμώ τον γκρίζο τον καιρό, πίσω ξαναγυρίζω,
πάλιωσα πια
κι εγώ και θέλω να πιαστώ κάπου πριν φύγω.
Θυμάμαι τις
ευχές, αυτές τις ακριβές, χρυσό και μάλαμα!
Θέλω ν’
αφουγκραστώ, αν είναι δυνατό, ξανά τη Μάνα:
Καθώς
αδημονεί σε κάθε μου φυγή γερός να επιστρέψω
κάνοντας την
ευχή για κάθε προσοχή, για κάθε καλό δρόμο.
Να ζήσει τη
στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο
και πάλι με
ευχή, σύντροφο φιλική για ήσυχο κι ονειρεμένο ύπνο.
Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος - 2013
-------------------------------------------------------------------------------
Σκέψεις - Ανάλυση από τον ποιητή
Το ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν»
πραγματεύεται τη βαθιά και πολυσχιδή σχέση με τη μητέρα, καθώς και τη δύναμη
των ευχών της, οι οποίες λειτουργούν σαν άυλη κληρονομιά και συνοδοιπόρος σε
όλη τη ζωή του ανθρώπου. Διακρίνουμε έντονα συναισθήματα νοσταλγίας, αγάπης,
πόνου, αλλά και ελπίδας που αναδύονται από την απώλεια ή την απόσταση της
μητρικής φιγούρας.
Μητρική Φιγούρα και Απώλεια
Στο πρώτο κιόλας δίστιχο, γίνεται
αντιληπτή η φυγή της Μάνας – και μαζί της «ταξιδεύουν» οι ευχές. Αυτό το κενό
“αφήνει” σταδιακά ένα αίσθημα έλλειψης, που εκτείνεται σε όλες τις διαστάσεις
της καθημερινότητας («σε καθεμιά ματιά και κάθε σου ανάσα»).
Οι “ακριβές ευχές” της Μάνας παίρνουν
συμβολική μορφή, σφραγίζοντας την ουσία τους ως κάτι ιερό, προστατευτικό και
διαχρονικό. Στην ελληνική παράδοση, η ευχή της μητέρας έχει βαρύνουσα σημασία·
θεωρείται δύναμη που συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή, ακόμα και μετά τον
θάνατό της.
Οι Ευχές ως
Άυλη Κληρονομιά
Οι ευχές παρουσιάζονται ποιητικά «σαν
ζωντανές, αγγελικές, μικρές νεράιδες». Αυτή η προσωποποίηση/παρομοίωση ενισχύει
την αίσθηση ότι η αγάπη της μητέρας εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε αόρατη
μορφή, παρέχοντας φροντίδα και προστασία. Οι ευχές έχουν θεραπευτική χροιά
(«δύναμη στη φθορά, γιατρειά στη συμφορά»), λειτουργώντας παρηγορητικά. Εδώ
ανιχνεύεται μια υπαρξιακή διάσταση: ο άνθρωπος όταν έχει μια βαθιά ρίζα αγάπης
και στοργής, μπορεί να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες του χρόνου και του πόνου με
περισσότερη αντοχή.
Η Διαχείριση
του Χρόνου και της Μνήμης
Ο χρόνος που “πάλιωσα”: Στο ποίημα
συναντούμε τον αφηγητή να παραδέχεται ότι πια έχει μεγαλώσει («πάλιωσα πια κι
εγώ»). Μέσα από αυτή τη διαπίστωση, αναδύεται η ανάγκη να ανατρέξει στις
παλιές, “χρυσές” αναμνήσεις, για να βρει στήριγμα.
Η νοσταλγική επιστροφή: Ο ποιητικός
λόγος φέρνει στο προσκήνιο τη στιγμή που το “εγώ” θέλει να «ξαναγυρίσει» κάπου,
πριν φύγει κι εκείνο οριστικά. Έτσι αναδεικνύεται μια διαχρονική συνθήκη: όταν
αισθανόμαστε το βάρος του χρόνου ή προαισθανόμαστε το τέλος, αναζητούμε τις
ρίζες μας, τον γνώριμο χώρο της μητρικής αγάπης.
Μητρική ευχή ως “ιερό” στοιχείο: Στο
λαϊκό αίσθημα, η ευχή της μητέρας ανυψώνεται σε μεταφυσικό σύμβολο – είναι κάτι
περισσότερο από απλή κουβέντα ή επιθυμία, προσεγγίζει τα όρια του ιερού.
Συνδέεται με την ελπίδα, τη θεία προστασία και τη βαθιά κατανόηση. Όταν χάνεται
το υλικό στήριγμα (η φυσική παρουσία της μητέρας), παραμένουν οι λέξεις και τα
αισθήματα. Αυτά γίνονται ο “τόπος” στον οποίο επιστρέφουμε υπαρξιακά, για να
αναζητήσουμε νόημα και παρηγοριά.
Η ελπίδα της επανένωσης: Στη στροφή «Να
ζήσει τη στιγμή, να ζήσουμε μαζί, ξανά τ’ ωραίο δείπνο…», ο ποιητής εκφράζει
την ευχή (ή την ψευδαίσθηση) πως ίσως υπάρξει μια ακόμη ευκαιρία κοινής ζωής.
Αυτή η εικόνα του “τραπεζιού” συμβολίζει τη συντροφικότητα, τη φροντίδα και την
οικογενειακή εστία. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα θέτει εμπόδια (φθορά, θάνατος,
απόσταση), η ανθρώπινη ψυχή επιμένει να αναζητά την παρηγοριά μιας ευχής που
ταξιδεύει μέσα στον χρόνο· μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.
Η φράση «οι ευχές σαν ζωντανές… μικρές
νεράιδες» ενισχύει τον ονειρικό τόνο του ποιήματος, δίνοντας στις ευχές
χαρακτηριστικά έμψυχων όντων.
Ο ποιητής χτίζει ατμόσφαιρα οικεία – το
“ωραίο δείπνο”, ο “ήσυχος ύπνος” – έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώσει πως οι
ευχές αυτές είναι δεμένες με στιγμές απλές αλλά απόλυτα ουσιώδεις.
Η λέξη “ευχή” και η έννοια του
“ταξιδιού” αναδύονται συχνά, εστιάζοντας τη σκέψη στην κεντρική ιδέα: την
αδιάλειπτη παρουσία (ή έστω θύμηση) της μητρικής στήριξης.
Στο ποίημα «Ευχές που ταξιδεύουν» παρουσιάζεται η παντοτινή αξία της μητρικής αγάπης και των λόγων της (ευχών) ως μυστικού στηρίγματος σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Παρότι η μητέρα “φεύγει” ή δεν βρίσκεται πια κοντά, η στοργή της δεν εκλείπει· μεταμορφώνεται σε άυλες, προστατευτικές δυνάμεις που “ταξιδεύουν” μαζί με το παιδί σε κάθε φάση της ζωής του.
Φιλοσοφικά, το ποίημα αναδεικνύει τη
δύναμη της ανάμνησης και του εσωτερικού δεσμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία του
να φέρουμε μέσα μας τα λόγια και τις ευχές όσων μάς αγάπησαν. Σε ένα πιο
υπαρξιακό επίπεδο, τονίζει πως, ενώ η φυσική παρουσία μπορεί να χαθεί, η ηθική
και πνευματική ενίσχυση παραμένει· έτσι, ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο μόνος
απέναντι στον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια.
Εν τέλει, οι “ευχές που ταξιδεύουν” δεν
είναι απλώς ευχολόγια, αλλά ενέργεια και πίστη· ένα είδος αόρατου νήματος που
μας ενώνει με το παρελθόν μας, δίνοντάς μας θάρρος και παρηγοριά για το παρόν
και το μέλλον.
Δημήτρης Βίκτωρ
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΟΣ
«Ο
αριστερός πιστεύει πως είναι ηθικά ανώτερος.
Ο δεξιός
πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος. Όποιος
πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών»
Η φράση «Ο αριστερός πιστεύει πως είναι
ηθικά ανώτερος» στηλιτεύει την τάση πολλών ανθρώπων με αριστερές αντιλήψεις να
θεωρούν ότι η βάση των πεποιθήσεών τους (δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ισότητα)
καθιστά αυτομάτως τον χαρακτήρα τους “ανώτερο” σε σχέση με τους αντιπάλους
τους. Στον αντίποδα, «Ο δεξιός πιστεύει πως είναι διανοητικά ανώτερος» θίγει
ένα άλλο κλασικό στερεότυπο: ότι η συντηρητική ή φιλελεύθερη σκέψη αντανακλά,
δήθεν, μεγαλύτερη ορθολογικότητα ή “ρεαλισμό” σε σχέση με τον ιδεαλισμό της
Αριστεράς.
Κάθε πολιτικός χώρος, μέσα από την
ιστορική του εξέλιξη και τα κείμενά του, τείνει να υπερτονίζει τις αρετές του
και να υποτιμά τις αδυναμίες του. Έτσι, ο αριστερός προβάλλει πως νοιάζεται
περισσότερο για τον άνθρωπο και την κοινωνική δικαιοσύνη (άρα, ηθική
ανωτερότητα), ενώ ο δεξιός θεωρεί πως ο ρεαλισμός και η έμφαση στην ατομική
ευθύνη και την ελευθερία (ή τη “φυσική τάξη”) δείχνουν περισσότερη “εξυπνάδα” ή
τετράγωνη λογική (άρα, διανοητική ανωτερότητα).
Η αντίληψη περί “ανωτερότητας” είτε
ηθικής, είτε διανοητικής, είναι συχνά προϊόν ρητορικών απλουστεύσεων,
σχεδιασμένων να τονώσουν την αυτο-εκτίμηση της ομάδας και να αυξήσουν τη
συσπείρωση των οπαδών της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κάθε παράταξη βλέπει την
άλλη υπό το φως της “κατωτερότητας”.
Το τρίτο μέρος του αποφθέγματος,
«Όποιος πιστεύει, είναι ή ηλίθιος ή απατεών», σηκώνει μεγάλο βάρος ερμηνείας.
Εδώ, η λέξη “πιστεύει” δεν αφορά απλά μια ελπίδα ή μια προτίμηση, αλλά δείχνει
το δογματικό στοιχείο: την άκαμπτη, τυφλή πεποίθηση.
Αν κάποιος αποδέχεται ανεπιφύλακτα τη
δήθεν ηθική ανωτερότητα της μίας πλευράς ή τη δήθεν διανοητική ανωτερότητα της
άλλης, χωρίς να τη θέτει υπό κριτική, ενδέχεται να παραβλέπει αντιφάσεις, λάθη
ή ιστορικές αποτυχίες. Μια τέτοια αφέλεια μπορεί να ερμηνευτεί ως “ηλιθιότητα”
ή, πιο ήπια, ως πλάνη ή άγνοια.
Υπάρχει όμως και η πιθανότητα της
συνειδητής εκμετάλλευσης του δογματισμού. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο
προβάλλει τη μία “ανωτερότητα” ή την άλλη, προκειμένου να χειραγωγήσει τους
άλλους, να κερδίσει πολιτικό ή κοινωνικό κύρος, ή απλώς να διατηρήσει την
κυριαρχία του. Αυτή η συνειδητή κατάχρηση της πίστης δικαιολογεί τον
χαρακτηρισμό “απατεώνας”.
Αυτό το απόφθεγμα μπορεί να διαβαστεί
ως κυνικό – στο όριο της απαξίωσης κάθε ιδεολογίας. Μερικοί θα πουν ότι “πέφτει
στην παγίδα” ενός μηδενισμού, όπου τίποτα δεν αξίζει και όλα είναι ψεύτικα.
Ωστόσο, ίσως η ουσία βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε μια μετρημένη, κριτική
πίστη και σε μια δογματική, αδιάλλακτη πίστη.
Ναι, αρκεί η ιδεολογία (είτε αριστερή,
είτε δεξιά, είτε άλλη) να μην αντιμετωπίζεται ως απόλυτο “πιστεύω”· πρέπει να
υπόκειται σε διαρκή έλεγχο από τη λογική, την εμπειρία και τον διάλογο.
Άλλωστε, οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ξεκινάνε από ιδέες που προκαλούν ρήξη με
την κατεστημένη τάξη. Όταν όμως οι ιδέες γίνονται δόγμα, παύει η γόνιμη
αμφισβήτηση και γεννιέται η αυταρχική βεβαιότητα.
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε
ορισμένες αξίες για να δώσει νόημα στη ζωή του. Η ρήση φαίνεται να καταδικάζει
όχι τόσο την ύπαρξη αξιών και ιδεών, όσο την τυφλή, δογματική προσκόλληση σε
αυτές.
Η αίσθηση ότι “ανήκουμε” σε μια
παράταξη και πιστεύουμε στη μοναδική της “ανωτερότητα” προσφέρει ασφάλεια και
ταυτότητα. Μας τοποθετεί σε ένα πλαίσιο, μας δίνει “εχθρούς” και “φίλους” με
σχετική ευκολία. Ωστόσο:
Όταν μια κοινωνική ομάδα θεωρεί εαυτήν
“ανώτερη” (στην ηθική ή τη διανόηση), συχνά καταλήγει σε αλαζονικές
συμπεριφορές, περιθωριοποιεί τους εκτός ομάδας και δεν μπορεί να δει τα δικά
της λάθη. Αυτός είναι ο “κλειστός ναρκισσισμός” της ομάδας, είτε αριστερής είτε
δεξιάς.
Η πεποίθηση “εμείς είμαστε οι καλοί” ή
“εμείς είμαστε οι έξυπνοι” ακυρώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής ανταλλαγής
επιχειρημάτων. Ο διάλογος γίνεται ανταγωνισμός για το ποιος θα επικρατήσει,
αντί για αναζήτηση κοινής αλήθειας. Τα συμπεράσματα είναι προειλημμένα, καθώς ο
“άλλος” είναι είτε ανήθικος, είτε “λιγότερο ικανός”.
Το αποφθεγματικό ύφος συχνά παρακάμπτει
τις αποχρώσεις για να προκαλέσει σκέψη ή και ενόχληση. Η προκλητική διατύπωση
«είναι ή ηλίθιος ή απατεών» στοχεύει να ταρακουνήσει όποιον διαβάζει, ώστε να
διερωτηθεί: “Μήπως έχουμε υπεραπλουστεύσει τις απόψεις μας; Μήπως βρίσκουμε
‘παρηγοριά’ σε μια δήθεν ανωτερότητα;”
Η αξία του αποφθέγματος είναι ότι μάς
ζητάει να σκεφτούμε κριτικά τις ίδιες μας τις πεποιθήσεις. Πριν υιοθετήσουμε
κάποιο σχήμα “ανωτερότητας” (ηθικής, πνευματικής, πολιτισμικής κ.λπ.),
καλούμαστε να ελέγξουμε αν βασίζεται σε ουσιαστικά επιχειρήματα ή απλώς σε μια
αυτοαναφορική δικαίωση.
Ίσως η πιο δημιουργική ερμηνεία της
τελευταίας φράσης είναι ότι δεν πρέπει να παγιδευόμαστε στο τυφλό “πιστεύω”,
αλλά να διατηρούμε ανοιχτή τη δυνατότητα αμφιβολίας και έρευνας. Όταν κάποιος
εγκαταλείπει την κριτική σκέψη και αποδέχεται μια πεποίθηση σαν απόλυτο δόγμα,
χάνει ουσιαστικά την επαφή με την πραγματικότητα, γλιστρώντας είτε στην
αφέλεια, είτε στην εκμετάλλευση.
Το απόφθεγμα αυτό είναι, αναμφίβολα,
σκληρό και διατυπωμένο με πρόθεση να σοκάρει. Στην ουσία, όμως, έρχεται να
κρίνει την αλαζονεία που μπορεί να εμφανιστεί τόσο στην αριστερή, όσο και στη
δεξιά σκέψη. Όταν η ιδεολογία μετατρέπεται σε δόγμα ηθικής ή διανοητικής
υπεροχής, διαστρέφεται και οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών, στον
οποίο το πραγματικό περιεχόμενο των ιδεών πάει περίπατο.
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026
Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ
«Όταν μια ψεύτικη ιστορία αντέξει για χίλια χρόνια, γίνεται αληθινή θρησκεία»
Η αμφιλεγόμενη αυτή ρήση εγείρει μια σειρά από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την αλήθεια, την πίστη, και τη συλλογική αντίληψη της πραγματικότητας. Σε πρώτο επίπεδο, φαίνεται να αμφισβητεί την εγκυρότητα θρησκευτικών αφηγήσεων που άντεξαν στο πέρασμα των αιώνων, υπονοώντας ότι η διάρκεια και η επίδρασή τους δεν συνιστούν απαραιτήτως απόδειξη αλήθειας. Ας αναλύσουμε όμως βαθύτερα την ουσία του αποφθέγματος, αποφεύγοντας να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στη θρησκευτική διάσταση και εστιάζοντας στη γενικότερη επίδραση των αφηγήσεων – θρησκευτικών ή μη – στη συγκρότηση του ανθρώπινου πολιτισμού.
Οι
ιστορίες – αληθινές ή ψεύτικες – αποτελούν θεμέλιο λίθο του πολιτισμού. Μέσω
της αφήγησης, οι άνθρωποι μοιράζονται αξίες, κανόνες, έθιμα και μύθους που
συνθέτουν τη συλλογική ταυτότητα μιας κοινότητας. Μια αφήγηση που καταφέρνει να
επιβιώσει επί μακρόν, ενσωματώνεται στο ψυχικό υπόβαθρο των ανθρώπων. Με την
πάροδο του χρόνου, η διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και στον συμβολισμό
θολώνει, με αποτέλεσμα η κοινότητα να αποδέχεται την ιστορία αυτή ως αυτονόητη
αλήθεια. Το πέρασμα των γενεών παίζει καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση του
«ψεύδους» ως «αλήθειας»· η συνήθεια, η παράδοση και ο φόβος της αμφισβήτησης
καθιστούν το αφήγημα ακλόνητο στους αιώνες.
Δεν
είναι λίγα τα ιστορικά παραδείγματα όπου ιδέες αρχικά περιθωριακές ή ακόμη και
εξωφρενικές κατόρθωσαν, μέσω συγκυριών, εξουσίας και κοινωνικών αναγκών, να
μετατραπούν σε κεντρικά δόγματα. Όταν μια ψεύτικη ιστορία – ή οποιαδήποτε
ιστορία με αμφισβητή προέλευση – βρει πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία που έχει
ανάγκη νοήματος, προσαρμόζεται ώστε να εξυπηρετεί ιδεολογικούς σκοπούς, να
επιλύει υπαρξιακές αγωνίες και να εδραιώνει ιεραρχίες. Η “ιεροποίηση” της
ιστορίας αυτής έρχεται σταδιακά, καθώς οι κοινωνικοί και πνευματικοί θεσμοί την
ενσωματώνουν και τη μετατρέπουν σε αδιαμφισβήτητο αξίωμα.
Η
θρησκευτικότητα, σε κάθε εποχή, δεν είναι απλώς ένα σύστημα δοξασιών, αλλά και
μια υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να βρει σκοπό και εξήγηση για το άγνωστο.
Ακόμη και μια “ψεύτικη” ιστορία, εάν γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη
αβεβαιότητα και την ανάγκη για απόλυτες απαντήσεις, μπορεί να γίνει αποδεκτή με
πίστη και αφοσίωση. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη μιας κοινωνίας για
πνευματικές απαντήσεις, τόσο πιο ισχυρή και ανθεκτική γίνεται η αφήγηση που τις
προσφέρει.
Το
αποφθεγματικό αυτό σχόλιο μάς υπενθυμίζει τη σημασία της κριτικής σκέψης και
της ιστορικής διερεύνησης. Η ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα, να συγκρίνουμε
πηγές, να αμφισβητούμε το κατεστημένο, είναι το αντίδοτο στη μονιμοποίηση μιας
ψεύτικης ιστορίας ως “αλήθειας”. Η φιλοσοφική και επιστημονική έρευνα δείχνουν
πως ο ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύσσεται όταν η αμφιβολία γίνεται γόνιμη αφορμή
εξερεύνησης. Μπορούμε να σεβόμαστε τις διαφορετικές ιστορίες και τα σύμβολά
τους, αλλά ταυτόχρονα να επιμένουμε στη συνεχή αναζήτηση και στη δυνατότητα να
επανερμηνεύουμε ή να αναθεωρούμε αφηγήσεις αιώνων.
Τα
ανθρώπινα “πιστεύω” είναι πάντα ανοιχτά σε δοκιμασία και ενδεχόμενη κατάρριψη.
Έτσι και με τις «μεγάλες αφηγήσεις»: η αλήθεια τους δοκιμάζεται στον χρόνο,
αλλά ο χρόνος από μόνος του δεν είναι εγγύηση εγκυρότητας. Πολλές φορές η
ιστορία μετατρέπεται σε “θρησκεία” επειδή εξυπηρετεί βαθύτερες ανθρώπινες
επιθυμίες και όχι απαραίτητα επειδή ανταποκρίνεται σε γεγονότα ή σε λογική
συνέπεια. Το ψεύτικο και το αληθινό παύουν να είναι δίπολα εντελώς ξεκάθαρα
όταν η συλλογική συνείδηση υφαίνει νέες μορφές νοήματος γύρω από έναν αρχικό
μύθο.
Δημήτρης Βίκτωρ
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
Περί οχλοποίησης
«Η οχλοποίηση του όχλου βασίζεται στην εντροπία του θυμικού»
Η έννοια της «οχλοποίησης» του πλήθους εκφράζει μια
διαδικασία όπου η ατομική σκέψη και ευθύνη αναδιπλώνονται ή συνθλίβονται από
μια μαζική, ασυλλόγιστη παρόρμηση. Όταν το πλήθος μετατρέπεται σε όχλο – όχι
απλώς ομάδα ή σύνολο ανθρώπων με κοινό σκοπό, αλλά ένα σώμα που χάνει κάθε
κριτική σκέψη και ατομικότητα – τότε συχνά γινόμαστε μάρτυρες ιστορικών πράξεων
βίας, καταπίεσης ή αδικίας. Το απόφθεγμα επισημαίνει ακριβώς τη ζοφερή πλευρά
αυτής της κατάστασης: «Η οχλοποίηση του όχλου μέσα στην ιστορία έφερε ολέθρια
αποτελέσματα με το συλλογικό άδικο να κυριαρχεί χωρίς τιμωρία των υπεύθυνων».
Σε μια κλασική θεώρηση, ο όχλος δεν λειτουργεί απλώς ως
σύνολο ανθρώπων, αλλά ως αόριστη δύναμη που παρασύρει. Ο κάθε άνθρωπος μέσα σε
αυτόν τον όχλο χάνει σταδιακά την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης. Η έννοια του
“απρόσωπου” ευθύνεται για το φαινόμενο όπου κανείς δεν νιώθει πως «πρέπει να
λογοδοτήσει»∙ η μάζα απορροφά την ατομική ηθική. Στην ουσία, το άτομο δεν
νιώθει ότι οι πράξεις του είναι καρπός δικής του βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας
ανώνυμης, συλλογικής παρόρμησης.
Στην ιστορία έχουν καταγραφεί άφθονα παραδείγματα όπου η
κυριαρχία του όχλου οδήγησε σε φρικαλεότητες, όπως λιντσαρίσματα, διωγμούς ή
ομαδικές πράξεις βίας. Το κακό συχνά εκδηλώνεται με όρους «συλλογικής τιμωρίας»
ή «συλλογικής βίας». Εδώ γεννάται ένα οξύμωρο: ενώ μια δημοκρατική κοινωνία
βασίζεται στη φωνή του πολίτη, αυτή η φωνή μετατρέπεται σε κραυγή της μάζας,
όταν η ατομική κριτική στάση απουσιάζει. Το συλλογικό άδικο, αφού ενισχύεται
από το ομαδικό πάθος, μένει πολλές φορές ατιμώρητο, καθώς δεν διακρίνονται σαφή
όρια ευθύνης ούτε καθορίζονται ξεκάθαρα “αρχηγοί”.
Η Ψυχολογία του Όχλου
Η “αποπροσωποποίηση” και η “αποκτήνωση” του άλλου ευνοούνται ιδιαίτερα μέσα
στον φανατισμό της μάζας. Όταν κάποιος δρα μέσα σε ένα σύνολο που
χαρακτηρίζεται από ένταση, από άγνοια ή και από μίσος, αποκτά μια ψευδαίσθηση
ότι «όλα επιτρέπονται». Σε τέτοιες στιγμές, η λογική ή η συμπόνια θεωρείται
αδυναμία, και το συναίσθημα της ευθύνης θυσιάζεται στον βωμό του “κοινού
πάθους”.
Ατιμωρησία: Το Παράλογο Αποτέλεσμα
Η «ατιμωρησία» προκύπτει εν μέρει διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί
ένας κεντρικός υπεύθυνος μέσα στη ρευστότητα του όχλου. Η δυσκολία να διακριθεί
“ποιος έφταιξε πρώτος” επιτρέπει το αθώωση πολλών. Η συλλογική επίκληση της
αυτοδικαίωσης («όλοι το έκαναν») επιδεινώνει το φαινόμενο: ένα κράμα φόβου και
συνενοχής “νεκρώνει” κάθε προσπάθεια έρευνας της αλήθειας ή της απόδοσης
ευθυνών.
Διέξοδος
Η παιδεία που αναπτύσσει τον κριτικό λόγο και τη
φιλοσοφική σκέψη είναι το βασικό αντίδοτο στον όχλο. Το άτομο που έχει μάθει να
ρωτάει “γιατί;” και “πώς;” δύσκολα παρασύρεται σε μαζικές παρακρούσεις.
Ατομική Ευθύνη: Προϋποθέτει ότι ο καθένας μας θα κρίνεται
και θα κρίνει με βάση τις πράξεις του. Η ιδέα της «ατομικής ηθικής» μπορεί να
λειτουργήσει ως ανάχωμα στην τυφλή ταύτιση με την ομάδα.
Δημοκρατικοί Θεσμοί και Έλεγχος: Όταν οι θεσμοί
λειτουργούν ορθά, μπορούν να θέτουν φραγμούς στην ανεξέλεγκτη ισχύ της μάζας. Η
δικαιοσύνη οφείλει να τιμωρεί τα άτομα ή τις ομάδες που διαπράττουν αδικήματα,
ανεξαρτήτως του πόσο «δημοφιλείς» ή μαζικές είναι οι απόψεις τους. Μόνον έτσι
αποτρέπεται η ατιμωρησία και θέτονται ηθικά όρια στην εξουσία του πλήθους.
Η «οχλοποίηση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα επικίνδυνο
σημείο καμπής στην κοινωνία, όπου οι ενστικτώδεις ορμές υπερισχύουν της λογικής
και η βία λειτουργεί ως πρόσχημα δικαίωσης. Όταν το αίσθημα του δικαίου, του
μέτρου και της ηθικής ξεθωριάζει μπροστά στη “σύγκλιση των φωνών” του πλήθους,
τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχτούν ολέθρια, όπως μαρτυρά η ιστορία. Για να
αποφευχθεί αυτό, απαιτείται παιδεία, κριτική σκέψη, αυστηρή τήρηση των
δημοκρατικών αρχών και μια αρετή που συχνά ξεχνιέται: το θάρρος να μη συμμετέχουμε
σε άδικες συλλογικές πράξεις, ακόμη κι αν είμαστε η πλειοψηφία. Μόνον έτσι παύει
η τυφλή υποταγή στους μηχανισμούς του όχλου και καλλιεργείται μια κοινωνία
περισσότερο δίκαιη, στοχαστική και ανθρώπινη.
Δημήτρης Βίκτωρ
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Περί πένθους και θορύβου
Η θλίψη, ως βαθιά εσωτερική διαδικασία, μοιάζει με μια ερμητική σιωπή που απλώνεται μέσα μας, αναδεικνύοντας τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ύπαρξής μας. Στον απροσπέλαστο αυτό χώρο, ο άνθρωπος αναμετριέται με την απώλειά του· όχι με φωνασκίες ή μεγαλοστομίες, αλλά με μια βουβή περισυλλογή που γεννά σεβασμό τόσο απέναντι σε εκείνον που θρηνεί, όσο και απέναντι στο ίδιο το γεγονός της απουσίας. Με τη σιωπή, ο νους επιτρέπει στον πόνο να εκδηλωθεί καθαρά και αληθινά, δίχως τις παραμορφώσεις που επιφέρει ο θόρυβος της επίδειξης.
Όταν
το πένθος επιζητεί δημοσιότητα, χάνει την αληθινή του υπόσταση. Μοιάζει τότε
σαν να χρησιμοποιείται η οδύνη ως βήμα αυτοπροβολής, διεκδικώντας εύκολα
βλέμματα και επιδερμική συμπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση, ο οδυρόμενος δεν
βρίσκεται μόνος με τον πόνο του· αντιθέτως, επιλέγει την εξωστρέφεια του
θορύβου, επιτρέποντας στον εγωισμό του να κυριαρχήσει και να απαλείψει την
εσωτερική ενδοσκόπηση. Όμως ο αυθεντικός πόνος αρνείται να γίνει φανταχτερό
θέαμα· δεν θέλει να προσφέρει υλικό στις επιπόλαιες ματιές του κόσμου, ούτε να
μεταβληθεί σε εργαλείο εντυπωσιασμού.
Η
αληθινή λύπη δεν έχει ανάγκη από εξωτερική επιβεβαίωση ή εντυπωσιακές
εκδηλώσεις. Αντιθέτως, μέσα από την ησυχία και την ενδοσκόπηση, φανερώνεται η
πιο καθαρή μορφή αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον εαυτό μας, προς τον χαμένο
άνθρωπο και προς το ίδιο το νόημα της ζωής.
Όσο
μεγαλύτερο είναι το πένθος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σιωπή, γιατί η ψυχή
αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας και αποζητά την ευπρέπεια και τη
σεμνότητα. Στην ουσία, η σιωπηλή διαδικασία του θρήνου επιτρέπει στον άνθρωπο
να βιώσει την απουσία και, σταδιακά, να την ενσωματώσει στο βίωμα της ζωής του.
Αυτή η σεμνή σιωπή απελευθερώνει την εσωτερική κατανόηση πως είμαστε όλοι
φθαρτοί και πεπερασμένοι.
Η
ουσία της απώλειας βρίσκεται στο βίωμα και στη σιωπηλή επεξεργασία της. Εκεί,
όπου η ψυχή αφουγκράζεται την έλλειψη, συγκατοικεί με την ανάμνηση και
πορεύεται με την επίγνωση της θνητότητας. Μέσα από μια τέτοια σιωπηλή
διαδικασία, ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανασυγκροτηθεί και να αντικρίσει τη
ζωή με νέα ματιά. Σε τελική ανάλυση, το αληθινό πένθος δεν χρειάζεται περιττές
διακηρύξεις – αρκεί η ήρεμη, εσωτερική αποδοχή για να το κάνει βαθιά ανθρώπινο.
Το
βαθύ πένθος δεν χρειάζεται κοινό· δεν απαιτεί επιβεβαίωση ούτε κολακείες.
Αντιθέτως, η γνήσια οδύνη θέλει χώρο και σιωπή, ώστε να αποτυπωθεί αληθινά στην
ύπαρξη. Όσο πιο απροσπέλαστη γίνεται η πληγή, τόσο πιο αληθινή η αναμέτρηση με
την απώλεια. Και αυτή η ειλικρινής ενδοσκόπηση είναι η μόνη που επιτρέπει στην
ψυχή να προχωρήσει, αναγνωρίζοντας με σεβασμό τόσο τη δική της θνητότητα όσο
και την πραγματικότητα του κενού που αφήνει πίσω του ο χαμένος άνθρωπος.
Δημήτρης Βίκτωρ
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026
Περί Παραδείσου
"Αν
υπήρχε ο Παράδεισος θα ήταν για τους ηλιθίους και θα ήταν πολύ
κουραστικός"
Αν
υπάρχει Παράδεισος, το πρώτο πράγμα που τον προδίδει είναι ότι τον
ονειρευόμαστε σαν μόνιμη λύση. Μια αιωνιότητα χωρίς κίνδυνο, χωρίς απώλεια,
χωρίς τέλος. Δηλαδή χωρίς το υλικό που κάνει την εμπειρία να έχει βάρος. Γιατί
η χαρά, όταν δεν κινδυνεύει να χαθεί, χάνει την οξύτητά της· και η γαλήνη, όταν
δεν κατακτάται μέσα από τριβή, γίνεται αναισθησία. Η τελειότητα που δεν
χρειάζεται κόπο δεν είναι κορυφή· είναι επίπεδο πάτωμα. Κι ένα πάτωμα, όσο
γυαλισμένο κι αν είναι, παραμένει χώρος όπου δεν ανεβαίνεις—μόνο στέκεσαι.
Γι’
αυτό ο «κουραστικός Παράδεισος» είναι λογικό συμπέρασμα, όχι αστείο. Η αιώνια
ευτυχία, για να αντέχεται, πρέπει να είναι ήπια, προβλέψιμη, ακίνδυνη—μια χαρά
σε χαμηλή ένταση, για να μην τρελαίνεσαι από την υπερβολή της. Μα τότε τι
μένει; Ένα άπειρο σαλόνι χωρίς πόρτες, όπου όλα είναι “καλά” με τον τρόπο που
είναι “καλά” τα πράγματα σε μια διαφήμιση: κανένα ρίσκο, κανένα κόστος, άρα και
κανένα κατόρθωμα. Η ύπαρξη μετατρέπεται σε παρατεταμένο χειροκρότημα χωρίς
παράσταση.
Η
μεταθανάτια ανταμοιβή λειτουργεί σαν το πιο κομψό σύστημα αναβολής. Σου δίνει
μια μεγάλη επιταγή για αργότερα, ώστε να αποδέχεσαι μικρές ταπεινώσεις τώρα.
Σου λέει: κράτα την όρεξή σου, χαμήλωσε το βλέμμα, κατάπιε την αδικία—θα
τακτοποιηθούν όλα «εκεί». Έτσι η ζωή εδώ υποβιβάζεται σε διάδρομο αναμονής, και
κάθε αληθινή απαίτηση του παρόντος βαφτίζεται πειρασμός. Το τώρα παρουσιάζεται
ως ύποπτο, ενώ το μετά ως καθαρό. Σαν να είναι η πραγματικότητα ένα κακό
αντίγραφο, και η φαντασία το πρωτότυπο.
Και
πάνω σ’ αυτή την αναβολή πατάει η συναλλαγή. Η ηθική μετατρέπεται σε οικονομικό
σύστημα: κάνε το “σωστό” για να πληρωθείς αιώνια. Δεν είναι αρετή· είναι
επένδυση. Δεν είναι εγκράτεια· είναι ασφάλεια ζωής. Κι αν η καλοσύνη χρειάζεται
μεταφυσικό μπόνους για να σταθεί, τότε η καλοσύνη δεν είναι χαρακτήρας—είναι
τιμολόγιο. Η «πίστη» εδώ δεν μοιάζει με φλόγα, αλλά με λογιστική: καταγράφει
αμαρτίες, αφαιρεί τύψεις, προσθέτει πόντους σωτηρίας. Ένα ηθικό πρόγραμμα
επιβράβευσης, με ουράνια δώρα για όσους αντέχουν να ζήσουν μισή ζωή.
Το
πιο σατιρικό είναι ότι ο Παράδεισος παρουσιάζεται ως θρίαμβος του νοήματος, ενώ
στην πράξη είναι η παραίτηση από τη δυσκολία του να το φτιάξεις. Είναι η λύση
που σε απαλλάσσει από την ευθύνη της δημιουργίας: δεν χρειάζεται να
μεταμορφώσεις τον κόσμο, αρκεί να “περάσεις”. Δεν χρειάζεται να γίνεις δυνατός,
αρκεί να είσαι υπάκουος. Και κάπως έτσι, η υπακοή βαφτίζεται βάθος, η παραίτηση
ταπεινότητα, και ο φόβος σοφία.
Αν
υπήρχε Παράδεισος, ίσως πράγματι θα ήταν για τους πιο βολικούς οραματιστές του:
για όσους θέλουν ένα σύμπαν που τους χρωστά. Για όσους δεν αντέχουν την ιδέα
ότι η ζωή δεν έχει εγγυήσεις και ότι η αξία δεν μοιράζεται ως έπαθλο, αλλά
γεννιέται ως πράξη. Και τότε η αιωνιότητα θα ήταν όντως κουραστική: ένα
ατέλειωτο “όλα καλά”, όπου δεν υπάρχει τίποτα να κατακτηθεί—άρα τίποτα να
δικαιολογεί ότι υπάρχεις.
Δημήτρης Βίκτωρ
ΑΝ ΔΕΝ........................!
«Αν δεν αγαπήσεις δεν γράφεις.
Αν δεν κλάψεις δεν γράφεις.
Αν δεν αμφισβητήσεις μην γράψεις»
Η γραφή δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική δεξιότητα ή έναν τρόπο έκφρασης·
είναι, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά ψυχική διαδικασία που γεννιέται από τα πιο αληθινά
και τα πιο οδυνηρά βιώματά μας. Στον λόγο αυτό, ενυπάρχει η αλήθεια: «Αν
δεν αγαπήσεις, δεν γράφεις· αν δεν κλάψεις, δεν γράφεις· αν δεν αμφισβητήσεις,
μην γράψεις». Οι τρεις αυτές συνθήκες ορίζουν μια αόρατη πυξίδα που
καθοδηγεί τον δημιουργό σε μονοπάτια όπου η σκέψη συναντά το συναίσθημα, και η
αμφιβολία γίνεται κινητήριος δύναμη για τη γέννηση της έμπνευσης.
«Αν δεν αγαπήσεις, δεν γράφεις»
Η αγάπη, σε οποιαδήποτε μορφή της – έρωτας, φιλία, στοργή προς την ανθρωπότητα
– είναι η πρωταρχική πηγή ζεστασιάς που τρέφει τις λέξεις και τις κάνει να
πάλλονται. Χωρίς αγάπη, η γραφή παραμένει κενή· μοιάζει με καλοφτιαγμένο σκεύος
χωρίς περιεχόμενο. Η αγάπη καθιστά τον συγγραφέα ευάλωτο και ταυτόχρονα τον
οπλίζει με τη δύναμη να δώσει υπόσταση στις πιο αφηρημένες έννοιες. Μέσα από
την αγάπη γεννιέται η βαθιά κατανόηση του κόσμου, η πίστη πως υπάρχει κάτι πιο
πολύτιμο από τον ίδιο μας τον εαυτό, κι αυτή η πίστη αγκαλιάζει κάθε λέξη στο
χαρτί.
«Αν δεν κλάψεις, δεν γράφεις»
Τα δάκρυα δεν είναι μόνο ένδειξη πόνου ή συγκίνησης· είναι και μια καθαρτική
διαδικασία, μια στιγμή εσωτερικής αποκάλυψης. Όταν το συναίσθημα ξεχειλίζει και
μετατρέπεται σε δάκρυ, ανοίγει τον δρόμο για να γράψεις αληθινά, χωρίς
αναστολές, χωρίς φόβο μήπως εκτεθείς. Οι λέξεις που αναδύονται ύστερα από ένα
ξέσπασμα θλίψης κουβαλούν βαθύτερα νοήματα, γιατί είναι μπολιασμένες με την
αλήθεια της ψυχής. Η θλίψη, ο πόνος και η έντονη συγκίνηση μάς θυμίζουν ότι
είμαστε άνθρωποι, φθαρτοί αλλά και ικανοί να βρούμε μέσα από την τραγικότητα
της ζωής την ομορφιά της έκφρασης.
«Αν δεν αμφισβητήσεις, μην γράψεις»
Η αμφισβήτηση είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αναζήτηση της γνώσης και της
αυτογνωσίας. Ο συγγραφέας που δεν αμφισβητεί αποδέχεται την πραγματικότητα ως
έχει, χωρίς να δίνει χώρο σε νέες ιδέες, νέες οπτικές. Μα, η δημιουργική
διαδικασία προϋποθέτει την τάση να κοιτάς πίσω από ό,τι φαίνεται δεδομένο, να
ρωτάς «γιατί;» και «πώς;». Με την αμφισβήτηση, δεν αποδομείς απλώς τον κόσμο
γύρω σου, αλλά και τον ίδιο σου τον εαυτό· η κριτική ματιά σε ωθεί να
ανακαλύψεις κρυμμένες αλήθειες, θέτοντας υπό δοκιμασία κάθε βεβαιότητα. Κι
έτσι, οι λέξεις γίνονται φορείς νέου νοήματος, αντικαθρεφτίζοντας το θαρραλέο
πνεύμα ενός ανθρώπου που δεν βολεύεται στο «είναι» αλλά αναζητά το «γίνεται».
Στην εσωτερική αυτή πορεία της γραφής, οι λέξεις αποκαλύπτονται ως ζωντανοί
οργανισμοί, που πάλλονται και εξελίσσονται ανάλογα με τη δύναμη των
συναισθημάτων μας. Η αγάπη, τα δάκρυα και η αμφισβήτηση συνθέτουν τη βάση ενός
πνευματικού και ψυχικού οικοδομήματος το οποίο είναι ισχυρό αρκετά για να
αντέξει τα πάντα – αλλά και ευάλωτο, προκειμένου να αγκαλιάσει την αλήθεια. Κι
έτσι, η γραφή παύει να είναι μια εξωτερική περιγραφή ή μια επιφανειακή αφήγηση.
Γίνεται μια διαρκής πορεία επιστροφής στον ίδιο μας τον εαυτό· μια κατάδυση στο
πιο εσωτερικό “εγώ”, που ανοίγει ορίζοντες επικοινωνίας και κατανόησης, τόσο με
τον κόσμο γύρω μας όσο και με τις μύχιες πτυχές της ύπαρξής μας.
Ίσως, τελικά, γι’ αυτό να είναι τόσο σημαντικό να αγαπάμε, να κλαίμε και να
αμφισβητούμε. Διότι, μέσα στη δίνη αυτών των συναισθημάτων και ερωτημάτων,
χτίζουμε μια αλήθεια τόσο δυνατή, που αντέχει στο χαρτί και στον χρόνο –
αφήνοντας το αποτύπωμα της ανθρώπινης ψυχής που δεν έπαψε ποτέ να παλεύει για
να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό της.
Δημήτρης Βίκτωρ
Η ρίζα της ανθρώπινης συμπεριφοράς
«Η ρίζα της ανθρώπινης συμπεριφοράς
βρίσκεται στην πίστη και στην επιλεκτική αγάπη που δημιουργεί και το επιλεκτικό
μίσος»
Η ανθρώπινη συμπεριφορά μοιάζει συχνά με ρεύμα που αναβλύζει από τις πιο κρυφές και αθέατες προσκολλήσεις μας. Ό,τι αποκαλούμε “πίστη” —είτε αφορά ιδέες, πρόσωπα, αξίες ή συστήματα— λειτουργεί σαν έδαφος πάνω στο οποίο χτίζουμε την εικόνα του κόσμου. Μέσα σε αυτή τη σιγουριά που μας προσφέρει, συχνά επιλέγουμε ποιον θα πλησιάσουμε και ποιον θα απομακρύνουμε. Η αγάπη μας γίνεται προνόμιο για όσους ταιριάζουν στο σχήμα που ήδη έχουμε μέσα μας, κι έτσι αρχίζει να παίρνει μορφή μια αθώα μεν, αλλά βαθιά περιοριστική μεροληψία.
Αν ο κύκλος αυτός στενέψει, τότε η αγάπη παύει να λειτουργεί σαν γέφυρα και μετατρέπεται σε όριο. Όποιος βρίσκεται έξω από τα μέτρα που έχουμε θέσει γίνεται ξένος, συχνά αδιάφορος, και όχι σπάνια απειλητικός. Έτσι ξεκινά ο μηχανισμός που γεννά το επιλεκτικό μίσος: μια αντιστροφή της ίδιας ανάγκης μας να προστατεύουμε αυτό στο οποίο έχουμε επενδύσει. Όσο περισσότερο προσκολλούμαστε σε μια πίστη ή σε μια ιδεολογική ταυτότητα, τόσο περισσότερο αρνούμαστε να δούμε τι υπάρχει έξω από αυτή. Οι θρησκείες και οι ιδεοληψίες, αντί να ανυψώσουν, καταλήγουν να μασκαρεύουν αυτή την αδυναμία σε “αλήθεια”. Δεν φωτίζουν· παγιδεύουν. Και κάθε δήθεν υπέρτατη βεβαιότητα λειτουργεί σαν καταφύγιο για όποιον δεν αντέχει την αμφισβήτηση — ένας τρόπος να βαφτιστεί η πνευματική νωθρότητα ως “πίστη”.
Η αγάπη τότε δεν είναι αρετή, αλλά συμφέρον. Και το μίσος δεν εμφανίζεται ως πάθος, αλλά ως άμυνα απέναντι σε ό,τι μας ξεβολεύει. Η διάκριση ανάμεσα σε “δικούς μας” και “ξένους” δεν γεννιέται από την πραγματικότητα, αλλά από την ανάγκη να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στην ίδια μας τη στενωπό. Όταν η πίστη μας γίνεται κλειστό σύστημα, κάθε εναλλακτική οπτική μοιάζει επικίνδυνη. Η εχθρότητα δεν είναι παρά η συνέπεια του ότι φοβόμαστε πως κάτι μπορεί να μας κλονίσει.
Αν όμως ο άνθρωπος θελήσει πραγματικά να σταθεί όρθιος, οφείλει να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι η ταυτότητά του χρειάζεται φράχτες για να διατηρηθεί. Η πίστη που δεν αμφισβητείται νεκρώνει. Η αγάπη που δεν χωράει το διαφορετικό ευτελίζεται. Και το μίσος που προκύπτει από όλα αυτά δεν είναι παρά κραυγή αδυναμίας. Το να διευρύνουμε τον κύκλο μας δεν σημαίνει να τον καταργήσουμε· σημαίνει να διακρίνουμε ότι τα όριά του δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά επιλογή.
Ο δρόμος της υπέρβασης ανοίγεται όταν ο άνθρωπος παύει να ζητά εξωτερικά άλλοθι για το πώς νιώθει και πώς δρα. Όταν κατανοήσει πως πίσω από κάθε επιλεκτική αγάπη κρύβεται φόβος, και πίσω από κάθε επιλεκτικό μίσος κρύβεται η αδυναμία να αντέξουμε τον καθρέφτη του “άλλου”. Τότε η ρίζα της συμπεριφοράς του παύει να στηρίζεται στην ανάγκη και αρχίζει να τρέφεται από τη δημιουργική του βούληση. Η αγάπη γίνεται δοκιμασία του χαρακτήρα, όχι επιβράβευση της ομοιότητας. Και το μίσος μετατρέπεται σε πρώτη ύλη προς μεταμόρφωση.
Έτσι, ο άνθρωπος που δεν επαναπαύεται σε έτοιμες βεβαιότητες ούτε κρύβεται πίσω από δογματικές ταυτότητες, είναι ο μόνος που μπορεί να σφυρηλατήσει τη δική του μορφή. Δεν δανείζεται τον κόσμο· τον αναδημιουργεί. Δεν αναπαράγει συμπεριφορές που του επιβλήθηκαν· τις υπερβαίνει. Κι εκεί η πίστη παύει να είναι πατερίτσα και γίνεται πράξη εσωτερικής δύναμης. Η αγάπη παύει να είναι εύνοια και γίνεται άνοιγμα. Και ο ίδιος ο άνθρωπος παύει να είναι προϊόν των φόβων του· γίνεται ο δημιουργός του εαυτού του.
Δημήτρης Βίκτωρ
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026
" ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ " --- Ποίημα: Δημήτρης Βίκτωρ ---- Απαγγελία μαζί με την...
Τεχνάσματα
Τεχνάσματα σοφίζομαι με
κόπο ασταμάτητα
να παρατείνω
ό,τι ξέρω, ό,τι επιθυμώ
το άλγος ν’
απαλύνω απ’ την απουσία έρωτα
με όσα
θαυμαστά οδυνηρά αυτόν ορίζουν.
Περνούν οι
ώρες, το άγχος τους μετρώ
βήματα
σέρνονται αργά στο φως και το σκοτάδι
φθάνουν
μηνύματα παλιά και βασανιστικά
θυμίζοντας
ανεμελιές, πόθους και προσδοκίες.
Τώρα πού να
’ναι οι φίλοι μου οι παιδικοί
όσοι ακόμη
ανασαίνουν και τριγύρω φέρνουν την ζωή
καλώντας και
παρακαλώντας να τους συμπαθήσει
να αναβάλει
το μαρτύριο και να τους ευνοήσει.
Εγώ θα
συνεχίσω τα τεχνάσματα μ’ αδιαφορία
για να
πιστέψω και να δείξω πως ακόμη προχωρώ
μα ο κτύπος
ρυθμικός μ’ εμποδίζει να συγκεντρωθώ
να παίξω
ρόλο ηθοποιού, για να πειστώ και για να πείσω.
Δημήτρης
Βίκτωρ
Σεπτέμβριος 2013
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
Ο Θεός του καθενός
"Ο
Θεός του καθενός, είναι η αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο
εγωισμός του"
Ο
άνθρωπος, όταν κοιτάζει κατάματα την ύπαρξη, συναντά πρώτα το βάρος της.
Συναντά τον χρόνο που φεύγει, την απώλεια που δεν διαπραγματεύεται, την
αρρώστια, την αδικία, το τυχαίο χτύπημα της τύχης. Και τότε γεννιέται μέσα του
μια ακατανίκητη ανάγκη: να δώσει σχήμα στο άμορφο, να βάλει τάξη στο
απρόβλεπτο, να επινοήσει ένα σταθερό σημείο εκεί όπου όλα είναι ρευστά. Από
αυτήν την ανάγκη ξεπηδά και το απόφθεγμα: «Ο Θεός του καθενός, είναι η
αδυναμία του, η παρηγορία του, η ανοησία του, ο εγωισμός του». Δεν μιλά
απλώς για θρησκεία· μιλά για τον μηχανισμό με τον οποίο ο νους κατασκευάζει το
απαραίτητο στήριγμα, ακόμη κι αν αυτό το στήριγμα είναι φτιαγμένο από φόβο,
ευκολία ή ματαιοδοξία.
Αν το
δούμε με ψυχραιμία, “θεός” εδώ δεν είναι μόνο μια υπερβατική μορφή, αλλά το
κέντρο βάρους της ψυχής: αυτό που κάποιος υπηρετεί όταν όλα δοκιμάζονται. Εκεί
φαίνεται η αδυναμία. Γιατί, συχνά, δεν θεοποιούμε το δυνατότερο μέσα μας, αλλά
αυτό που μας λείπει. Όταν δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα, επινοούμε μια
βεβαιότητα που δεν χρειάζεται αποδείξεις. Όταν δεν αντέχουμε την ευθύνη,
αναζητούμε μια ανώτερη βούληση που θα τη σηκώσει. Όταν δεν αντέχουμε την
εσωτερική μας διάσπαση, ονειρευόμαστε μια τελική δικαίωση που θα μας ενώσει. Ο
“θεός” γίνεται τότε το ψυχολογικό αντίβαρο της ρωγμής μας: ένα όνομα που
κολλάμε πάνω στο κενό, για να μοιάζει πλήρες.
Κι
έπειτα έρχεται η παρηγορία, όχι ως μικρό δώρο, αλλά ως ανταλλαγή. Η παρηγορία
υπόσχεται νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει εμφανές νόημα, υπόσχεται αποζημίωση εκεί
όπου η ζωή δεν δίνει αποζημιώσεις, υπόσχεται ότι ο πόνος “κάπου” καταγράφεται
και “κάποτε” θα ισοφαριστεί. Αυτό ανακουφίζει, όμως συχνά μας υπνωτίζει. Γιατί
αντί να δουλέψουμε πάνω σε ό,τι περνά από το χέρι μας, μαθαίνουμε να
περιμένουμε. Αντί να μετατρέψουμε την απώλεια σε νηφαλιότητα και τον φόβο σε
φρόνηση, μετατρέπουμε τη ζωή σε αίθουσα αναμονής μιας αόρατης δικαιοσύνης.
Έτσι, η παρηγορία μπορεί να γίνει μια γλυκιά παραίτηση, μια τέχνη του να μην
αγγίζεις την πληγή, απλώς να τη σκεπάζεις με ύμνους.
Το
απόφθεγμα χτυπά και πιο σκληρά όταν μιλά για ανοησία. Όχι με την έννοια της
απουσίας ευφυΐας, αλλά με την έννοια της πνευματικής οκνηρίας: την προτίμηση
του έτοιμου αντί του εξετασμένου. Ο άνθρωπος αγαπά τις απλές απαντήσεις, γιατί
οι σύνθετες απαιτούν κόπο, αμφιβολία και ταπείνωση. Κι εδώ ο “θεός” μπορεί να
γίνει άλλοθι για να μη σκεφτούμε: να κλειδώσουμε την πραγματικότητα σε ένα
σύνθημα και να βαφτίσουμε την άγνοια “πίστη”. Όπου η σκέψη πονά, ο δογματισμός
προσφέρει αναισθητικό. Όπου η συνείδηση δυσκολεύεται, μια ιερή βεβαιότητα την
απαλλάσσει από την εργασία της κρίσης. Έτσι, η ανοησία δεν είναι απλώς λάθος·
είναι επιλογή ευκολίας ντυμένη με κύρος.
Και
τέλος, ο εγωισμός. Εδώ το απόφθεγμα αποκαλύπτει το πιο αμήχανο: πως ο “θεός του
καθενός” συχνά έχει το πρόσωπο του ίδιου του καθενός, μόνο που φορεί μάσκα
ουρανού. Πόσες φορές η “θεία βούληση” ταυτίζεται ύποπτα με τις προσωπικές μας
επιθυμίες; Πόσες φορές ο “θεός” μισεί ό,τι μισούμε, τιμωρεί ό,τι φοβόμαστε,
ευλογεί ό,τι μας συμφέρει; Ο εγωισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως αλαζονεία, αλλά
και ως ανάγκη να βρούμε το σύμπαν σύμμαχο. Να πιστέψουμε πως υπάρχει μια
κοσμική επιβεβαίωση των δικών μας αξιών, πως το “εγώ” μας είναι τόσο σημαντικό
ώστε να διαθέτει μεταφυσικό υποστηρικτικό προσωπικό. Ο “θεός” γίνεται τότε
καθρέφτης που δεν παραμορφώνει προς την αλήθεια, αλλά προς την αυτάρεσκη
εικόνα.
Ωστόσο,
η πιο απαιτητική ανάγνωση δεν σταματά στην κατηγορία. Ρωτά: τι αποκαλύπτει αυτή
η κατασκευή για τη ζωή; Αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα να είναι
μόνος απέναντι στο γίγνεσθαι. Θέλει να πιστέψει πως υπάρχει ένα “γιατί” έξω από
την πράξη του, μια εγγύηση έξω από τη φρόνησή του. Κι όμως, αν υπάρχει
αξιοπρέπεια, βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κίνηση: να παραδεχτείς ότι δεν
έχεις εγγυήσεις, να μετρήσεις τι εξαρτάται από εσένα, να αποδεχτείς ό,τι δεν
εξαρτάται, και να ζήσεις χωρίς να εκβιάζεις το σύμπαν να γίνει δίκαιο. Εδώ η
ελευθερία αρχίζει ως πειθαρχία του νου: να μη βαφτίζεις επιθυμία “νόμο”, να μη
βαφτίζεις φόβο “αποκάλυψη”, να μη βαφτίζεις τεμπελιά “μοίρα”.
Αλλά
η σκέψη μπορεί να σκληρύνει κι άλλο, να γίνει σφυρί. Να πει: ο “θεός” δεν είναι
μόνο παρηγοριά, είναι και σύμπτωμα παρακμής, μια κρυφή αρρώστια της θέλησης που
προτιμά να γονατίζει παρά να δημιουργεί. Γιατί τι είναι ένας “θεός” που τον
επικαλούμαστε όταν δεν τολμάμε; Είναι η μεταφυσική μορφή της δειλίας. Τι είναι
ένας “θεός” που εγγυάται ανταμοιβές; Είναι η ηθική λογιστική της αδυναμίας. Τι
είναι ένας “θεός” που επιβάλλει έτοιμες αξίες; Είναι ο αστυνόμος της ζωής, που
κόβει πρόστιμο σε κάθε ορμή, σε κάθε πάθος, σε κάθε έκρηξη δημιουργίας. Κι
έτσι, αντί να ρωτάμε “τι μπορώ να γίνω;”, ρωτάμε “τι επιτρέπεται να είμαι;”.
Αντί να στήνουμε το νόημα, το ζητιανεύουμε.
Σ’
αυτή την οπτική, το απόφθεγμα μοιάζει με διάγνωση: ο άνθρωπος φτιάχνει “θεούς”
για να μη δει την αλήθεια της δύναμής του και της ευθύνης του. Γιατί αν δεν
υπάρχει υπερβατικός κηδεμόνας, τότε το βάρος της αξίας πέφτει πάνω μας. Εμείς
ορίζουμε το “καλό” με τη ζωή μας, όχι με διατάγματα. Εμείς δίνουμε νόημα στον
πόνο, όχι επειδή “κάπου” δικαιώνεται, αλλά επειδή τον μετατρέπουμε σε γνώση, σε
έργο, σε βάθος. Εμείς φτιάχνουμε την αξιοπρέπειά μας, χωρίς να περιμένουμε
χειροκρότημα από τον ουρανό. Και αυτό είναι τρομακτικό, γιατί απαιτεί
δημιουργική σκληρότητα: να αποδεχτείς την απουσία τελικού εγγυητή και παρ’ όλα
αυτά να πεις “ναι” στη ζωή.
Τότε
“ο θεός του καθενός” φαίνεται ξεκάθαρα ως το ανώτατο σύμβολό του: ό,τι φοβάται
να χάσει, ό,τι δεν αντέχει να σκεφτεί, ό,τι κρυφά απαιτεί να αναγνωριστεί. Για
κάποιον είναι η ασφάλεια· για άλλον η εκδίκηση· για άλλον η δικαίωση· για άλλον
η ακινησία. Κι αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, η πρόκληση δεν είναι να γελάσουμε
με τους θεούς των άλλων, αλλά να εντοπίσουμε τον δικό μας: εκείνο το σημείο
όπου σταματά η ελευθερία μας και αρχίζει η λατρεία μας. Γιατί “θεός” μπορεί να
γίνει και η ιδεολογία, και ο έρωτας, και το χρήμα, και η εικόνα μας, και η
ανάγκη να έχουμε πάντα δίκιο. Το απόφθεγμα απλώνει το δίχτυ του παντού: κάθε
ύψιστη αξία που δεν αντέχει έλεγχο, κάθε πίστη που ζητά τυφλότητα, κάθε
παρηγοριά που απαιτεί παραίτηση, είναι ύποπτη.
Και
κάπου εδώ η σκέψη γίνεται καθαρή σαν κρύο νερό: όσο πιο πολύ χρειάζεσαι έναν
“θεό” για να σταθείς, τόσο πιο πολύ πρέπει να εξετάσεις τι είναι αυτό που δεν
μπορείς να σταθείς μόνος σου να αντιμετωπίσεις. Όχι για να αυτομαστιγωθείς,
αλλά για να δυναμώσεις. Γιατί η ωριμότητα δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να μη
χτίζεις θρόνους πάνω στον φόβο σου. Δεν είναι να μην πονάς, αλλά να μη
μετατρέπεις τον πόνο σε νόμισμα μεταφυσικών συναλλαγών. Δεν είναι να είσαι
“σωστός”, αλλά να είσαι αληθινός: να αναλαμβάνεις τη ζωή ως έργο, όχι ως
δικαιολογία.
Έτσι,
το απόφθεγμα δεν καταλήγει σε απλή άρνηση. Καταλήγει σε ένα αίτημα ανδρείας: να
κατεβάσεις από τον ουρανό ό,τι λέγεται “θεός” και να το εξετάσεις ως ανθρώπινο
υλικό. Να δεις την αδυναμία σου χωρίς να την αγιοποιείς, να πάρεις την
παρηγορία σου χωρίς να πουλάς την ελευθερία σου, να νικήσεις την ανοησία σου με
κόπο και αμφιβολία, να δαμάσεις τον εγωισμό σου χωρίς να τον μεταμφιέζεις σε
απόλυτο. Κι αν, στο τέλος, χρειάζεσαι κάτι “ιερό”, ας είναι η ίδια η ευθύνη σου
απέναντι στη ζωή: όχι ως δόγμα, αλλά ως πράξη.
Δημήτρης
Βίκτωρ
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
«Αν ψάχνεις τον Θεό πήγαινε μέσα σε έναν πόλεμο για να τον βρεις. Εκεί, Θεός είναι ο ίδιος ο Πόλεμος»
Δημήτρης Βίκτωρ
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
" ΕΜΦΥΛΙΟΣ " - ( Ελλάς 1949 ) " - Σχολιασμός και ανάλυση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή
---------------------------------------
Μέσα απ’ τη γη ξεχύθηκα σε σκοτεινούς
καιρούς
σε ύπνο οι πολιτισμοί δήλωναν απουσία
άφηναν
στίγματα οι πόλεμοι παντού
κι αδελφοί επέστρεφαν να ξαναγνωριστούν.
Στέγη, αγάπη και τροφή η αγία μου τριάς
σιτάρι και ζεστό ψωμί ο άγνωστος θεός μου
φίλη μητέρα σύντροφος, λάμποντας μες στο φως
πότιζε τον βασιλικό, το δυόσμο και τη μέντα.
Η χώρα μου τον πόνο της φέρει κληρονομιά
κομμάτι που απόμεινε από ωδές Ομήρου
ο Θουκυδίδης ρεπορτάζ στέλνει από μακριά
θυμίζοντας, αυτά έχουν γραφτεί
ξανά.
Είμαι βαριά κληρονομιά με την βαριά σκιά της
στους ώμους κουβαλώ αυτά που λίγοι
καταφέρνουν
σ’ ένα καθήκον κάθαρσης γυρίζει η τραγωδία
και γίνεται ξανά ωδή, για φάρσα – κωμωδία.
Δημήτρης Βίκτωρ
Ιούλιος/2014
-------------------------------------------------------------
Σχολιασμός και ανάλυση του ποιήματος
Το ποίημα
"Εμφύλιος - (Ελλάς 1949)" αναφέρεται σε μια από τις πιο τραγικές
περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα από τις
τέσσερις στροφές εξερευνώνται θέματα όπως ο πόνος, η κληρονομιά, η ταυτότητα
και η επανάληψη της ιστορίας.
Στην αρχή,
παρουσιάζεται ένα σκοτεινό σκηνικό, όπου οι "σκοτεινοί καιροί"
αντιπροσωπεύουν την ταραγμένη περίοδο του εμφυλίου. Η φράση "μέσα
απ’ τη γη ξεχύθηκα" συμβολίζει την ανάδυση των παλιών πληγών ή την
επανεμφάνιση καταπιεσμένων συναισθημάτων. Οι "πολιτισμοί" που
"δήλωναν απουσία" υποδηλώνουν την παρακμή των αξιών και την έλλειψη
ανθρωπιάς. Οι "αδελφοί" που "επέστρεφαν να
ξαναγνωριστούν" αναφέρονται στην τραγική αντιπαράθεση μεταξύ
συμπατριωτών.
Στην συνέχεια, επικεντρώνεται στις
βασικές ανθρώπινες ανάγκες και αξίες. Η "αγία μου τριάς"
αποτελείται από "στέγη, αγάπη και τροφή",
υπογραμμίζοντας την σημασία των θεμελιωδών στοιχείων της ζωής. Ο "άγνωστος
θεός" που είναι "σιτάρι και ζεστό ψωμί"
συμβολίζει την απλότητα και την ουσία της επιβίωσης. Η μορφή της "φίλης
μητέρας συντρόφου" που "λάμποντας μες στο φως" φροντίζει
τα φυτά, αντιπροσωπεύει την ελπίδα, την αναγέννηση και τη συνέχεια της ζωής
παρά τις δυσκολίες.
Στην τρίτη
στροφή, ο ποιητής συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Η Ελλάδα φέρει "τον
πόνο της κληρονομιά", υποδηλώνοντας ότι οι πληγές του παρελθόντος
εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν. Οι αναφορές στον Όμηρο και τον Θουκυδίδη
δημιουργούν μια ιστορική συνέχεια, δείχνοντας ότι οι συγκρούσεις και οι
τραγωδίες είναι διαχρονικές. Ο Θουκυδίδης, ως ιστορικός του Πελοποννησιακού
Πολέμου, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Στο τέλος, ο
ποιητής αναγνωρίζει το βάρος της κληρονομιάς που κουβαλά. Η "βαριά
σκιά" αντιπροσωπεύει τις προκλήσεις και τις ευθύνες που συνοδεύουν
αυτήν την κληρονομιά. Η "τραγωδία" που "γυρίζει
σε καθήκον κάθαρσης" αναφέρεται στην αρχαία έννοια της κάθαρσης
μέσω της τέχνης και της αυτογνωσίας. Η μετατροπή της σε "ωδή, για
φάρσα – κωμωδία" υποδηλώνει την ειρωνεία της ιστορίας ή την
αδυναμία να μάθουμε από τα λάθη μας.
Χρησιμοποιώντας
μεταφορές και ιστορικές αναφορές εξερευνάται η ανθρώπινη φύση και η κοινωνική
πραγματικότητα, συνδυάζοντας το προσωπικό με το συλλογικό. Η χρήση των μορφών
του Ομήρου και του Θουκυδίδη ενισχύει το μήνυμα ότι οι ανθρώπινες συγκρούσεις
και οι τραγωδίες είναι επαναλαμβανόμενες και ότι η ιστορία μπορεί να μας
διδάξει, αν είμαστε πρόθυμοι να μάθουμε.
Η μετάβαση
από την τραγωδία στην κωμωδία στην τελευταία στροφή μπορεί να ερμηνευθεί ως
σχόλιο για την ανθρώπινη τάση να υποβιβάζουμε τα σοβαρά ζητήματα ή να
επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Εδώ επισημαίνεται η ανάγκη για αυτογνωσία και
κάθαρση, προκειμένου να σπάσουμε τον κύκλο της βίας και του πόνου.
Δημήτρης Βίκτωρ










