Ιθάκη
– συνέχεια
Κι αν το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν
κι αν ήσουν τυχερός να σου συμβεί
πάλι θα τριγυρίζεις στο νησί
σ’ ένα ταξίδι που τραγούδησαν σοφοί
Ομηρικοί.
Η πείρα εδώ δεν έχει σημασία
αν ο σοφός που φώλιασε στο νου
δεν σε γεμίσει θάρρος, περηφάνια για το
τέλος
που έρχεται και φθάνει από παντού.
Η Ιθάκη είν’ αυτή που δεν σε γέλασε, ναι
και δεν σε νοιάζει τώρα πότε ήταν η αρχή
τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες έχεις
ξεχάσει
κι ο θυμωμένος Ποσειδώνας μνήμη μακρινή.
Σ’ ένα καθρέφτισμα νερού σκύβοντας θα
κοιτάξεις ένα δείλι
με τον μεγάλο ουρανό κυρίαρχο από ψηλά
να σου θυμίσει ευτυχία και φθορά είναι δυο
φίλοι
συνωμοτούν συχνά, πληρώνοντας όλα σου τα
κενά.
Τώρα επιθυμείς να φτάσεις επιτέλους
περήφανος σ’ ένα δικό σου ολότελα νησί
με σκέψη και μορφή που θα ’ναι εντελώς δική
σου
και κουβαλάς προσεχτικά μαζί σου
τους εβένους, τα κεχριμπάρια, τα μυρωδικά
πού ’κλεβες σε λιμάνια μακρινά.
Αυτά θα έχεις συντροφιά, παρηγοριά
όταν θα νιώθεις του Οιδίποδα τη μοναξιά
κοκκινωπή αντανάκλαση του δειλινού στα
μάτια ο πόνος
ψάχνοντας την αφή στη διαδρομή
σφιχτά κρατώντας βακτηρία που σημαίνει,
τρία!…
Δημήτρης Βίκτωρ
Οκτώβριος- 2013
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σχολιασμός-ανάλυση και αποτίμηση του ποιήματος «Ιθάκη –
συνέχεια»
Το ποίημα «Ιθάκη – συνέχεια» του Δημήτρη Βίκτωρ συγκροτείται ως άμεση
διακειμενική συνομιλία με την «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη. Ο τίτλος δεν δηλώνει
απλώς θεματική συγγένεια, αλλά αξιώνει τη συνέχιση και, εν μέρει, τη διόρθωση
της καβαφικής πρότασης. Ο Βίκτωρ θεωρεί ότι η καβαφική σύλληψη του ταξιδιού
παραμένει ανολοκλήρωτη, επειδή σταματά στην άφιξη και στην αποτίμηση των
εμπειριών. Για τον ίδιο, όμως, η ανθρώπινη πορεία δεν ολοκληρώνεται όταν ο
ταξιδιώτης φτάσει στην Ιθάκη του. Μετά την άφιξη αρχίζει ένα δεύτερο και
δυσκολότερο ταξίδι: η βαθμιαία είσοδος στη φθορά, στα γηρατειά, στη σωματική
εξασθένηση και στην οριστική απώλεια.
Η βασική αυτή διαφοροποίηση διατυπώνεται ήδη στην πρώτη στροφή: «Κι αν το
κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν […] πάλι θα τριγυρίζεις στο νησί». Η γνώση του
συμβόλου και η επιτυχής ολοκλήρωση του ταξιδιού δεν οδηγούν σε λύτρωση. Το
επίρρημα «πάλι» ακυρώνει την αίσθηση της τελικότητας, ενώ το ρήμα «τριγυρίζεις»
δηλώνει μια κίνηση χωρίς σαφή προορισμό. Ο ταξιδιώτης έχει φτάσει, αλλά η
ύπαρξή του δεν έχει καταλήξει σε σταθερό νόημα. Αντί να ξεκουραστεί, παραμένει
εγκλωβισμένος σε μια νέα περιπλάνηση, αυτή τη φορά μέσα στα όρια του ίδιου του
νησιού, δηλαδή μέσα στα όρια της ηλικίας, της μνήμης και της αυτοσυνείδησής
του.
Η δεύτερη στροφή ενισχύει την ανατροπή της καβαφικής πίστης στην αξία της
εμπειρίας. Ο στίχος «Η πείρα εδώ δεν έχει σημασία» είναι σκόπιμα απόλυτος. Δεν
σημαίνει ότι η πείρα είναι άχρηστη, αλλά ότι δεν διαθέτει από μόνη της
σωτηριολογική δύναμη. Οι εμπειρίες του ταξιδιού δεν μπορούν να αναστείλουν τον
χρόνο ούτε να αποτρέψουν το τέλος. Αποκτούν αξία μόνο όταν μετασχηματιστούν σε
εσωτερική σοφία, θάρρος και αξιοπρέπεια. Ο «σοφός που φώλιασε στο νου» δεν
καλείται να ερμηνεύσει απλώς το παρελθόν, αλλά να προετοιμάσει τον άνθρωπο για
το αναπότρεπτο, για εκείνο «που έρχεται και φθάνει από παντού». Η διατύπωση
αποδίδει τη φθορά ως σταδιακή περικύκλωση και όχι ως αιφνίδιο γεγονός.
Στην τρίτη στροφή, οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες και ο Ποσειδώνας έχουν
υποχωρήσει σε μια μακρινή μνήμη. Τα καβαφικά και ομηρικά εμπόδια παύουν να
αποτελούν τον κύριο κίνδυνο. Η λήθη τους δεν δηλώνει ότι υπήρξαν ασήμαντα, αλλά
ότι έχουν πλέον ξεπεραστεί από έναν σοβαρότερο αντίπαλο: τον χρόνο. Τα
εξωτερικά τέρατα μπορούν να αντιμετωπιστούν, να αποφευχθούν ή να νικηθούν. Η
γήρανση, αντιθέτως, δεν αποτελεί επεισόδιο της διαδρομής αλλά τον ίδιο τον νόμο
της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εικόνα του καθρεφτίσματος στο νερό οργανώνει το κεντρικό επεισόδιο
αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος σκύβει και αντικρίζει τη μορφή του κάτω από τον «μεγάλο
ουρανό», ο οποίος κυριαρχεί από ψηλά. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο παροδικό
είδωλο και στο απέραντο ουράνιο στοιχείο υπογραμμίζει την προσωρινότητα της
ατομικής ζωής. Η ευτυχία και η φθορά χαρακτηρίζονται «δυο φίλοι», επειδή δεν
αποτελούν αντίθετες και ασύνδετες καταστάσεις. Κάθε ευτυχία εμπεριέχει την
απειλή της απώλειάς της, ενώ η φθορά αποκαλύπτει εκ των υστέρων την αξία όσων
έζησε ο άνθρωπος. Το ρήμα «συνωμοτούν» προσδίδει στη σχέση τους έναν σκοτεινό,
σχεδόν μοιραίο χαρακτήρα.
Η επιθυμία του ταξιδιώτη να φτάσει «σ’ ένα δικό σου ολότελα νησί» εκφράζει
την ανάγκη για προσωπική ταυτότητα. Η τελική Ιθάκη δεν μπορεί να είναι ένα
έτοιμο, καθολικό σύμβολο, αλλά πρέπει να αποκτήσει «σκέψη και μορφή» ατομική.
Ωστόσο, ακόμη και αυτή η προσωπική ολοκλήρωση δεν αναιρεί τη μοναξιά. Τα έβενα,
τα κεχριμπάρια και τα μυρωδικά, σαφείς αναφορές στο καβαφικό ποίημα, αλλάζουν
λειτουργία. Στον Καβάφη αποτελούν πλούτο που συλλέγεται κατά τη διάρκεια του
ταξιδιού. Στον Βίκτωρ μετατρέπονται σε «συντροφιά» και «παρηγοριά». Δεν είναι
πλέον τεκμήρια επιτυχίας, αλλά υπολείμματα μιας ζωής που ο άνθρωπος προσπαθεί
να διαφυλάξει απέναντι στην επερχόμενη απογύμνωση.
Η αποφασιστική ποιητική τομή πραγματοποιείται στην τελευταία στροφή, όπου ο
ταξιδιώτης μετακινείται από το πρότυπο του Οδυσσέα στο πρότυπο του Οιδίποδα. Η
μετάβαση αυτή διευρύνει το μυθολογικό και φιλοσοφικό πεδίο του ποιήματος. Ο
Οδυσσέας είναι ο ήρωας της δράσης, της ευφυΐας, της επιστροφής και της
επιβίωσης. Ο Οιδίπους, αντίθετα, είναι ο ήρωας της τραγικής γνώσης, της πτώσης,
της τύφλωσης, της εξορίας και της απόλυτης μοναξιάς. Καθώς ο ταξιδιώτης γερνά,
παύει να είναι ο νικητής που επιστρέφει και γίνεται το τραγικό πρόσωπο που έχει
γνωρίσει την αλήθεια χωρίς να μπορεί να σωθεί από αυτήν.
Η «βακτηρία που σημαίνει, τρία» δεν αποτελεί αινιγματική ή αυθαίρετη
κατακλείδα, αλλά το κλειδί ολόκληρης της σύνθεσης. Παραπέμπει ευθέως στο
αίνιγμα της Σφίγγας και στην απάντηση του Οιδίποδα. Ο άνθρωπος το βράδυ της
ζωής του βαδίζει με τρία πόδια, επειδή χρειάζεται το ραβδί ως τρίτο στήριγμα. Η
βακτηρία δηλώνει επομένως τη σωματική παρακμή και επιβεβαιώνει ότι ο ταξιδιώτης
έχει εισέλθει στην τελευταία ηλικία. Παράλληλα, η αναζήτηση της αφής υποδηλώνει
την εξασθένηση της όρασης και ενισχύει την ταύτισή του με τον τυφλό Οιδίποδα.
Η σημαντικότερη αρετή του ποιήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύνδεση
δύο διαφορετικών μυθικών προτύπων. Η οδυσσειακή εμπειρία μετατρέπεται σταδιακά
σε οιδιπόδεια τραγωδία. Το ποίημα δεν απορρίπτει την καβαφική «Ιθάκη», αλλά
αμφισβητεί την επάρκειά της ως συνολικής εικόνας της ανθρώπινης ζωής. Η άφιξη
μπορεί να δικαιώσει το ταξίδι, δεν καταργεί όμως τη φθορά που ακολουθεί. Έτσι,
η «συνέχεια» δεν είναι απλώς χρονική, αλλά φιλοσοφική: μετά την κατάκτηση της
γνώσης αρχίζει η δοκιμασία της απώλειας.
Ως προς τη μορφή, η σύνθεση στηρίζεται περισσότερο στη δύναμη των συμβόλων
και των μυθολογικών αναφορών παρά στη γλωσσική ανατροπή. Ορισμένες διατυπώσεις
είναι επεξηγηματικές και θα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο υπαινικτικές.
Ωστόσο, η καθαρότητα της βασικής σύλληψης, η μετάβαση από τον Οδυσσέα στον
Οιδίποδα και η λειτουργία της βακτηρίας ως τελικού σημασιολογικού κόμβου
προσδίδουν στο ποίημα συνοχή και διακριτή ταυτότητα. Η Ιθάκη δεν παρουσιάζεται
ως τέλος, αλλά ως το σημείο στο οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι το
δυσκολότερο μέρος του ταξιδιού μόλις αρχίζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου